<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="463"/>Ἔνθα δ’ ἡ βλάβη μιᾶς ἐνεργείας ἐστὶν,
                            <lb/>οἱ πεπονθότες δὲ τόποι πλείους, τῇ ποικιλίᾳ τῶν ἄλλων συμπτωμάτων
                            <lb/>διοριζομένοις τούτους ἡμῖν εὑρίσκειν πρόκειται νῦν. <lb/>ἄνευ μὲν
                            γὰρ τοῦ παθεῖν τι τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργάνων <lb/>ὁτιοῦν, εἴτε κατὰ
                            πρωτοπάθειαν, εἴτε κατὰ συμπάθειαν, <lb/>ἀδύνατόν ἐστι βλαβῆναι τὴν
                            ἀναπνοήν· ἐπεὶ δ’ αὐτά τε τὰ <lb/>ἀναπνευστικὰ πλείω τετύχηκεν ὄντα,
                            πρὸς δ’ αὐτοῖς ἕτερος <lb/>ἀριθμὸς οὐκ ὀλίγος ἐστὶ μορίων, οἷς
                            συμπάσχειν πέφυκεν, ﻿<pb n="251"/> εἰκότως οἱ διορισμοὶ πολλοὶ
                            γεγόνασιν, οἷς χρώμενος ἄν τις <lb/>εὑρίσκοι τούς τ’ ἰδιοπαθοῦντας
                            ἑκάστοτε καὶ τοὺς συμπάσχοντας <lb/>αὐτοῖς τόπους. εὐθὺς οὖν ἐξ αὐτοῦ
                            μόνου τοῦ τῆς <lb/>ἀναπνοῆς εἴδους ἔνεστι τεκμήρασθαί τι περί τε τοῦ
                            πάσχοντος <lb/>τόπου καὶ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ. φαινέσθω γὰρ ὁ <lb/>κάμνων
                            ὅλον τὸν θώρακα κινῶν κατὰ τὴν ἀναπνοὴν, ὡς ἔμπροσθεν <lb/>μὲν ἄχρι τῶν
                            κλειδῶν ἀνήκειν αὐτοῦ τὴν κίνησιν, <lb/>ἑκατέρωθεν δὲ ἄχρι τῶν ἐπωμίδων,
                            ὀπίσω δὲ ἄχρι τῶν ὠμοπλατῶν· <lb/>ἐκ ταύτης τῆς ἀναπνοῆς ἔνδειξις
                            γίνεται τριῶν διαθέσεων· <lb/>μιᾶς μὲν, θερμασίας φλογώδους κατά τε τὸν
                            πνεύμονα <lb/>καὶ τὴν καρδίαν· ἑτέρας δὲ, στενοχωρίας κατά τι τῶν
                            <lb/>ἀναπνευστικῶν ὀργάνων· ἐφ’ αἷς τρίτης, ἀῤῥωστίας τῆς κινούσης
                            <lb/>δυνάμεως τοὺς μῦς τοῦ θώρακος. ἐπισκέψασθαι τοιγαροῦν <lb/>χρὴ
                            τοιαύτην ἀναπνοὴν θεασάμενόν τινα πρῶτον μὲν <lb/>τοὺς σφυγμούς·
                            ἐνδείξονται γὰρ οὗτοι τὸ πλῆθος τῆς θερμασίας, <lb/>ὡς ἐν τῇ δι’ αὐτῶν
                            προγνώσει γέγραπται· δεύτερον δὲ <lb/>τὴν ἐκπνοὴν, εἰ πολλὴ καὶ ἀθρόα
                            καὶ μετὰ ἐκφυσήσεως γίγνεται· <lb/>καὶ τρίτον ἐπὶ τούτοις ἅψασθαι τοῦ
                            θώρακος κατὰ <lb/>τὸ στέρνον· διακαιόμενον γὰρ εὑρών τις αὐτὸ, οὕτως ἂν
                            ἔχοι <pb n="252"/> πάντα τὰ γνωρίσματα τοῦ πλήθους τῆς θερμασίας, ἐξ
                            ἐπιμέτρου <lb/>προσερχομένων αὐτοῖς ἐρεύθους προσώπου τε καὶ
