<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Πότερον δὲ διαπαντὸς ἐν τοῖς ἰκτέροις ὁ πεπονθὼς <lb/>τόπος ἧπάρ ἐστιν, ἢ
                            καί τις ἄλλη διάθεσις <milestone unit="ed2page" n="498"/>ἐργάζεται
                            <lb/>τὸ πάθος τοῦτο, μεταβάντες ἤδη σκοπῶμεν. ὁρᾶται <pb n="355"/> γάρ
                            ποτε, μηδὲν ὅλως πεπονθότος τοῦ σπλάγχνου τούτου, <lb/>χολῆς ὠχρᾶς
                            ἀνάχυσις εἰς τὸ δέρμα γιγνομένη κριτικῶς, ὥσπερ <lb/>ἄλλα τινὰ τῶν
                            ἀποσκημμάτων· ὁρᾶται δὲ καὶ χωρὶς κρίσεως <lb/>ἐκχολούμενον ἐνίοτε τὸ
                            αἷμα κατά τινα διαφθορὰν ἀλλόκοτον, <lb/>ὁποία καὶ θηρίων δακνόντων
                            γίγνεται. δηχθεὶς γοῦν <lb/>τις τῶν αὐτοκρατορικῶν οἰκετῶν, οἷς ἔργον
                            ἐστὶν ἐχίδνας θηρεύειν, <lb/>ἄχρι μέν τινος χρόνου τῶν συνηθῶν ἑαυτῷ
                            φαρμάκων <lb/>ἔπινέν τι, μεταβαλλούσης δ’ αὐτῷ τῆς χροιᾶς ὅλης, ὡς
                            γενέσθαι <lb/>πρασοειδῆ, προσελθὼν ἡμῖν ἕκαστά τε διηγήσατο, καὶ
                            <lb/>πίνων τῆς θηριακῆς ἀντιδότου τάχιστα τὴν κατὰ φύσιν ἀνεκτήσατο
                            <lb/>χροιάν. ἐζητημένου δὲ τοῖς ἰατροῖς, εἰ φαρμακείας <lb/>ἐστὶν ἴδια
                            σημεῖα, διὰ τὸ πολλάκις ἑωρᾶσθαι χωρὶς τῶν θανασίμων <lb/>φαρμάκων εἰς
                            διαφθορὰν χυμῶν ἀφικνούμενον τὸ <lb/>σῶμα παραπλησίαν τῇ διὰ τῶν
                            φαρμάκων γιγνομένῃ, θαυμαστὸν <lb/>οὐδέν ἐστι καὶ τοιαύτην ποτὲ συμβῆναι
                            τροπὴν τῶν χυμῶν, <lb/>ὡς ἰκτεριωθῆναι τὸ πᾶν σῶμα. δυνατὸν δὲ καὶ διὰ
                            <lb/>τὴν αὐτοῦ τοῦ ἥπατος ἀλλοίωσιν τῆς κατὰ φύσιν κράσεως, <lb/>ἡ
                            τοιαύτη γενέσθαι κακοχυμία, χωρὶς ἐμφράξεως ἢ φλεγμονῆς <pb n="356"/> ἢ
                            σκιῤῥου· καὶ γὰρ οὖν καὶ φαίνεταί γε σαφῶς, ἐνίοτε μὲν <lb/>ὅμοιον
                            ὠχρολεύκοις πόαις ὅλον τὸ σῶμα γιγνόμενον, ἐνίοτε <lb/>δὲ μολίβδῳ
                            παραπλήσιον ἔχον τὴν χρόαν, ἢ καὶ φαιοτέραν <lb/>τῆσδε, καί τινας ἄλλας
                            ἀῤῥήτους ἰδιότητας χρωμάτων, ἐπὶ <lb/>κακοπραγίαις ἥπατος, ἄνευ τῶν παρὰ
                            φύσιν ὄγκων· ὥσπέρ <lb/>γε καὶ διὰ σπλῆνα τοιαῦται γίγνονται, πολλῷ
                            μελάντεραι τῶν <lb/>ἐφ’ ἥπατι, χαλεπαὶ μὲν ἑρμηνευθῆναι, γνωρισθῆναι δὲ
                            ῥᾷσται <lb/>τοῖς πολλάκις ἑωρακόσιν. Στησιανὸν γοῦν, ὁπότ’ ἐπὶ <lb/>τῶν
                            διαγνώσεων ἦν, οὐκ οἶδ’ ὅπως ἐδόκουν οἱ πλείους τῶν <lb/>ἐπισκεπτομένων
                            ἰατρῶν ἀπόστασιν ἔχειν ἐν ἥπατι· κᾀπειδὴ <lb/>πλείονι χρόνῳ μηδὲν
                            ἐπεδίδου πρὸς τὸ βέλτιον, ἐκάλεσεν κᾀμέ. <lb/>θεασάμενος οὖν αὐτὸν ἅμα
                            τῷ πρῶτον εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον, <lb/>ἔνθα κατέκειτο, τοῦτο μὲν, ἔφην,
                            ἤδη γίνωσκε, μηδὲν ἐν <lb/>τῷ σπλάγχνῳ σοι κακὸν εἶναι, τὰ δ’ ἄλλα
                            γυμνώσας τὸ ὑποχόνδριον <lb/>εἴσομαι. καὶ ἦν τούτῳ τῶν ἐν τῷ βάθει μυῶν
                            ἀπόστημα, <lb/>καὶ συνείλεκτο πῦον ἤδη μεταξὺ τῶν τ’ ἐγκαρσίων καὶ ﻿<pb n="357"/> τῶν κάτωθεν ἄνω φερομένων λοξῶν, οὓς μέσους ἴστε κειμένους
                            <lb/>τῶν τε τοῦ περιτοναίου ψαυόντων ἐγκαρσίων καὶ τῶν <lb/>ἐπιπολῆς ἐπὶ
                            τῷ δέρματι λοξῶν ἄνωθεν κάτω φερομένων. <lb/>οὕτω δὲ καὶ ἄλλους πολλοὺς
                            ἴστε με σημειωσάμενον, ὡς ἐκ <lb/>τῆς χροιᾶς ἀποφήνασθαι, ποτὲ μὲν ἧπαρ
                            εἶναι τὸ πάσχον αὐτοῖς, <lb/>ποτὲ δὲ σπλῆνα, μήτε τῶν προγεγονότων
                            ἀκηκοότα τι <lb/>μήτε διὰ τῆς ἁφῆς γνωρίσαντα τὸ πάθημα τῶν σπλάγχνων·
                            <lb/>διὸ καὶ πολλάκις ἀκούετέ μου καταρωμένου τοῖς πρώτοις τολμήσασιν
                            <lb/>ἑαυτοὺς προστάτας μὲν ἰατρικῆς θεωρίας ἀποφῆναι, <lb/>θεραπεύειν δὲ
                            τοὺς νοσοῦντας οὐ βουληθέντας. οἱ πλεῖστοι <lb/>δὲ τούτων ἐμπειρικοί τε
                            καὶ μεθοδικοὶ γεγόνασιν, οἷς ἄν τις <lb/>λέγῃ δυνατὸν εἶναι, διὰ μόνης
                            τῆς χρόας ἐνίοτε διαγνῶναι τὸν <lb/>πεπονθότα τόπον, ἀνοίξαντες τὸ
                            στόμα, τὴν ἀναίσχυντον <lb/>αὐτῶν γλῶτταν, ὥσπέρ τινα κύνα λυττῶντα,
