<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Τὸν δὲ κάτω τοῦ θώρακος ὅρον οἱ μὲν <lb/>παλαιοὶ πάντες ὠνόμαζον φρένας,
                            εἴθ’ ἁπλῶς ἐπελθὸν αὐτοῖς, <lb/>εἴθ’, ὥς τινες οἴονται, διότι
                            φλεγμαίνοντος αὐτοῦ βλάπτονται <lb/>τὴν φρόνησιν οἱ κάμνοντες· ἀπὸ
                            Πλάτωνος δ’ ἤρξατο <lb/>καλεῖσθαι διάφραγμα, προσαγορεύσαντος μὲν αὐτοῦ
                            φρένας <lb/>ὁμοίως τοῖς ἄλλοις παλαιοῖς, ἡγουμένου δὲ τὴν τοῦ <pb n="328"/> διαφράγματος ἐν τοῖς ζώοις χρείαν ἔχειν, ἐπειδὴ τὸ
                            θυμοειδὲς <lb/>τῆς ψυχῆς ἐν καρδίᾳ περιεχόμενον ἀπὸ τοῦ καθ’ ἧπαρ
                            ἐπιθυμητικοῦ <lb/>διαφράττοι. τοὐντεῦθεν δὲ ἔθος ἔσχον οἱ ἰατροὶ
                            <lb/>προσαγορεύειν αὐτὸ διάφραγμα, τῆς ἀρχαίας ἀμελήσαντες
                            <lb/>προσηγορίας, ὅπερ ἐποίησαν ἀμέλει κᾀπὶ τοῦ νωτιαίου· καὶ <lb/>γὰρ
                            καὶ τούτῳ τῆς οἰκείας οὐσίας ὄνομα μυελός ἐστιν, ὥσπερ <lb/>τοῦ νῦν
                            προκειμένου κατὰ τὸν λόγον ὀργάνου φρένες· ἐκείνῳ <lb/>τε οὖν προσετέθη
                            διορισμοῦ χάριν ὁ νωτιαῖος, ὥσπερ καὶ <lb/>διαυχένιος, καὶ ῥαχίτης, καὶ
                            ψωΐτης, εἶτα μετὰ ταῦτα σχεδὸν <lb/>ἅπαντες εἴθισαν ὀνομάζειν ἁπλῶς
                            νωτιαῖον· ἐνταῦθά τε <lb/>πάλιν ἐάσαντες τὸ τῶν φρενῶν ὄνομα, διάφραγμα
                            καλοῦσιν. <lb/>Ἀριστοτέλης δὲ <milestone unit="ed2page" n="489"/>ὠνόμαζεν ὑπόζωμα τὸ μόριον τοῦτο <lb/>τοῦ ζώου, μὴ γινώσκων μηδ’ αὐτὸς
                            ἐνέργειαν εἶναι μεγάλην <lb/>αὐτοῦ, χρησιμωτάτην τοῖς ζώοις· ἔστι γὰρ
                            ἀναπνοῆς ὄργανον· <lb/>εἰκότως οὖν ἐμποδίζει ταύτην παθὸν, ὡς κᾀν τῷ
                            περὶ <lb/>δυσπνοίας λόγῳ πρόσθεν εἴρηται, τοῖς κατὰ συμπάθειαν ἐπὶ
                            <lb/>τῷ νωτιαίῳ καὶ τοῖς ἀπ’ αὐτοῦ νεύροις γινομένοις ἐν αὐτῷ
                            <lb/>παθήμασι συναποδοθέντων καὶ τῶν ἰδίων αὐτοῦ. νυνὶ δὲ <pb n="329"/>
                            καὶ τῶν ἄλλων αὐτοῦ παθημάτων, ὅσα κατὰ συμπάθειαν <lb/>τῆς ἄνωθεν ἀρχῆς
                            ἐπιφέρει, μνημονεύσωμεν. πρὶν μὲν οὖν <lb/>παραφρονεῖν, πυκνὸν καὶ
                            μικρὸν ἐργάζεται τὸ πνεῦμα· παραφρονούντων <lb/>δ’ ἤδη, ποικίλως
                            ἀνώμαλον, ὡς ἐν τοῖς περὶ <lb/>δυσπνοίας ἐδείχθη. παραφροσύναι μὲν οὖν
                            γίγνονται κᾀπὶ <lb/>τῷ τῆς γαστρὸς στόματι κακοπραγοῦντι καὶ διακαέσι
                            πυρετοῖς <lb/>καὶ πλευρίτισιν καὶ περιπνευμονίαις· ἀλλ’ αἱ διὰ τὰς
                            <lb/>φρένας ἐγγὺς τῶν φρενιτικῶν εἰσιν· ἐπὶ μὲν γὰρ τοῖς ἄλλοις
