<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Τὸ στόμα τῆς κοιλίας οἱ παλαιοὶ καρδίαν <lb/>ὠνόμαζον, ἀφ’ ὧν ἐπιφέρει
                            συμπτωμάτων, ὥς φασιν, οὕτω <lb/>προσαγορεύσαντες· οὐ γὰρ μόνον ὡς
                            καρδιακαῖς συγκοπαῖς, <lb/>οὕτω καὶ στομαχικαῖς ἁλίσκονταί τινες, ἀλλὰ
                            καὶ σπασμοῖς <lb/>καὶ κάροις ἐπιληψίαις τε καὶ μελαγχολίαις, ἤδη δὲ καὶ
                            τοῖς <lb/>τῶν ὑποχεομένων συμπτώμασιν, ὡς ἐν τῷ περὶ τῶν ὀφθαλμῶν <pb n="339"/> λόγῳ πρόσθεν εἴρηται. καὶ ταῦτα πάντα συμπασχόντων
                            <lb/>αὐτῷ γίγνεται μορίων ἑτέρων· ἐπεί τοι κατὰ τὸν ἴδιον <lb/>λόγον
                            ἀνορεξίας τε καὶ διαφθορὰς τῶν ἐπιπολαζόντων ἐργάζεται <lb/>σιτίων, ὡς
                            τά γ’ ἐν τῷ πυθμένι τῆς κοιλίας στηρίζεσθαι <lb/>πεφυκότα, καὶ μάλιστα
                            ὅτ’ ἂν ᾖ δυσδιάφθαρτα, τοιούτων <lb/>οὐδὲν πάσχει. προσέχειν οὖν ἀκριβῶς
                            χρὴ τοῖς κατὰ συμπάθειαν <lb/>ἐπ’ αὐτῷ γινομένοις παθήμασι, καὶ χωρίζειν
                            αὐτὰ τῶν <lb/>κατὰ πρωτοπάθειαν ἐκείνοις τοῖς μορίοις γιγνομένων, ὧν
                            ταῖς <lb/>ἐνεργείαις λυμαίνεται τὸ τῆς γαστρὸς στόμα πάσχον, ὅπερ ὡς
                            <lb/>οἱ παλαιοὶ πάντες ὠνόμαζον καρδίαν, οὕτως οἱ νῦν ὀνομάζουσι
                            <lb/>στόμαχον. ὁ διορισμὸς δὲ ἐκ τῶν προηγησαμένων μάλιστα <lb/>γίγνεται
                            κατάδηλος ἀνδρὶ τετριμμένῳ περὶ τὰς διαγνώσεις. <lb/>ἰδιότητες γάρ τινες
                            ἄῤῥητοι προσέρχονται τοῖς ῥητοῖς <lb/>συμπτώμασιν, αἱ βεβαιοῦσαι τὰς
                            διαγνώσεις τῶν πεπονθότων <lb/>μορίων· ἐκείνας μὲν οὖν ἕκαστος ἑαυτῷ
                            προσεξευρήσει, τὰ δ’ <lb/>οἷον θεμέλια τῆς ὅλης διαγνώσεως, ἐξ ὧν οἱ
                            φιλόπονοι καὶ <lb/>τὰς ἀδυνάτους ῥηθῆναι τῶν συμπτωμάτων ἰδιότητας
                            αὑτοὺς <pb n="340"/> διδάξουσιν, ἐγὼ διηγήσομαι. νεανίσκος τις ἡλίσκετο
                            τῷ τῆς <lb/>ἐπιληψίας πάθει γραμματικὸς, ἡνίκα μάλιστα σφοδρότερον
                            <lb/>ἐδίδασκεν, ἢ ἐφρόντισεν, ἢ ἐπιπλέον ἠσίτησεν, ἢ ἐθυμώθη. <lb/>τούτῳ
                            τὸ στόμα τῆς κοιλίας ὑπενόησα πάσχειν, εὐαίσθητον <lb/>ὑπάρχον, ἐφ’ ᾧ
                            κατὰ συμπάθειαν τὸν ἐγκέφαλον ὅλον τὸ <lb/>σῶμα κραδαίνειν σπασμωδῶς.