                            τοῖς διαλεγομένοις <lb/>ἀφιᾶσιν. ἀλλ’ οὐ πρὸς ἐκείνους ὁ νῦν ἐνεστηκὼς
                            λόγος, <lb/>ὡς ἤδη καιρὸς ἐφ’ ἕτερον ἰέναι γένος συμπτωμάτων,
                            <lb/>ἐνδεικνύμενον ἥπατος ἀτονίαν αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν μόνην ἄνευ
                            <lb/>φλεγμονῆς, ὥσπέρ γε καὶ μικρὸν ἔμπροσθεν ὁ περὶ τῆς <lb/>φλεγμονῆς
                            αὐτοῦ λόγος ἐλέχθη μόνος, ἄνευ τῆς κατὰ τὴν <pb n="358"/>
                            <milestone unit="ed2page" n="499"/>οἰκείαν δύναμιν ἀῤῥωστίας. ἐπεὶ
                            τοίνυν ἔργον ἥπατος <lb/>ἴσμεν αἵματος γένεσιν, ἥτις ἂν αἰτία τοῦτο
                            ποιεῖν πέφυκεν, <lb/>δύναμιν ἥπατος αὐτὴν ἐροῦμεν ὑπάρχειν ἰδίαν·
                            πρόσκειται δὲ <lb/>τῷ λόγῳ τὸ ἰδίαν, διὰ τὰς κοινὰς ἁπάντων τῶν ἐν ἡμῖν
                            μορίων, <lb/>ἃς ἐν τῇ περὶ τῶν φυσικῶν δυνάμεων πραγματείᾳ διῆλθον,
                            <lb/>ἑλκτικήν τε λέγω καὶ καθεκτικὴν καὶ ἀποκριτικήν· <lb/>ἡ γὰρ τετάρτη
                            ἡ κατὰ τὸ γένος ἀλλοιωτικὴ κατ’ εἶδός ἐστιν <lb/>ἡ αἱματοποιητική. πασῶν
                            δὲ τῶν δυνάμεων τὰς οὐσίας ἐν <lb/>ταῖς τῶν μορίων οἰκείαις κράσεσιν
                            ἐμάθετε ὑπάρχειν· συμβήσεται <lb/>τοιγαροῦν καὶ κατὰ τὸ ἧπαρ, ὅταν εἴς
                            τινα τῶν ὀκτὼ <lb/>δυσκρασιῶν ἀφίκηται, βλάπτεσθαι τὰς δυνάμεις αὐτοῦ
                            βλάβας <lb/>οἰκείας τῇ δυσκρασίᾳ, περὶ ὧν εἴρηται μὲν ὁ κοινὸς λόγος
                            <lb/>ἐν τῷ τρίτῳ τῶν ἐν τοῖς συμπτώμασιν αἰτίων, ὁ δ’ ἴδιος <lb/>ἑκάστου
                            μορίου κατ’ εἶδος, ἀνάλογον τῷ κοινῷ. κατὰ γοῦν <lb/>τὸ ἧπαρ αἱ μὲν
                            θερμαὶ δυσκρασίαι κατοπτῶσιν καὶ συγκαίουσιν <lb/>τούς τε προϋπάρχοντας
                            ἐν αὐτῷ χυμοὺς καὶ τοὺς διὰ <lb/>τῶν ἐν μεσεντερίῳ φλεβῶν ἀναφερομένους·
                            αἱ δὲ ψυχραὶ <lb/>παχὺν μὲν καὶ δύσρουν καὶ δυσκίνητον ἐργάζονται τὸν
                            ἤδη <pb n="359"/> περιεχόμενον ἐν αὐτῷ, φλεγματικὸν δὲ καὶ ὠμὸν καὶ
                            ἡμίπεπτον <lb/>τὸ ἀναφερόμενον· οὕτως δὲ καὶ τῶν ἄλλων δυοῖν <lb/>ἡ μὲν
                            ξηρὰ δυσκρασία ξηροτέρους καὶ παχυτέρους ἐργάζεται <lb/>τοὺς χυμοὺς, ἡ
                            δ’ ὑγρὰ λεπτομερεστέρους καὶ ὑδαρεστέρους. <lb/>ὅτ’ ἂν οὖν ποτ’ ἴδητε
                            διαχωρήματα, οἷον νεοσφαγῶν κρεῶν <lb/>πλύμασιν ἐοικότα, βεβαιότατον
                            γνώρισμα τοῦθ’ ὑμῖν ἔστω <lb/>πάθους ἡπατικοῦ. καλεῖται δ’ ἐξαιρέτως
                            ἡπατικὰ τὰ διὰ τὴν <lb/>ἀῤῥωστίαν αὐτοῦ τῆς δυνάμεως· τῆς γάρτοι τοῦ
                            ἥπατος οὐσίας <lb/>ἐστὶ ταῦτ’ ἴδια παθήματα· μεμαθήκατε δ’ ὡς ἑκάστου
                            <lb/>τῶν πρώτων σωμάτων ἡ οὐσία κατὰ τὴν κρᾶσίν ἐστι τῶν <lb/>τεττάρων
                            ποιοτήτων. ὁμοίως δὲ ἂν οἷον αἵματος τρύγα <lb/>θεάσησθε δι’ ἕδρας
                            ἐκκριθεῖσαν, ἡπατικὸν ἴστε καὶ τοῦτ’ εἶναι <lb/>γνώρισμα. τὸ μὲν οὖν
                            λεπτὸν καὶ ἰχωροειδὲς ἀῤῥωστοῦντος <lb/>ἐξαιματοῦν ἐστι τοῦ σπλάγχνου
                            γνώρισμα· τὸ δ’ οἷον <lb/>τρὺξ ὑπεροπτῶντος τὸ αἷμα. καὶ μὲν καὶ τοῦτο
                            πολλάκις <lb/>ἑωρακότες μέμνησθε, κατ’ ἀρχὰς μὲν ἰχῶρας αἱματώδεις
                            ἐκκρινομένους, <lb/>ἐπὶ προήκοντι δὲ τῷ χρόνῳ τὸ παχὺ καὶ μελαγχολικὸν
                            <lb/>αἷμα, τὰ τελευταῖα δὲ καὶ μέλαιναν ἀκριβῶς χολήν· <pb n="360"/>
                            ἄρχεται μὲν γὰρ ἐνίοτε καὶ χωρὶς πυρετοῦ τὸ κατὰ τὴν ψυχρὰν
                            <lb/>δυσκρασίαν πάθος, ἡνίκα λεπτὸς ἰχὼρ αἵματος ἐκκρίνεται·
                            <lb/>προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου καὶ διαφθειρομένου τοῦ κατὰ τὸ
                            <lb/>σπλάγχνον αἵματος, ἐπιγίγνονται πυρετοί. καὶ λίαν γε καταφρονοῦσιν
                            <lb/>αὐτῶν οἱ ἄπειροι, καί ποτε καὶ τελέως ἀπύρετος <lb/>αὐτοῖς ἔδοξεν ὁ
                            κάμνων εἶναι, καὶ γεγονέναι τοῦτο λογίζονται <lb/>διὰ τὰς ἀσιτίας, ἃς
                            διὰ τὴν ἀνορεξίαν μᾶλλον ἢ τὴν τῶν <lb/>ἰατρῶν πρόσταξιν οἱ πάσχοντες
                            οὕτω ποιοῦνται. κατὰ γαστέρα <lb/>τε οὖν οὐδενὸς ἐκκριθέντος ἐν τῷ
                            μεταξὺ καὶ τοῦ πυρετοῦ <lb/>δόξαντος οὐδ’ ὅλως εἶναι, λούουσίν τε καὶ
