<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἤδη καὶ πρόσθεν εἶπόν τι περὶ τῶν κατὰ <lb/>τὴν γαστέρα παθῶν, εἰς
                            μέγιστα μόρια δύο διελὼν αὐτὴν τῷ <lb/>λόγῳ, τό τε πρῶτον ἄνωθεν, ὃ
                            συνεχές ἐστι τῷ στομάχῳ, <lb/>πολλοῖς νεύροις αἰσθητικοῖς
                            διαπεπλεγμένον, ἕτερον δὲ τούτῳ <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="507"/>συνεχὲς ἄχρι τῆς κατὰ τὸ ἔντερον
                            ἐκφύσεως. ἔστι δ’ <lb/>ὥσπερ ἑκατέρου χρεία τοῖς ζώοις ἴδιος, ἀνάλογόν
                            τε τῇ χρείᾳ <lb/>τὰ συμπτώματα διαφέροντα, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὅσα
                            <lb/>κοινὰ πάθη τῶν ὁμοιομερῶν ἐστι καὶ τῶν ὀργανικῶν, ὑπάρχει
                            <lb/>δήπου καὶ τούτοις κοινὰ πρὸς ἄλληλά τε καὶ σύμπαν τὸ <lb/>ἔντερον.
                            ἡ δὲ τῶν συμπτωμάτων ὁμοιότης οὐ μόνον τούτοις <lb/>πρὸς ἄλληλά ἐστι,
                            ἀλλὰ καὶ τοῖς ψαύουσιν αὐτῶν, ὥσπερ <lb/>τοῖς νεφροῖς πρὸς τὸ κῶλον.
                            ἔνια μὲν οὖν εὔγνωστον ἔχει <lb/>τὸν πεπονθότα τόπον, ὥσπερ αἱ
                            δυσεντερίαι καὶ οἱ τεινεσμοί· <lb/>χρὴ δ’ ὑμᾶς ἐν τῷ παρόντι λόγῳ τὰς
                            κυρίως ὀνομαζομένας <lb/>δυσεντερίας ἀκούειν, ὡς σημαινούσης τῆς
                            προσηγορίας <lb/>ἐντέρων ἕλκωσιν· οὔτε γὰρ ἀθρόως γίγνεται τὸ πάθος ﻿<pb n="382"/> τοῦτο, καθάπερ θάτερον, ἐν ᾧ τὸ ἧπαρ ἔφαμεν πάσχειν,
                            <lb/>ἴδιά τε γνωρίσματα αὐτῷ σύνεστιν. ἐν ἀρχῇ μὲν οὖν ἔκκρισις
                            <lb/>χολῆς δακνώδους ἱκανῶς ἐπ’ αὐτοῦ γίγνεται, μετὰ δὲ <lb/>ταύτην
                            ἀκολουθεῖ ξύσματα τῶν ἐντέρων· εἶτα τοῖς ξύσμασι <lb/>συνεκκρίνεταί τι
                            μικρὸν αἵματος, ἡνίκ’ ἤδη δυσεντερία τὸ πάθος <lb/>ἐστί. ὁπότε μὲν οὖν
                            μόνα ταῦτα τὰ ξύσματα διαχωρεῖται, <lb/>προσέχειν χρὴ, μή τι πιμελῶδες
                            αὐτοῖς συνεκκρίνεται· <lb/>τῶν παχέων γὰρ ἂν οὕτως ἐντέρων ἡ ἕλκωσις
                            εἴη· τοῦ δ’ <lb/>αἵματος ἤδη συνεκκρινομένου, σκοπεῖσθαι χρὴ, πότερον
                            ἀναμέμικται <lb/>τοῦτο τοῖς ἄλλοις ὅλον ὅλοις, ἢ καθ’ ἕν τι μέρος αὐτῶν
                            <lb/>ἐποχεῖται. τὸ μὲν γὰρ ἀναμεμιγμένον ἐν τοῖς ὑψηλοτέροις
                            <lb/>ἐντέροις ἐνδείκνυται τὴν ἕλκωσιν εἶναι, τὸ δ’ ἐποχούμενον <lb/>ἐν
                            τοῖς ταπεινοτέροις· ὁρᾶται δὲ τοῦτο κᾀπὶ τῶν <lb/>ξυσματωδῶν ἐκκρίσεων
                            γιγνόμενον, ἀλλ’ ἧττον σαφῶς ἢ ἐπὶ <lb/>τοῦ αἵματος. ὡσαύτως δὲ κᾂν
                            ἐφελκὶς ἐκκρίνηται, δηλώσει <lb/>ποίων ἐστὶν ἐντέρων, ἐξ αὐτῆς τε τῆς
                            οἰκείας οὐσίας καὶ <lb/>τοῦ μεμίχθαι τοῖς ἐκκρινομένοις, ἢ καθ’ ἕν τι
                            μέρος αὐτῶν <lb/>ἐποχεῖσθαι. διαφέρει δ’ οὐ σμικρὸν εἰς τὴν θεραπείαν
                                <pb n="383"/> ἐγνῶσθαι τὴν ἕλκωσιν, ἐν τίνι μέρει τῶν ἐντέρων ἐστίν.
