<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="456"/>Καιρὸς οὖν ἤδη μεταβαίνειν ἐπὶ τὴν
                            <lb/>γλῶτταν. ἑώραται δ’ ἡμῖν ἐπ’ αὐτῆς ἐνίοτε μὲν ἡ κίνησις,
                            <lb/>ἐνίοτε δὲ ἡ τῆς γεύσεως αἴσθησις βεβλαμμένη, καί ποτε μὲν <lb/>σὺν
                            αὐτῇ καὶ ἡ τῆς ἁφῆς. οὐκ ἔστι δ’ ἄλλα μὲν ἁφῆς, ἄλλα <lb/>δὲ γεύσεως
                            νεῦρα, καθάπερ τὰ τῆς κινήσεως· τὰ γὰρ ἀπὸ <lb/>τῆς τρίτης συζυγίας οὐ
                            μόνον τῶν ἁπτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν <lb/>γευστῶν ἐστι διαγνωσικά. πλεονάκις δὲ
                            βλάπτεται τῶν γευστῶν <lb/>ἡ αἴσθησις ἤπερ ἡ τῶν ἁπτῶν, καίτοι τῶν αὐτῶν
                            <lb/>οὖσα νεύρων, ὡς ἂν ἀκριβεστέρας δεομένη διαγνώσεως.
                            <lb/>παχυμερέστατον μὲν γὰρ τὸ τῆς ἁφῆς αἰσθητήριον, ὥσπερ <lb/>τὸ τῆς
                            ὄψεως λεπτομερέστατον· δεύτερον δὲ μετὰ τὴν ὄψιν <lb/>ἐν λεπτομερείᾳ μὲν
                            τὸ τῆς ἀκοῆς, ἐν παχυμερείᾳ δὲ μετὰ τὴν <lb/>ἁφὴν τὸ τῆς γεύσεως, ὥσπερ
                            ἐν μέσῳ τῶν τεττάρων τὸ τῆς <lb/>ὀσφρήσεως. ἡ δὲ κίνησις τῆς γλώττης
                            παρὰ τῆς ἑβδόμης <lb/>ἐστὶ συζυγίας τῶν ἐξ ἐγκεφάλου πεφυκότων νεύρων,
                            ἐγγὺς τῆς <pb n="230"/> κατὰ τὸν νωτιαῖον ἀρχῆς οὖσα. ὅταν μὲν οὖν
                                <milestone unit="ed1page" n="285"/>ἀμφότερα <lb/>τὰ μέρη τοῦ
                            ἐγκεφάλου, τό τε δεξιὸν καὶ τὸ ἀριστερὸν, <lb/>κατὰ τοῦτο τὸ χωρίον ᾖ
                            πεπονθότα, τοὺς ἀποπληκτικοὺς <lb/>ἐπιφέρει κινδύνους· ὅτ’ ἂν δὲ θάτερον
                            μόνον, εἰς παραπληγίαν <lb/>τελευτᾷ, ποτὲ μὲν τῇ τῆς γλώττης κινήσει
                            μόνῃ λυμαινομένην <lb/>κατὰ τὸ ἥμισυ μέρος, ἔστι δ’ ὅτε καὶ τοῖς κάτω
                            τῆς <lb/>κεφαλῆς μορίοις ἄλλοτ’ ἄλλοις ἐγκατασκήπτουσαν, ποτὲ δὲ
                            <lb/>καὶ παντὶ θατέρῳ μέρει τοῦ σώματος ἄχρι ποδῶν ἄκρων. <lb/>ἡ δ’ οὖν
                            γλῶττα πολλάκις ἑώραται βλαπτομένη τὴν εἰρημένην <lb/>βλάβην μόνη τῶν
                            κατὰ τὸ πρόσωπον μερῶν, μήτε τῆς ἁπτικῆς <lb/>αἰσθήσεως ἐν αὐτῇ μήτε τῆς
                            γευστικῆς βεβλαμμένων. <lb/>καὶ ἡ αἰτία πρόδηλος ὑμῖν ἐστιν ἑωρακόσιν
                            τὰς ἐξ ἐγκεφάλου <lb/>τῶν νεύρων ἀποφύσεις εἰς μὲν τὸ πρόσωπον ἀπὸ τοῦ
                            προσθίου <lb/>μέρους αὐτοῦ γινομένας, εἰς δὲ τὰ κάτω μέρη τοῦ
                            <lb/>προσώπου πάντα τὰ καθ’ ὅλον τὸ ζῶον ἀπὸ θατέρου μέρους <lb/>τοῦ
                            ὄπισθεν, ἐξ οὗ μέρους ἐστὶ καὶ ἡ συζυγία τῶν ἐπὶ <lb/>τοὺς τῆς γλώττης
                            μῦς ἀφικνουμένων νεύρων, ὑφ’ ὧν αἱ κατὰ <lb/>προαίρεσιν αὐτῆς γίνονται
                            κινήσεις. ὥστε πάλιν εἰκότως, ὅτ’ <lb/>ἂν τὸ πρόσθιον ἐγκεφάλου πάθῃ
