<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="6"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΕΠΟΝΘΟΤΩΝ <lb/>ΤΟΠΩΝ ΒΙΒΛΙΟΝ Ζ.</head><p>Ἐκ τῶν προειρημένων ἐπὶ τοῦ ἥπατος <lb/>οὐδὲν ἔτι χαλεπὸν εὑρίσκειν ὑμᾶς,
                            ἐκ τίνων σημείων ὁ σπλὴν <lb/>πεπονθὼς διαγιγνώσκεται, πρὸς τῷ καὶ τὰς
                            φλεγμονὰς αὐτοῦ <lb/>διὰ σκληρότητα ῥᾳδίως ὑποπίπτειν ἁπτομένοις. ἔχων
                            δὲ τὰ <lb/>πλεῖστ’ αὐτῶν κοινὰ πρὸς ἧπαρ, ἐν τῷ μᾶλλόν τε καὶ ἧττον
                            <lb/>ἔχειν αὐτὰ διαλλάττει. τὰ μὲν γὰρ τῆς χρόας ὅλου τοῦ σώματος
                            <lb/>ἐπὶ τὸ μελάντερον ῥέπει κατὰ τὸ τῆς ἀτονίας αὐτοῦ <lb/>πάθος. ἐπεὶ
                            δὴ τὴν ἐνέργειαν ἔχει φύσει, τὸ μελαγχολικὸν <pb n="378"/> ἐκ τοῦ ἥπατος
                            ἕλκειν αἷμα εἰς ἑαυτὸν, τούτῳ γὰρ ἐδείχθη <lb/>τρεφόμενος, τῆς οὖν
                            ἑλκτικῆς αὐτοῦ δυνάμεως ἀτόνου γενομένης, <lb/>ἀκάθαρτον εἰς ὅλον τὸ
                            σῶμα φέρεται τὸ ἐξ ἥπατος <lb/>αἷμα, καὶ κατὰ τοῦτο μελάντερον αὐτοῖς
                            γίνεται τὸ χρῶμα. <lb/>καὶ μέντοι καὶ ἀποκρίνει πολλάκις ἐξ ἑαυτοῦ
                            περιττώματα, <lb/>καθάπερ τὸ ἧπαρ, ὥστε καὶ δι’ ἐμέτων ἅμα ναυτίαις
                            ἐκκριθῆναί <lb/>ποθ’ αἷμα μελαγχολικὸν, ὑπελθεῖν τε κάτω τοιοῦτον
                            <lb/>ἄλλο· καὶ χωρὶς δὲ τῆς τοιαύτης κενώσεως, ἀθυμίας τε καὶ
                            <lb/>δυσθυμίας μελαγχολικὰς ἐργάζεται, καὶ σιτίων ἐνίοτε μὲν
                            <lb/>ὀρέξεις σφοδροτάτας, καὶ μάλισθ’ ὅταν ἀκριβῶς ὀξῶδες ᾖ τὸ
                            <lb/>φερόμενον εἰς τὴν γαστέρα περίττωμα, πολλάκις δ’ ἀνατροπήν <lb/>τε
                            καὶ ὑπτιασμὸν, <milestone unit="ed2page" n="506"/>ὅταν ἑτέραν τινὰ ἔχῃ
                            διαφθοράν. <lb/>σκιῤῥούμενος δ’ ὅπως ὑδέρους ἐπιφέρει, συμπαθοῦντος
                            <lb/>αὐτῷ τοῦ ἥπατος, καὶ ἔμπροσθεν εἴρηται. καὶ μέντοι καὶ
                            <lb/>παθόντων ποτ’ ἀμφοτέρων τῶν σπλάγχνων, ἰκτέρους γιγνομένους
                            <lb/>ἐθεασάμεθα πρὸς τὸ μελάντερον τῶν συνηθῶν ῥέποντας, <lb/>ὡς
                            νομίζειν τὴν ξανθὴν χολὴν ἀσβόλῃ μεμίχθαι· καί <lb/>τινες τῶν ἰατρῶν,
                            ἀπαθὲς εἶναι τοῖς τοιούτοις τὸ ἧπαρ ὑπολαμβάνοντες, <pb n="379"/>
                            ἀποροῦσιν ὅπως ἐπὶ σπληνὶ γίγνονταί τινες <lb/>ἴκτεροι, καθάπερ καὶ ὅσοι
                            χωρὶς ἥπατος ἡγοῦνται παρεγχύσεσιν <lb/>ὑδερικαῖς περιπίπτειν τοὺς
                            κάμνοντας ἐπὶ μόνῳ τῷ <lb/>σπληνὶ σκιῤῥωθέντι. τὴν δ’ αὐτὴν ἀπορίαν
                            ἔχουσι καὶ περὶ <lb/>τῶν ἐπ’ ὀξέσι νοσήμασιν ὑδέρων, ἀφ’ ὧν ἐπὶ