                            συγχωροῦσιν <lb/>ἀμελέστερον διαιτηθῆναι. οὕτως αὖ πάλιν ἥ τε γαστὴρ
                            <lb/>ἐκκρίνει διεφθαρμένα τὰ σιτία, καί τι καὶ τῶν ἡπατικῶν ἠκολούθει
                            <lb/>διαχωρημάτων. ἐνίοις δὲ τῶν κατὰ ψυχρὰν δυσκρασίαν <lb/>ἀρξαμένων
                            νοσεῖν οὐ μόνον οὐδὲν ἐκλύεται τὰ τῶν <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="306"/>ὀρέξεων, ἀλλὰ καὶ πεινῇν ἐνίοτέ φασι
                            νῦν μᾶλλον ἤ <lb/>πρόσθεν. οὐ μὴν ταῖς γε θερμαῖς δυσκρασίαις ἕπεταί
                            ποτ’ <lb/>ὄρεξις σιτίων, ἀλλ’ ἀνορεξία τε δεινὴ καὶ δίψος καρτερὸν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="500"/>καὶ πυρετὸς οὐκ ἀγεννὴς καὶ μοχθηρῶν
                            χυμῶν ἔμετος. <pb n="361"/> ταῦτα μὲν οὖν ἴδια συμπτώματα τῶν ἡπατικῶν
                            ἐστιν· ὀνομάζεσθαι <lb/>δ’ οὕτως ἔφην ἐκείνους, οἷς ἄῤῥωστος ἡ τοῦ
                            σπλάγχνου <lb/>δύναμίς ἐστιν, ἐφ’ ὧν οἱ πλείους τῶν ἰατρῶν ἐξαπατώμενοι
                            <lb/>δυσεντερίαν εἶναι νομίζουσι τὸ πάθος· ἕτερα δ’ ἐστὶν, <lb/>ὡς
                            εἴρηται, τὰ τῆς φλεγμονῆς συμπτώματα. καί ποτε συνελθόντων
                            <lb/>ἀμφοτέρων τῶν παθῶν, ἑκάτερα φαίνεται, καὶ χρὴ <lb/>πρόχειρον αὐτῶν
                            ἔχειν τὴν μνήμην· οὕτως γὰρ οὐ μόνον ἐπαινεῖσθαι <lb/>πρὸς τῶν χρωμένων
                            ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ θαυμάζεσθαι γενήσεται, <lb/>προσεπιθεωροῦσι καὶ τὰ κοινὰ
                            πρὸς ἕτερα πάθη, <lb/>καθάπερ τὸ διήκειν εἰς νόθας πλευρὰς τὸ ἄλγημα,
                            καὶ <lb/>συγκατεσπάσθαι δοκεῖν τὴν κλεῖν, ἀναπνεῖν τε μικρὸν καὶ
                            <lb/>πυκνόν. ἐγὼ γοῦν, ὁπότε πρῶτον εἰς Ῥώμην ἀνῆλθον, ὑπὸ
                            <lb/>Γλαύκωνος τοῦ φιλοσόφου μεγάλως ἐθαυμάσθην ἐπὶ τοιᾷδέ <lb/>τινι
                            διαγνώσει. συντυχὼν γάρ μοι καθ’ ὁδὸν ἔφασκεν ἐν <lb/>καιρῷ φανῆναι· καὶ
                            οὕτως ἐμβαλὼν τῇ χειρὶ τὴν χεῖρα, πλησίον, <lb/>ἔφη, τοῦ κάμνοντός
                            ἐσμεν, ὃν ἥκω τε θεασάμενος ἄρτι <lb/>καὶ παρακαλῶ μετ’ ἐμοῦ
                            παραγενέσθαι σὲ πρὸς αὐτόν· ἔστι <lb/>δὲ ὁ ἀπὸ τῆς Σικελίας ἰατρὸς, ὃν
                            πρὸ ἡμερῶν ὀλίγων ἐθεάσω ﻿<pb n="362"/> περιπατοῦντα σὺν ἐμοί· τί δὲ καὶ
                            τὸ λυποῦν, ἔφην, αὐτόν <lb/>ἐστιν; ὁ δὲ καὶ μάλα παρατεταγμένος
                            ὡμολόγησεν ἐκ φανερωτάτου, <lb/>καὶ γὰρ ἦν οἷος μηδὲ κρυψίνους εἶναι,
                            μηδὲ πανοῦργος· <lb/>ἐπεί μοί, φησιν, ἀπήγγειλαν χθὲς οἱ περὶ Γοργίαν
                            <lb/>καὶ Ἀπελὰν διαγνώσεις τε καὶ προγνώσεις πεποιῆσθαί σε <lb/>μαντικῆς
                            μᾶλλον ἢ ἰατρικῆς ἐχομένας, ἐπιθυμῶ πεῖραν αὐτὸς <lb/>σχεῖν, οὐ σοῦ
                            τοσοῦτον, ὅσον τοῦ κατ’ ἰατρικὴν τέχνην, εἰ <lb/>καὶ τοιαῦτα
                            διαγινώσκειν τε καὶ προγινώσκειν δύναται. ταῦτά <lb/>τε οὖν ἔλεγεν καὶ
                            ἦμεν ἐπὶ τῇ θύρᾳ τοῦ κάμνοντος, ὡς <lb/>μηδ’ ἀμείψασθαί με τῷ λόγῳ
                            δυνηθῆναι τὴν πρόκλησιν αὐτοῦ, <lb/>μηδ’ εἰπεῖν ἅπερ ἴστε λέγοντά με
                            πολλάκις, ὡς ἐνίοτε μὲν <lb/>ἡμῖν εὐτυχῶς φαίνεταί τινα τῶν βεβαίων
                            σημείων, ἐνίοτε δ’ <lb/>ἀμφίβολα πάντ’ ἐστὶ, καὶ διὰ τοῦτο δευτέραν καὶ
                            τρίτην ἐπίσκεψιν <lb/>ἀναμένομεν. ἀλλά τοι μετὰ τὴν πρώτην εἴσοδον
                            <lb/>ἀπήντησέ τις ἡμῖν λεκάνην ἐκ τοῦ κοιτῶνος ἐκκομίζων εἰς τὸν
                            <lb/>κοπρῶνα, ἔχουσαν οἷον κρεῶν νεοσφαγῶν πλύμα, λεπτὸν <lb/>αἵματος
                            ἰχῶρα, βεβαιότατον σημεῖον ἥπατος πάσχοντος. ὡς <lb/>οὖν μηδ’ ὅλως
                            ἑωρακὼς αὐτὸ εἰσῆλθον ἅμα τῷ Γλαύκωνι <pb n="363"/> πρὸς τὸν ἰατρὸν,
                            ἐπέβαλόν τε τὴν χεῖρα τῷ καρπῷ, βουλόμενος <lb/>γνῶναι, πότερον καὶ
                            φλεγμονή τις εἴη κατὰ τὸ σπλάγχνον, <lb/>ἢ μόνον ἀτονία. ἰατρὸς δ’ ὢν,
                            ὡς ἔφην, ὁ κατακείμενος, <lb/>ἀρτίως ἔφη κατακεκλίσθαι μετὰ τὸ
                            διαχωρῆσαι, ὥστε <lb/>προσλογίζου τι τῇ πυκνότητι τῶν σφυγμῶν καὶ διὰ
                            τὴν ἐξανάστασιν <lb/>προσγεγονέναι. ὁ μὲν οὖν ταῦτ’ ἔλεγεν, ἐγὼ δ’