                            <lb/>ὀφθαλμῶν, καὶ κεφαλῆς διακαοῦς, καὶ δίψους ἰσχυροῦ, καὶ
                            <lb/>γλώσσης ξηρᾶς τε καὶ τραχείας, αὐτοῦ τε τοῦ κάμνοντος καίεσθαι
                            <lb/>λέγοντος. εἰ δὲ τῶν τῆς φλογώσεως σημείων μετρίων <lb/>ὑπαρχόντων,
                            ὁ θώραξ ἐπὶ πλέον διαστέλλοιτο, στενοχωρία <lb/>τίς ἐστιν ἐν τοῖς
                            ἀναπνευστικοῖς ὀργάνοις, ὥστε ἤτοι τῶν <lb/>περὶ τὸν λάρυγγά τι
                            πέπονθεν, ἢ πλήθους ὑγρῶν ὁ πνεύμων <lb/>ἢ ὁ θώραξ ἐμπέπλησται, ἢ φῦμά
                            τι φύεται κατ’ αὐτοὺς, ἐξ <lb/>οὗ γένους ἐστὶ τὸ καλούμενον ἀπόστημα. τὰ
                            μὲν οὖν κατὰ <lb/>τὸν λάρυγγα διήλθομεν, ὅσα κατὰ συμπάθειάν τε καὶ
                            πρωτοπάθειαν <lb/>πάσχει· τὰ δὲ κατὰ πνεύμονα καὶ θώρακα μικρὸν
                            <lb/>ὕστερον ἀκριβέστερον διορισθήσεται, πρόκειται γὰρ ἐν <lb/>τῷ
                            παρόντι τὰ τοῦ νωτιαίου διελθεῖν πάθη, τά τ’ ἄλλα καὶ <lb/>ὅσα κατὰ τὴν
                            καλουμένην ἀτονίαν πάσχει. γίνεται δὲ ἀτονία <lb/>ποτὲ μὲν διὰ τὸν
                            ἐγκέφαλον, ὡς ἂν παρ’ ἐκείνου τὰς δυνάμεις <lb/>ἀμφοτέρας ἔχοντος αὐτοῦ,
                            τήν τε αἰσθητικὴν καὶ τὴν <lb/>κινητικήν· ἐνίοτε καὶ κατ’ αὐτὸν μόνον
                            τὸν νωτιαῖον πρωτοπαθοῦντα <lb/>διά τινα δυσκρασίαν οἰκείαν, ἤτοι καθ’
                            ὅλον <pb n="253"/> αὐτὸν, ἢ κατὰ διαφέροντα μόρια γεγονυῖαν, ἧς οὐδ’ εἰς
                            ἔννοιαν <lb/>οἱ πολλοὶ τῶν ἰατρῶν ἀφικνοῦνται, καίτοι θεώμενοι
                            <lb/>πολλάκις ἐν νόσοις ἐκλύτους τινὰς αὐτῶν οὕτως ὄντας, ὡς <lb/>μόγις
                            κινεῖν τοὺς τῆς χειρὸς δακτύλους, ὅμως δ’ ἀναπνέοντας <lb/>ἅπασι τοῖς
                            τοῦ θώρακος μέρεσιν, μηδ’ οὖν μηδὲ διακαοῦς <lb/>θερμασίας ἀναγκαζούσης
                            αὐτοὺς ἐπὶ μεγάλην ἀναπνοὴν ἀφικνεῖσθαι. <lb/>συμβαίνει δὲ αὐτοῖς τοῦτο
                            διὰ τοιαύτην αἰτίαν. <lb/>τὴν ἀβίαστον ἐκπνοὴν <milestone unit="ed2page" n="464"/>αἱ φρένες ἐργάζονται μόναι κατ’ <lb/>ἐκείνους τοὺς καιροὺς,
                            ἐν οἷς ἡσυχάζει τὸ ζῶον, ἐῤῥωμέναι· <lb/>ὁπότ’ ἂν δ’ ἀῤῥωστῶσιν αὗται,
                            μόναι μὲν πληροῦν τὴν <lb/>χρείαν τῆς ἀναπνοῆς οὐ δύνανται, βοηθοῦσι δ’
                            οἱ μεσοπλεύριοι <lb/>μύες αὐταῖς τηνικαῦτα, κᾀπειδὰν ἔτι πλέονος