                            ἐκέλευσα τοιγαροῦν εὐπεψίας <lb/>μόνης αὐτὸν ἀκριβοῦς προνοεῖσθαι,
                            τρίτης δ’ ὥρας ἢ τετάρτης <lb/>ἄρτον ἐπιμελῶς ἐσκευασμένον προσφέρεσθαι,
                                <milestone unit="ed2page" n="493"/>μόνον <lb/>μὲν, εἰ ἄδιψος εἴη,
                            δίψης δ’ αἰσθανόμενον, ἐξ οἴνου κεκραμένου <lb/>τῶν ἠρέμα στυφόντων καὶ
                            λευκῶν· οὗτοι γὰρ καὶ τονοῦσι <lb/>τὴν γαστέρα καὶ τὴν κεφαλὴν οὐ
                            πλήττουσιν, ὥσπερ <lb/>οἱ σφοδροί. ὡς δὲ τοῦτ’ αὐτῷ πράττοντι συνέβαινε
                            μηδὲν <lb/>πάσχειν, ἀκριβῆ τε γνῶσιν εἶχον ὧν ἐστοχαζόμην ἔμπροσθεν,
                            <lb/>ἐδίδουν τ’ αὐτῷ τοῦ διὰ τῆς ἀλόης πικροῦ φαρμάκου δίς που <lb/>καὶ
                            τρὶς ἑκάστου ἔτους, ἐπειδὴ καθαίρει τε τῶν περιττωμάτων <lb/>ὅλην τὴν
                            γαστέρα καὶ ῥώννυσι πρὸς τὰς οἰκείας ἐνεργείας, <lb/>ἔτεσιν οὗτος ὁ ἀνὴρ
                            οἷς ἐπεβίω πλέοσι τῶν εἴκοσι, ὑγιαίνων <pb n="341"/> ἀμέμπτως
                            διετέλεσεν· εἰ δέ που σπανίως ὑπὸ περιστάσεως <lb/>πραγμάτων ἄσιτος
                            ἠναγκάσθη διατεθῆναι, συνέβαινεν ἁλίσκεσθαι <lb/>βραχυτάτοις αὐτὸν
                            σπασμοῖς. ἐθεασάμην δὲ καὶ <lb/>ἄλλους ἀπὸ τοῦ στόματος κοιλίας
                            ἐπιληπτικῶς σπωμένους, <lb/>ὁπότε σφοδρῶς ἠπέπτησαν, ἢ οἴνου πλέονος
                            ἀκρατεστέρου <lb/>πίνοιεν, ἢ ἀφροδισίοις ἀκαιρότερον χρήσοιντο· τινὰς δ’
                            ὲν <lb/>πυρετοῖς ἐθεασάμην σπασθέντας ἐξαίφνης οὐδενὶ προηγησαμένῳ
                            <lb/>σημείῳ τῶν προδηλούντων σπασμὸν, οἷς ἐπιγενομένου <lb/>χολώδους
                            ἐμέτου παραχρῆμα συνέβη πάντων ἀπαλλαγῆναι <lb/>τῶν ὀχληρῶν. ἔνιοι δὲ
                            τῶν οὕτω παθόντων ἤμεσαν φαιὰ, <lb/>καί τινες ὅμοια πράσου χυλῷ, τινὲς
                            δ’ ὑπὸ πλήθους ἐδεσμάτων <lb/>μοχθηρῶν βαρυνόμενοι καρώδεις ἐγίνοντο,
                            μέχρι τοῦ <lb/>τὰ θλίβοντα τὸ στόμα τῆς κοιλίας ἐξεμέσαι πάντα. τούτων
                            <lb/>οὐδὲν ἤλπισεν ἄν τις ἐπὶ στόματι κοιλίας γενέσθαι, καθάπερ
                            <lb/>οὐδὲ τὰς συγκοπὰς, εἰ μὴ πολλάκις ἑωρᾶτο γιγνόμενα· νεύρων <lb/>γὰρ
                            ἔχει πλῆθος ἐξ ἐγκεφάλου καθηκόντων, οὐ μὴν ὥστε <lb/>προσδοκῆσαι δι’
                            αὐτῶν εἰς τοσοῦτον συμπαθείας ἀφικέσθαι ﻿<pb n="342"/> τὴν ἀρχὴν, ὡς
                            σπασμοὺς ἐπιφέρειν· ἔτι δὲ μᾶλλον οὐδὲ τὴν <lb/>καρδίαν εἰς τηλικαύτην
                            ἔρχεσθαι συμπάθειαν πάσχοντι τῷ <lb/>στόματι τῆς κοιλίας, ὡς ὀξεῖαν