                            <lb/>εὗρον φλεγμονῆς ἔμφασιν· εἶτα καὶ θεασάμενος ἐπικείμενον <lb/>τῇ
                            θυρίδι χυτρίδιον μικρὸν, ὕσσωπον ἔχον ἐν μελικράτῳ παρεσκευασμένον,
                            <lb/>ἐλογισάμην οἴεσθαι τὸν ἰατρὸν ἑαυτὸν εἶναι <lb/>πλευριτικὸν,
                            ἀλγήματος αὐτῷ κατὰ τὰς νόθας πλευρὰς ὑπάρχοντος, <lb/>ὃ κᾀν ταῖς κατὰ
                            τὸ ἧπαρ φλεγμοναῖς ἐπιγίγνεταί <lb/>ποτε· τούτου τοίνυν αἰσθανόμενον
                            αὐτὸν, ἀναπνέοντά τε <lb/>πυκνὸν καὶ μικρὸν, ἐρεθιζόμενόν τε βηχίοις
                            μικροῖς, ἐνενόησα <lb/>νομίζειν ἑαυτὸν εἶναι πλευριτικὸν, καὶ διὰ τοῦτο
                            παρεσκευακέναι <lb/>τὸ ὕσσωπον ἐν τῷ μελικράτῳ. παρέχουσαν οὖν μοι
                            <lb/>καὶ τὴν τύχην ὁδὸν, ὡς εὐδοκιμῆσαι παρὰ τῷ Γλαύκωνι, <lb/>συνιδὼν,
                            ἐπήνεγκα τὴν ἑαυτοῦ χεῖρα κατὰ τῶν τοῦ κάμνοντος <lb/>ἐν τῷ δεξιῷ μέρει
                            νόθων πλευρῶν, <milestone unit="ed2page" n="501"/>καὶ δεικνὺς ἅμα
                            <lb/>τὸν τόπον, ἔφην ἀλγεῖν αὐτὸν ἐνταῦθα· τοῦ δ’ ὁμολογήσαντος, <pb n="364"/> ὁ Γλαύκων ἐκ τοῦ σφυγμοῦ μόνου τὴν διάγνωσιν <lb/>τοῦ
                            πεπονθότος τόπου νομίσας γεγονέναι, καταφανὴς ἦν μοι <lb/>θαυμάζων. ὅπως
                            οὖν αὐτὸν μᾶλλον ἐκπλήξαιμι, προσετίθην <lb/>καὶ ταῦτα· καθάπερ, ἔφην,
                            ὡμολόγηκας ἐνταυθοῖ ἀλγεῖν, <lb/>προσομολόγησον ὅτι καὶ τοῦ βῆξαι
                            γίγνεταί σοι προθυμία, <lb/>καὶ βήττεις ἐκ διαστημάτων μειζόνων βηχία
                            σμικρὰ ξηρὰ, μηδενὸς <lb/>ἀναπτυομένου. ταῦτα λέγοντος ἐμοῦ, κατὰ τύχην
                            <lb/>ἔβηξε τοιοῦτον εἶδος βηχὸς, ὁποῖον ἔλεγον· ὥστε τὸν Γλαύκωνα
                            <lb/>μεγάλως θαυμάσαντα μὴ κατέχειν ἑαυτὸν, ἀλλ’ ἐπαινεῖν <lb/>κεκραγότα
                            μεγάλῃ τῇ φωνῇ. μὴ τοίνυν, ἔφην ἐγὼ, <lb/>ταῦτα μόνα δόκει τὴν τέχνην
                            ἱκανὴν εἶναι μαντεύεσθαι περὶ <lb/>τοὺς κάμνοντας, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτοῖς
                            ἔτι ταυτὶ τὰ νῦν ἐμοὶ <lb/>λεχθησόμενα· μαρτυρήσει δ’ αὐτοῖς ὁ κάμνων
                            αὐτός. ἐντεῦθεν <lb/>δὲ πάλιν ἀρξάμενος ἔφην πρὸς αὐτόν· ὅτ’ ἂν
                            ἀναπνεύσῃς <lb/>μεῖζον, αἰσθάνῃ μὲν δήπου καὶ τῆς κατὰ τὸ χωρίον ὀδύνης,
                            <lb/>ὃ ἔδειξά σοι, σφοδροτέρας γιγνομένης, αἰσθάνῃ δὲ καὶ <lb/>βάρους
                            ἐγκειμένου κατὰ τὸ δεξιὸν ὑποχόνδριον. ἐπὶ τούτοις <lb/>οὐδ’ αὐτὸς ὁ
                            νοσῶν ἔτι ἡσύχαζεν, ἀλλὰ θαυμάζων ἐκεκράγει <pb n="365"/> μετὰ τοῦ
                            Γλαύκωνος. αἰσθανόμενος οὖν ἐγὼ τῆς κατὰ τὸν <lb/>καιρὸν ἐκεῖνον
                            εὐτυχίας, ἐτόλμων μὲν εἰπεῖν τι καὶ περὶ τῆς <lb/>κλειδὸς, ὡς
                            κατασπωμένης· εἰδὼς δὲ ταῖς μεγάλαις αὐτοῦ <lb/>φλεγμοναῖς ἑπόμενον,
                            ὥσπερ οὖν καὶ τοῖς σκίῤῥοις, οὐκ ἐθάῤῥουν <lb/>εἰπεῖν, εὐλαβούμενος
                            ἀποθραῦσαί τι τῶν ἔμπροσθεν <lb/>ἐπαίνων. ἐπῆλθεν οὖν μοι μετ’ ἀσφαλείας
                            ἀποφήνασθαι, καὶ <lb/>προσβλέψας τῷ κάμνοντι, τῆς κλειδὸς, ἔφην,
                            ὑποκατασπωμένης <lb/>αἰσθήσῃ διὰ ταχέος, εἰ μὴ τυγχάνει σοι γεγονὸς ἤδη
                            <lb/>που τοῦτο. συνομολογήσαντος δ’ αὐτοῦ, θεασάμενος ἐγὼ <lb/>τὸν
                            κάμνοντα θαυμαστῶς ἐκπεπληγότα, μίαν, εἶπον, ἔτι <lb/>προσθήσω τοῖς
                            εἰρημένοις μαντείαν· ἐρῶ γὰρ καὶ τὴν τοῦ <lb/>κάμνοντος ὑπόληψιν, ἣν
                            ἔχει περὶ ὧν πάσχει παθημάτων. <lb/>ὁ μὲν οὖν Γλαύκων οὐκ ἀπελπίζειν
                            οὐδὲ ταύτης ἔφη τῆς μαντείας, <lb/>αὐτὸς δ’ ὁ νοσῶν ἐπὶ τῷ παραδόξῳ τῆς
                            ὑποσχέσεως <lb/>ἐκπεπληγὼς ἐνέβλεπέν μοι δριμὺ, προσέχων τὸν νοῦν τῷ
                            <lb/>ῥηθησομένῳ. καὶ δὴ καὶ φάντος μου, πλευρῖτιν αὐτὸν οἴεσθαι <lb/>τὴν
                            ἐνοχλοῦσαν εἶναι νόσον, ὁ μὲν ἐμαρτύρησεν θαυμάζων, <lb/>οὐκ αὐτὸς
                            μόνος, ἀλλὰ καὶ ὁ παρεστὼς αὐτῷ, καὶ ὁ <pb n="366"/> κατηντληκὼς ὡς
                            πλευριτικὸν ἐλαίῳ πρὸ βραχέος. ὁ δὲ Γλαύκων <lb/>ἐξ ἐκείνου περί τε ἡμῶν
                            καὶ ὅλης τῆς ἰατρικῆς ἔσχεν ἀξιόλογον <lb/>ὑπόληψιν, ἔμπροσθεν οὐδὲν
