<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ὅτι μὲν γὰρ ἐν τοῖς τοιούτοις λόγοις ἀκουστέον <lb/>ἐστὶ τὴν βλάβην, εἰ
                            καὶ μὴ παντελῶς ἀπολωλὸς εἴη τὸ <lb/>κατὰ φύσιν ἔργον ἅπαν τοῦ μορίου,
                            πολλάκις εἴρηταί μοι, <lb/>χεῖρον δ’ οὐδὲν ἀναμνησθῆναι καὶ νῦν. ὅτι δ’
                            οὐ ταὐτόν <lb/>ἐστι φωνὴ καὶ διάλεκτος, ἀλλ’ ἡ μὲν φωνὴ τῶν φωνητικῶν
                            <lb/>ὀργάνων ἔργον, ἡ διάλεκτος δὲ τῶν διαλεκτικῶν, ὧν τὸ μὲν <pb n="267"/> κυριώτατόν ἐστιν ἡ γλῶττα, συντελεῖ δ’ οὐ σμικρὸν ἥ τε ῥὶς
                            <lb/>καὶ τὰ χείλη καὶ οἱ ὀδόντες, ἐπισταμένους ὑμᾶς ἀναμιμνήσκω·
                            <lb/>καθάπερ γε καὶ περὶ τῶν φωνητικῶν ὀργάνων, ὅτι λάρυγξ <lb/>ἐστὶ καὶ
                            οἱ κινοῦντες αὐτὸν μύες, ὅσα τε τούτοις νεῦρα τὴν <lb/>ἐξ ἐγκεφάλου
                            παρακομίζει δύναμιν. ἐὰν μὲν οὖν οἱ κλείοντες <lb/>ἢ οἱ ἀνοίγοντες τὸν
                            λάρυγγα μύες ἀκίνητοι γενηθῶσιν, ἀφωνία <lb/>παντελὴς καταλήψεται τὸν
                            οὕτω παθόντα· καθάπερ γε <lb/>κᾂν δυσκίνητοί πως, ἤ τινα παλμώδη κίνησιν
                            ἢ τρομώδη λάβωσι, <lb/>κατὰ τὸ τοῦ πάθους εἶδος ἡ φωνὴ βλαβήσεται·
                            παραπλησίως <lb/>δὲ κᾂν σπασμωδῶς ἢ κλονωδῶς κινῶνται· καὶ <lb/>μέντοι
                            κᾂν <milestone unit="ed1page" n="291"/>ἀῤῥωστήσῃ ποθ’ ἡ δύναμις αὐτῶν,
                            ἤτοι δι’ <lb/>οἰκεῖόν τι πάθος, ἢ διά τι τῶν κινούντων αὐτοὺς νεύρων,
                            <lb/>ἀμυδρὰν καὶ μικρὰν ἐργάσεται τὴν φωνήν. ἐὰν δ’ ἄλλός τις <lb/>τῶν
                            κινούντων τὸν λάρυγγα μυῶν ὁτιοῦν πάθῃ, βλαβήσεται <lb/>μέν πως ἡ φωνὴ
                            βλάβην μικρὰν, οὔτε δὲ ἄφωνος ὁ οὕτως <lb/>παθὼν ἔσται παντάπασιν, οὔτε
                            σμικρόφωνος ἱκανῶς. ὥσπερ <lb/>δ’ οἱ κυριώτατοι μύες τῶν τὸν λάρυγγα
                            κινούντων εἰσὶν οἵ τ’ <lb/>ἀνοιγνύντες αὐτὸν καὶ οἱ κλείοντες, οὕτω καὶ
                            τῶν φωνητικῶν <lb/>νεύρων τὰ παλινδρομοῦντα, μορία μὲν ὄντα καὶ αὐτὰ τῆς
                                <pb n="268"/> ἕκτης συζυγίας τῶν ἐξ ἐγκεφάλου πεφυκότων νεύρων,
                            ὥσπερ <lb/>καὶ τἄλλα τὰ εἰς αὐτὸν ἐμφυόμενα, διαφέροντα δ’ αὐτῶν
                            <lb/>τοσοῦτον, ὡς μὴ κατὰ τὸν τράχηλον ἀποσχίζεσθαι τῶν ἐκ <lb/>τῆς
                            ἕκτης συζυγίας, ἀλλ’ ὅταν εἰς τὴν τοῦ θώρακος ἀφικνῆται <lb/>χώραν.
