<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἤδη μέν πως ὡμολόγηται τοῖς ἰατροῖς, ἐκ <lb/>μὲν τοῦ στομάχου καὶ τῆς
                            γαστρὸς ἐμεῖσθαι τὸ αἷμα, μετὰ <lb/>δὲ βηχὸς ἐκ τῶν ἀναπνευστικῶν
                            ἀνάγεσθαι μορίων· ἐκ δὲ τῶν <lb/>κατὰ φάρυγγα <milestone unit="ed1page" n="290"/>καὶ γαργαρεῶνα χρεμπτομένοις, ὥσπερ <lb/>ἐκ τοῦ στόματος,
                            ἁπλῶς ἀποπτύεσθαι· τεθεάμεθα δὲ πολλάκις, <lb/>ὅτ’ ἂν ἀθροώτερον ἐκ τῆς
                            κεφαλῆς καταφέρηται, καὶ <lb/>μάλιστα τοῦ γαργαρεῶνος ἔνδον ὡς πρὸς τὴν
                            φάρυγγα, μετὰ <lb/>βηχὸς αὐτὸ ἀναπτυόμενον· ἐμπῖπτον γὰρ αὐτίκα τῷ
                            λάρυγγι <lb/>βῆχα κινεῖ. προσέχειν οὖν δεῖ τούτῳ μάλιστα, μήποτε δόξωμεν
                            <lb/>ἐκ τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργάνων ἀναφέρεσθαι τὸ αἷμα, <lb/>καθάπερ ἤδη
                            τινὰς ἔγνων ἰατροὺς ὑπολαβόντας ψευδῶς, ἐξ <lb/>ὧν ἐσφάλησαν αὐτοὶ
                            νομίσαντες οὐκ ὀρθῶς ἀποφήνασθαι <lb/>πολλοὺς τῶν ἀρίστων ἰατρῶν,
                            χαλεπωτάτην εἷναι τὴν τοιαύτην <lb/>αἱμοῤῥαγίαν, ὡς ἂν τοῦ πνεύμονος
                            ἰσχυρῶς πεπονθότος· <lb/>οὐδὲ γὰρ μικροῦ τινος ἀγγείου ῥῆξιν εἰκὸς
                            γίνεσθαι κατ’ αὐτόν. <pb n="262"/> ἐγχωρεῖ δὲ καὶ κατὰ διάβρωσιν, ἢ
                            ἀνάβρωσιν, ἢ ὅπως ἄν τις <lb/>ὀνομάζειν ἐθέλῃ, γίνεσθαι πολλάκις αἵματος
                            ἀναφορὰς ἀθρόας <lb/>μετὰ βηχός. ὅτ’ ἂν γὰρ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν χρόνοις ἐκ
                            διαλειμμάτων <lb/>ὀλίγον ἑκάστοτε μετὰ βηχὸς ἀνεπτυκώς τις αἷμα
                            φαίνηται, <lb/>μετὰ ταῦτα δὲ ὕστερον αὐτῷ μήτε καταπτώσεως ἐξ
                            <lb/>ὑφηλοῦ συμπεσούσης μήτ’ ἐν ἀγῶσιν ἢ παλαίστραις σφο<milestone unit="ed2page" n="467"/>
                            <lb/>δρᾶς πτώσεως, ἀλλὰ μηδ’ ἐπιπεσόντος τινὸς τῷ θώρακι <lb/>βάρους,
                            ἅμα βηχὶ πολλὴν αἱμοῤῥαγίαν γενέσθαι συμβῇ, <lb/>κατάλοιπον ἂν εἴη διὰ
                            τὴν ἀνάβρωσιν ἀξιόλογον γενομένην <lb/>ἀναβηχθῆναι πλεῖον αἷμα. πολλοὶ
                            δὲ τῶν οὕτως παθόντων <lb/>μόρια ἄττα τοῦ πνεύμονος ἅμα τῷ αἵματι
                            συνανήνεγκαν· καὶ <lb/>διὰ τοῦτο προσήκει παρακολουθεῖν ἐπιμελῶς, εἰ
                            ἀφρῶδές τι <lb/>συνανεπτύσθη· καὶ γὰρ καὶ τοῦτο βεβαιότατόν ἐστι
                            γνώρισμα <lb/>τῆς ἐκ τοῦ πνεύμονος ἀναγωγῆς, ὥσπερ ὅταν ἤτοι βρογχίου
                            <lb/>τι μέρος, ἢ ἀρτηρίας χιτῶνος, ἢ φλεβὸς, ἢ καὶ τῆς σαρκὸς <lb/>αὐτῆς
                            τοῦ πνεύμονος ἀναφέρηται. τούτων δ’ οὐδὲν ἐπιφαίνεται <lb/>τοῖς ἐκ τοῦ
                            θώρακος ἀναβήττουσιν αἷμα, καθάπερ οὐδὲ <lb/>ὀδύνη τις τοῖς ἐκ τοῦ
                            πνεύμονος, ὡς ἂν ἐλάχιστα δύο νεῦρα <pb n="263"/> παρὰ τῆς ἕκτης