                            μέγα τὴν τέχνην ἔχειν <lb/>οἰόμενος, ἐκ τοῦ μηδέποτε συντετυχηκέναι
                            παρεσκευασμένοις <lb/>κατ’ αὐτὴν ἀξιολόγοις ἀνδράσιν. εἴρηταί μοι ταῦτα
                            πρὸς <lb/>ὑμᾶς, ὅπως εἰδότες τά τ’ ἴδια πάθους ἑκάστου συμπτώματα
                            <lb/>καὶ τὰ κοινὰ πρὸς ἕτερα πάθη, καὶ σὺν αὐτοῖς ἔτι τὰ μὲν
                            <lb/>ἑκατέρου γένους ἀχώριστα, τὰ δ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, τὰ δ’
                            <lb/>ἀμφιδόξως ἢ σπανίως γιγνόμενα, παρεχούσης τε τῆς τύχης <lb/>ὑμῖν
                            ἀφορμὴν τοιαύτην, οἵαν ἔφην ἐμαυτῷ γεγενῆσθαί ποτε, <lb/>δεξιῶς αὐτῇ
                            χρῆσθαι δύνησθε. πολλάκις γὰρ ἡ μὲν τύχη μεγάλας <lb/>εὐδοκιμήσεως
                            ἀφορμὰς ὑποβάλλει, χρῆσθαι δ’ αὐταῖς <lb/>οἱ πολλοὶ δι’ ἀμαθίαν οὐκ
                            ἴσασιν· ἀλλ’ ὁ τεχνίτης ὅτ’ ἂν ἕν <lb/>τι θεάσηται σύμπτωμα τῶν
                            ἐνδεικνυμένων τό τε πάθος ἅμα <lb/>καὶ τὸν πεπονθότα τόπον, ἑτέρων
                            εὐπορεῖν εἰς πρόῤῥησιν <lb/>οὐκ ὀλίγων ἱκανὸς ἔσται, τῶν μὲν ἐξ ἀνάγκης
                            ἑπομένων, τῶν <lb/>δὲ ὡς τὸ πολὺ, τῷ πεπονθότι τόπῳ καὶ <milestone unit="ed1page" n="307"/>τῷ κατ’ <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="502"/>αὐτὸν πάθει. μεμνῆσθαι δ’ ὑμᾶς
                            μάλιστα χρὴ τῶν ﻿<pb n="367"/> γενικῶν θεωρημάτων, ἃ δὴ καὶ καθόλου
                            προσαγορεύεται, <lb/>κοινὰ πολλῶν ὄντα τῶν κατὰ μέρος, ἵν’ ἐπὶ πάσης
                            ὕλης τῶν <lb/>κατὰ μέρος πραγμάτων γυμνάζησθε διαγινώσκειν αὐτὰ ταχέως.
                            <lb/>ἔστι δὲ ὁ κοινὸς λόγος, ὃν ἐρεῖν μέλλω, περὶ τῶν <lb/>φυσικῶν
                            δυνάμεων, ἃς ἐν ἑκάστῳ μορίῳ προμεμαθήκατε τέτταρας <lb/>εἶναι κατὰ
                            γένος· ὧν πρώτην μὲν τὴν ἑλκτικὴν ὀνομάζω, <lb/>τῶν οἰκείων τῷ μορίῳ
                            χυμῶν εἰς θρέψιν ὀρεκτικήν τε <lb/>ἅμα καὶ ἐπισπαστικὴν οὖσαν· ἐφεξῆς δ’
                            αὐτῇ δευτέραν, τῶν <lb/>ἑλχθέντων ἀλλοιωτικὴν, καθ’ ἣν ὁ ἑλχθεὶς χυμὸς
                            ὁμοιοῦται <lb/>τῷ τρεφομένῳ· καὶ ταύτης ὑπηρέτιδες ἕτεραι δύο, καθεκτικὴ
                            <lb/>μὲν, ἡνίκα πέττει τὸν ἑλχθέντα χυμὸν, εἰς τὴν ἑαυτοῦ φύσιν
                            <lb/>ἀλλοιοῦν, τὸ μόριον· ἀποκριτικὴ δ’, ἡνίκα μετὰ τὴν πέψιν
                            <lb/>ἐκκρίνει τὸ ἄχρηστον, ὃ καλεῖται περίττωμα. ταύτας τὰς
                            <lb/>δυνάμεις ἐφ’ ἑκάστου μορίου πάσχοντος ἀεὶ σκοπεῖσθαι παραινῶ,
                            <lb/>πῶς ἔχουσιν εὐρωστίας τε καὶ ἀῤῥωστίας· οἷον ἐπὶ <lb/>τοῦ ἥπατος,
                            ἐπειδὴ περὶ τούτου πρόκειται λέγειν, ἡ μὲν <lb/>ἑλκτικὴ δύναμις πάσχουσά
                            πως, τὴν τροφὴν ἐν τῇ γαστρὶ καταλείψει <lb/>κεχυλωμένην, ὥστ’
                            ἐκκρίνεσθαι διὰ τῆς ἕδρας αὐτὴν, <lb/>ἀκριβῶς μὲν πεπεμμένην, ὑγρὰν δὲ
                            καὶ ἀνεξίκμαστον. <pb n="368"/> ἔσται δ’ ὑμῖν τοῦτο σημεῖον αὐτῆς
                            πεπονθυίας· ὅσα γὰρ ὑπό <lb/>τινων ὡς αἰτίων γίγνεται, ταῦτ’ ἐστὶν αὐτῶν
                            σημεῖα. τοῦτο <lb/>τὸ πάθος ἔνιοι μεσαραίου φασὶν εἶναι, καὶ καλοῦσι
                            τοὺς οὕτω <lb/>νοσοῦντας μεσαραϊκοὺς, ἐπειδὴ διὰ τῶν ἐν τῷ μεσαραίῳ τε
                            <lb/>καὶ μεσεντερίῳ καλουμένῳ φλεβῶν τῆς ἀναδόσεως γινομένης <lb/>ὁρῶσιν
                            ἀποτυγχανομένην αὐτὴν, ὁμοίᾳ περιπίπτοντες ἀγνοίᾳ <lb/>τοῖς τὰς χεῖρας
                            ἡγουμένοις πεπονθέναι τῶν συγκοπτομένων <lb/>ἤτοι στομαχικῶς ἢ
                            καρδιακῶς, ἐπειδὴ δι’ αὐτῶν ἐνεργεῖν ὡς <lb/>ἔμπροσθεν ἀδυνατοῦσιν. αἱ
                            γάρτοι κατὰ τὸ μεσάραιον φλέβες <lb/>οἷόν περ χεῖρές εἰσι τῷ ἥπατι, τὴν
                            ἐκ τῆς κοιλίας τροφὴν <lb/>ἀναφέρουσαι πρὸς αὐτό. παραπλήσιον δέ τι
                            τούτοις ποιοῦσι <lb/>καὶ οἱ τῶν παραλελυμένων τὰ σκέλη διά τι πάθος τοῦ
                            κατ’ <lb/>ὀσφῦν νωτιαίου, τοῖς μὲν σκέλεσι προσφέροντες τὰ φάρμακα,
                            <lb/>τοῦ νωτιαίου δ’ ἀμελοῦντες. εἰ μὲν οὖν φλεγμαίνοι τὸ μεσεντέριον,
                            <lb/>ἤ τι τοιοῦτον πάθος ἕτερον εἴη κατ’ αὐτὸ, προσηκόντως <lb/>ἄν τις