                                <milestone unit="ed2page" n="469"/>αὐτὴν μὲν οὖν τὴν ἕκτην συζυγίαν
                            ὅλην <lb/>οὐδεὶς οὕτως ἀφυής ἐστι χειρουργὸς ὡς ἄκων τέμνειν, τὰ
                            παλινδρομοῦντα <lb/>δ’ ἐνίοτε διασπῶσιν ὑπ’ ἀγνοίας· ἔστι δ’ ὅτε
                            <lb/>καὶ τέμνεται μετὰ τῆς τραχείας ἀρτηρίας ἢ τὸ ἕτερον αὐτῶν, <lb/>ἢ
                            ἀμφότερον, κατὰ τὰς μεγάλας τρώσεις αὐτῆς· καὶ ψυχθέντα <lb/>δ’ ἐν
                            χειρουργίαις ἐμποδίζει τῷ φωνήματι, μέχρις ἂν ἐκθερμανθέντα <lb/>τὴν
                            φυσικὴν εὐκρασίαν ἀνακτήσηται. βλάπτεσθαι <lb/>δ’ ἔτι συμβαίνει τὴν
                            φωνὴν εἰς ὀξύτητά τε καὶ μέγεθος <lb/>οὐκ ἀφανῶς, κᾀπειδὰν οἱ τῆς
                            φάρυγγος μύες ἀδυνατῶσι συντείνειν <lb/>αὐτήν· καὶ μέντοι καὶ διάβροχος
                            ὑγρότητι πολλῇ γενόμενος <lb/>ὁ κοινὸς χιτὼν τῆς φάρυγγος καὶ τοῦ
                            λάρυγγος, <lb/>ἰσχυρῶς βλάπτει τὴν φωνήν. ὅτι δὲ καὶ οἱ κατάῤῥοι κατὰ
                            <lb/>τὸν αὐτὸν λόγον βραγχώδη τὴν φωνὴν ἐργάζονται, τῶν πᾶσι
                            <lb/>γινωσκομένων ἐστί· καθάπερ γε καὶ τὸ πολλὰ βοῆσαι, καὶ <pb n="269"/> γὰρ καὶ τοῦτο φλεγμονῇ τι παραπλήσιον ἐργάζεται πάθημα <lb/>κατά τε
                            τὸν εἰρημένον χιτῶνα καὶ τοὺς μῦς τοῦ λάρυγγος, <lb/>(εὔδηλον δ’ ὅτι καὶ
                            τῶν ἔνδον τοῦ λάρυγγος μυῶν φλεγμαινόντων, <lb/>ἡ κυνάγχη τὸ πάθημα
                            γίνεται, τήν τε φωνὴν ἅμα καὶ <lb/>τὴν ἀναπνοὴν βλάπτουσα) καὶ ὅλως
                            ἅπαντες οἱ παρὰ φύσιν <lb/>ὄγκοι κατά τε τὰς ὁδοὺς τοῦ πνεύματος
                            γενόμενοι καὶ θλίβοντες <lb/>ἔξωθεν αὐτάς. οὕτω γοῦν καὶ ὁ στόμαχος
                            φλεγμήνας, <lb/>εἶτα θλίβων τὸν χιτῶνα τῆς τραχείας ἀρτηρίας, ᾧ
                            συνάπτεται <lb/>τὰ σιγμοειδῆ πέρατα τῶν κατ’ αὐτὴν χόνδρων, εἰς ἀναπνοήν
                            <lb/>τε καὶ φωνὴν βλάπτει· καὶ ἡ τῶν κατ’ αὐχένα σπονδύλων <lb/>εἰς τὸ
                            πρόσω μετακίνησις, ὑπὲρ ὧν ἔμπροσθεν εἴρηται. <lb/>ταῦτα μὲν ἅπαντα τὰ
                            πάθη γίνεται τῇ φωνῇ, τῶν ἰδίων αὐτῆς <lb/>ὀργάνων οἰκείαν τινὰ βλάβην