                            εἰσπνοῆς <lb/>δέηται τὸ ζῶον, οὕτως ἤδη καὶ οἱ ὑψηλοὶ πάντες, ὧν οἱ
                            <lb/>μέγιστοι τὰς ὠμοπλάτας ἑαυτοῖς συγκινοῦσιν ἐναργῶς. ὅτ’ <lb/>ἂν οὖν
                            ἴδῃς ἄνθρωπον ἅπασι τοῖς τοῦ θώρακος μέρεσιν ἐνεργοῦντα, <lb/>μὴ μέντοι
                            πυκνὸν εἰσπνέοντα, προσεπισκέψαι τηνικαῦτα <lb/>τήν τε πηλικότητα τῆς
                            διαστολῆς τοῦ θώρακος, καὶ <lb/>τὰ τῆς ῥινὸς πτερύγια· ταῦτά τε γὰρ
                            αὐτὸν εὑρήσεις προστέλλοντα, <lb/>καὶ μικρὰν τὴν διαστολὴν τοῦ θώρακος
                            ἐργαζόμενον, <pb n="254"/> οὐχ ὥσπερ οἱ διὰ πλῆθος θερμασίας ἐν πυρετοῖς
                            καυσώδεσιν <lb/>ἐῤῥωμένοι τὴν δύναμιν, ἐπὶ πλεῖστον γὰρ αὐτοὶ τὸν θώρακα
                            <lb/>διαστέλλουσιν ὅλον· ἀλλ’ οὐδ’ ὡς οἱ διὰ στενοχωρίαν τινὰ <lb/>τῶν
                            ἀναπνευστικῶν ὀργάνων, ὡς ἐν κυνάγχαις τε καὶ ταῖς ἐκ <lb/>πολλοῦ καὶ
                            ἀθρόου κατάῤῥου δυσπνοίαις· ἢ καὶ δι’ ἀμφότερα, <lb/>καθάπερ ἐν
                            περιπνευμονίαις, οὗτοι γάρ εἰσιν οἱ μέγιστόν <lb/>τε καὶ πυκνότατον
                            ἀναπνέοντες. ὥσπερ δὲ δι’ ἀῤῥωστίαν <lb/>δυνάμεως ἅπαντα τὰ μέρη τοῦ
                            θώρακος ἀναγκάζονται <lb/>διαστέλλειν, οὕτω καὶ διὰ μερικὴν ἀτονίαν ἑνὸς
                            ἐξ αὐτῶν <lb/>μέρους. ὁ γοῦν γυμναστὴς Σεκοῦνδος, ὡς ἂν οἷς ἔπασχεν
                            <lb/>παρακολουθεῖν δυνάμενος, αἰσθάνεσθαι σαφῶς ἔφη τῆς <lb/>κατὰ τὰς
                            φρένας ἀτονίας, δι’ ἣν ἠναγκάζετο καὶ τοὺς μεσοπλευρίους <lb/>μῦς ἀεὶ
                            κινεῖν, καί ποτε καὶ τοὺς ὑψηλούς· καί <lb/>ποτε καὶ περιβαλὼν ζώνην
                            τοῖς κατ’ ὑποχόνδρια χωρίοις, <lb/>ἠρκεῖτο μόνῃ τῇ διὰ τῶν φρενῶν
                            ἀναπνοῇ, καθ’ ὃν ἡσύχαζε <lb/>δηλονότι χρόνον. εἴτε δὲ αὐτοῦ τοῦ κατὰ τὸ
                            διάφραγμα μυὸς, <lb/>εἴτε τῶν ἡκόντων εἰς αὐτὸ νεύρων, εἴτ’ ἀμφοτέρων ἦν
                            ἀτονία, <pb n="255"/> δύσκολον ἐφαίνετό μοι διορισθῆναι· τὴν δ’ αὐτὴν
                            ἀναπνοὴν <lb/>ἐθεασάμην τινὰ καὶ ἄλλον ἔχοντα, λακτισθέντα μὲν ὑφ’ ἵππου
                            <lb/>ποτὲ κατὰ τῶν ὑποχονδρίων ἰσχυρῶς, ὡς ἀποθανεῖν <lb/>κινδυνεῦσαι,
                            φλεγμήναντος αὐτῷ τοῦ διαφράγματος· ὡς δ’ <lb/>ἐκ τοῦ κινδύνου τούτου
                            διεσώθη, παραμεινάσης ἀεὶ τῆς <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="289"/>ἀτονίας αὐτῷ. ἑτέρῳ δὲ ἐκ
