<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τὸ μεταξὺ τῆς τε φάρυγγος καὶ τοῦ στόματος <lb/>τῆς κοιλίας, ὅπερ
                            οἰσοφάγον ὠνόμαζον οἱ παλαιοὶ, <pb n="333"/> στόμαχον εἰώθασιν οἱ μετ’
                            Ἀριστοτέλη προσαγορεύειν, αὐτοῦ <lb/>τοῦ Ἀριστοτέλους οὐκ ἀεὶ τῷ παλαιῷ
                            καλοῦντος ὀνόματι τὸ <lb/>μόριον τοῦτο τοῦ ζώου. χρεία δ’ αὐτοῦ διττή·
                            μία μὲν ὡς <lb/>ὁδοῦ τῶν καταπινομένων καὶ τῶν ἐμουμένων, ἑτέρα δὲ, καθ’
                            <lb/>ἣν ἐνεργεῖ τι πρὸς ἀμφοτέρας τὰς ὁδοὺς, τῶν τ’ ἐκ τοῦ στόματος
                            <lb/>εἰς τὴν γαστέρα καταφερομένων καὶ τῶν ἐξ ἐκείνης <lb/>ἀναφερομένων
                            εἰς τὸ στόμα· δύο γὰρ ἔχων ἑαυτοῦ μόρια, <lb/>τοὺς ὀνομαζομένους ὑπὸ τῶν
                            ἀνατομικῶν χιτῶνας, ἕλκει μὲν <lb/>θατέρῳ τά τε ποτὰ καὶ τὴν τροφὴν εἰς
                            τὴν κοιλίαν, ἐκπέμπει <lb/>δὲ θατέρῳ κατὰ τοὺς ἐμέτους. εἰκότως οὖν ἐστι
                            δύο <lb/>γένη τῶν παθῶν αὐτοῦ, τὸ μὲν ἕτερον ὡς ὁδοῦ τῶν καταπινομένων,
                            <lb/>τὸ δ’ ἕτερον ὡς ὀργάνου τῶν ἐμουμένων τε καὶ <lb/>καταπινομένων.
                            ὅτι δ’ αὐτῶν τούτων τῶν δύο χρειῶν ἡ <lb/>ἑτέρα μὲν ἀναγκαία διαπαντός
                            ἐστιν, ἡ δὲ ἑτέρα κατά τινας <lb/>καιροὺς, εὔδηλον παντί. τὸ μὲν οὖν ὡς
                            ὁδοῦ σιτίων γένος <lb/>ἐν αὐτῷ τῶν συμπτωμάτων ἐστὶ, ὅταν ὑπό τινος τῶν
                            παρὰ <lb/>φύσιν ὄγκων στενοχωρία τοῦ κατ’ αὐτὸν γένηται πόρου· τὸ
                            <lb/>δ’ ἕτερον, ὅτ’ ἂν αὐτὸς ἀδυνατῇ τὰς ἰδίας ἐνεργείας ἐπιτελεῖν. <pb n="334"/> εἴρηται μὲν οὖν καὶ πρόσθεν, ἡνίκα περὶ κυνάγχης ὁ λόγος
                            <lb/>ἐγένετο τῆς ἑπομένης τῇ μεταστάσει τῶν ἐν τῷ τραχήλῳ σπονδύλων,
                            <lb/>ὡς ἐπίκτητος αὐτῷ στενοχωρία συμπίπτει ὑπ’ αὐτῶν <lb/>θλιβομένῳ·
                            καὶ νῦν δ’ ἀναμνησθῶμεν καὶ αὐτὸ τοῦτο, συναναμεμνήσθωσαν <lb/>δὲ καὶ οἱ
                            τῶν ὑποβεβλημένων αὐτῷ μυῶν <lb/>ὄγκοι, καθ’ ὁντιναοῦν τρόπον
                            γιγνόμενοι, δεδήλωνται γὰρ <lb/>ἅπαντες ἐν τῷ περὶ τῶν παρὰ φύσιν ὄγκων.
