<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Καὶ κατὰ τοῦτο τὸ μόριον, ὥσπερ καὶ <lb/>κατὰ τἄλλα πάντα, τινὰ μὲν
                            ἰδιοπαθοῦντος αὐτοῦ γίνεται, <lb/>τινὰ δὲ ἑτέροις συμπάσχοντος· ἅπαντα
                            γοῦν ἐξ ἀνάγκης <lb/>εἰς τὴν τῆς ἀναπνοῆς βλάβην τελευτᾷ, τοῦτο γὰρ
                            <lb/>ἴδιον ὄργανον ἐδείχθη τῆς ἀναπνοῆς. ὅσα μὲν οὖν ἐν <lb/>αὐτῷ
                            γίνεται πάθη τῶν ὀδυνηρῶν, μικρὰν καὶ πυ<milestone unit="ed2page" n="482"/>κνὴν ﻿<pb n="307"/> ἐργάζεται τὴν ἀναπνοὴν, ὡς ἐν τοῖς περὶ
                            δυσπνοίας <lb/>ὑπομνήμασιν ἐδείχθη, καθάπερ γε καὶ τῶν γειτνιώντων τε
                            <lb/>καὶ συγκινουμένων. λέλεκται δ’ ἔμπροσθεν ἐν τοῖς τοῦ νωτιαίου
                            <lb/>πάθεσιν, ὅπως ἀναπνοὴ βλάπτεται, μηδὲν αὐτοῦ πεπονθότος <lb/>ἴδιον
                            πάθημα τοῦ θώρακος, ἀλλ’ ἤτοι τινος τῶν <lb/>ἀπὸ τοῦ νωτιαίου νεύρων, ἢ
                            αὐτοῦ τοῦ νωτιαίου. τῶν δ’ <lb/>ἰδίων τοῦ θώρακος παθῶν ἔνια μὲν ἐν τοῖς
                            μυσὶν αὐτοῦ, <lb/>τινὰ δὲ κατὰ τὸν ὑπεζωκότα τὰς πλευρὰς ὑμένα
                            συνίσταται· <lb/>περὶ δὲ τῶν κατὰ τὸ δέρμα καὶ τὰ τῶν πλευρῶν ὀστᾶ νῦν
                            <lb/>οὐ πρόκειται λέγειν, αἰσθητὸν ἐχόντων τὸν πεπονθότα τόπον.
                            <lb/>διττῶν οὖν ὄντων τῶν κατ’ αὐτὸν μυῶν, τῶν μὲν ἀναπληρούντων <lb/>τὰ
                            μεσοπλεύρια καλούμενα, τῶν δ’ ἔξωθεν αὐτοῖς <lb/>ἐπιβεβλημένων, αἱ μὲν
                            τῶν ἔξωθεν ὀδυνηραὶ διαθέσεις, ἑλκωθέντων, <lb/>ἢ θλασθέντων, ἢ ἀπόστημα
                            σχόντων, ἢ ἐρυσίπελας, <lb/>ἢ φλεγμονὴν, οὐκ ἀσαφῶς διαγιγνώσκονται τοῖς
                            ἰατροῖς <lb/>ἐπιβάλλουσι τὰς χεῖρας· αἱ δὲ τῶν μεσοπλευρίων μυῶν
                            <lb/>φλεγμοναὶ, καὶ μάλιστα τῶν ἐν βάθει, διφυεῖς γάρ εἰσιν, ὡς
                            <lb/>ἴστε, τὴν μὲν ἁφὴν ἡμῶν λανθάνουσιν, ὀδυνῶσι δὲ τῶν ἐπιπολῆς <pb n="308"/> μειζόνως, καί τι καὶ τοῦ τὴν φλεγμονὴν ἐργασαμένου
                            <lb/>ῥεύματος εἴσω διαπέμπουσιν διὰ τοῦ τὰς πλευρὰς ὑπεζωκότος
                            <lb/>ὑμένος, ὃς ἐξ ἀνάγκης αὐτοῖς συμφλεγμαίνει, καθάπερ <lb/>ἐκείνῳ
                            πάλιν, ὅταν αὐτὸς πρωτοπαθῇ κατά τινα καιρὸν ἕτερον, <lb/>ἡ ἐντὸς μοῖρα
                            τῶν μεσοπλευρίων συμπάσχει. ἀλλ’ ἥ γ’ <lb/>ἀκριβὴς πλευρῖτις ἐν τῇ
                            πρωτοπαθείᾳ τοῦ ὑπεζωκότος γίνεται, <lb/>διὸ καὶ μέχρι κλειδὸς ἢ
                            ὑποχονδρίων ὁ πόνος ἐξικνεῖται· τῶν <lb/>μὲν ἄνω μερῶν αὐτοῦ πασχόντων,
                            εἰς κλεῖν· τῶν κάτω δὲ, <lb/>εἰς τὰ ὑποχόνδρια. πυρετὸς δὲ πάντως ἕπεται
                            ταῖς τοιαύταις <lb/>φλεγμοναῖς σφοδρὸς, ὡς ἂν ἐγγὺς τῇ καρδίᾳ κειμένου
                            πάσχοντος <lb/>τόπου, καὶ συμφυοῦς ὑπάρχοντος αὐτῆς τῷ χιτῶνι, καθάπερ
                            <lb/>γε καὶ ταῖς φρεσίν. ὁ σφυγμὸς δέ σοι μάλιστα ἐνδείξεται,
                            <lb/>πότερον ὁ ὑπεζωκὼς ὑμὴν μᾶλλον ἢ οἱ ψαύοντες αὐτοῦ <lb/>πεπόνθασι
                            μύες· ἧττον μὲν γὰρ οἱ μύες, ὁ δ’ ὑπεζωκὼς μᾶλλον <lb/>ἐντείνει τε καὶ
                            σκληρὰν ἀποφαίνει τὴν ἀρτηρίαν, ὡς ἐπί <lb/>γε τῶν περὶ πνεύμονα παθῶν
                            οὐδ’ ὅλως ἡ τοιαύτη φαίνεται <lb/>σκληρότης. ὁ δ’ ἀποχεόμενος εἰς τὰ
                            κενὰ τοῦ θώρακος ἰχὼρ, <pb n="309"/> μεταλαμβανόμενος εἰς τὰς τραχείας
                            τοῦ πνεύμονος ἀρτηρίας, <lb/>ἀναπτύεται μετὰ βηχὸς, ἐνδεικνύμενος ὁποῖός
                            τίς ἐστιν ὁ τὴν <lb/>φλεγμονὴν ἐργαζόμενος χυμὸς, ἆρά γε πικρόχολος ἢ
                            μελαγχολικὸς <lb/>ἢ φλεγματικὸς ἢ αἱματικός. ὠχρὰ μὲν γὰρ καὶ ξανθὰ
                            <lb/>πτύουσιν ἐπὶ τῷ πικροχόλῳ, μέλανα δὲ ἐπὶ τῷ μελαγχολικῷ, <lb/>τὰ δ’
                            ἀφρωδέστερα καὶ λευκανθοῦντα πτύσματα τοῦ φλεγματικοῦ
                            <lb/>πλεονεκτοῦντος γίγνεται χυμοῦ, καθάπερ γε καὶ τὰ <lb/>ἐρυθρὰ τοῦ
                            αἱματώδους. ὅτι μὲν οὖν ἐκ τῶν κενῶν τοῦ θώρακος <lb/>ἀναπτύεταί τι μετὰ
                            βηχὸς, ἐναργῶς ἔστι γνῶναι κατὰ <lb/>τὰς διαθέσεις, ἐν αἷς ἔξωθεν ἔσω τὸ
                            ἕλκος διήκει, ἤτοι συντρήσεως <lb/>μὴ κολληθείσης, ἢ κατὰ ἀπόστημα μέγα
                            κατ’ ἄμφω <lb/>τὰ μέρη ῥαγὲν, ἢ τμηθὲν μὲν ὡς ἔξω μόνον ἀνίσχον,
                            εὑρεθέντος <lb/>δ’ ἐπὶ τῇ τομῇ διαβεβρωμένου τοῦ ὑπεζωκότος, ἢ καὶ
                            <lb/>διὰ σφάκελον ἐκκοπείσης πλευρᾶς, ἤτοι μὴ δυνηθέντων ἀπαθῆ