                            μέρος μόνον, ἡ μὲν τῆς γλώττης ﻿<pb n="231"/> κίνησις ἀβλαβὴς διασώζεται
                            μόνη, τὰ δ’ ἄλλα πάντα τὰ <lb/>κατὰ τὸ πρόσωπον μόρια τὰς αἰσθητικὰς καὶ
                            προαιρετικὰς <lb/>κινήσεις ἀπόλλυσι, κατὰ θάτερον δηλονότι μέρος, ἤτοι
                            τὸ <lb/>δεξιὸν ἢ τὸ ἀριστερόν. ἐὰν γὰρ ὅλον ποτὲ πάθῃ τὸ πρόσθιον
                            <lb/>ἐγκεφάλου, συμπάσχειν μὲν ἀναγκαῖόν ἐστι καὶ τὰ περὶ τὴν
                            <lb/>ὑψηλοτάτην αὐτοῦ κοιλίαν, βλάπτεσθαι δὲ καὶ τὰς διανοητικὰς
                            <lb/>αὐτῶν ἐνεργείας. καὶ κεῖται ἀναίσθητος μὲν καὶ ἀκίνητος <lb/>ὁ
                            οὕτως παθὼν, οὐδὲν δ’ εἰς τὴν ἀναπνοὴν βλάπτεται, καὶ <lb/>καλεῖται τὸ
                            πάθος τοῦτο κάρος, ὡς τό γε καὶ τὴν ἀναπνοὴν <lb/>βλάπτον οὕτως ἰσχυρῶς,
                            ὡς μετὰ πολλῆς βίας ἀναπνεῖν μόγις <lb/>ὁμοίως τοῖς ῥέγχουσιν ἐν ὕπνοις
                            βαθέσιν ἀποπληξία προσαγορεύεται. <lb/>καὶ τοίνυν καὶ διαδέχεται τὴν μὲν
                            τῆς ἀποπληξίας <lb/>λύσιν ἡ καλουμένη παραπληγία πάνυ πολλάκις, ἐπὶ δὲ
                            τοῖς <lb/>κάροις παυομένοις ὑγεία τοὐπίπαν πολλάκις ἀκολουθεῖν
                            <lb/>εἴωθεν. γίνεται δὲ κάρος ἐπί τε τοῖς τῶν κροταφιτῶν μυῶν
                            <lb/>πάθεσιν, ὡς ἱπποκράτης ἐδήλωσεν, κᾀν τοῖς ὀξέσι νοσήμασιν, <lb/>ὡς
                            καὶ τοῦτ’ ἔγραψεν ὁ αὐτὸς Ἱπποκράτης· ἐν τῷ μέσῳ <lb/>δέ πως ἀμφοῖν
                            ἐστι, τοῦ τε κάρου καὶ τῆς ἀποπληξίας, ἡ ἐπιληψία, <lb/>σπασμοὺς μὲν
                            ἐπιφέρουσα παντὸς τοῦ σώματος, οὐ <pb n="232"/> μὴν εἰς παραπληγίαν
                            τελευτῶσα. ψυχρὸς μὲν οὖν καὶ παχὺς <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="457"/>ἢ πάντως γε γλίσχρος χυμός ἐστιν
                            αἴτιος τῶν τριῶν <lb/>τούτων νοσημάτων. ἀλλ’ ἐν μὲν τοῖς κάροις τε καὶ
                            ταῖς ἐπιληψίαις <lb/>αἱ κοιλίαι μὲν μᾶλλον, ἧττον δὲ αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ
                            <lb/>ἐγκεφάλου πάσχειν εἴωθεν, ἐν δὲ ταῖς ἀποπληξίαις μᾶλλον τὸ
                            <lb/>σῶμα· καὶ κατὰ μὲν τοὺς κάρους τὰ πρόσω μᾶλλον, ἐν δὲ <lb/>ταῖς
                            ἀποπληξίαις τε καὶ ἐπιληψίαις ἀμφότερα· κατὰ δὲ τὰς <lb/>καταλήψεις τε
                            καὶ κατοχὰς ὀνομαζομένας τὰ ὀπίσω πάσχει <lb/>μᾶλλον. ὅτ’ ἂν δὲ
                            ἀνατιτραμένου τινὸς ὀστοῦ ἡ μέση κοιλία <lb/>θλιφθῇ, κάρος καταλαμβάνει
                            τὸν ἄνθρωπον ἄνευ τοῦ <lb/>σπᾶσθαί τε καὶ δυσχερῶς ἀναπνεῖν, ὧν τὸ μὲν
                            ἐπιληψίας, τὸ <lb/>δὲ τῆς ἀποπληξίας ἐστὶν ἴδιον, ὥσπέρ γε καὶ κάρου καὶ
                            καταλήψεως <lb/>ἡ κατὰ φύσιν ἀναπνοὴ σωζομένη. ἀλλ’ ὁ μὲν κάρος
                            <lb/>κεκλεισμένων γίγνεται τῶν βλεφάρων, ἡ κατάληψις δὲ <lb/>ἀνεῳγότων.