                            ἐφ’ ἁπάντων δὲ <lb/>τούτων κοινὸν ἡ ἐν τῷ καταπίνειν στενοχωρία, τοσαύτη
                            γιγνομένη <lb/>πολλάκις, ὡς ἀναπέμπεσθαι τὸ ποτὸν εἰς τὰς ῥῖνας.
                            <lb/>ὅταν μέντοι φλεγμήνας αὐτὸς οἴκοθεν σχῇ τὴν στενοχωρίαν, <lb/>οὐκ
                            ἐκ τῶν γειτνιώντων ἐπίκτητον, <milestone unit="ed2page" n="491"/>ὀδύνη
                            σφοδρὰ γίγνεται <lb/>καταπινόντων, ἅμα τῇ δυσχερείᾳ τῆς διεξόδου, καὶ
                            <lb/>μάλιστα ὅταν ὁ κάμνων ὕπτιος κατακείμενος ἐπιχειρῇ καταπίνειν·
                            <lb/>διὸ καὶ μετασχηματίζεσθαι προθυμοῦνται καὶ ἀνακαθίζειν, <lb/>αὐτῷ
                            τῷ συμβαίνοντι διδασκόμενοι, ῥᾷον ἐν τούτῳ <lb/>τῷ σχήματι καταπίνοντες,
                            ὡς ἂν οὐ μικρὰ συντελούσης τῆς <lb/>εἰς τὸ κάταντες φορᾶς τῶν σιτίων,
                            καὶ δυναμένης γε πολλάκις <lb/>καὶ μόνης γίγνεσθαι, μετὰ τὴν ἐκ τοῦ
                            στόματος ἔκθλιψιν <pb n="335"/> εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ στομάχου· κατὰ δὲ τὴν
                            ὑπτίαν κατάκλισιν <lb/>οὐδεμία βοήθεια πρὸς τῆς κατάντους γίνεται φορᾶς,
                            ἀλλ’ ὑπὸ <lb/>μόνης τῆς κατὰ τὸν στόμαχον ἐνεργείας ἐπιτελεῖται τὸ τῆς
                            καταπόσεως <lb/>ἔργον· ἅπαντα δ’ ἴστε τὰ φλεγμαίνοντα μόρια <lb/>κατὰ
                            μὲν τὰς ἐνεργείας ὀδυνώμενα, παρηγορούμενα δ’ ἐν ταῖς <lb/>ἡσυχίαις.
                            αἰσθητικοῦ δ’ ὄντος τοῦ στομάχου, συγχρῆσθαι <lb/>πάρεστι καὶ τούτῳ τῷ
                            πλεονεκτήματι τοῦ μορίου πρὸς τὴν <lb/>διάγνωσιν τῶν ἐν αὐτῷ παθῶν, ἐκ
                            τῆς τοῦ κάμνοντος ἀνακρίσεως, <lb/>ὅταν γε μὴ παντάπασιν ἠλίθιος ὑπάρχων
                            ἀδυνατῇ <lb/>σαφῶς ἑρμηνεύειν ἃ πάσχει· ὡς ἐάν γε δυνατὸς ἑρμηνεύειν
                            <lb/>ᾖ, μέγιστον πλεονέκτημα πρὸς τὴν διάγνωσιν αὐτοῦ <lb/>τῶν παθῶν
                            ἐστιν ἡ γιγνομένη κατὰ τὸν στόμαχον αἴσθησις. <lb/>ἐνίοτε μὲν γὰρ
                            ἀτονίας αἰσθάνεσθαί φασιν, ἐν πολλῷ <lb/>χρόνῳ μόγις διεξερχομένων τοῦ
                            στομάχου τῶν δι’ αὐτοῦ <lb/>φερομένων· ἐνίοτε δὲ κατὰ μὲν τὴν πρώτην