                            <lb/>φυλάξαι τὸν ὑπεζωκότα τῶν ἰατρῶν, ἢ διαβεβρωμένον ἢ
                            <lb/>διασεσηπότα πως εὑρόντων· ἐν ἀπάσαις γὰρ ταῖς τοιαύταις
                            <lb/>διαθέσεσιν, ὅταν ἐγχέωμεν εἰς τὰ κενὰ τοῦ θώρακος μελίκρατον,
                            <lb/>εὐθέως ἀναπτύεται μετὰ βηχὸς, αὐτῷ τῷ κάμνοντι διὰ <pb n="310"/>
                            διὰ τῆς γεύσεως, ὅτι μελίκρατόν ἐστι, γνωριζόμενον. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="483"/>ὅπως δὲ γίγνεται τοῦτο, καὶ δι’
                            ὧντινων ὁδῶν εἰς <lb/>τὴν τραχεῖαν ἀρτηρίαν ἀφικνεῖται, πάρεστι
                            σκοπεῖσθαι τῷ <lb/>βουληθέντι, φυλαττομένῳ παθεῖν ὅπερ ἔπαθον ἔνιοι τῶν
                            <lb/>ἀπορηθέντων ἐν τῇ τῆς αἰτίας εὑρέσει, τάχα μὲν ἑαυτοὺς πείσαντες
                            <lb/>ἀδύνατον εἶναι τὴν ἐκ τῶν κενῶν τοῦ θώρακος εἰς τὸν <lb/>πνεύμονα
                            μετάληψιν, ἴσως δὲ καὶ προσποιησάμενοι διὰ τὸ <lb/>μὴ βούλεσθαι δοκεῖν
                            ἀπορεῖσθαι. χρὴ δ’ ὅτι μὲν ἡ μετάληψις <lb/>γίνεται, πεπεῖσθαι· φαίνεται
                            γὰρ ἐναργῶς ἐπὶ τῶν <lb/>συντρήσεων· ὅπως δὲ γίνεται, ζητεῖν, ἀγαπῶντας
                            μὲν εἰ <lb/>εὕροιμεν, ἄχρι δ’ ἂν οὐδέπω πεπεικότες ἑαυτοὺς ὦμεν
                            εὑρηκέναι, <lb/>τὴν ἄγνοιαν ὁμολογοῦντας μᾶλλον ἢ καταψευδομένους
                            <lb/>τοῦ γιγνομένου. φαίνεται δὲ κᾀπὶ τῶν ἐναίμως κολλωμένων
                            <lb/>συντρήσεων ἀναπτυόμενά τινα γνωρίσματα τοῦ ῥυέντος αἵματος <lb/>ἐν
                            ταῖς τρώσεσιν εἰς τὴν μεταξὺ θώρακός τε καὶ πνεύμονος <lb/>χώραν·
                            ἐναργὴς δ’ ἐστὶ κᾀπὶ τῶν ἐμπύων ἥ τ’ ἐν τῇ <lb/>χώρᾳ ταύτῃ τοῦ πύου
                            σύστασις ἥ τ’ ἐξ αὐτοῦ πτύσις ἅμα <pb n="311"/> βηχί. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν
                            τρόπον εὔλογον γίγνεσθαι καὶ τὰς <lb/>ἐκ τοῦ θώρακος αἵματός τε καὶ πύου
                            πτύσεις, ἐφ’ ὧν Ἐρασίστρατος <lb/>ζητῶν τὰς ὁδοὺς, ἀπίθανα γράφει κατὰ
                            τὸ περὶ <lb/>τῆς ἀναγωγῆς τοῦ αἵματος βιβλίον ἐν τῇδε τῇ ῥήσει· ἡ δὲ
                            <lb/>ὁδὸς ἐπὶ τὴν ἀναγωγὴν τοῖς ἀπὸ τούτων τῶν τόπων ἀναφερομένοις
                            <lb/>τοιαύτη τις γίνεται. ἀπὸ τῆς παρὰ τὴν ῥάχιν κειμένης <lb/>ἀρτηρίας
                            ἀποφύσεις εἰσὶν ἀγγείων παρ’ ἑκάστην πλευρὰν, <lb/>ὁμοίως ἔκ τε τῶν
                            δεξιῶν καὶ τῶν ἀριστερῶν· αὗται δ’ <lb/>εἰς τοὺς πλησίον τόπους ἐπὶ
                            πλεῖον σχιζόμεναι εἰς ἄδηλα τῇ <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="298"/>αἰσθήσει ἀποτελευτῶσιν. ὅταν οὖν
                            γίγνηταί τις εἰς <lb/>ταύτας τὰς ἀρτηρίας παρέμπτωσις αἵματος, κατὰ τὴν
                            κοίλην <lb/>ἀρτηρίαν ἐνίοτε λαμβάνει τὴν ἀναφορὰν ἐπὶ τοὺς περὶ τὸν
                            <lb/>πνεύμονα τόπους, καὶ κατὰ τὰς προσφύσεις, αἷς ὁ πνεύμων
                            <lb/>προσπέφυκεν τῇ ἀρτηρίᾳ κατὰ τὴν ῥάχιν· γίγνεται γάρ τις <lb/>καὶ
                            ταύτῃ τῶν παρεμπεπτωκότων ἐπάνοδος εἰς τὸν πνεύμονα· <lb/>ἐκ δὲ τοῦ
                            πνεύμονος, ὅπως εἰς τὴν ἀναγωγὴν ἐπανέρχεται, <lb/>πρότερον εἴρηται. ἐν
                            ταύτῃ τῇ ῥήσει σαφῶς ὁ <lb/>Ἐρασίστρατος ἐδήλωσεν, τὰς ἀπὸ τῆς μεγάλης
                            ἀρτηρίας <lb/>ἀποπεφυκυίας εἰς ἕκαστον τῶν τοῦ θώρακος μεσοπλευρίων,
                                ﻿<pb n="312"/> ὑποδεξαμένας αἷμα διὰ τῶν καθηκόντων στομάτων εἰς τὸ
                            <lb/>φλεγμαῖνον μέρος, ἐπὶ τὴν μεγάλην ἀρτηρίαν ἀναφέρειν αὐτὸ, <lb/>τὴν
                            ἀπὸ καρδίας μὲν ἐκπεφυκυῖαν, ἐπιτεταμένην δὲ τῇ ῥάχει· <lb/>πάλιν δ’ ἀπ’
                            αὐτῆς εἰς τοὺς περὶ τὸν πνεύμονα τόπους φησὶ <lb/>γίγνεσθαι τὴν
                            ἀναφορὰν, οὐκέτι προσθεὶς ὅπως γίγνεται καὶ <lb/>διὰ τίνων ὁδῶν, ἀλλ’
                            ἐφεξῆς γράψας, καὶ κατὰ τὰς προσφύσεις, <lb/>αἷς ὁ πνεύμων προσπέφυκεν
                            τῇ ἀρτηρίᾳ κατὰ τὴν ῥάχιν· <lb/>γίγνεται γάρ τίς, φησι, καὶ ταύτῃ τῶν
                            παρεμπεπτωκότων <lb/>ἐπάνοδος εἰς τὸν πνεύμονα· ὅπως δὲ γίγνεται καὶ
                            κατὰ τίνας <lb/>συμφύσεις, οὐκέτι οὐδ’ ἐνταῦθα προσέθηκεν. μένει τοίνυν
                            <lb/>ἔτι τὸ ζητούμενον, οὐδὲν εἰπόντος εἰς αὐτὸ σαφὲς τοῦ Ἐρασιστράτου,
                            <lb/>καίτοι σαφῶς ἑρμηνεύειν προῃρημένου κατά τε <lb/>τἄλλα πάντα
                            συγγράμματα καὶ κατὰ τοῦτ’ αὐτὸ, τὸ περὶ <lb/>τῆς τοῦ αἵματος ἀναγωγῆς.