                            <lb/>μορίοις πάσχουσι καὶ τοῖς διακαέσι πυρετοῖς ἐν ταῖς παρακμαῖς
                            <lb/>αὐτῶν ἡ παραφροσύνη καθίσταται· ταῖς φρενίτισι δ’ <lb/>ἴδιον
                            ἐξαίρετον ὑπάρχει τὸ μηδ’ ἐν ταῖς παρακμαῖς τῶν πυρετῶν <lb/>παύεσθαι
                            τὴν παραφροσύνην· οὐ γὰρ ἐπὶ συμπαθείᾳ <lb/>κατ’ ἐκείνην τὴν νόσον ὁ
                            ἐγκέφαλος πάσχει, ἀλλὰ κατ’ ἰδιοπάθειάν <lb/>τε καὶ πρωτοπάθειαν κάμνει,
                            καὶ διὰ τοῦτο κατὰ βραχύ <lb/>τε συνίσταται τοῦτο τὸ πάθος καὶ οὐκ
                            ἐξαίφνης παρακόπτουσιν <lb/>ἢ ἀθρόως, ὡς ἐπὶ τοῖς ἄλλοις μο<milestone unit="ed1page" n="301"/>ρίοις, ὅσα <lb/>προεῖπον ἀρτίως· οὐκ ὀλίγα
                            τε συμπτώματα προηγεῖται τῆς <lb/>κατασκευῆς αὐτοῦ, καὶ καλεῖταί γε
                            πάντα ταῦτα φρενιτικὰ <lb/>σημεῖα, καὶ γεγράφασιν αὐτὰ πάντες οἱ πρὸ
                            ἐμοῦ. <pb n="330"/> τοῦτο μὲν γὰρ ἀγρυπνίας ἢ καί τινας ὕπνους
                            θορυβώδεις ἐπὶ <lb/>φαντάσμασιν ἐναργέσιν, ὡς καὶ κράξαι ποτὲ καὶ
                            ἀναπηδῆσαι, <lb/>προηγουμένους ἔστιν ἰδεῖν, τοῦτο δ’ ἀλόγους
                            ἐπιλησμοσύνας, <lb/>ὡς αἰτήσαντας ἀμίδα τοὺς κάμνοντας οὐκέτ’ οὐρεῖν,
                            <lb/>ἢ οὐρήσαντας ἐπιλαθέσθαι προδοῦναι τὸ σκεῦος, ἢ θορυβωδέστερον
                            <lb/>ἢ ὅλως θρασύτερον ἀποκρίνασθαι, καὶ μάλισθ’ ὅταν <lb/>ἔμπροσθεν ᾖ
                            κόσμιος. ἀλλὰ καὶ βραχυπόται πάντες εἰσὶν <lb/>οὗτοι, καὶ μέγα καὶ
                            ἀραιὸν ἀναπνέουσι, καὶ τοὺς σφυγμοὺς <lb/>μικροτέρους τε καὶ
                            νευρωδεστέρους ἔχουσι, καί ποτε καὶ τὰ <lb/>κατ’ ἰνίον ὀδυνῶνται.
                            πλησίον δὲ ἤδη τοῦ φρενιτίζειν ὄντες <lb/>αὐχμηροὺς ἱκανῶς ἴσχουσι τοὺς
                            ὀφθαλμοὺς, ἤ τι κατὰ τὸν <lb/>ἕτερον αὐτῶν δάκρυον ἐκχεόμενον δριμὺ, καὶ
                            μετὰ ταῦτα καὶ <lb/>λήμας καὶ φλέβας τὰς ἐν αὐτοῖς μεστὰς αἵματος, ἐκ
                            ῥινῶν <lb/>τε στάξεις αἵματος, ἡνίκ’ ἤδη μηδὲ τὰς ἀποκρίσεις ἔμφρονας
                            <lb/>ἀκριβῶς ποιοῦνται, κροκυδίζουσί τε καὶ καρφολογοῦσι, καὶ
                            <lb/>πυρετὸν ἴσχουσιν αὐχμωδέστερον οὐ μεγάλας ἐφ’ ἑκάτερα μεταβολὰς
                            <lb/>ποιούμενον, ὥσπερ ἄλλοι τινὲς, ἀκμὰς μὲν σφοδροτάτας <pb n="331"/>
                            ἴσχοντες, ἐπιεικεῖς δὲ τὰς παρακμάς. τί δεῖ λέγειν περὶ <lb/>γλώττης
                            ἱκανῶς τραχείας, ἢ τοῦ παρακούειν ἐνίοτε, καί ποτε <lb/>καὶ κατακεῖσθαι
                            σκυθρωποὺς ἀποκρινομένους μόγις, ἢ μέρους <lb/>τινὸς ὀδυνηρὰν ἔχοντος