                            αἱ <lb/>μὲν γὰρ ἐν τοῖς ὑψηλοτέροις ὑπὸ τῶν καταπινομένων φαρμάκων
                            <lb/>ὠφελοῦνται, αἱ δ’ ἐν τοῖς ταπεινοτέροις ὑπὸ τῶν <lb/>ἐνιεμένων
                            ὠφελοῦνται. διορίζονται δὲ τῶν ἀφ’ ἥπατος ἐκκρίσεων <lb/>αἱ τοιαῦται
                            δυσεντερίαι τῷ τε λεπτὸν αἵματος ἰχῶρα <lb/>κατ’ ἀρχὰς ἐκκρίνεσθαι ταῖς
                            ἀφ’ ἥπατος, εἶτα τοῦ πάθους <lb/>αὐξανομένου παχὺν χυμὸν οἴνου τρυγὶ
                            παραπλήσιον· ἔτι τε <lb/>τῷ μηδὲν ἐπ’ αὐτῶν συνεκκρίνεσθαι ξυσματῶδες,
                            ἀλλὰ καὶ <lb/>διάλειμμα δυοῖν ἡμερῶν ἢ καὶ τριῶν ἐνίοτε γίγνεσθαι ταῖς
                            <lb/>ἡπατικαῖς ἐκκρίσεσιν, εἶτ’ αὖθις ἐπανέρχεσθαι τὸ κακὸν, ἐκκρινόντων
                            <lb/>αὐτῶν πολὺ χείρω τῶν ἔμπροσθεν· οὐ μὴν ἐπί γε <lb/>τῶν κατ’ ἔντερα
                            ἑλκώσεων οὕτω φαίνεται γιγνόμενον, οὔτε <lb/>γὰρ ἀθρόον οὔτ’ ἐκ
                            διαστημάτων χρόνου μακρῶν ἐκκρίνουσιν. <lb/>αἱ μέν τοι κατὰ τὸ
                            ἀπευθυσμένον ἑλκώσεις, ἃς τεινεσμοὺς <lb/>ὀνομάζουσι, σφοδρὰς μὲν
                            ἐντάσεις καὶ προθυμίας <lb/>ἰσχυρὰς ἐπιφέρουσι, ἐκκρίνουσι δ’ ὀλίγα,
                            κατ’ ἀρχὰς μὲν <lb/>φλεγματώδη τε καὶ πιμελώδη, προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου
                            καὶ <lb/>ξυσματώδη· πάντα γε μὴν ταῦτα κατὰ πάντα τὸν χρόνον <pb n="384"/> ἄμικτα τοῖς ἄνωθεν ἀφικνουμένοις φαίνεται. γεγράφασι δέ <lb/>τινες
                            ἐπὶ σφοδροτάταις ἐκκρίσεων προθυμίαις, ἀλγημάτων <lb/>ἰσχυρῶν
                            προηγησαμένων, ἐκκρῖναί τινας λίθους πωροειδεῖς <lb/>ὁμοίους τοῖς ἐν τῇ
                            κύστει συνισταμένοις, ὅπερ οὔτε εἶδον αὐτὸς <lb/>οὔτ’ ἄλλου τινὸς
                            ἑωρακότος ἤκουσα. κώλου δ’ ἄλγημα <lb/>σφοδρὸν εἶδον πολλάκις, ὑπὸ τῶν
                            ἰατρῶν <milestone unit="ed2page" n="508"/>οὐ κώλου <lb/>νομιζόμενον,
                            ἀλλὰ νεφρῶν εἶναι, καθάπερ γε καὶ τὸ τῶν νεφρῶν <lb/>εἰς κῶλον