                            διὸ καὶ μᾶλλον ἄν τις ἡγήσαιτο, <lb/>μοχθηρὸν εἶναι τὸν λόγον,
                            ὑποπτευθέντα καὶ αὐτῷ τῷ Ἐρασιστράτῳ <lb/>τοιοῦτον ὑπάρχειν· ἑκών γ’ οὖν
                            φαίνεται λέξεσιν <lb/>ἀσαφέσιν κεχρῆσθαι, χάριν τοῦ δόξαι τι λέγειν,
                            καίτοι λέγων <pb n="313"/> μηδέν· ἐν αὐτῷ γὰρ τῷ τόπῳ τῷ ζητουμένῳ
                            κατέλιπε τὴν <lb/>διήγησιν, ὅπως μὲν εἰς τὴν μεγάλην ἀρτηρίαν ἐκ τῶν
                            πλευρῶν <lb/>ἀφικνεῖται τὸ αἷμα, σαφῶς εἰπὼν, ὅπως δὲ πάλιν ἀπὸ ταύτης
                            <lb/>εἰς τοὺς περὶ τὸν πνεύμονα τόπους, ὡς αὐτὸς εἶπεν, <lb/>οὐκέτι
                            προσθείς. ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ φάναι, τοὺς <lb/>περὶ τὸν πνεύμονα
                            τόπους, ἐνὸν εἰπεῖν τὸν πνεύ<milestone unit="ed2page" n="484"/>μονα,
                            <lb/>δῆλός ἐστιν ἑκὼν ἐπιταράττων τὸν λόγον. καὶ τοῦτο μὲν <lb/>ἐφεξῆς
                            ἐδήλωσεν εἰπών· ἐκ δὲ τοῦ πνεύμονος ὅπως εἰς τὴν <lb/>ἀναγωγὴν
                            ἐπανέρχεται, πρότερον εἴρηται· ὡς γὰρ εἰς τὸν <lb/>πνεύμονα φερομένου
                            παρὰ τῆς μεγάλης ἀρτηρίας αἵματος, <lb/>οὕτω φαίνεται περὶ τῆς ἐντεῦθεν
                            ἀναγωγῆς ἀναμιμνήσκων <lb/>ἡμᾶς ὅπως γίνεται. ὅτι μὲν οὖν πρότερον
                            εἴρηται περὶ τῆς <lb/>ἐκ τοῦ πνεύμονος ἀναπτύσεως, ἐπιστάμεθα, καὶ
                            μέντοι καὶ <lb/>ὅτι σαφῶς εἴρηται, μαρτυροῦμεν· εὐξαίμεθα δ’ ἂν ὁμοίως
                            <lb/>εἰρῆσθαι καὶ περὶ τῆς εἰς τὸν πνεύμονα μεταλήψεως ἐκ τῆς
                            <lb/>μεγάλης ἀρτηρίας· ὥσπερ κᾀπειδὰν εἴπῃ, καὶ κατὰ τὰς προσφύσεις,
                            <lb/>αἷς ὁ πνεύμων προσπέφυκε τῇ ἀρτηρίᾳ κατὰ τὴν ῥάχιν, <lb/>γίνεσθαι
                            τὴν ἐπὶ τὸν πνεύμονα φορὰν τοῦ αἵματος. <pb n="314"/> οὐδὲ γὰρ ἐνταῦθα
                            τίνας λέγει προσφύσεις ἐδήλωσεν. καὶ <lb/>γὰρ ἐὰν δι’ ὑμένων ἤ τινων
                            ἰνωδῶν σωμάτων γίγνονται, <lb/>πλέον οὐδὲν ὡς πρὸς τὴν τοῦ περιεχομένου
                            κατὰ τὴν μεγάλην <lb/>ἀρτηρίαν αἵματος εἰς τὸν πνεύμονα φοράν· ἐκφύεσθαι
                            γάρ <lb/>τινα δεῖ τῆς ἀρτηρίας ἀγγεῖα, δι’ ὧν εἰς τὸν πνεύμονα
                            παραγενήσεται <lb/>τὸ αἷμα, καθάπερ οἱ Ἐρασιστράτειοι λέγουσι διὰ
                            <lb/>τῆς ἀρτηρίας γίγνεσθαι τοῦτο τῆς ὑποβεβλημένης τῷ πνεύμονι·
                            <lb/>φαίνεται γὰρ αὐτῆς ἀμυδρὰ πέρατα πρὸς τὴν τραχεῖαν <lb/>ἀρτηρίαν
                            περαίνοντα, τὴν δ’ ἔκφυσιν ἀπὸ τῆς μεγάλης ἀρτηρίας <lb/>αὐτὴ λαμβάνει
                            πρὶν ἐπιβῆναι τῇ ῥάχει. καί τινα λόγον <lb/>διττὸν ἀπ’ αὐτῆς τῆς
                            ἀρτηρίας οἱ Ἐρασιστράτειοι πορίζονται, <lb/>βοηθοῦντες αὐτῷ, νῦν μὲν εἰς
                            τὴν ἀπὸ τοῦ θώρακος ἀναγωγὴν <lb/>τοῦ αἵματος, ἑτέρωθι δ’ εἰς γένεσιν
                            φλεγμονῆς ἐν τῷ <lb/>πνεύμονι· καὶ γὰρ καὶ περὶ ταύτης αὐτοῖς οἱ
                            ἑτερόδοξοι <lb/>προὔβαλον, ὡς ἀδυνάτου γίγνεσθαι κατὰ τὰς Ἐρασιστράτου
                            <lb/>ὑποθέσεις. αὐτὸς γὰρ ἐν τῷ διδάσκειν ὅπως γίνεται φλεγμονὴ, <lb/>τὸ
                            παρεμπῖπτον εἰς τὰς ἀρτηρίας αἷμα βούλεται τῷ <lb/>παρὰ τῆς καρδίας
                            φερομένῳ πνεύματι συντυγχάνον ἀναστέλλεσθαί <pb n="315"/> τε καὶ
                            συνελαύνεσθαι πρὸς τὰ πέρατα τῶν ἀρτηριῶν, <lb/>πλὴν εἴποτέ τινες
                            ἀρτηρίαι τρωθεῖσαι, κενωθέντος ἐξ αὐτῶν <lb/>κατὰ τὸ τραῦμα τοῦ
                            πνεύματος, ἐκ τῆς πρὸς τὸ κενούμενον <lb/>ἀκολουθίας διαδέξονται τὸ