                            περιπνευμονίας ἰσχυρᾶς <lb/>ἀνακομιζομένῳ δυσαίσθητος ἐκ τῶν ὀπίσω τε
                            καὶ ἔνδον μερῶν <lb/>ὁ βραχίων ἐγένετο, καὶ τοῦ πήχεως ὁμοίως τὰ πλεῖστα
                            <lb/>μέχρι δακτύλων ἄκρων, ὀλίγον δέ τι καὶ πρὸς τὴν κίνησιν
                            <lb/>ἐβλάβησαν ἔνιοι. τούτῳ τὰ κατὰ τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον
                            <lb/>μεσοπλεύριον νεῦρα βλαβῆναι συνέβη· φέρεται δ’ αὐτῶν τὸ <lb/>μὲν
                            πρῶτον ἀξιόλογον ὑπάρχον τῷ μεγέθει, διὰ βάθους, <lb/>ἀναμιγνύμενον τῷ
                            μὲν πρὸ αὐτοῦ, κατασχιζόμενον δὲ εἰς <lb/>μοίρας πολλὰς, ἃς ἐν ταῖς
                            ἀνατομαῖς ἐθεασάμεθα, καί τινας <lb/>αὐτῶν ἄχρι δακτύλων ἄκρων διὰ τῆς
                            ἔνδον χώρας τοῦ πήχεως <lb/>ἀφικνουμένας· τὸ δὲ δεύτερον νεῦρον λεπτὸν
                            ὂν, οὐδενὶ μιγνύμενον <lb/>ἑτέρῳ, διὰ τῆς μασχάλης ὑπὸ τῷ δέρματι πρὸς
                            <lb/>τὸν βραχίονα φέρεται, κατασχιζόμενον εἰς τὸ δέρμα τῆς ﻿<pb n="256"/> ἔνδον τε καὶ ὀπίσω χώρας αὐτοῦ. ταχέως ὁ ἄνθρωπος οὗτος
                            <lb/>ἐθεραπεύθη, φαρμάκου τεθέντος ἐπὶ τῆς ἐκφύσεως τῶν νεύρων <lb/>κατὰ
                            τὸ πρῶτόν τε καὶ δεύτερον μεσοπλεύριον· ὥσπερ <lb/>ἄλλοι τινὲς ἅμα ἄμφω
                            τὰ σκέλη κατὰ βραχὺ παραλυόμενοι, <lb/>διὰ τῶν κατ’ ὀσφῦν ἐπιτεθέντων
                            φαρμάκων ἐκείνῳ τῷ χωρίῳ, <lb/>καθ’ ὃ τὰ τῶν σκελῶν ἀποφύεται νεῦρα τοῦ
                            νωτιαίου μυελοῦ, <lb/>μηδὲν ἡμῶν ἐπιτεθέντων αὐτοῖς τοῖς παραλελυμένοις
                            σκέλεσι <lb/>φάρμακον· οὐδὲ γὰρ αὐτῶν ἴδιον ἦν τὸ πάθος, ἀλλὰ <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="465"/>τοῦ μυελοῦ. ἑτέρῳ δὲ μεγάλης
                            ἐκπυήσεως γενομένης <lb/>ἔν τε τῷ κατὰ τὴν ἑτέραν τῶν πυγῶν χωρίῳ καὶ
                            τοῖς πρώτοις <lb/>μέρεσι τοῦ κατ’ αὐτὸν σκέλους ἐγυμνώθη μὲν ἐν τῇ
                            χειρουργίᾳ <lb/>τὰ τοῦ σκέλους ἐκείνου νεῦρα, θεραπευθέντος δὲ τοῦ
                            <lb/>χωρίου, δυσκίνητον ἦν ὅλον τὸ κῶλον· ἐφ’ οὗ στοχασάμενος <lb/>τῆς
                            γενομένης φλεγμονῆς ὑπολελεῖφθαί τι σκιῤῥῶδες ἔν τινι <lb/>τῶν νεύρων,
                            ὡς πρὸς τοιαύτην διάθεσιν ἁρμοσάμενος, ἐπὶ <lb/>τοῦ πεπονθότος μόνου
                            χωρίου ἐπιτιθεὶς ἐπιτήδεια φάρμακα <lb/>τελέως τὸν ἄνθρωπον ἐξιασάμην.