                            ὥσπερ δὲ ἐν ταῖς ἀνατρήσεσιν, ὅτ’ ἂν ἀμελῶς τις <lb/>πιέζων τῷ
                            μηνιγγοφύλακι τὴν μήνιγγα θλίψῃ περαιτέρω τοῦ <lb/>προσήκοντος, ὁ κάρος
                            γίγνεται, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, <lb/>ὅτ’ ἂν ὀστοῦν συντριβὲν σφοδρῶς
                            τοῦ κρανίου θλίβῃ τὰς κοιλίας <pb n="233"/> αὐτοῦ, καὶ μάλιστα τὴν
                            μέσην, ὁ κάρος συμπίπτει· <lb/>ἕπεται δὲ καὶ σφοδραῖς ὀδύναις τὸ πάθος
                            τοῦτο, καταπίπτοντος <lb/>ἐν αὐταῖς τοῦ κατὰ τὸ ψυχικὸν πνεῦμα τόνου·
                            καλῶ δὲ <lb/>οὕτως, ὡς ἴστε, τὸ κατὰ τὰς κοιλίας τοῦ ἐγκεφάλου πρῶτον
                            <lb/>ὄργανον ὑπάρχον τῇ ψυχῇ πρὸς τὸ διαπέμπειν εἰς ἅπαντα τὰ <lb/>μέρη
                            τοῦ σώματος αἴσθησίν τε καὶ κίνησιν. τὰ μὲν οὖν <lb/>κατὰ τὸν ἐγκέφαλον,
                            οἰκειότητί τε τοῦ προκειμένου λόγου <lb/>καὶ διότι κατὰ τὸν ἔμπροσθεν
                            λόγον ἀδιοριστότερον εἴρηται, <lb/>διορίσασθαί μοι νῦν ἄμεινον ἔδοξεν·
                            αὖθις δ’ ἐπὶ τὰ τῆς <lb/>γλώττης ἐπάνειμι πάθη, τὰ μὲν κοινὰ διὰ τὴν
                            πρὸς τὸν ἐγκέφαλον <lb/>καὶ τὰ νεῦρα κοινωνίαν, τὰ δὲ ἴδια μόνης αὐτῆς.
                            τῇ <lb/>μὲν οὖν πρὸς τὸν ἐγκέφαλον αὐτῆς κοινωνίᾳ καθάπερ εἰς τὴν
                            <lb/>κίνησιν ἐβλάπτετο διὰ τὴν ἑβδόμην συζυγίαν, οὕτως εἰς τὴν
                            <lb/>αἴσθησιν ἐμποδίζεται διὰ τὴν τρίτην, ἣν ὀνομάζουσι μαλακὸν
                            <lb/>νεῦρον οἱ ἀνατομικοὶ, καταφυομένην, ὡς ἴστε, καὶ κατασχιζομένην
                            <lb/>εἰς τὸν περιλαμβάνοντα τὴν γλῶτταν χιτῶνα, καθάπερ <lb/>τι τῶν ἀπὸ
                            τῆς ζ΄ συζυγίας εἰς τοὺς κινοῦντας αὐτὴν μύας. <lb/>τὰ δ’ ἴδια μόνης τῆς
                            γλώττης πάθη τοῖς μεμνημένοις ὅσα <pb n="234"/> περὶ τῶν κατὰ τοὺς
                            ὀφθαλμοὺς ἰδίων ἀρτίως εἶπον, οὐ χαλεπῶς <lb/>εὑρεθήσεται. καὶ γὰρ
                            ταύτης αἱ μὲν δυσκρασίαι τῶν <lb/>μυῶν, ὡς ὁμοιομερῶν, ἐμποδίζουσι ταῖς
                            κινήσεσιν, ὥσπέρ <lb/>γε καὶ τοῦ περιέχοντος ἔξωθεν αὐτὴν ὑμένος,
                            ἀμφοτέραις <lb/>ταῖς αἰσθήσεσιν, ἁπτικῇ τε καὶ γευστικῇ· αἵ θ’ ὡς
                            ὀργανικῶν <lb/>παθῶν φλεγμοναὶ καὶ σκίῤῥοι καὶ οἰδήματα καὶ ἐρυσιπέλατα
                            <lb/>καὶ διαπυήσεις, ἅπερ ἅπαντα τῆς ἐνεστώσης ἀφώρισται πραγματείας,
                            <lb/>ὁρῶσίν τε ἡμῖν καὶ ἁπτομένοις διαγιγνωσκόμενα· <lb/>πρόκειται γὰρ,
                            ὅσα μήτ’ ὄψει μήθ’ ἁφῇ διαγνῶναι δυνάμεθα <lb/>πάσχοντα μόρια, ταῦτ’
                            ἐπισκέψασθαι, διὰ τίνων σημείων <lb/>ἐνδεικτικῶς τε καὶ τὸ σύμπαν φάναι
                            λογικῶς νῦν <lb/>εὑρεθησόμενα. </p></div></div></div></body></text></TEI>