                            αἷμα. κατὰ τοῦτον οὖν τὸν λόγον <lb/>οὐκ ἂν γενέσθαι φασὶ φλεγμονὴν ἐν
                            ταῖς τοῦ πνεύμονος <lb/>ἀρτηρίαις· εἰ γὰρ καὶ παρεμπέσοι ποτ’ αὐταῖς
                            αἷμα, μηδεμίαν <lb/>ἀπάντησιν αὐτῷ πρὸς τὸ πνεῦμα γίγνεσθαι. κατὰ γάρτοι
                            <lb/>μόνας τὰς τοῦ πνεύμονος ἀρτηρίας οὐ βούλεται παρὰ τῆς <lb/>καρδίας
                            φέρεσθαι τὸ πνεῦμα, καθάπερ εἰς τὰς ἄλλας ἁπάσας, <lb/>ἀλλ’ ἔμπαλιν
                            αὐτὰς χορηγεῖν τῇ καρδίᾳ τοῦ πνεύματος, ὃ διὰ <lb/>τῆς εἰσπνοῆς τῶν
                            τραχειῶν ἀρτηριῶν αἱ λεῖαι μεταλαμβάνουσιν. <lb/>τὴν οὖν ἀρτηρίαν ταύτην
                            τὴν ἀπὸ τῆς κατὰ τὴν ῥάχιν <lb/>ἀρτηρίας μεγάλης εἰς τὸν πνεύμονα
                            φερομένην φασὶ τήν τε <lb/>φλεγμονὴν ὑπομένειν κατὰ τὰ πέρατα καὶ τὴν ἐκ
                            τοῦ θώρακος <lb/>ἀναγωγὴν ἐργάζεσθαι τοῦ αἵματος. ἀλλὰ τὸν μὲν περὶ
                            <lb/>τῆς φλεγμονῆς λόγον οὐ νῦν πρόκειται σκοπεῖν· ἡ δὲ μετάληψις
                            <lb/>τοῦ αἵματος, ἣν ἐκ τῆς μεγάλης ἀρτηρίας εἰς τὸν πνεύμονα
                            <lb/>γίγνεσθαί φασιν, οὐκ ὀρθῶς φαίνεται λεγομένη. πρῶτον <lb/>μὲν γὰρ
                            εἰς μεγάλην ἀρτηρίαν ἐκ τῶν μεσοπλευρίων ἀδύνατον <pb n="316"/>
                            ἐνεχθῆναι τὸ αἷμα, παλινδρομήσει γὰρ αὐτίκα συνελαυνόμενον <lb/>ὑπὸ τοῦ
                            πνεύματος, ὃ παρὰ τῆς καρδίας διὰ τῆς μεγάλης ἀρτηρίας <lb/>εἰς ταύτας
                            ἐπιπέμπεται· ἔπειτα δ’ εἰ καὶ συγχωρηθείη <lb/>τοῦτο γίγνεσθαι, καὶ
                            θείημεν εἰς τὴν μεγάλην ἀρτηρίαν αὐτὸ <lb/>φέρεσθαι, μείζονος ἀτόπου
                            καταλαμβάνοντος τὸν λόγον, ἐξ <lb/>αὐτῶν τῶν Ἐρασιστρατείων ὑποθέσεων.
                            βούλεται γὰρ εἰς <lb/>τὴν ἀρτηρίαν ταύτην ἐνθλιβόμενον ὑπὸ τῆς καρδίας
                            τὸ πνεῦμα, <lb/>διασῶζον τῆς βολῆς τὴν ῥύμην, εἰς ὅλον φέρεσθαι τὸ
                            <lb/>σῶμα διὰ τῶν ἀπ’ ἐκείνης πεφυκυιῶν ἀρτηριῶν· <milestone unit="ed2page" n="485"/>ὡς <lb/>κατὰ μίαν ἔνθλιψιν τῆς ἀρτηρίας
                            ἐξικνεῖσθαι μέχρι τῶν κατὰ <lb/>τοὺς πόδας ἄκρων τὴν φορὰν τοῦ
                            πνεύματος, ὑπὲρ τοὺς σφοδροτάτους <lb/>ἀνέμους τὸ τῆς φορᾶς τάχος εἶναι
                            βουλόμενος. <lb/>οὔκουν ἐγχωρεῖ τὴν τοσαύτην σφοδρότητα μὴ οὐκ εὐθέως
                            <lb/>ὠθεῖν τὸ κατὰ τὴν μεγάλην ἀρτηρίαν αἷμα πανταχόσε τοῦ <lb/>σώματος·
                            οἱ δ’ εἰς μίαν ἀρτηρίαν αὐτὸ συνελαύνουσι τῷ <lb/>λόγῳ, τὴν εἰς τὸν
                            πνεύμονα φερομένην, ὥσπερ νοῦν ἔχον <lb/>ἐπιστάμενόν τε, δι’ ἧς ὁδοῦ
                            κενωθήσεται ῥᾷστα. μάχεται δ’ <lb/>αὖ πάλιν αὐτὸ τοῦτο τῷ νῦν ἐνεστῶτι
                            λόγῳ, κενοῦσθαι τάχιστα <lb/>συγχωροῦντι τὸ αἷμα διὰ τῆς τραχείας
                            ἀρτηρίας. εἰ γὰρ ﻿<pb n="317"/> οὕτως ἐστὶν εὐρέα τὰ πέρατα τῶν ἀρτηριῶν
                            τούτων, ὡς τὸ <lb/>παρεμπεσὸν εἰς αὐτὰ αἷμα ταχίστην ἴσχειν τὴν κένωσιν,
                            οὐκ <lb/>ἐνδέχεται σφηνωθὲν αὐτὸ φλεγμονὴν ἐργάσασθαι· τὸ γὰρ
                            <lb/>σφηνοῦσθαι τῷ διεκπίπτειν ἐναντίον ἐστί. θαυμάσαι δὲ <lb/>ἔστιν ἔτι
                            μᾶλλον, ὅπως ἐφεξῆς γράφων αὐτὸς Ἐρασίστρατος <lb/>ἐπιμελέστατα περὶ τῆς
                            τοῦ πύου κενώσεως, ἥν τ’ ἐν τοῖς πλευριτικοῖς <lb/>πάθεσιν, ἥν τ’ ἐν
                            τοῖς ἐμπυήμασιν ἴσχει, τὴν μάχην <lb/>οὐ σύνοιδεν, ἣν ἡμῖν καὶ ἅπασι
                            τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις οἱ <lb/>δύο λόγοι πρὸς ἀλλήλους ἔχειν φαίνονται.