                            ἀναφερόντων. ἔνιοι δ’ αὐτῶν ᾤοντο, μηδὲ <lb/>γενέσθαι ποτὲ κωλικὴν
                            διάθεσιν ἐν τοῖς ἀριστεροῖς μέρεσιν. <lb/>ἔχει μὲν οὖν τι δυσδιόριστον
                            ἐν ἀρχῇ τὰ πάθη, καθ’ ὃν χρόνον <lb/>οὐδὲ μεγάλης διαφορᾶς βοηθημάτων
                            χρῄζει· σκοπεῖσθαι <lb/>μέν τοι χρὴ καὶ τότε τὰ πλεονάζοντα συμπτώματα.
                            ναυτίαι <lb/>γὰρ ἅμα ἐμέτοις γίγνονται πολὺ μείζους τε καὶ συνεχέστεραι
                            <lb/>τοῖς τὸ κῶλον ἀλγοῦσιν, ἐμεῖταί τε φλεγματώδη καὶ διεφθαρμένα
                            <lb/>πλείω τούτοις, ἴσχεταί τε τὰ διαχωρήματα μᾶλλον ἅμα <lb/>τῷ μηδὲ
                            φύσαν ἐκκρίνεσθαι μήτ’ ἐρυγὴν γίγνεσθαι· πολλάκις <lb/>δὲ καὶ ὥσπερ
                            συμπεριστρεφόμενόν ἐστιν αὐτοῖς τὸ ἄλγημα καὶ <lb/>πλέονα τόπον
                            ἐπιλαμβανόμενον· ἐνίοτε δὲ καὶ κατὰ διαφέροντα <pb n="385"/> μόρια
                            σφοδρότερον γινόμενον, ἐρηρεισμένων καθ’ ἕνα τόπον <lb/>ἀεὶ τῶν
                            νεφριτικῶν ἀλγημάτων. ὅταν γε μὴν ὑψηλότερον <lb/>ὑπάρχῃ τὸ ἄλγημα τῆς
                            θέσεως τῶν νεφρῶν, ἐναργὴς ἡ διάγνωσίς <lb/>ἐστιν ἐπὶ τῆς τοῦ κώλου
                            πείσεως· εἰ δὲ κατὰ τὴν τῶν <lb/>νεφρῶν εἴη θέσιν, ἐρηρεισμένον τε καθ’
                            ἕνα τόπον, οὐδὲν εἰς <lb/>διάγνωσιν ἐκ τούτου λαμβάνειν ἐστί. ἀλλὰ πρὸς
                            οἷς ἄρτι <lb/>διῆλθον ἐπισκεπτέον ἐστὶ καὶ τὰ οὖρα· πάνυ γὰρ ὑδατώδη
                            <lb/>καὶ καθαρὰ τό γε κατ’ ἀρχὰς οὐρεῖται τοῖς νεφριτικοῖς, ὥσπερ
                            <lb/>ἐν ταῖς ἑξῆς ἡμέραις ὑπόστασιν ἴσχοντα τραχεῖαν, εἶτ’ ἀκριβῶς
                            <lb/>ψαμμώδη. κᾂν διαχωρήσῃ δέ ποθ’ ἡ γαστὴρ ἐπὶ τῶν <lb/>κωλικῶν,
                            πνευματωδέστερά πως ἐκκρίνεται, καὶ πολλάκις γ’ <lb/>ἐποχεῖται τῷ ὕδατι,
                            τῇ συστάσει παραπλήσια βολβίτοις. ἀλλὰ <lb/>καὶ παρηγοροῦνται τοῖς
                            χαλαστικοῖς ἐνέμασιν οἱ κωλικοὶ παροξυσμοὶ <lb/>μᾶλλον τῶν νεφριτικῶν·