                            ἀκολουθῆσαι συγκοπήν. ἐγένοντο <lb/>δὲ πολλοῖς οὐ μόνως ὀνείρατα καὶ
                            ὕπνοι θορυβώδεις, <lb/>ἀλλὰ καὶ παράνοιαι, διὰ χυμὸν μοχθηρὸν ἐν τῷ
                            στόματι τῆς <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="303"/>κοιλίας ἀθροισθέντα. περὶ δὲ τοῦ
                            φυσώδους τε καὶ <lb/>ὑποχονδριακοῦ καλουμένου νοσήματος οὐδείς ἐστιν ὃς
                            οὐκ <lb/>εἴρηκεν, ὅπως δυσθύμους καὶ δυσέλπιδας καὶ σκυθρωποὺς
                            <lb/>ἀπεργάζεται, καὶ τὸ σύμπαν φάναι μηδὲν ἀπολειπομένους <lb/>τῶν
                            μελαγχολικῶν. φαίνονται δὲ καὶ οὗτοι μετὰ τὰς ἀπεψίας <lb/>σφοδρότερον
                            ἁλισκόμενοι τοῖς εἰρημένοις συμπτώμασιν· οἱ <lb/>πλείους δ’ αὐτῶν καὶ
                            σπληνώδεις εἰσὶν, ὡς λογίσασθαί τινα, <lb/>κᾀκ τούτου τοῦ σπλάγχνου
                            συῤῥεῖν εἰς τὴν γαστέρα μοχθηρὸν <lb/>ἰχῶρα. ὅσα μὲν οὖν κατὰ τὸν
                            ἐγκέφαλον ἢ τοὺς ὀφθαλμοὺς <lb/>γίγνεται συμπτώματα, μοχθηρῶν
                            ἀναθυμιάσεσιν ἕπεται <lb/>χυμῶν· αἱ στομαχικαὶ δὲ συγκοπαὶ διὰ τὴν
                            ἰδιότητα τῶν <lb/>κατ’ αὐτὸν ἀλγημάτων ἔκλυσιν ἐπιφέρουσιν, ἴσως δὲ καὶ
                            τῆς <lb/>δυσκρασίας αὐτοῦ διϊκνουμένης εἰς τὴν καρδίαν, ὡς κᾀκείνης <pb n="343"/> ἐν δυσκρασίᾳ μεγάλῃ γινομένης ἀθρόαν κατάπτωσιν
                            ἀκολουθῆσαι <lb/>τῆς δυνάμεως. εὔδηλον δ’ ὅτι καὶ ταῖς γυναιξὶν αἱ
                            <lb/>καλούμεναι κίτται γίγνονται τοῦ μορίου τούτου πάσχοντος· <lb/>ὅσα
                            γὰρ ὀρεγομέναις κυνωδῶς ἢ μηδ’ ὅλως ὀρεγομέναις ἢ <lb/>μοχθηρῶν
                            ἐδεσμάτων ὀρεγομέναις γίγνεται, ταῦτα πάντα <lb/>τοῦ τῆς ὀρέξεως ὀργάνου
                            παθήματά ἐστι, ὃ ἐδείχθη τὸ στόμα <lb/>τῆς γαστρός. ὡσαύτως δὲ καὶ αἱ
                            καλούμεναι ναυτίαι τούτου <lb/>τοῦ μέρους εἰσὶ παθήματα, καθάπερ γε καὶ
                            καρδιαλγίαι <lb/>καὶ λύγγες. <milestone unit="ed2page" n="494"/>τὰς δ’
                            αἰτίας ἁπάντων τῶν τοιούτων παθημάτων <lb/>ἐν τοῖς τῶν συμπτωμάτων
                            αἰτίοις εἴπομεν, ὥστ’ <lb/>οὐδὲν ἔτι δεῖ διατρίβειν ἐν τῷδε. καὶ γὰρ
                            ὅσαι κατὰ δυσκρασίαν <lb/>αὐτῷ γίγνονται διαφοραὶ νοσημάτων, ὡς
                            ὁμοιομερεῖ σώματι <lb/>συμβαίνουσαι, διήλθομεν ἐν ἐκείνοις· ὅσα δ’ αὐτῷ
                            συμπίπτειν <lb/>εἴωθεν ὀργανικὰ νοσήματα, σαφῆ τὴν διάγνωσιν ἔχει,
                            <lb/>καὶ λαθεῖν ὑμᾶς οὐκ ἂν οὐδὲν αὐτῶν δύναται μεμνημένους <lb/>τῶν
                            κοινῶν ἐπ’ αὐτοῖς σημείων, ἔμπροσθέν τε λελεγμένων ἐν <lb/>τοῖσδε τοῖς