                            γνωσθήσονται δ’ <lb/>ἐναργῶς, παραγραφείσης αὐτοῦ τῆς ῥήσεως, ἐχούσης
                            κατὰ <lb/>λέξιν οὕτως· ἐν δὲ τοῖς <milestone unit="ed1page" n="299"/>αὐτοῖς τούτοις πάθεσι πύου <lb/>ἀνακάθαρσις ἐνίοτε πολλοῦ γίνεται· ἡ
                            δ’ αἰτία τούτου παρὰ <lb/>τὴν φύσιν τῶν ἀγγείων γίνεται· ἐπιλογισμὸς δ’
                            αὐτῶν ὅδε. <lb/>ἐκ τῆς καρδίας ἀπόφυσις φλεβὸς εὐμεγέθης κεῖται παρὰ τὴν
                            <lb/>ῥάχιν, ἀποτελευτῶσα καθ’ ὃν τόπον αἱ φρένες ἐκ τῶν σπονδύλων
                            <lb/>ἐκπεφύκασιν· ἀπὸ δὲ ταύτης αἱ παρὰ τὰς πλευρὰς <lb/>τείνουσαι καὶ
                            ταῖς ἀρτηρίαις παρακείμεναι φλέβες τὴν ἀπόφυσιν <lb/>ἔχουσιν. ὅταν οὖν
                            ἕλκωσις ἐν τοῖς τόποις τούτοις <pb n="318"/> ἢ ἀπόστημα γένηται,
                            πλείονος πύου συναγωγὴν ποιούμενον, <lb/>εἰς μὲν τὸ μεταξὺ τοῦ πνεύμονος
                            καὶ τῶν πλευρῶν οὐ ῥᾳδίως <lb/>τὴν ἔκχυσιν λαμβάνει, διὰ τὸ τὸν ὑμένα
                            ὑπεζωκότα τὰς πλευρὰς <lb/>νευρώδη τε καὶ ἰσχυρὸν καὶ δυσδιαίρετον
                            εἶναι· συῤῥήγνυται <lb/>δ’ εἰς τὰ ἐντὸς ἀγγεῖα τοῦ ὑμένος κείμενα.
                            λεπτοτέρας <lb/>δὲ καὶ ἀσθενεστέρας οὔσης τῆς φλεβὸς ἢ τῆς ἀρτηρίας,
                            <lb/>πρότερα ταῦτα τὰ ἀγγεῖα τῶν περὶ τὰς ἀρτηρίας διαιρεῖται· <lb/>κατὰ
                            δὲ τὰς διαιρέσεις ἡ ἀνάχυσις τοῦ πύου εἰς τὰς φλέβας <lb/>γίνεται. ἐπὶ
                            μὲν οὖν τοὺς κάτω τόπους οὐ γίνεται τοῦ <lb/>πύου διέξοδος, διὰ τὸ μὴ
                            διϊκνεῖσθαι τὴν φύσιν τῶν φλεβῶν, <lb/>ἀλλὰ τὴν ἀποτελεύτησιν ἔχειν,
                            καθάπερ εἴρηται, κατὰ τὴν <lb/>ἔκφυσιν τοῦ διαφράγματος· πληρουμένων δὲ
                            ἀεὶ τῶν συνεχῶν <lb/>τόπων, τὴν ἐπάνοδον λαμβάνειν ἀναγκαῖον εἰς τοὺς
                            ἐπάνω <lb/>τόπους. ἐπινοεῖν οὖν δεῖ τὴν γινομένην κατὰ τὴν ἀναπνοὴν
                            <lb/>τοῦ πνεύμονος ἐνέργειαν, καὶ τὴν ὁλκήν τε καὶ δίωσιν <lb/>τοῦ
                            πνεύματός τε καὶ τῶν ὑγρῶν, καὶ ὅτι κατὰ τοῦτον <lb/>τὸν τρόπον ἡ τοῦ
                            πύου ἐπάνοδος ἀπὸ τῶν πλευρῶν εἰς τὸν <lb/>πνεύμονα γίνεται· ἡ δ’ ἐκ τοῦ
                            πνεύμονος ἀναγωγὴ ὃν τρόπον <lb/>γίνεται, πρότερον εἴρηται. ἐν ταύτῃ τῇ
                            ῥήσει τὸ μὲν <pb n="319"/> μὴ δύνασθαι κατωτέρω τοῦ διαφράγματος
                            ἀφικέσθαι τὸ μεταληφθὲν <lb/>εἰς τὰς φλέβας πῦον, ἀληθῶς εἴρηται τῷ
                            Ἐρασιστράτῳ, <lb/>τῆς γε τὰς κάτω τοῦ θώρακος ὀκτὼ πλευρὰς, οὐ <lb/>γὰρ
                            δὴ πάσας γε, τρεφούσης φλεβὸς, ἄχρι τοῦ διαφράγματος <lb/>ἐρχομένης· οὐ
                            γὰρ χρὴ μικρολογεῖσθαι νῦν, εἰ διεκπίπτει τι <lb/>μέρος αὐτῆς μικρόν·
                            ὅπως δὲ ἀναπτύεται τὸ πῦον τοῦτο, τὴν <lb/>ἀρχὴν οὐδ’ ἐπεχείρησεν
                            εἰπεῖν, ὥσπερ οὐδὲ τῶν ἀπ’ αὐτοῦ <lb/>τις. οὐ γὰρ δὴ ὥσπερ ἀρτηρίαν τινά
                            φασιν ἀπὸ τῆς μεγάλης <lb/>ἀποσχιζομένην ἐπὶ τὸν πνεύμονα φέρεσθαι, κατὰ
                            τὸν <lb/>αὐτὸν ἔχουσι λόγον ἀποφαίνεσθαί τι περὶ τῆς φλεβός· ἡ μὲν
                            <lb/>γὰρ ἀρτηρία φαίνεται, κᾂν εἰ μὴ κατασχιζομένη σαφῶς εἰς τὸ
                            <lb/>σπλάγχνον, ἀλλ’ ὑποβεβλημένη γ’ αὐτῷ, καὶ μέχρι τῆς τραχείας
                            <lb/>ἀρτηρίας ἀποφύσεις πέμπουσα· φλέβα δ’ οὐδεμίαν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="486"/>οὔθ’ ἡμεῖς εἴδομεν οὔτ’ ἄλλος τις τῶν
                            ἀνατομικῶν <lb/>ἔγραψεν οὔτ’ αὐτὸς ὁ Ἐρασίστρατος ἐτόλμησεν εἰπεῖν, ἐπὶ
                            <lb/>τὸν πνεύμονα φέρεσθαι ἀπὸ τῆς ἐπὶ τῇ ῥάχει μεγάλης φλεβός·
                            <lb/>ὡμολόγηται γὰρ ὑπὸ πάντων ἐκ τῆς δεξιᾶς κοιλίας τῆς καρδίας <lb/>ὁ
                            πνεύμων αἷμα λαμβάνειν δι’ ἑνὸς ἀγγείου μόνου. δεήσει τοίνυν <pb n="320"/> γε τὸ παραγιγνόμενον ἐκ τῶν πλευρῶν πῦον εἰς τὴν κατὰ <lb/>ῥάχιν