                            ὑπολάβοι τὸ πάθος τοῦτο ἴδιον ὑπάρχειν αὐτοῦ· <lb/>εἰ δ’ ἀῤῥωστοῦν τὸ
                            ἧπαρ ἀδυνατοίη διὰ τῶν ἐν αὐτῷ <lb/>φλεβῶν ἕλκειν τὴν τροφὴν, οὐ
                            μεσάραιον αὐτοῖς ἐστι τὸ τῆς <pb n="369"/> θεραπείας δεόμενον, ἀλλ’
                            ἧπαρ, ὥσπερ οὐδ’ αἱ χεῖρες, ἢ τὰ <lb/>σκέλη τοῖς διά τι πάθος τοῦ
                            νωτιαίου παραλελυμένοις. ἀλλ’ <lb/>ἥ γε διάγνωσις ὑμῖν ἔσται τῶν ἤδη
                            φλεγμονῶδες ἢ ἐρυσιπελατῶδες <lb/>ἐχόντων πάθος ἐν μεσεντερίῳ τὰ κάτω
                            διαχωρούμενα <lb/>κατασκεπτομένοις ἐπιμελῶς. οὐ γὰρ μόνον οἷα τοῖς
                            ἀτονοῦντος <lb/>ἥπατος ἕλκειν ἐφ’ ἑαυτὸ τὴν τροφὴν εἴρηται διαχωρεῖσθαι,
                            <lb/>τοιαῦτα καὶ τούτοις ἀκριβῶς ἐκκρίνεται, ἀλλὰ φανεῖταί γε ὑμῖν
                            <lb/>ἐπιμεμίχθαί τις ὡς ἐκ φλεγμονῆς ἰχώρ· ἁπάντων γὰρ τῶν
                            <lb/>φλεγμαινόντων μορίων, οἷς μηδὲν στέγασμα περίκειται πυκνὸν <lb/>καὶ
                            παχὺ, λεπτοὶ μὲν κατ’ ἀρχὰς ἰχῶρες ἀποῤῥέουσι, πεττομένων <lb/>δὲ τῶν
                            φλεγμονῶν, παχύτεροι καὶ πυωδέστεροι. ὅτ’ <lb/>ἂν οὖν τι τοιοῦτον τοῖς
                            ἐγκεχυλωμένοις διαχωρήμασιν ἐμφέρηται, <lb/>μηδεμιᾶς ἐν ἥπατι φλεγμονῆς
                            οὔσης, ἡγεῖσθαι χρὴ τὸ μεσάραιον <lb/>αὐτοῖς πεπονθέναι. ὥσπερ δὲ τοῦ μὴ
                            δυναμένου δι’ <lb/>ἀτονίαν ἐπισπᾶσθαι τὸν ἐκ τῆς κοιλίας χυλὸν ἡ ἑλκτικὴ
                            <lb/>πέπονθε δύναμις, οὕτως τοῦ κατέχειν μὴ δυναμένου τῆς
                            <lb/>περισταλτικῆς καὶ καθεκτικῆς δυνάμεώς ἐστιν ἀτονία· καὶ <lb/>διὰ
                            ταύτην <milestone unit="ed2page" n="503"/>ἔκκρισις ἐν ἀρχῇ μὲν αἵματος
                            ἰχωροειδοῦς <pb n="370"/> γίγνεται, μετὰ ταῦτα δ’ ἤδη καὶ παχυτέρου καὶ
                            οἷον τρυγώδους. <lb/>οὕτως ἕτεραί τινες ἐκκρίσεις οὐ δι’ ἀῤῥωστίαν, ἀλλὰ
                            <lb/>διὰ ῥώμην τῆς ἐκκριτικῆς δυνάμεως γίγνονται, πολλάκις μὲν
                            <lb/>ὑγιαινόντων κατὰ τὰ πάντα, πλήθους λόγῳ, πολλάκις δὲ καὶ <lb/>τοῦ
                            πεπονθότος δι’ ἥπατος ἐκκαθαιρομένου, τῆς φύσεως ἀναῤῥωννυμένης·
                            <lb/>πεφθέντων γὰρ ἐν αὐτῷ τῶν μοχθηρῶν χυμῶν, <lb/>ἕπεται διάκρισις, ὡς
                            τοὺς μὲν χρηστοὺς κατέχεσθαι, τοὺς δὲ <lb/>φαύλους ἐκκρίνεσθαι. καί
                            τινες ὀνομάζουσι καὶ τὰς τοιαύτας <lb/>ἐκκρίσεις αἱματηρὰς δυσεντερίας,
                            γιγνομένας ἐνίοις καὶ <lb/>τῶν ἀποκοπέντων τι κῶλον, ἢ μετὰ τὸν ἐν
                            γυμνασίοις πολλοῖς <lb/>βίον εἰς ἀργὸν μεταστάντων. ὤφθη δέ ποτε καὶ
                            γυναιξὶν <lb/>ἐκ καταμηνίων ἐπισχέσεως ἡ τοιαύτη κένωσις αἵματος
                            <lb/>δι’ ἕδρας γιγνομένη, καθάπερ δὴ καὶ δι’ ἐμέτων ἐνίαις ἐπὶ ταῖς
                            <lb/>τοιαύταις. ἀλλὰ καὶ τούτοις μὲν εἰλικρινὲς αἷμα τοῖς τῶν
                            <lb/>σφαττομένων ἱερείων ὅμοιον γίγνεται κατά τε τὴν κάτω γαστέρα
                            <lb/>καί ποτε καὶ διὰ τῆς ἄνω, μοχθηρὸν δὲ καὶ ἰλυῶδες <lb/>ἢ
                            σηπεδονῶδες ἐπὶ ταῖς ἐρυσιπελατώδεσί τε καὶ φλεγμονώδεσι <lb/>διαθέσεσι
                            πεττομέναις. σπανίως δέ ποτε καὶ τοῖς ἡπατικοῖς <pb n="371"/> πάθεσιν,
                            ὅταν ὑπὸ τῶν βοηθημάτων τονωθῇ τὸ ἧπαρ, ἐκκρίσεις <lb/>ἐπιγίγνονται
                            μοχθηρόταται κατά τε τὸ χρῶμα καὶ τὴν <lb/>ὀσμὴν, ἐκκαθαιρομένου τοῦ
                            σπλάγχνου. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν <lb/>τρόπον οὐρεῖται τούτοις οὖρα
                            μοχθηρότατα, δυνάμενα σφᾶλαι <lb/>τοὺς ἀπείρους ἰατροὺς, ὡς ὀλεθρίως
                            ἔχοντος τοῦ κάμνοντος. <lb/>οἱ γὰρ ἄνευ λογισμοῦ διὰ πείρας μόνης ἄλογον
                            τριβὴν <lb/>κτώμενοι τῶν σπανίως γιγνομένων ἀπείρως ἔχουσιν, ὡς ἂν
                            <lb/>τῶν πλειστάκις καὶ ὡσαύτως ἑωραμένων μνημονευτικοί τινες
                            <lb/>ὄντες. ὅτι δὲ ἐπὶ προήκοντι τῷ χρόνῳ τοῦ νοσήματος ἅμα <lb/>τοῖς
                            τῆς πέψεως σημείοις αἱ τοιαῦται γίγνονται κενώσεις, οὐχ <lb/>ἅπαξ, ἀλλὰ
                            πολλάκις ἐν ταῖς ἐξηγήσεσι τῶν Ἱπποκράτους <lb/>συγγραμμάτων ἐμάθετε.