                            ὑπομνήμασιν ἐν ἑτέροις τέ τισιν εἰρησομένων. <lb/>οὔτε γὰρ ἀποστήματα
                            γιγνόμενα κατὰ τὸν τόπον τοῦτον <lb/>οὔτε φλεγμονώδεις ἢ ἐρυσιπελατώδεις
                            ὄγκοι λάθοιεν ἂν ἡμᾶς, <pb n="344"/> ὥστ’ οὐδ’ ἕλκη· διάγνωσις μὲν γὰρ
                            αὐτῶν κοινὴ τοῖς ἐπὶ <lb/>τοῦ στομάχου προειρημένοις, ἐναργεστέρα δὲ
                            τοσοῦτον, ὅσον <lb/>αἰσθητηκώτερόν ἐστι τὸ μόριον τοῦτο καὶ πρόχειρον
                            καὶ <lb/>σαφῆ τὴν διάγνωσιν ἔχον. ὡσαύτως δὲ καὶ περὶ τῆς τοῦ
                            <lb/>αἵματος ἐξ αὐτοῦ πτύσεως ἡ μὲν τῶν σημείων ἰδέα κοινὴ <lb/>τοῖς ἐπὶ
                            στομάχου προειρημένοις, ἡ διάγνωσις δ’ ἐναργεστέρα. <lb/>εἰκὸς μὲν δήπου
                            καὶ τὸ κύτος ὅλον τῆς κοιλίας ἐν ὁμοίᾳ διαθέσει <lb/>ταῖς ἐπὶ τοῦ
                            στόματος αὐτῆς εἰρημέναις γίγνεσθαι, καὶ <lb/>τὰ συμπτώματα φέρειν
                            ὅμοια, τῷ δ’ εἶναι πολὺ βιαιότερα <lb/>τὰ κατὰ στόμα, παρορᾶσθαί τε καὶ
                            καταφρονεῖσθαι πρὸς <lb/>τῶν ἰατρῶν, ὡς οὐδ’ ὅλως γιγνόμενα, τὰ κατὰ τὸ
                            κάτω μέρος <lb/>τῆς γαστρός. ἀλλὰ τό γε τῆς πέψεως ἔργον ἐν τοῖς μετὰ
                            <lb/>τὸ στόμα μέρεσι γίγνεσθαι πάντες ὡμολογήκασιν, ὥστε καὶ <lb/>τῶν
                            ἀπεψιῶν αἴτιον γίγνεται τοῦτο μὴ καλῶς διακείμενον, ὅτ’ <lb/>ἄν δηλονότι
                            μὴ διὰ τῶν ἐδεσμάτων ἀταξίαν ἢ τὸ πλῆθος ἢ <lb/>τὴν ποιότητα συμβῇ τὸν
                            ἄνθρωπον ἀπεπτῆσαι. ὅσα δ’ <lb/>ἄλλα νοσήματα κοινὰ πάντων ἐστὶ τῶν
                            μορίων, ὀργανικά τε <lb/>καὶ κατὰ μόνην δυσκρασίαν, εὔδηλον ἔχοντα τὸν
                            πεπονθότα <pb n="345"/> τόπον, οὐκ ἔστιν ἴδια τῆς ἐνεστώσης πραγματείας·
                            ἐν αὐτῇ <lb/>γὰρ ὅσα διαφεύγει μόρια τὴν αἰσθητικὴν γνῶσιν, ὑπέκειτο
                            <lb/>σκοπεῖσθαι. περὶ δὲ τῶν ἐμούντων ἐξ αὐτῆς αἷμα διαπεφώνηταί
                            <lb/>πως, οἰομένων τινῶν ἀδύνατον εἶναι δι’ αὐτῆς γενέσθαι <lb/>κένωσιν
                            αἵματος ἐξ ἥπατος ἢ σπληνὸς ὁρμηθέντος, <lb/>ὥσπερ οὐδὲ πύου συῤῥαγέντος
                            ἐξ αὐτῶν· ἐμοὶ δ’ ἐπὶ τῶν <lb/>ἔργων ἐξετάσαντι τὴν ἑκατέρων δόξαν
                            ἐφαίνετο γίγνεσθαί <lb/>ποτε δι’ αὐτῆς κένωσις ἐκ τῶν εἰρημένων
                            σπλάγχνων· ἀλλ’ εἰς <lb/>τὸν περὶ ἐκείνων λόγον ἡ τῶν τοιούτων
                            ἀναβεβλήσθω διδασκαλία, <lb/>καὶ γὰρ ἐφεξῆς τοῖς εἰρημένοις ἔγνωκα περὶ
                            τῶν <lb/>καθ’ ἧπάρ τε καὶ σπλῆνα διελθεῖν παθῶν. </p></div></div></div></body></text></TEI>