                            ὥσπερ δὲ ἐπὶ τῶν κατὰ <lb/>τὸ πρόσωπον εἴρηται μερῶν, οὕτω κᾀπὶ τῶν
                            ἄλλων ἁπάντων, <lb/>ὅτ’ ἂν ἀπόλλυται μία τίς ἐνέργεια, τὸν ποιητικὸν
                            αὐτῆς μῦν <pb n="257"/> μόνον, ἢ τὸ νεῦρον αὐτοῦ πεπονθέναι νομιστέον·
                            εἰ δὲ <lb/>πλείους ἐνέργειαι βλαβεῖεν, εἰ μὲν καθ’ ἓν χωρίον, ἐγχωρεῖ
                            <lb/>καὶ τοὺς μῦς αὐτοὺς πάντας ἔκ τινος αἰτίας βεβλάφθαι κοινῆς,
                            <lb/>ἐνδέχεται δὲ καὶ κοινόν τι τῶν μυῶν ἐκείνων νεῦρον εἶναι <lb/>τὸ
                            πεπονθός. ἰχθῦς γοῦν τις ἐν ποταμῷ θηρεύων, καὶ <lb/>καταψυχθεὶς τὰ περὶ
                            τὴν ἕδραν τε καὶ κύστιν, ὡς χωρὶς <lb/>προαιρέσεως ἐκρεῖν αὐτοῦ τό τ’
                            ἀποπάτημα καὶ τὸ οὖρον, <lb/>ἐθεραπεύθη ταχέως ὑπὸ τῶν θερμαινόντων
                            φαρμάκων ἐπιτεθέντων <lb/>τοῖς πεπονθόσι μυσίν· ἕτερος δὲ ἄνευ φανερᾶς
                            αἰτίας <lb/>τοῖς αὐτοῖς περιπεσὼν συμπτώμασιν ἐν πολλῷ χρόνῳ διὰ
                            <lb/>πολλῶν βοηθημάτων μόγις ὑγιάσθη, τῶν καθ’ ἱερὸν ὀστοῦν <lb/>αὐτῷ
                            παθόντων νεύρων. ὅπερ οὖν ἔφην εὐθέως ἐν ἀρχῇ, <lb/>τοῦτο καὶ νῦν εἰπὼν
                            ἐφ’ ἕτερόν τι μεταβήσομαι· γινώσκων <lb/>τις ἐξ ἀνατομῆς ἕκαστον τῶν ἀπὸ
                            τοῦ νωτιαίου νεύρων, εἰς <lb/>ὅ τι παραγίνεται μόριον, ἀκριβῶς
                            διαγνώσεται τοὺς πεπονθότας <lb/>τόπους. ἔργῳ δ’ ὑμεῖς τὴν βάσανον
                            τούτων ἐπὶ τῶν <lb/>ἔργων τῆς τέχνης εἰλήφατε, πολλάκις ἑωρακότες
                            ὠφέλειαν <lb/>ἐναργῆ γιγνομένην τοῖς κάμνουσιν ἐκ τῆς τοιαύτης
                            διαγνώσεως. <pb n="258"/> οὐ μόνον γὰρ σκέλη καὶ χεῖρας εἰκῆ καὶ μάτην
                            οἱ πολλοὶ τῶν <lb/>ἰατρῶν ἀνατρίβουσι φαρμάκοις θερμαίνουσι δι’ ὅλης
                            ἡμέρας <lb/>τε καὶ νυκτὸς, ἀμελήσαντες τοῦ τόπου, καθ’ ὃν ὁ νωτιαῖος
                            <lb/>ἤ τι τῶν ἀπ’ αὐτοῦ βλάπτεται νεύρων, ἀλλὰ καὶ τὴν κεφαλὴν <lb/>οὐ
                            πρὸ πολλοῦ τινος ἥλκωσαν, ἐπιτιθέντες φάρμακα τῶν <lb/>πάνυ
                            θερμαινόντων, ἡγούμενοι δι’ αὐτῶν ἀνακαλέσασθαι τὴν <lb/>αἴσθησιν αὐτῆς