                            συζυγίας τῶν ἀπ’ ἐγκεφάλου λαμβάνοντος, <lb/>τῷ μὲν ἔξωθεν αὐτὸν ὑμένι
                            περιέχοντι διανεμόμενα, τῷ βάθει <lb/>δὲ οὐκ ἐπεκτεινόμενα τοῦ
                            σπλάγχνου· τῷ θώρακι δ’, ὡς ἴστε, <lb/>πολλὰ μὲν ἐκ τῶν ἔνδον μερῶν ἐστι
                            νεῦρα, πολλὰ δὲ ἔξωθεν, <lb/>ἐξ ὧν αἰσθάνεται τάχιστα τῶν ὀδυνηρῶν
                            διαθέσεων. ἀλλὰ <lb/>καὶ διότι μυώδης μὲν ὁ θώραξ ἐστὶ καὶ ὀστώδης, ὁ
                            πνεύμων <lb/>δ’ ἄθλιπτός τε καὶ χαῦνος, ἐπιτείνεται μὲν ἡ τοῦ θώρακος,
                            <lb/>ἀνίεται δ’ ἡ τοῦ πνεύμονος ὀδύνη. ὅτ’ ἂν οὖν ἀλγήσειέ τις <lb/>ἓν
                            ὁτιοῦν μέρος ἐκ τοῦ θώρακος, ἀναβήττῃ τε μὴ πολὺ, μηδ’ <lb/>ἐρυθρὸν,
                            ἀλλ’ ἤδη μελαινόμενόν τε καὶ θρομβούμενον αἷμα, <lb/>τούτῳ πρωτοπαθεῖ
                            μὲν ὁ θώραξ, ἀνάγεται δὲ διὰ τοῦ πνεύμονος <lb/>οὕτως τὸ αἷμα, καθάπερ
                            καὶ τὸ πῦον ἐν τοῖς ἐμπυϊκοῖς <lb/>πάθεσιν, ἐφ’ ὧν μεταξὺ θώρακός τε καὶ
                            πνεύμονος αἰσθητῶς <lb/>περιέχεται. οὕτως δὲ καὶ τὸ κεχρωσμένον ὁπωσοῦν
                            πτύελον <lb/>ἐν πλευρίτισιν ἐπιφαίνεται, καὶ κατὰ τὸ μετὰ τοῦτο ὑπόμνημα
                            <lb/>τὸ πέμπτον εἰρήσεται. νυνὶ δὲ περὶ τῶν ἐπιγιγνομένων ἑλκώσεων
                            <lb/>ταῖς τοῦ αἵματος ἀναφοραῖς ἀκόλουθον εἰπεῖν. ἐν μὲν <lb/>γὰρ τῷ
                            πνεύμονι καὶ μᾶλλον γίγνεται, καὶ τισὶ μὲν ἀθεράπευτα <pb n="264"/>
                            παντάπασιν ἔδοξεν, ἐνίοις δὲ δυσθεράπευτα· κατὰ δὲ τὸν θώρακα <lb/>καὶ
                            κολλᾶται τὰ πλεῖστα τῶν ῥαγέντων ἀγγείων, ἐφ’ οἷς <lb/>ἔπτυσεν αἷμα, καὶ
                            εἰ παραμείνειεν μέχρι πλείονος ἡ ἕλκωσις, ἀλλ’ <lb/>οὔτι γε τελέως
                            ἀνίατος γίνεται· τὰ δὲ ἐν τῷ πνεύμονι χρονίσαντα, <lb/>κᾂν θεραπευθῇ
                            ποτε, καταλείπει τι λείψανον ἐν αὐτῷ τυλῶδές <lb/>τε καὶ συριγγῶδες, ὃ
                            τοῦ χρόνου προϊόντος ἀναδέρεται <lb/>ῥᾳδίως ἐπὶ βραχείαις προφάσεσιν,
                            συναναφέρεται δὲ τοῖς πτυομένοις <lb/>ἐντεῦθεν ἐνίοτε καὶ ἡ καλουμένη
                            πρὸς τῶν ἰατρῶν ἐφελκὶς, <lb/>καί τις αἵματος βραχὺς σταλαγμός. ἔστι δὲ
                            ταῦτα κοινὰ <lb/>καὶ τῶν ἐν ἑτέρῳ τόπῳ γενομένων ἑλκῶν, ἀλλὰ τὰ μὲν ἐκ
                            στομάχου <lb/>καὶ γαστρὸς ἐμεῖται, τὰ δ’ ἐκ νεφρῶν καὶ κύστεως οὐρεῖται,
                            <lb/>τὰ δ’ ἐκ τῶν ἐντέρων διαχωρεῖται, τοῖς δ’ ἐκ τῶν <lb/>ἀναπνευστικῶν
                            ὀργάνων ἀδύνατόν ἐστι χωρὶς βηχὸς ἀναπτυσθῆναι. <lb/>ἐὰν δέ τις
                            ἀναχρέμπτηταί τε καὶ ἀπομύττηταί ποθ’ <lb/>αἷμα πλέοσιν ἐφεξῆς ἡμέραις,
                            μήτε κεφαλῆς ὀδύνης ἢ βάρους, <lb/>ἤτοι συμπαρόντος, ἢ προηγησαμένου,