                            ὁρμὴν <lb/>ἑτοίμως κατιόντων, ἰσχομένων δ’ αὖθις, ὡς ἐσφηνῶσθαι
                            <lb/>δοκεῖν, εἶτα τὸ ὑπόλοιπον τῆς φορᾶς ἀλύπως τε καὶ <lb/>ῥᾷστα
                            διεξερχομένων. ὁ μὲν οὖν πρότερος τρόπος ἀτονίαν <pb n="336"/>
                            ἐνδείκνυται τῆς ἐνερ<milestone unit="ed1page" n="302"/>γείας, ὁ δὲ
                            δεύτερος στενοχωρίαν <lb/>καθ’ ἕν τι μόριον· ἑκατέρου δ’ αὐτῶν τὰς
                            διαφορὰς ἐκ τῶν <lb/>ἄλλων συμπτωμάτων ἔνεστι γνωρίζειν. ἐπὶ μὲν γὰρ τῆς
                            <lb/>ἀτονίας, ὅταν κατὰ δυσκρασίαν μόνην γίγνηται χωρὶς ὄγκου <lb/>παρὰ
                            φύσιν, ἡ κατὰ τὴν διέξοδον ὧν καταπίνουσι βραδύτης <lb/>ὁμαλὴ καὶ χωρὶς
                            ὀδύνης, ἐπιτεινομένη μὲν ἐν ταῖς <lb/>ὑπτίαις κατακλίσεσιν, πραϋνομένη
                            δ’ ἐν τοῖς ὀρθίοις τοῦ <lb/>τραχήλου σχήμασιν, ἄνευ τῆς κατὰ τὴν
                            στενοχωρίαν αἰσθήσεως, <lb/>εἴωθε συμβαίνειν· ἡ δὲ σὺν ὄγκῳ τινὶ
                            στενοχωρίαν τε <lb/>φέρει καθ’ ἕν τι μόριον ὑπὲρ τἄλλα, καθ’ ὃ καὶ
                            χρόνιος ἡ <lb/>διέξοδος γίνεται· κᾀπειδὰν ἤτοι φλεγμονώδης, ἢ
                            ἐρυσιπελατώδης <lb/>ὄγκος ᾗ, καὶ σὺν ὀδύνῃ καὶ δίψει καὶ θερμασίας
                            πολλῆς <lb/>αἰσθήσει, μετὰ πυρετῶν οὐ πάνυ τι θερμῶν οὐδὲ κατὰ <lb/>τὴν
                            ἀναλογίαν τοῦ δίψους· ἐὰν δέ τις τῶν μὴ πάνυ θερμῶν <lb/>ὄγκων ᾖ, χωρίς
                            γε πυρετοῦ καὶ θερμασίας καὶ δίψης, τὸ <lb/>τῆς καταπόσεως ἀνώμαλον
                            γίνεται, καθ’ ἕν τι μέρος ἰσχομένων <lb/>τῶν σιτίων, καὶ μᾶλλον ὅταν
                            ἁδρομερέστερά τε <lb/>καὶ σκληρότερα καταπίνηται, καὶ σὺν ὀδύνῃ τινὶ
                            βραχείᾳ. <lb/>τοιούτων συμπτωμάτων ἐν χρόνῳ πολλῷ γιγνομένων, καί ﻿<pb n="337"/> ποτε καὶ πυρετῶν ἐφημέρων συμπιπτόντων, καὶ φρίκης ἔστιν
                            <lb/>ὅτε, στοχαζομένοις ἡμῖν ἀπόστημα δύσπεπτον ἐν τῷ στομάχῳ
                            <lb/>γίγνεσθαι, συνέβη τοῦ χρόνου προϊόντος αἴσθησιν αὐτῷ τῷ
                            <lb/>κάμνοντι γενέσθαι ῥήξεως, ἐφ’ ᾖ πῦον ἤμεσεν ἔν τε τῷ παραχρῆμα