                            ἰσχυρῶς βεβλαμμένην· ὅν τινα καὶ αὐτὸν <lb/>ἡμεῖς ἰασάμεθα, τὸν
                            πεπονθότα τόπον εὑρόντες ἔκ τε τῶν <lb/>ἄλλων συμπτωμάτων καὶ τῶν
                            προκαταρκτικῶν αἰτίων, ἕκαστον <lb/>ἀνερωτήσαντες, ὧν ἓν ἦν καὶ τόδε·
                            πάμπολυν ὑετὸν <lb/>ἔφη σὺν ἀνέμῳ σφοδροτάτῳ γενόμενον, ὁδοιποροῦντος
                            πότ’ <lb/>αὐτοῦ, διαβρέξαι τὴν ἐφεστρίδα κατὰ τὸν τράχηλον, ὡς αἰσθέσθαι
                            <lb/>σαφῶς ψύξεως ἐν αὐτῷ γενομένης ἰσχυρᾶς. ἐπιστάμενος <lb/>οὖν τις ἐκ
                            τῶν πρώτων τοῦ νωτιαίου σπονδύλων ἐπὶ <lb/>τὴν κεφαλὴν ἀναφερόμενα νεῦρα
                            τέτταρα, δι’ ὧν τὴν αἴσθησιν <lb/>ἔχει τὸ περὶ αὐτὴν δέρμα, ῥᾳδίως ἂν
                            ἔγνω τὸν πεπονθότα <lb/>τόπον, οὗ θεραπευθέντος τὸ τῆς κεφαλῆς
                            συνεθεραπεύθη <lb/>δέρμα, μηδὲν αὐτὸ κατὰ πρωτοπάθειαν πεπονθός. ἀλλ’
                            οὔτε <pb n="259"/> ταῦτα τὰ νεῦρα γιγνώσκοντες οὔτε τὰ καθ’ ἕκαστον
                            μέρος <lb/>ὅλου τοῦ δέρματος οἱ ἰατροὶ, παρὸν αὐτοῖς ἐλαχίστῳ μορίῳ
                            <lb/>τῷ κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ νεύρου προσφέρειν τὰ βοηθήματα, <lb/>τοῖς
                            οὐδὲν πεπονθόσιν ἐνοχλοῦσιν. ἐγὼ δὲ ὑμῖν ἔδειξα πολλάκις <lb/>ἔνια μὲν
                            ἐν αὐτῷ τῷ νωτιαίῳ τὴν οἷον ῥῖζαν ἔχοντα, <lb/>τινὰ δ’ οἷον ἐκ κλάδων
                            μεγάλων ἀποσχιζόμενα, πεφυκότων <lb/>ἐκ τοῦ νωτιαίου, καὶ πάλιν αὐτὰ
                            ταῦτα, σχιζόμενά τε καὶ <lb/>διανεμόμενα, τὰ μὲν εἰς πολὺ πάνυ μέρος τοῦ
                            δέρματος, <lb/>ἔνια δὲ εἰς ἔλαττον· ὥστε με θαυμάσαι τῶν ἀνατομικῶν <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="466"/>ἀνδρῶν ἀγνοησάντων αὐτὰ καὶ ζητούντων
                            ἐν ταῖς <lb/>παραλύσεσι τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν οὐκ ἀεὶ κίνησίς τε καὶ
                            αἴσθησις <lb/>ἀπόλλυται τῶν παραλελυμένων μορίων, ἀλλ’ ἐνίοτε μὲν ἡ
                            <lb/>κίνησις, ἐνίοτε δὲ ἡ αἴσθησις, ἐνίοτε δὲ ἥ τε κίνησις καὶ ἡ
                            αἴσθησις. <lb/>οἴονται γὰρ τῶν εἰς τοὺς μῦς διανεμομένων νεύρων <lb/>τὰ