                            ἔστι δ’ ὅτε καὶ χυμοῦ <lb/>τινος ψυχροῦ συνεκχυθέντος αὐτοῖς, παραχρῆμα
                            παύονται, <lb/>τοῦ παρηγορικοῦ βοηθήματος οὐ παρηγορικοῦ μόνου, ἀλλὰ
                            <lb/>καὶ θεραπευτικοῦ καὶ διαγνωστικοῦ γενομένου. καθάπερ δὲ <lb/>χυμὸς
                            ψυχρὸς ἐπὶ τούτων ἐκκριθεὶς, οὕτως ὁ λίθος ἐπὶ τῶν <pb n="386"/>
                            νεφριτικῶν οὐρηθεὶς ἀπήλλαξέ θ’ ἅμα τῆς ὀδύνης ἐνεδείξατό <lb/>τε τὸν
                            πεπονθότα τόπον, ὥστε τοῦ λοιποῦ τῆς δυσπαθείας <lb/>αὐτῶν προνοεῖσθαι·
                            ὥσπερ γὰρ ἐν ταῖς ὀδύναις ἀμφότερα <lb/>τὰ μόρια τῶν αὐτῶν δεῖται
                            βοηθημάτων, οὕτως ἐν τῷ <lb/>μετὰ ταῦτα χρόνῳ διαφερόντων. διὸ καὶ
                            νομίζειν χρὴ βλάβην <lb/>οὐδεμίαν ἔχειν ἡμᾶς εἰς τὴν θεραπείαν ἐκ τοῦ
                            δυσδιάκριτον <lb/>εἶναι τὴν πρώ<milestone unit="ed1page" n="310"/>την
                            εἰσβολὴν αὐτῶν· οὔτε γὰρ δέονται τηνικαῦτα <lb/>διαφόρων βοηθημάτων,
                            οὔτ’ ἔξωθεν οὔτ’ ἔσωθεν, <lb/>ἀλλ’ ἀρκεῖ τὰ παρηγορικὰ μόνον. τεταγμένων
                            δὲ τῶν ἐντέρων <lb/>ἁπάντων μετὰ τὴν γαστέρα, τῆς μὲν νήστεως
                            ὑψηλοτάτης, <lb/>ἐφεξῆς δὲ αὐτῆς τοῦ λεπτοῦ καλουμένου, μεθ’ ὃ τοῦ μὲν
                            <lb/>τυφλοῦ πρὸς τὰ κάτω μέρη τὴν ἔκτασιν ἔχοντος, τοῦ δὲ κώλου
                            <lb/>πρὸς τὴν ἄνω χώραν ἀναφερομένου, μέχρι τοῦ συνηρτῆσθαι
                            <lb/>πολλάκις ἥπατί τε καὶ σπληνὶ, θαυμάζειν ἐπῆλθέ μοι, <lb/>πόθεν
                            ἐπείσθησαν οὐ μόνον οἱ ἰατροὶ σχεδὸν ἅπαντες, ἀλλὰ <lb/>καὶ οἱ ἰδιῶται,
                            τὰ σφοδρότατα τῶν ἀλγημάτων, ἐν οἷς ἂν <lb/>τύχῃ μέρεσι γιγνόμενα, τοῦ
                            κώλου νομίζειν εἶναι. φαίνεται <lb/>μὲν οὖν τοῦτο κᾀμοὶ πιθανώτατον
                            ὑπάρχειν, ἀλλὰ καὶ ζητήσαντι ﻿<pb n="387"/> τὴν αἰτίαν τοῦ σφοδροῦ τε
                            ἅμα καὶ μονίμου τῆς ὀδύνης, <lb/>οὐχ ἁπλῶς πεισθέντι τοῖς ἀποφηναμένοις.