                            καθάπερ οὖν τῆς καθεκτικῆς δυνάμεως <lb/>ἀτονούσης ποτὲ καὶ μὴ δυναμένης
                            κατέχειν τὸ βαρῦνον <lb/>αὐτὴν ἡ ἀποκριτικὴ δύναμις τὸ λυποῦν ἐκκενοῖ,
                            κατὰ τὸν <lb/>αὐτὸν τρόπον ἀῤῥωστούσης τῆς ἀποκριτικῆς κατέχεταί τινα
                            <lb/>μὴ πάνυ βαρυνομένης τῆς καθεκτικῆς. ἄλλοτε γὰρ ἄλλη δύναμις <lb/>ἐν
                            ἑκάστῳ τῶν ὀργάνων ἰσχυροτέρα τε καὶ ἀσθενεστέρα ﻿<pb n="372"/> γίγνεται
                            κατὰ τὴν ἐπὶ τὰς ἐνεργείας ἀναφορὰν, εἰς ἔννοιαν <lb/>ἡμῶν ἀφικνουμένων
                            ἑκάστης δυνάμεως· ἐπεί τοι κατά γε τὸ <lb/>ἀληθὲς, ὅλον ἀεὶ τὸ μόριον
                            ἐνεργεῖ κατὰ τὴν ἰδιότητα τῆς <lb/>ὑπαρχούσης ἑκάστοτε κράσεως αὐτῷ.
                            ἀλλ’ ἐνίοτε μὲν ὑπομένει <lb/>βαρυνόμενον, ἐν χρόνῳ τε πλείονι τοῦ
                            λυποῦντος ἐκράτησεν, <lb/>κατεργασάμενόν τε καὶ ἀλλοιῶσαν καὶ πέψαν
                            αὐτό· καθ’ ἕτερον <lb/>δ’ αὖ χρόνον ἤτοι τὴν ποιότητα τοῦ λυποῦντος ἢ τὸ
                            πλῆθος <lb/>οὐ φέρον ἐξορμᾷ πρὸς τὴν ἔκκρισιν αὐτοῦ· καθάπερ γε
                            <lb/>πάλιν ἐνίοτε μεγάλως ἀνιώμενον, ἀποῤῥῖψαί τε τὸ λυποῦν
                            <lb/>ἐφιέμενον, ὑπ’ ἀσθενείας ἀδυνατεῖ, καταπεπτωκὸς εἰς ἐσχάτην
                            <lb/>ἀτονίαν. ἃ σύμπαντα καθ’ ἕκαστον ὄργανον φυσικὸν <lb/>ἐννοοῦντας
                            ὑμᾶς γυμνάζειν χρὴ τὸν λογισμὸν εἰς τὴν διάγνωσιν <lb/>αὐτῶν· εὑρήσετε
                            γὰρ οὕτω σκοποῦντες ἐνίων μορίων <lb/>οὐδ’ ὅλως ἐζητημένα τὰ πάθη ὑπὸ
                            τῶν παλαιῶν, καθάπερ <lb/>οὐδὲ τῆς χοληδόχου κύστεως. εἰ γὰρ, ὡς
                            ἐδείξαμεν, ἕλκει <lb/>τὸ χολῶδες ὑγρὸν εἰς ἑαυτὴν, ὥσπερ οἱ νεφροὶ μὲν
                            τὸν οἷον <lb/>ὀῤῥὸν τοῦ αἵματος, ὁ δὲ σπλὴν τὸ παραπλήσιον, ὅπερ ἐν μὲν
                            <lb/>τοῖς οἴνοις τρὺξ, κατὰ δὲ τοὔλαιον ἀμόργη, γενήσεταί ποτε <pb n="373"/> καὶ δι’ ἀτονίαν τῆς κύστεως <milestone unit="ed2page" n="504"/>ταύτης ἀκάθαρτον αἷμα, <lb/>καί τις οὗτος ἕτερος τρόπος
                            ἰκτέρου γενέσεως ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις <lb/>ἔμπροσθεν ὑπάρχει τρισίν.