                            <lb/>καὶ κατὰ τὴν ὑστεραίαν καὶ τρίτην ἡμέραν, εἶτ’ <lb/>ἠκολούθησεν
                            αὐτῷ τἄλλα πάντα ἐφεξῆς ἡλκωμένου στομάχου <lb/>σημεῖα. καὶ γὰρ ἐπὶ τοῖς
                            δριμέσι καὶ ὀξέσι καὶ ἁλυκοῖς καὶ <lb/>στρυφνοῖς καταπινομένοις ᾐσθάνετο
                            δήξεως ἢ στύψεως, ἤλγει <lb/>τε κατ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος, εἰ καὶ μηδὲν
                            κατέπινεν, ἀλλὰ μετρίως· <lb/>ἰσχυροτέραν γὰρ τὰ δάκνοντα καὶ στύφοντα
                            τὴν τῆς ὀδύνης <lb/>αἴσθησιν εἰργάζετο. οὗτος μὲν οὖν ἐν πολλῷ χρόνῳ
                            μόγις <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="492"/>ἐσώθη, συμβαλλούσης αὐτῷ καὶ τῆς
                            ἡλικίας· ὅσοι δὲ <lb/>πρεσβύτεροι αὐτοῦ, διεφθάρησαν. ἥ γε μὴν ὀδύνη
                            πᾶσι <lb/>τοῖς ἐν στομάχῳ τι πάθος ἀλγεινὸν ἔχουσι κατὰ τὸ μετάφρενον
                            <lb/>διασημαίνει· καὶ ἡ αἰτία πρόδηλος ἑωρακόσιν ὑμῖν <lb/>ἐπιτεταμένον
                            τῆ ῥάχει τὸν στόμαχον. ὅτι δὲ κατὰ τοὺς αὐτοὺς <lb/>τρόπους κᾀκ τῶν κατὰ
                            τὸν στόμαχον ἀγγείων ἐμοῦσιν αἷμα, <lb/>καθ’ ὃν κᾀκ τῶν ἄλλων ἁπάντων,
                            εὔδηλόν ἐστιν. ἀλλ’ αἱ μὲν <pb n="338"/> κατὰ ῥῆξιν αἵματος ἀναφοραὶ σὺν
                            ἀλγήμασι γίγνονται διασημαίνουσαι <lb/>τὸν τόπον ἐν ᾧ γέγονεν ἡ ῥῆξις·
                            ὁμοίως δ’ <lb/>αὐταῖς καὶ αἱ κατὰ διάβρωσιν, ἢ ἀνάβρωσιν, ἢ ὅπως ἄν τις
                            <lb/>ὀνομάζειν ἐθέλῃ· αἱ δὲ κατ’ ἀναστόμωσιν ἀνώδυνοι τελέως <lb/>εἰσὶν,
                            αὐτῷ τε οὖν τούτῳ διορίζονται τῶν ἑτέρων καὶ τῷ <lb/>μήτ’ ἐπὶ πληγῇ
                            σφοδρᾷ μήτ’ ἐπὶ καταπτώσεσι γεγονέναι, καθάπερ <lb/>αἱ ῥήξεις εἰώθασι
                            γίγνεσθαι. συμβαίνουσι δὲ καὶ χωρὶς <lb/>προφάσεως τῆς ἔξωθεν ἐνίοτε
                            ῥήξεις ἀγγείων ὑπὸ πλήθους <lb/>αἵματος· αἱ δὲ κατὰ διάβρωσιν ἑλκώσεως
                            προηγησαμένης <lb/>γίγνονται· τὴν δ’ ἕλκωσιν αἵ τε ῥήξεις τῶν ἀγγείων
                            <lb/>ποιοῦσιν καὶ αἱ τῶν κακοηθῶν χυμῶν ἐπιῤῥοαί· καθάπερ <lb/>ὁρῶνται
                            κᾀπὶ τοῦ δέρματος συμβαίνουσαι πολλάκις. </p></div></div></div></body></text></TEI>