                            οὐ γὰρ ὥσπερ <lb/>ἐπὶ τῶν ἐν νεφροῖς καὶ οὐρητῆρσι λίθων ἐσφηνωμένων
                            ἀλγήματα <lb/>γίγνεται σφοδρὰ κατὰ τὴν δίοδον, οὕτω κᾀπὶ τῶν <lb/>λεπτῶν
                            ἐντέρων εὐλόγως ἄν τις ὑπολάβοι, τὰ περιεχόμενα <lb/>πνεύματα ψυχρὰ καὶ
                            χυμοὺς ὁμοίους αὐτοῖς, ἐργάζεσθαι τὴν <lb/>ὀδύνην· ἡ γὰρ τοῦ σώματος
                            οὐσία τῶν ἐν τοῖς λεπτοῖς ἐντέροις <lb/>χιτώνων ἀραιά τέ τις οὖσα καὶ
                            λεπτὴ, κατέχειν ἐπὶ πλέον <lb/>οὐ δύναται τὰ τοιαῦτα τῶν αἰτίων.
                                <milestone unit="ed2page" n="509"/>εὔλογον οὖν ἐστιν <lb/>ἔν τινι
                            πυκνῷ καὶ παχεῖ σώματι γεννηθέντα ψυχρὸν καὶ <lb/>παχὺν ἢ γλίσχρον
                            χυμὸν, ἢ πνεῦμα φυσῶδες οὐκ ἔχον διέξοδον, <lb/>ὀδύνην ἐργάζεσθαι,
                            σφοδρὰν μὲν κατ’ ἄμφω, διά τε <lb/>δυσκρασίαν καὶ τάσιν τῶν σωμάτων ἐν
                            οἷς στέγεται, μακρὰν <lb/>δὲ, τῷ μὴ δύνασθαι κενωθῆναι ῥᾳδίως,
                            εἰργόμενον ὑπό <lb/>τε τοῦ πάχους καὶ τῆς πυκνότητος τῶν περιεχόντων
                            αὐτὸ <lb/>σωμάτων. γίγνονται δέ ποτε καὶ ἄλλοι πόνοι σφοδρότατοι
                            <lb/>κατὰ τὰ μετέωρα μέρη τῶν ἐντέρων, ἱκανῶς σπαράσσοντες <lb/>ἐμέτοις,
                            ὡς ἐπὶ τέλει κόπρον ἐμέσαι τινὰς, ἐξ οὗ πάθους <pb n="388"/> σπανιώτατά
                            τις ἐσώθη, καὶ καλοῦσί τινες αὐτὸ εἰλεὸν, καθάπερ <lb/>ἕτεροι χορδαψὸν,
                            ὅτ’ ἂν ἐξέχῃ τις ὄγκος ἐν τῇ χώρᾳ <lb/>τῶν λεπτῶν ἐντέρων, ὡς δοκεῖν
                            οἷον χορδήν τινα περιεστράφθαι <lb/>τὸ ἔντερον. εὔλογον οὖν ἔδοξε τοῖς
                            πρὸ ἡμῶν ἰατροῖς, <lb/>ἤτοι διὰ φλεγμονὴν, ἢ ἔμφραξιν κόπρου ξηρᾶς τὰ
                            τοιαῦτα <lb/>γίγνεσθαι πάθη τῶν λεπτῶν ἐντέρων. ἕτερα μέντοι συμπτώματα
                            <lb/>πάντων ἅμα πεπονθότων εὐλόγως ἐπιστεύθη γίγνεσθαι, <lb/>τῶν ἐντέρων
                            τε καὶ τῆς γαστρὸς, ὥσπερ αἵ τε λειεντερίαι καὶ <lb/>αἱ κοιλιακαὶ
                            καλούμεναι διαθέσεις, ὅσαι μὴ δακνώδεις εἰσίν· <lb/>αἱ μὲν γὰρ δακνώδεις