                            φλέβα πρότερον μὲν ἐπὶ τὴν καρδίαν ἀφικέσθαι, δεύτερον <lb/>δὲ εἰς τὴν
                            φλέβα τὴν ἀπ’ αὐτῆς εἰς τὸν πνεύμονα φερομένην, <lb/>εἶτα τὸ τρίτον ἐκ
                            ταύτης εἰς τὰς ἐν ἐκείνῳ τραχείας <lb/>ἀρτηρίας μεταληφθῆναι, καὶ μετὰ
                            ταῦτα βηχὸς δεηθῆναι δηλονότι <lb/>τῆς εἰς τὸ στόμα δυνησομένης ἀνάξειν
                            αὐτό. κατὰ <lb/>τίνα μὲν τρόπον ἡ τοῦ μιχθέντος πύου τῷ αἵματι διάκρισις
                            <lb/>ἀπ’ αὐτοῦ γίνεται, παρέλιπεν εἰπεῖν, ὥσπέρ τι μικρὸν ὂν <lb/>τοῦτο
                            καὶ τὸ τυχὸν ὑπερβὰς, ἀλλ’ οὐκ αὐτὸ μάλιστα τὸ <lb/>συνέχον ὅλον αὐτοῦ
                            τὸν λόγον. οὐδὲ γὰρ τοῦτ’ ἔστιν εἰπεῖν, <lb/>ὡς τὸ περιεχόμενον αἷμα
                            κατὰ τὴν ἐν τῇ ῥάχει φλέβα πρὸς <lb/>τὴν καρδίαν ἀναφέρεσθαι πέφυκεν·
                            αὐτὸ γάρ τοι τοὐναντίον <lb/>ἐστὶν εἰπεῖν, τὸ ἀπὸ τοῦ κατὰ τὴν καρδίαν
                            ὠτὸς τοῦ δεξιοῦ <lb/>τὴν φλέβα ταύτην ἀρχομένην ἅμα ἑαυτῆς κομίζειν
                            αἷμα, τὰ <lb/>κατὰ τὰς ὀκτὼ πλευρὰς μόρια πάντα τοῦ θώρακος θρέψον·
                            <lb/>οὐ γὰρ δὴ τά γε κατὰ τὰς ὑψηλὰς αὐτοῦ τέτταρας, αἱ γὰρ <lb/>ἐκεῖνα
                            τρέφουσαι φλέβες ἀπὸ τῆς εἰς τὰς σφαγὰς ἀναφερομένης <lb/>πεφύκασιν ἐν
                            τῷ μεταξὺ τόπῳ καρδίας τε καὶ κλειδῶν· <lb/>ὥστε καὶ τοῦτ’ ἄτοπον ἱκανῶς
                            ἕπεται τοῖς Ἐρασιστράτου λόγοις· <pb n="321"/> τὸ γὰρ ἀπὸ τῶν ὑψηλῶν τοῦ
                            θώρακος τεττάρων πλευρῶν <lb/>πῦον ἀναφερόμενον εἰς τὴν κοίλην φλέβα
                            μάλιστα μὲν ἐπὶ <lb/>τὰς κατὰ τὸν τράχηλον ὠμοπλάτας τε καὶ κεφαλὴν καὶ
                            χεῖρας <lb/>ἀφικνουμένας φλέβας, ἤδη δὲ καὶ τὰς καθ’ ὅλον τὸ ζῶον,
                            <lb/>ἐνεχθήσεται. ταῦτά τε οὖν ἄτοπα τοῖς ὑπ’ Ἐρασιστράτου
                            <lb/>γεγραμμένοις ἕπεται καὶ πρὸς τούτοις ἔτι τὸ παραλελειμμένον
                            <lb/>ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὸν λογισμὸν τῆς αἰτίας· εἰπὼν γὰρ, εἰς <lb/>τὸ
                            μεταξὺ πνεύμονός τε καὶ τῶν πλευρῶν οὐ ῥᾳδίως ἔκχυσιν <lb/>λαμβάνειν τὸ
                            πῦον, διὰ τὸ τὸν ὑπεζωκότα τὰς πλευρὰς ὑμένα <lb/>νευρώδη τε καὶ ἰσχυρὸν
                            καὶ δυσδιαίρετον εἶναι, τὸ μὲν ἐκχεῖσθαί <lb/>ποτε πῦον εἰς τὴν χώραν
                            ταύτην οὐκ ἠρνήσατο, <lb/>προσέθηκε δὲ τῷ λόγῳ τὸ μὴ ῥᾳδίως. ἐχρῆν οὖν
                            καὶ τούτου <lb/>τοῦ μὴ ῥαδίως μὲν, ὅμως δ’ οὖν γινομένου ποτὲ, τὸν
                            λογισμὸν <lb/>ἀποδοῦναι, διδάξαντα τὰς ὁδοὺς αἷς χρώμενον τὸ <lb/>πῦον
                            ἐπὶ τῶν ἐμπυϊκῶν ἀναπτύεται. καθάπερ γὰρ ἀπολλυμένους <lb/>εἴδομεν οὐκ
                            ὀλίγους τῶν οὕτως ἐχόντων, οὕτω καὶ <lb/>σωθέντας ἑτέρους πολλοὺς, ἐφ’
                            ὧν εἴ τις ἤθροιζε τὸ καθ’ <lb/>ἑκάστην ἡμέραν ἀναβηττόμενον πῦον, ἐνίοτε
                            μὲν ἓξ ἢ ὀκτὼ <lb/>κοτυλῶν, ἐνίοτε δὲ καὶ δέκα, ἐνίοτε δὲ καὶ πλειόνων
                            ἂν εὑρέθη ﻿<pb n="322"/> τὸ σύμπαν κεφάλαιον. ἀλλ’ ὅπερ ἀεὶ λέγειν
                            εἴωθα, καὶ νῦν <lb/>ἐρῶ· πολλοὶ τῶν ἰατρῶν ἐναργῶς ὁρωμένων πραγμάτων
                            ἀδυνατοῦντες <lb/>εἰπεῖν τὰς αἰτίας΄, οὐδ’ εἶναί φασιν αὐτὰ, καίτοι,
                            <lb/>ὡς ἔφην, ἁπάντων τῶν συντετρημένων τὸν θώρακα τὸ διὰ <lb/>τοῦ
                            τραύματος ἐνιέμενον μελίκρατον εὐθέως ἀναβηττόντων· <lb/>ἀλλὰ καὶ διὰ
                            τῆς ἐναίμου τε καὶ κολλητικῆς ὀνομαζομένης <lb/>ἀγωγῆς, οὐκ ὀλίγων
                            συντρήσεων θεραπευομένων, ἀναπτύουσιν <lb/>ἔνιοι πυῶδες ἐν ταῖς πρώταις
                            ἡμέραις, ὅτ’ ἂν μὴ καλῶς <lb/>μηδ’ ἀκριβῶς ἅπαν ἐκχυθῇ τὸ αἷμα διὰ τοῦ
                            τραύματος, ἐν <lb/>τῷ κατασείεσθαι τὸν οὕτω τετρωμένον ἄνθρωπον. ἀλλ’ ὁ