                            ἐχόντων, εἴτε κατὰ πρωτοπάθειαν, <lb/>εἴτε κατὰ συμπάθειαν, οὐδὲν γὰρ
                            διαφέρει πρὸς <lb/>τὸν ἐνεστῶτα λόγον· ἕτερα δὲ πάσχει, τῷ τῆς οἰκείας
                            ὕλης <lb/>στερίσκεσθαι· δέδεικται δ’ ἐν τοῖς περὶ φωνῆς οἰκεία τῆς
                            <lb/>ἐνεργείας ταύτης ὕλη γενικῶς μὲν εἰπεῖν ἡ ἐκπνοὴ, κατ’ <pb n="270"/> εἶδος δὲ καὶ τὴν οἰκείαν διαφορὰν ἡ ἐκφύσησις, ἥτις ἐστιν <lb/>ἀθρόα
                            τοῦ πνεύματος ἔξω φορὰ κατὰ τὴν μεσοπλευρίων μυῶν <lb/>ἐνέργειαν
                            γιγνομένη. οὕτω δὲ καὶ αἱ μεγάλαι τοῦ θώρακος <lb/>τρώσεις, ἢ ὅλως αἱ
                            παραλύσεις θατέρου μέρους αὐτοῦ, πρώτως <lb/>μὲν ἡμίπνουν, κατὰ
                            συμβεβηκὸς δὲ καὶ ἡμίφωνον ἐργάζεται <lb/>τὸ ζῶον. ὅσα δ’ ἐν ἀποπληξίαις
                            καὶ κάροις ἐπιληψίαις <lb/>τε καὶ κατοχαῖς ἡ φωνὴ βλάπτεται, ταῦτα τῷ
                            κοινῷ <lb/>λόγῳ γίνεται τῶν καθ’ ὁρμὴν ἐνεργειῶν, ἤτοι τῶν πρώτων
                            <lb/>μερῶν τοῦ νωτιαίου παθόντων, ἢ καὶ σὺν αὐτοῖς τοῦ ἐγκεφάλου.
                            <lb/>συνημμένων δ’ ἀλλήλαις τῶν πέντε τούτων ἐνεργειῶν, <lb/>ἐκπνοῆς,
                            ἐκφυσήσεως ἀψόφου, ψοφώδους΄ ἐκφυσήσεως, <lb/>φωνῆς, διαλέκτου, τῇ πρώτῃ
                            μὲν εἰρημένῃ συμβλάπτονται <lb/>πᾶσαι, τῇ δ’ ὑστάτῃ τῶν ἄλλων οὐδεμία·
                            τῇ δευτέρᾳ δὲ αἱ <lb/>μετ’ αὐτὴν τρεῖς, τῇ τρίτῃ δ’ ἔσχατα δύο, τῇ
                            τετάρτῃ δὲ ἡ <lb/>τελευταία μία μόνη. εἰ μὲν γὰρ οὐδ’ ὅλως ἐκπνεῖ τὸ
                            ζῶον, <lb/>ἤτοι κατ’ ἄμφω τὰ μέρη τοῦ θώρακος, ἢ κατὰ θάτερον μόνον·
                            <lb/>εἰ μὲν κατ’ ἄμφω, πνιγήσεται διὰ ταχέων· εἰ δὲ κατὰ ﻿<pb n="271"/>
                            θάτερον, ἡμίπνουν καὶ ἡμίφωνον ἔσται μετὰ τοῦ καὶ τῶν <lb/>ἐφεξῆς
                            ἐνεργειῶν αὐτῆς δυοῖν ἀπολωλέναι τὸ ἥμισυ μέρος, ὧν <lb/>τὴν μὲν ἑτέραν
                            ἄψοφον ἐκφύσησιν ὀνομάζειν εἴωθα, τὴν δὲ <lb/>ἑτέ<milestone unit="ed2page" n="470"/>ραν ψοφώδη. εἰ δ’ ἡ μὲν ἐκπνοὴ σώζοιτο,
                            διαφθαρείη <lb/>δὲ ἡ ἐκφύσησις, αἱ λοιπαὶ τρεῖς ἐνέργειαι διαφθείρονται,
                            <lb/>ψοφώδης ἐκφύσησις καὶ φωνὴ καὶ διάλεκτος· ἀπολομένης δὲ <lb/>τῆς