                            αὐτῷ τῷ δάκνειν ἐξορμῶσιν ἐπὶ τὴν <lb/>ἀπόκρισιν ἅπαν τὸ ἔντερον· ὅσαι
                            δ’ οὐ δάκνουσιν, ἀτονίαις <lb/>ἐντέρων ἕπονται, διὰ τὸ μὴ δύνασθαι
                            κατέχειν τὰ περιεχόμενα <lb/>μηδ’ ἐπ’ ὀλίγον χρόνον, ἐκκρινόντων αὐτὰ
                            παραχρῆμα, καθάπερ <lb/>ἄχθος τι βαρῦνον ἀποτιθέμενα ταῖς στραγγουρίαις
                            ἀνάλογον· <lb/>ὁρῶνται γὰρ κᾀκεῖναι γιγνόμεναι ποτὲ μὲν διὰ δριμύτητα
                            <lb/>καὶ δῆξιν ἀποκρινούσης τῆς κύστεως συνεχῶς τὸ παραγιγνόμενον
                            <lb/>εἰς αὐτὴν, ἔστι δὲ ὅτε μὴ φερούσης τὸ βάρος <pb n="389"/> αὐτοῦ,
                            κᾂν ὀλίγον εἴη. τὰς δ’ ἐργαζομένας αἰτίας τὸ λειεντερικὸν <lb/>πάθος
                            ἑτέρωθι γεγραμμένας ἔχετε καταμόνας, πρὸς τῷ <lb/>κᾀν τοῖς τῆς
                            θεραπευτικῆς μεθόδου καὶ τοῖς τῶν φυσικῶν δυνάμεων <lb/>ὑπομνήμασιν, ἔτι
                            τε τοῖς τῶν συμπτωμάτων αἰτίοις <lb/>εἰρῆσθαι. νῦν γὰρ οὐ περὶ τῶν τὰς
                            νόσους ἐργαζομένων <lb/>αἰτίων ὁ λόγος ἐστὶν, ἀλλὰ περὶ τῶν πεπονθότων
                            τόπων, <lb/>ὅσοι τὴν διὰ τῆς ἁφῆς τε καὶ τῆς ὄψεως ἐκφεύγουσι γνῶσιν.
                            <lb/>ἐπεὶ δ’ εἰς τὴν τούτων ἀκριβῆ διάγνωσιν ἐνίοτε καὶ περὶ τῶν
                            <lb/>διαθέσεων αὐτῶν ἠναγκάσθην εἰπεῖν τι, διὰ τοῦτο καὶ περὶ <lb/>τῶν
                            ἐργαζομένων αὐτὰς αἰτίων ἐπεμνήσθην. ὥστε καταπαύειν <lb/>ἐνταῦθα
                            προσήκει τὸν περὶ τῶν ἐντέρων λόγον· ὅσα <lb/>γὰρ ἐναργῶς ἔστι πάθη
                            γνῶναι συνιστάμενα κατὰ αὐτὰ, καὶ <lb/>ταῦτα κοινὰς ἔχει τὰς διαγνώσεις
                            τοῖς προειρημένοις· τὰ γὰρ <lb/>τῶν ἀποστημάτων, ἢ φλεγμονῶν, ἢ σκίῤῥων,
                            ἢ πνευματώσεων, <lb/>ἢ ἐρυσιπελάτων γνωρίσματα γιγνωσκόμενα πᾶσιν, ὅταν
                            ἐν <lb/>τοῖς κατὰ τὴν κοιλίαν τόποις ὀφθῇ, καὶ τοῦ πάθους ἅμα καὶ
                            <lb/>τοῦ πεπονθότος τόπου τὴν διάγνωσιν ἐνδείκνυται, καὶ λέλεκται
                            <lb/>καὶ περὶ τούτων ἐν τοῖς ἔμπροσθεν λόγοις αὐτάρκως. </p></div></div></div></body></text></TEI>