                            δυσκρασίᾳ τῇ <lb/>κατὰ θερμότητα, πολλάκις δὲ καὶ ξηρότητα, τὸ ἧπαρ
                            οὕτως <lb/>ἔπαθεν ἰσχυρῶς, ὡς μηκέθ’ αἱματοῦν τὴν τροφήν· οὐδὲ γὰρ
                            <lb/>ἐπὶ τούτων ἡγοῦνται πεπονθέναι τὸ σπλάγχνον, ἐθισθέντες <lb/>ὑπὸ
                            τῶν περὶ τὸν Ἐρασίστρατον ἀπαθὲς εἶναι νομίζειν ἕκαστον <lb/>τῶν μορίων,
                            ὅτ’ ἂν μήτ’ ὄγκος τις εἴη κατ’ αὐτὸ μήθ’ <lb/>ἕλκος. ἀλλ’ ἐκείνοις μὲν
                            συγχωρητέον ἔσται οὕτως ὑπολαμβάνειν, <lb/>οὐδὲν ἡγουμένοις νόσημα
                            γίγνεσθαι κατὰ δυσκρασίαν· <lb/>ὅσοι δὲ τῶν ἰατρῶν ἑπόμενοι τοῖς ἐναργῶς
                            φαινομένοις, ἐπὶ <lb/>τῷ ψυχθῆναί τι μόριον ὑπολαμβάνουσι γίγνεσθαί τινα
                            συμπτώματα, <lb/>οὐ θαυμάσαι τούτων ἐστὶ τοὺς <milestone unit="ed1page" n="309"/>ὑδέρους οὐδ’ <lb/>ἐφ’ ἐνὶ τόπῳ πεπονθότι συνίστασθαι
                            νομιζόντων; εἰ γὰρ ὅτι <lb/>μηδεὶς ὄγκος ἐστὶ παρὰ φύσιν ἐν ἥπατι, διὰ
                            τοῦτ’ ἀπαθὲς <lb/>ὑπάρχειν ἡγοῦνται τὸ σπλάγχνον, οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν ἔσται
                                <pb n="380"/> πεπονθὸς ἐπὶ τῶν ἀθρόον ἀκαίρως ψυχρὸν ὕδωρ μοχθηρὸν
                            <lb/>πιόντων, εἶθ’ ὑδέρῳ καταληφθέντων ἐπ’ αὐτῷ. βλάπτει μὲν <lb/>οὖν τὸ
                            οὕτως ποθὲν ψυχρὸν ἄλλοτ’ ἄλλο μόριον τῶν ἔνδον, <lb/>ἢ μᾶλλον τῶν
                            ἄλλων, ἢ πρῶτον, ὡς ἂν καὶ τύχῃ τι κατ’ ἐκεῖνον <lb/>τὸν χρόνον
                            ἀσθενέστερον ὑπάρχον· ἀπ’ αὐτοῦ δ’ εἰς <lb/>τὸ ἧπαρ ἀνάγκη διαδοθῆναι
                            τὴν ψύξιν, εἰ μέλλοι τις ὑδερικὴ <lb/>διάθεσις ἀκολουθῆσαι. οὕτως οὖν
                            καὶ διὰ τὸν σπλῆνα γίγνεταί <lb/>ποθ’ ὕδερος, ἢ μετ’ ὄγκου ψυχθέντα,
                            καθάπερ ἐν τοῖς <lb/>σκίῤῥοις, ἢ καὶ χωρὶς ὄγκου, καθάπερ ἐν ταῖς
                            ἀθρόαις τε καὶ <lb/>ἀκαίροις μοχθηροῦ ψυχροῦ πόσεσιν. ὅτι δὲ καὶ
                            μελαγχολικαὶ <lb/>γίγνονται δυσθυμίαι, διαπέμποντος αὐτοῦ τοιοῦτον
                            περίττωμα <lb/>τῷ στόματι τῆς γαστρὸς, ἐν τῷ κατ’ ἐκεῖνο λόγῳ πρόσθεν
                            <lb/>εἴρηται· ὥστ’ οὐδὲν ἔτι δεῖ πλείω λέγειν ὑπὲρ αὐτοῦ, <lb/>τῶν μὲν
                            ὀργανικῶν ἐν αὐτῷ παθῶν οὐ δεομένων λογικῆς <lb/>διαγνώσεως, τῶν δὲ κατὰ
                            τὴν δυσκρασίαν ἔκ τε τῶν νῦν <lb/>εἰρημένων καὶ τῶν ἔμπροσθεν ἐν τῇ περὶ
                            τῶν κατὰ τὸ <lb/>ἧπαρ παθῶν διδασκαλίᾳ· τινὰ μὲν γὰρ αὐτῶν ὀνομαστὶ <pb n="381"/> λέλεκται, τινὰ δ’ ὁμοίως συνιστάμενα ἐκείνοις καὶ τὴν
                            διάγνωσιν <lb/>ὁμοίαν αὐτοῖς ἕξει. </p></div></div></div></body></text></TEI>