                            ψοφώδους ἐκφυσήσεως, καὶ φωνὴ καὶ διάλεκτος συναπόλλυται· <lb/>καθάπερ
                            γε καὶ φωνῆς ἀπολομένης ἡ διάλεκτος. <lb/>ἐπισταμένοις οὖν ἡμῖν τοὺς τῶν
                            εἰρημένων ἐνεργειῶν δημιουργοὺς <lb/>μῦς ὑπάρξει συλλογίζεσθαι, τίνες
                            μὲν ἔπαθον ἐξ αὐτῶν <lb/>ἴδιόν τι πάθημα, τίνων δὲ τοὔργον ἐβλάβη κατὰ
                            συμβεβηκός. <lb/>εἰ δέ τι τῶν ἐν ταῖς ἀνατομαῖς ὀφθέντων ἐπελάθεσθε, τά
                            τε <lb/>περὶ τῶν τῆς ἀναπνοῆς αἰτίων ὑπομνήματα καὶ τὰ περὶ φωνῆς
                            <lb/>ὑμᾶς ἀναμνήσει· λέλεκται δὲ περὶ αὐτῶν κᾀν τῷ δευτέρῳ <lb/>περὶ τῆς
                            ἐπὶ τῶν ζώντων ἀνατομῆς. ἐκπνοὴν μὲν γὰρ ἅπαντες <lb/>οἱ συστέλλοντες
                            τὸν θώρακα μύες· ἐκφύσησιν δὲ, οὖσαν <lb/>ἐκπνοὴν σφοδρὰν, οἱ
                            μεσοπλεύριοι μάλιστα· τὴν ψοφώδη δὲ <lb/>οἱ τῆς φάρυγγος· αὐτὴν δὲ τὴν
                            φωνὴν οἱ τοῦ λάρυγγος <pb n="272"/> ἐργάζονται μύες· ἡ δὲ γλῶττα,
                            διαρθροῦσα τὴν φωνὴν, εἰς <lb/>τὸ διαλέγεσθαι χρήσιμος ὑπάρχει,
                            συντελούντων δ’ εἰς τοῦτο <lb/>καὶ τῶν ὀδόντων καὶ τῶν χειλῶν, ἔτι τε
                            τῶν κατὰ τὴν ῥῖνα <lb/>συντρήσεων, οὐρανίσκου τε καὶ γαργαρεῶνος, ἐπὶ
                            τούτοις τε <lb/>τοῦ συμμέτρου δεσμοῦ τῆς γλώττης αὐτῆς. οἱ μὲν οὖν
                            τραυλοὶ, <lb/>καὶ ψελλοὶ, καί τι τοιοῦτον κατὰ τὸ διαλέγεσθαι
                            σφαλλόμενοι, <lb/>τῶν διαλεκτικῶν ὀργάνων ἔχουσί τι βεβλαμμένον, ἢ
                            <lb/>κατὰ τὴν φυσικὴν διάπλασιν, ἢ μετὰ ταῦθ’ ὕστερον· ὥσπερ <lb/>οἱ τὸν
                            τῆς ῥινὸς πόρον ὑπὸ πολύποδος, ἢ καὶ ἄλλως φραχθέντες, <lb/>ἤ τινα τῶν
                            προσθίων ὀδόντων ἀπολέσαντες, ἢ χεῖλος <lb/>κολοβωθέντες· οἱ δ’
                            ἰσχνόφωνοι καλούμενοι ὅπως γίνονται, <lb/>καὶ τἄλλα ὅσα φωνῆς ἐστι εἴδη
                            τε καὶ πάθη, βραγχώδους <lb/>τε καὶ κλαγγώδους, καὶ λεπτῆς, καὶ
                            τραχείας, καὶ μελαίνης, <lb/>ἐν τοῖς περὶ φωνῆς ὑπομνήμασιν αὐτάρκως
                            εἴρηται. </p></div></div></div></body></text></TEI>