                            μήτε πληγῆς αὐτόθι <lb/>γεγενημένης, ἐπισκέψασθαι χρὴ τούτου τόν τε τῆς
                            ῥινὸς πόρον <lb/>ἀκριβῶς ὅλον, ἐκεῖνόν τε τοῦ στόματος τὸν τόπον, ἔνθα
                                <pb n="265"/> συντέτρηται πρὸς τὴν ῥῖνα· γίνεται γάρ ποτε τοιοῦτο
                            σύμπτωμα, <lb/>βδέλλης ἐν τῷ χωρίῳ τούτῳ προσπεφυκυίας, ἥτις
                            <lb/>αὐξάνεται καὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, ὥστ’ εἰ καὶ ταῖς πρώταις
                            <lb/>ἡμέραις ἐλάνθανε διὰ σμικρότητα, μετὰ τρεῖς γε ἢ τέτταρας
                            <lb/>ἑτοίμως ὁρᾶσθαι· κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν λόγον ἐκ τῆς γαστρὸς
                            <lb/>ἐμεῖταί ποθ’ αἷμα, βδέλλης καταποθείσης. ἔστι γε μὴν τὸ
                            <lb/>τοιοῦτον αἷμα λε<milestone unit="ed2page" n="468"/>πτὸν καὶ
                            ἰχωρῶδες, ἐάν τ’ ἐκ γαστρὸς, <lb/>ἐάν τ’ ἐκ ῥινὸς, ἐάν τ’ ἐκ τοῦ
                            στόματος φαίνηται φερόμενον, <lb/>ὥστε τινα θεασάμενον αὐτὸ, καὶ προσέτι
                            τὴν ἕξιν τοῦ ἀνθρώπου <lb/>κατασκεψάμενον, ἐρωτήσαντά τε περὶ τῶν
                            προηγησαμένων, <lb/>ἐξ ἁπάντων αὐτῶν στοχάσασθαι τῆς τοῦ πράγματος
                            <lb/>ἀληθείας. ὑγιαίνοντος γοῦν ποτε ἀμέμπτως ἀνθρώπου, τοιοῦτον
                            <lb/>αἷμα θεασάμενος ἐμούμενον, ἠξίωσα διηγήσασθαί μοι <lb/>τὴν δίαιταν
                            ἣν διῄτητο ταῖς ἔμπροσθεν ἡμέραις. σὺν τοῖς ἄλλοις <lb/>οὖν οἷς
                            διηγεῖτο, καὶ τοῦτο κατέλεξεν, ὡς ἔκ τινος κρήνης <lb/>οὐ πάνυ τι
                            καθαρὸν ὕδωρ ἐχούσης ἔπιεν ὕδωρ διψήσας <lb/>νύκτωρ, οἰκέτου τινὸς αὐτῷ
                            κομίσαντος. ὡς δ’ ἤκουσα τοῦτο, <lb/>προσανηρόμην αὐτὸν, εἰ καὶ βδέλλαι
                            ποτ’ ὤφθησαν ἐν ﻿<pb n="266"/> τῷ κατὰ τὴν κρήνην ὕδατι· καὶ φάντος
                            ἑωρακέναι, δοὺς ἐπιτήδειον <lb/>φάρμακον, ἐμεθῆναι τὴν βδέλλαν ἐποίησα.
                            ἑτέρου <lb/>δ’ ἀπομυττομένου καὶ πτύοντος αἷμα τοιοῦτο, πυθόμενος
                            <lb/>ἐν τῇ διηγήσει διατρῖψαι τὸν ἄνθρωπον ἐν λίμνῃ τινὶ κατ’ <lb/>ἀγρὸν
                            ὥρᾳ θέρους, μετά τινων ἑτέρων παίζοντα γυμναστικὰς <lb/>παιδιὰς, ὁποίας
                            εἰώθασιν οἱ νέοι παίζειν ἐν ὕδατι, καὶ γινώσκων <lb/>ἐν ἐκείνῳ τῷ ὕδατι
                            βδέλλας γενομένας, ἐξαγαγὼν εἰς <lb/>αὐγὴν τὸν πάσχοντα, καὶ στρέψας τὸν
                            πόρον τῆς ῥινὸς εὐθὺ <lb/>τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων, ἐθεασάμην κατ’ ἐκεῖνον
                            τὸν τόπον, ἐν <lb/>ᾧ συντέτρηται πρὸς τὴν ἐν τῷ στόματι χώραν ἡ ῥὶς,
                            οὖσαν <lb/>βδέλλης οὐρὰν, ἐγκατακεκρυμμένην τῷ πόρῳ. βέλτιον οὖν
                            <lb/>ἔδοξέ μοι καὶ ταῦθ’ ὑμῖν ἱστορῆσαι. </p></div></div></div></body></text></TEI>