                            ἐγχωρεῖ δέ ποτε καὶ <milestone unit="ed1page" n="308"/>πληρωθεῖσαν
                            <lb/>αὐτὴν, ὥσπερ ἡ οὐροδόχος κύστις οὔρων, μὴ δύνασθαι <lb/>κενωθῆναι
                            δι’ ἔμφραξιν ἢ ἀτονίαν τῆς ἐκκριτικῆς δυνάμεως· <lb/>ὥσπέρ γε καὶ δι’
                            ἔμφραξιν ἢ ἀτονίαν τῶν εἰς ἧπαρ <lb/>ἀπ’ αὐτῆς ἀνεστομωμένων ἀγγείων οὐχ
                            ἕλξει ποτὲ τὸ χολῶδες <lb/>ὑγρόν. ἐπισκοπεῖσθαι τοιγαροῦν ἀναγκαιότατόν
                            ἐστιν ἐν <lb/>τοῖς ἰκτερικοῖς παθήμασι τὴν τῶν διαχωρουμένων ἰδέαν, ἔστι
                            <lb/>γάρ τις ἡμῖν κᾀκ τοῦδε πρὸς τὴν διάγνωσιν ὠφέλεια. ἐγὼ <lb/>γοῦν
                            ἐννοήσας τοῦτο, τῶν ἰκτεριώντων εὗρον ἐνίοις ἱκανῶς <lb/>κεχρωσμένα τῇ
                            ξανθῇ χολῇ τὰ διαχωρήματα, καθάπερ ἐνίοις <lb/>τὰ οὖρα, καὶ κατὰ τὸ
                            δέρμα, τινῶν μὲν ἐκκρινόμενον ἐν τοῖς <lb/>λουτροῖς τὸ πλεῖστον, τινῶν
                            δ’ ἐπεχόμενον τὸ πλεῖστον τῆς <lb/>ξανθῆς χολῆς, ὀλίγιστον δὲ
                            ἐκκρινόμενον. ἀκριβῶς δὲ αὐτὸ <lb/>κατανοῆσαι πειρώμενοι, χωρὶς τοῦ
                            προαλείψασθαι τὸν ἄνθρωπον, <lb/>ἀποστλεγγίζεσθαι τὸν ἱδρῶτα κελεύετε·
                            θεάσεσθε <lb/>γὰρ οὐ τὸν αὐτὸν ἐπὶ πάντων κατὰ τὸ κοῖλον τῆς στλεγγίδος
                                <pb n="374"/> ἀθροιζόμενον, ἀλλ’ ἐπὶ τινῶν μὲν ὑδατωδέστερον, ἐπὶ
                            τινῶν <lb/>δὲ χολωδέστερον· ὥστε μετὰ τῶν προγεγονότων ὑμῖν ἡ διάγνωσις
                            <lb/>ἔσται σαφεστέρα τοῦ πεπονθότος τόπου προσλαβοῦσι <lb/>καὶ τοῦτο τὸ
                            γνώρισμα. πυρέξας γοῦν τις ὀξὺν καὶ χολώδη <lb/>πυρετὸν ἑβδομαῖος
                            ἀπηλλάγη τοῦ νοσήματος, χολῆς ξανθῆς <lb/>παμπόλλης εἰς τὸ δέρμα
                            κατασκηψάσης, ἐπὶ δὲ τῶν ἑξῆς ἡμερῶν <lb/>ὁ ἴκτερος αὐτῷ παρέμενεν.
                            ἐπεσκεψάμεθα τά τε διαχωρήματα <lb/>καὶ τὰ οὖρα· φαινομένων δ’ ἀμφοτέρων
                            κατὰ τὴν <lb/>φύσιν ἔχειν, καὶ διὰ τοῦτ’ ἀπαθὲς εἶναι τὸ σπλάγχνον
                            ἐνδεικνυμένων, <lb/>εἰς ἔννοιαν ἦλθέ μοι δυνατὸν εἶναι, παχυτέραν τὴν
                            <lb/>κατασκήψασαν εἰς τὸ δέρμα χολὴν ὑπάρχειν. ἐκ τούτου τοῦ
                            <lb/>λογισμοῦ προτραπεὶς, καὶ καταμαθὼν ὁποῖός τις ὁ ἱδρώς ἐστι,
                            <lb/>φανέντος ὑδατώδους, ἔγνων δυσδιαφόρητον εἶναι τὴν χολὴν,
                            <lb/>ἐκέλευσά τε τῷ κάμνοντι χρῆσθαι θερμοῖς ὕδασιν αὐτοφυέσι
                            <lb/>διαφορητικοῖς, ἅμα τῷ καὶ τὴν δίαιταν ὑγροτέραν ποιεῖσθαι <lb/>καὶ
                            μετρίως λεπτύνειν πάχος χυμῶν δυναμένην. οὗτος μὲν <lb/>οὕτως ἀπηλλάγη
                            τοῦ πάθους, ἑνὶ βοηθήματι τῆς τε διαγνώσεως <lb/>αὐτοῦ βεβαιωθείσης καὶ
                            τῆς ἰάσεως συντελεσθείσης. <lb/>ἑτέρῳ δὲ πλῆθος ἐν τῇ στλεγγίδι χολῆς
                            εὑρὼν, ὑπενόησα <pb n="375"/> γεννᾶσθαι πολλὴν ἐν ὅλῳ τῷ σώματι, καὶ τῇ
                            θεραπείᾳ πρὸς <lb/>τοῦθ’ ἁρμοττούσῃ χρησάμενος ἰασάμην. ὅσοις δ’
                            ἀπυρέτοις, <lb/>ἅμα τῷ βάρους τινὸς αἴσθησιν εἶναι κατὰ τὸ δεξιὸν
                            ὑποχόνδριον, <lb/>ἴκτερος ἐγένετο, τούτοις ἅπασι προεκφράττων, ὡς ἴστε,
                            <lb/>τὰς ἐμφράξεις λεπτύνουσιν ἐδέσμασί τε καὶ πόμασι καὶ φαρμάκοις,
                            <lb/>εἶτα πιεῖν διδοὺς χολαγωγὸν φάρμακον, ἰασάμην <lb/>ἡμέρᾳ μιᾷ τοὺς
                            πλείστους αὐτῶν· ἐφ’ ὧν δ’ οὐδὲν ἤνυε τὸ <lb/>καθαρτικὸν, αὖθις
                            ἰσχυρότερον ἐκφρακτικὸν ποτίσας, ἐκ δευτέρου <lb/>πάλιν ἐκάθηρα
                            βιαιότερον, ὡς ἐπὶ τῷ τέλει τῆς καθάρσεως <lb/>ἅμα δήξει σφοδροτάτῃ τὴν
                            χολὴν ἐκκριθῆναι κυανίζουσαν <lb/>μᾶλλον ἢ ξανθήν. ἐπὶ τούτων οὖν
                            ἡγοῦμαι τὴν χοληδόχον <lb/>κύστιν ὅμοιόν τι πάθημα παθεῖν τῷ τῇ τὸ οὖρον
                            ἀθροιζούσῃ <lb/>γιγνομένῳ ἐνίοτε· καὶ γὰρ καὶ κατ’ αὐτὴν ἀθροίζεταί
                            <lb/>ποτε τοσοῦτον, ὡς ὑπερδιαταθεῖσαν αὐτὴν ἀδυνατεῖν <lb/>ἐκκρῖναι τὸ
                            περιεχόμενον. ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τῆς οὐροδόχου κύστεως, <lb/>οὐ χεῖρον γὰρ
                            αὐτὴν οὕτως ὀνομάσαι, διττῶς γίγνεται <lb/>τοῦτο· ποτὲ μὲν δι’ ἀῤῥωστίαν
                            τῆς ἀποκριτικῆς δυνάμεως, <pb n="376"/> ἐνίοτε δ’ ἤτοι διὰ βαθὺν ὕπνον,
                            ἤ τινα ἀσχολίαν ἐπισχεθέντος <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="505"/>ἐπὶ πλέον τοῦ οὔρου, κᾀκ τούτου τῆς
                            κύστεως <lb/>ὑπερδιαταθείσης, καὶ ταύτην αὐτὴν αἰτίαν ἐχούσης τὴν
                            δύναμιν <lb/>αὐτῆς ἀῤῥωστῆσαι· κατὰ δὲ τὴν χοληδόχον κύστιν, ὡς <lb/>ἂν
                            οὐδὲν εἰς τὴν ἀπόκρισιν βοηθουμένην ὑπὸ δυνάμεως ψυχικῆς, <lb/>ἀρχὴ μία
                            τῆς ἀτονίας ἐστὶν, ὥσπερ κᾀπὶ τῶν ἄλλων <lb/>ὀργάνων φυσικῶν, ἐκ
                            δυσκρασίας τοῦ μορίου γιγνομένη. </p></div></div></div></body></text></TEI>