                            λείψανα διεκπίπτειν ἐπὶ τὸ δέρμα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπειδὰν <lb/>πάθῃ τὸ
                            κατασχιζόμενον εἰς τὸν μῦν νεῦρον, ἐπὶ μὲν ταῖς <lb/>μεγάλαις αὐτοῦ
                            διαθέσεσιν ἀμφότερα βλάπτεσθαι, τήν τε <lb/>αἴσθησιν ἅμα καὶ τὴν
                            κίνησιν· ἐπὶ δὲ ταῖς ἐλάττοσιν διασώζεσθαι <lb/>μὲν ἔτι τὴν αἴσθησιν, ὡς
                            ἂν οὐκ ἰσχυρᾶς δεομένην δυνάμεως, <pb n="260"/> ἀπόλλυσθαι δὲ τὴν
                            κίνησιν, οὐ δυναμένην γίνεσθαι <lb/>χωρὶς ῥώμης δυνάμεως. εἷς γάρ τις
                            μῦς ἐνίοτε κινῶν ὅλον <lb/>τὸ σκέλος, ἢ καὶ τὴν χεῖρα, καὶ διὰ τοῦτο
                            ῥώμης δεόμενος, <lb/>ἐπειδὰν πάθῃ μηκέτ’ ἐνεργεῖν δυνάμενος, ἀκίνητον
                            μὲν ἐργάζεται <lb/>τὸ κῶλον, ἡ δὲ αἰσθητικὴ δύναμις, διαγνωστικὴ τῶν
                            <lb/>κατὰ τὸ μόριον οὖσα παθῶν, ἀβλαβὴς αὐτῷ διαμένει, μὴ <lb/>δεομένη
                            μεγάλης ἰσχύος· τό τε γὰρ πάσχειν οὐδὲν ἧττον, <lb/>ἀλλὰ καὶ μᾶλλον
                            ὑπάρχει τοῖς ἀσθενέσιν, ἥ τε διάγνωσις τοῦ <lb/>πάθους αὐτάρκως γίνεται
                            καὶ δι’ ἀῤῥώστου δυνάμεως. ἐπὶ <lb/>μὲν οὖν τῆς τοιαύτης παραλύσεως ὁ
                            λόγος αὐτῶν πιθανός <lb/>ἐστιν· ἐφ’ ἧς δ’ ἡ μὲν αἴσθησις ἀπόλωλεν, ἡ δὲ
                            κίνησις σώζεται, <lb/>τινὲς μὲν οὕτω ματαίους εἰρήκασι λόγους, ὡς
                            ἄμεινον <lb/>εἶναι σιωπᾷν αὐτούς· ἔνιοι δ’ αἰσθανόμενοι τῆς τοῦ
                            ζητήματος <lb/>ἀπορίας, οὐκ ὤκνησαν εἰπεῖν οὐδέποτ’ ὦφθαι τοιοῦτο
                            <lb/>παραλύσεως εἶδος, ἐν ᾧ τῆς αἰσθήσεως ἀπολωλυίας ἡ κίνησις
                            <lb/>σώζεται. τοῖς γὰρ ἀποστᾶσι μὲν τῶν ἔργων τῆς τέχνης,
                            <lb/>ἀναγορεύσασι δὲ ἑαυτοὺς προστάτας αἱρέσεως, οὐδὲν ἀτόλμητόν
                            <lb/>ἐστιν, ἀλλ’ ἅπαν ἑτοίμως ψεύδονται, καὶ γράφουσιν ﻿<pb n="261"/>
                            ἔνια μὲν ὡς πολλάκις ἑωρακότες, ὧν οὐδ’ ὄναρ οὐδὲν <lb/>εἶδόν ποτε,
                            πολλὰ δ’ οὐδεπώποτ’ ὦφθαί φασι τῶν συνεχῶς <lb/>αὐτοῖς ὁρωμένων. </p></div></div></div></body></text></TEI>