                            διάθεσιν οὐδ’ ὅλως αἰσθάνεσθαι, <lb/>κᾂν σφοδρότερόν τις αὐτοῦ θίγῃ;
                            κατὰ βραχὺ γὰρ οὕτως ἐπ’ <lb/>ἐγκεφάλῳ πάσχοντι φρενιτίζουσιν, ἐπ’ ἄλλῳ
                            δ’ οὐδενὶ μορίῳ <lb/>τὸ διηνεκές ἐστι τῆς παραφροσύνης, ὅτι μὴ
                            διαφράγματι <lb/>μόνῳ· πλησίον γάρ πως ἥκει τοῦ διηνεκοῦς, ὡς δι’ αὐτὸ
                            <lb/>τοῦτο δοξασθῆναι τοῖς παλαιοῖς, ἐπὶ τῷ μορίῳ τούτῳ φλεγμαίνοντι
                            <lb/>γίγνεσθαι φρενιτικοὺς, ὀνομάσαι τε φρένας αὐτὸ διὰ <lb/>τὴν αὐτὴν
                            ὑπόνοιαν, ὡς καὶ τῷ φρονοῦντι μορίῳ συμβαλλόμενόν <lb/>τι. διορίζεται δ’
                            ἡ ἀπὸ τούτου παραφροσύνη τῆς φρενιτικῆς <lb/>τοῖς τε κατὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς
                                <milestone unit="ed2page" n="490"/>συμπτώμασι <lb/>καὶ ταῖς ἐκ τῶν
                            ῥινῶν αἵματος στάξεσιν, καὶ τῷ τῆς ἀναπνοῆς <lb/>εἴδει· μέγα μὲν γὰρ καὶ
                            διὰ πολλοῦ χρόνου τὸ πνεῦμα <lb/>τοῖς ἐπ’ ἐγκεφάλῳ φρενιτικοῖς ἐφεξῆς
                            ἐστιν ἀεί· τοῖς δ’ ἐπὶ <lb/>ταῖς φρεσὶν ἀνώμαλον, ὡς καὶ μικρόν ποτε
                            γενέσθαι, καὶ <lb/>πυκνὸν, αὖθίς τέ ποτε μέγα καὶ στεναγματῶδες.
                            ἀρχομένης ﻿<pb n="332"/> μέντοι τῆς κατὰ τὸ διάφραγμα φλεγμονῆς, πρὶν
                            παραφρονῆσαι, <lb/>μικρὸν καὶ πυκνὸν ἀναπνέουσιν, ἔμπαλιν τοῖς ἐπ’
                            ἐγκεφάλῳ, <lb/>προηγεῖται γὰρ ἐκείνοις μέγα καὶ ἀραιὸν πνεῦμα· καὶ
                            <lb/>συνελόντι φάναι, τῶν εἰρημένων ἀρτίως προηγεῖσθαι φρενίτιδος
                            <lb/>ἤτοι γ’ οὐδὲν ἢ μικρὰ συμβαίνει τοῖς ἀρχομένοις φλεγμαίνειν <lb/>τὸ
                            διάφραγμα· καθάπερ γε πάλιν ἀνασπᾶσθαι μὲν <lb/>ὑποχόνδριον ἴδιον αὐτῶν
                            τῶν φρενῶν πασχουσῶν εὐθὺς ἐξ <lb/>ἀρχῆς, ἐπ’ ἐγκεφάλου δὲ ἕν τι τῶν
                            ὕστερον ἐπιγενομένων, <lb/>ἤδη κατασκευαζομένου τοῦ πάθους καὶ οὐκ
                            ἀρχομένου· <lb/>καὶ ἡ θερμασία δὲ πλείων ἐστὶ κατά τε τὴν κεφαλὴν καὶ
                            <lb/>τὸ πρόσωπον ἐπὶ τῶν ἐν αὐτῇ τῇ κεφαλῇ τὴν κατασκευὴν <lb/>ἐχόντων
                            τῆς παραφροσύνης. τὰ δ’ ἄλλα τοῦ διαφράγματος <lb/>πάθη, τά τε κατὰ
                            πρωτοπάθειαν αὐτοῦ γιγνόμενα <lb/>καὶ τὰ κατὰ συμπάθειαν, τὰ μὲν οὐκ
                            ἔστι τῆς προκειμένης <lb/>πραγματείας, ὅσα προδήλως πάσχει κατά τε τἄλλα
                            συμπτώματα <lb/>καὶ τὰς ἐν αὐτῷ γιγνομένας ἀποστάσεις, τὰ <lb/>δὲ ἐν τῷ
                            πρόσθεν εἴρηται λόγῳ. </p></div></div></div></body></text></TEI>