                            <lb/>τὰς πλευρὰς ὑπεζωκὼς ὑμὴν ἰσχυρὸς καὶ νευρώδης ἐστὶν καὶ
                            <lb/>δυσδιαίρετος· εἰ βούλει δὲ, πρόσθες τῷ λόγῳ καὶ τὸν ἀμφιεννύντα
                            <lb/>τὸν πνεύμονα, τὴν αὐτὴν ἔχοντα φύσιν αὐτῷ· καὶ <lb/>διὰ τοῦτο τὴν
                            εἰς τὰ κενὰ τοῦ θώρακος ἔκχυσιν τῶν ὑγρῶν <lb/>ὁ μὲν οὐ μεθίησιν, ὁ δ’
                            οὐ μεταλαμβάνει. λέγε τοίνυν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="487"/>καὶ τὸ δέρμα πολὺ τῶν ὑμένων τούτων
                            ἰσχυρότερόν τε <lb/>καὶ παχύτερον ὑπάρχον, ἐν ταῖς τῶν καταγμάτων
                            πωρώσεσι <lb/>μή ποτ’ ἐπιτρέπειν ἔξω φέρεσθαι δι’ ἑαυτοῦ τὸν αἱματώδη
                                <pb n="323"/> χυμὸν, ὃν ὁρῶμεν οὕτω πολὺν ἐπί τινων ἐκχεόμενον, ὡς
                            <lb/>διαβρέχειν ὅλους τοὺς ἐπιδέσμους· εἰ δὲ τοῦτο φαίνεται γιγνόμενον,
                            <lb/>οὐδὲν ἔτι θαυμαστὸν οὐδὲ διὰ λεπτῶν ὑμένων γίνεσθαι <lb/>ταὐτὸν
                            τοῦτο. κάλλιον δ’ ἦν οὐ τοῦτ ’ ἠπορηκέναι <lb/>τὸν Ἐρασίστρατον, ἀλλ’
                            ἐκείνου μᾶλλον ηὐπορηκέναι τοῦ μεταλαμβάνεσθαι <lb/>τὸ μεταξὺ θώρακός τε
                            καὶ πνεύμονος ὑγρὸν <lb/>εἰς τὰς τραχείας ἀρτηρίας τοῦ πνεύμονος, οὔτε
                            δ’ εἰς τὰς <lb/>λείας οὔτ’ εἰς τὰς φλέβας ἀφικνεῖσθαι· κατὰ γὰρ αὐτὸν
                            τὸν <lb/>Ἐρασίστρατον ἀλλήλοις συμπαρεκτείνεται ταῦτα τὰ τρία, <lb/>καὶ
                            συγκατασχιζόμενα ἀποτελευτᾷ τοῖς ἐσχάτοις ἑαυτῶν στόμασιν <lb/>εἰς τὸν
                                <milestone unit="ed1page" n="300"/>περικείμενον ὑμένα τῷ πνεύμονι.
                            τί δή <lb/>ποτ’ οὖν ἀλλήλοις παρακειμένων τῶν τριῶν στομάτων, εἰς ἓν
                            <lb/>αὐτῶν μόνον ἡ μετάληψις γίνεται, τοῦτ’ ἐχρῆν ἐζητηκέναι τὸν
                            <lb/>Ἐρασίστρατον· ἄμεινον γάρ ἐστιν, ὅπως γίγνεται τὰ γινόμενα
                            <lb/>ζητεῖν, ἢ κατασκευάζειν ὅτι μὴ γίγνεται. καίτοι οὐκ ἄπορος
                            <lb/>οὐδ’ ἀνεύρετος ἐμοὶ φαίνεται τῶν ἐκ τοῦ θώρακος ἡ μετάληψις
                            <lb/>εἰς τὸν πνεύμονα, δυναμένη γε κατὰ τὰ τῆς τραχείας <lb/>ἀρτηρίας
                            πέρατα γίγνεσθαι· ταῦτα γὰρ οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει <pb n="324"/> στενότητα
                            τοῖς τῶν λείων τε καὶ φλεβῶν, ὅτι τε τὸ πλεῖστον <lb/>τῆς οὐσίας τῶν
                            τραχειῶν ἀρτηριῶν χόνδρος ἐστὶν, οὐ δυνάμενος <lb/>εἰς ἐσχάτην
                            ἀφικνεῖσθαι σύμπτωσιν, ὅτι τε πολὺ μεῖζόν <lb/>ἐστι τῶν ἑτέρων δυοῖν
                            ἀγγείων τὸ τῆς τραχείας ἀρτηρίας. <lb/>σχιζομένων οὖν αὐτῶν κατὰ τὸν
                            πνεύμονα σχίσεις ἰσαρίθμους, <lb/>εὔλογόν ἐστιν ἀνάλογον ἀεὶ τοὺς οἷον
                            κλάδους τῆς τραχείας <lb/>ἀρτηρίας ὑπερέχειν τῶν κατὰ τὰ λοιπὰ δύο γένη
                            μορίων· <lb/>ἀλλὰ καὶ φαίνεται σαφῶς τοῦτο, καὶ κατὰ τὴν ἀνατομὴν τοῦ
                            <lb/>σπλάγχνου τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν τῆς κατὰ τὸ μέγεθος ὑπεροχῆς
                            <lb/>φυλαττόντων ἀεὶ τῶν παρακειμένων ἀλλήλοις ἀγγείων, ἣν <lb/>ἐξ ἀρχῆς
                            εἶχε τὰ μέγιστα. ταῦτ’ ἐχρῆν εἰπόντα τὸν Ἐρασίστρατον <lb/>ἐφεξῆς
                            προσθεῖναι τὸν καιρὸν ἐν ᾧ μεταλαμβάνεται <lb/>τὸ πῦον ἐκ τῶν κενῶν τοῦ
                            θώρακος εἰς τὸν πνεύμονα, <lb/>πότερον ὁ τῆς εἰσπνοῆς, ἢ ὁ τῆς ἐκπνοῆς,
                            ἢ ὁ τῆς ἡσυχίας <lb/>ἐστί· εἶτα διδάξαντα μήτε τὸν τῆς εἰσπνοῆς ὄντα
                            μήτε τὸν <lb/>τῆς ἡσυχίας, ἑξῆς εἰπεῖν ὅτι κατὰ τὴν ἐκπνοὴν ἡ μετάληψις
                            <lb/>γίνεται. ῥᾷστον γὰρ ἦν καὶ τοῦτο δεῖξαι, προαποδεδειγμένην
                            <lb/>ἔχοντα τὴν τῆς ἀναπνοῆς ἐνέργειαν ὑπὸ τοῦ θώρακος γιγνομένην, <pb n="325"/> οὐδεμίαν ἔχοντος ἰδίαν κίνησιν τοῦ πνεύμονος, ἀλλ’
                            <lb/>ὁπότε μὲν ὁ θώραξ διαστέλλοιτο, τῇ πρὸς τὸ κενούμενον ἀκολουθίᾳ
                            <lb/>συνδιαστελλομένου, κατὰ δὲ τὰς συστολὰς αὐτοῦ <lb/>συνιζάνοντος εἰς
                            αὐτὸν ὁμοίως τοῖς σπόγγοις οὓς ταῖς χερσὶν <lb/>περιλαμβάνοντες
                            θλίβομεν. οὕτως γοῦν φαίνεται προσπίπτων <lb/>λοβὸς αὐτοῦ διὰ τοῦ
                            τραύματος ἐν ταῖς μεγάλαις συντρήσεσιν. <lb/>ἀλλὰ πρό γε τοῦ τρωθῆναι
                            συστελλόμενος ὁ θώραξ σφοδρῶς <lb/>ἐνθλίβει τὸ μεταξὺ περιεχόμενον αὐτοῦ
                            τε καὶ τοῦ πνεύμονος <lb/>ὑγρὸν εἰς τὰς τραχείας ἀρτηρίας αὐτοῦ. μὴ
                            παρέργως <lb/>δ’ ἀκούσῃς τοῦ, σφοδρῶς, προσκειμένου κατὰ τὸν λόγον·
                            <lb/>ἐὰν γὰρ μὴ πάνυ σφοδρῶς θλίψῃ τὸν πνεύμονα πανταχόθεν <lb/>ὁ θώραξ,
                            οὐ μεταληφθήσεται τὸ ὑγρὸν εἰς τὰ τῶν τραχειῶν <lb/>ἀρτηριῶν στόματα,
                            καὶ τούτου χάριν ὑπὸ τῆς φύσεως ἐδόθη <lb/>τοῖς ζώοις εἰς τὴν τῆς
                            θλίψεως ῥώμην ἡ καλουμένη βὴξ, σύμπτωμα <lb/>φυσικὸν ὅμοιον πταρμῷ καὶ
                            λυγγὶ καὶ ναυτίᾳ, περὶ ὧν <lb/>αὐτάρκως ἐν τοῖς περὶ τῶν συμπτωμάτων
                            αἰτίας εἴρηται· πρὸς <lb/>δὲ <milestone unit="ed2page" n="488"/>τὴν
                            γένεσιν τοῦ φυσικοῦ τούτου συμπτώματος ἰσχύος <lb/>χρῄζοντες οἱ
                            κάμνοντες ἀποθνήσκουσιν εἰκότως οὐκ ὀλιγάκις <pb n="326"/> ἐν τοῖς
                            ἰμπυϊκοῖς πάθεσιν, ὡς ἂν προκεκμηκυίας αὐτῶν τῆς <lb/>δυνάμεως· ἡ γὰρ
                            εὐτονωτάτη τε καὶ ταχίστη συστολὴ τοῦ <lb/>θώρακος ἐργάζεται βῆχα· οὐ
                            δύναται δ’ εὐτόνως οὔτε ταχέως <lb/>ἐνεργεῖν ἡ ἀσθενὴς δύναμις. περὶ μὲν
                            οὖν τῆς ἐκ τῶν <lb/>κενῶν τοῦ θώρακος ἀναπτύσεως ἀρκεῖ καὶ ταῦτα· πάλιν
                            δ’ <lb/>ἐπὶ τὸν ἐξ ἀρχῆς προκείμενον λόγον ἐπανέλθωμεν. αἱ κατὰ <lb/>τὸν
                            ὑπεζωκότα τὰς πλευρὰς ὑμένα καὶ τοὺς τούτῳ συνεχεῖς <lb/>μῦς φλεγμοναὶ
                            νόσον ἐργάζονται τὴν καλουμένην πλευρῖτιν, <lb/>ἥ τις ἀχώριστα μὲν ἔχει
                            συμπτώματα, πυρετὸν ὀξὺν, ὀδύνην <lb/>ὡς διατεινομένων τῶν τόπων ἢ
                            νυττομένων, πνεῦμα πυκνὸν <lb/>καὶ μικρὸν, σφυγμὸν μικρὸν σκληρὰν τὴν
                            ἀρτηρίαν ἐμφαίνοντα <lb/>σύν τινι τάσει, βῆχα κατὰ τὸ πλεῖστον μὲν ἅμα
                            τοῖς <lb/>κεχρωσμένοις πτύσμασιν, ὀλιγάκις δὲ καὶ χωρὶς τούτων, ἃς
                            <lb/>ἀπτύστους καὶ ἀπέπτους ὀνομάζουσι πλευρίτιδας, ἤτοι διὰ <lb/>ταχέων
                            ἀναιρούσας, ἢ χρόνῳ πλείονι λυομένας· ἀλλὰ καὶ τὴν <lb/>ὀδύνην ὡς τὸ
                            πολὺ μέχρι κλειδὸς ἢ ὑποχονδρίου διήκουσαν <lb/>ἔχουσιν. ἕτεραι δ’ εἰσὶν
                            ὀδύναι πλευρῶν ἅμα πυρετοῖς, ἐφ’ <lb/>ὧν ἐξ ἀνάγκης μὲν γίνεται πυκνὸν
                            καὶ μικρὸν τὸ πνεῦμα, ﻿<pb n="327"/> πτύεται δ’ οὐδὲν, ὡς ἐοικέναι κατὰ
                            τοῦτο ταῖς ἀπτύστοις <lb/>πλευρίτισιν· ἀλλὰ καὶ διορίζονται ῥᾳδίως αὐτῶν
                            τῷ τε μηδ’ <lb/>ὅλως βήττειν, ὡς ἐπὶ τῶν ἀπτύστων ξηρᾶς τῆς βηχὸς
                            γινομένης, <lb/>καὶ τῷ μήτε τάσιν ἴσχειν τὸν σφυγμὸν μήθ’ ὅλως
                            <lb/>σκληρότητα, καὶ πρὸς τούτοις ἔτι τὸν πυρετὸν οὐχ ὁμοίως <lb/>ὀξὺν
                            εἶναι· καὶ ἡ δύσπνοια δ’ αὐτοῖς ἧττον ἐνοχλεῖ, τινὲς δὲ <lb/>καὶ
                            θλιβόντων ἡμῶν τὸν φλεγμαίνοντα τόπον ἔξωθεν ἀλγοῦσι. <lb/>ἐπὶ τούτων ἡ
                            μὲν ἀνακάθαρσις οὐ γίνεται διὰ τῶν <lb/>πτυσμάτων, ὅτι μηδὲ τὴν ἀρχὴν
                            εἰς τὰ κενὰ τοῦ θώρακος <lb/>ἀφικνεῖταί τι τοῦ τὴν φλεγμονὴν
                            ἐργασαμένου· πεπτομένης <lb/>δ’ αὐτῆς, ἐὰν μὴ φθάσῃ διαφορηθῆναι τὸ
                            γενόμενον πῦον, <lb/>ἀποκορυφοῦται πρὸς τὸ δέρμα καὶ τέμνεται. </p></div></div></div></body></text></TEI>