<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ἐν δὲ τῷ νῦν ἐνεστῶτι τετάρτῳ τῆς ὅλης <lb/>ὄντι πραγματείας ὁ λόγος ἔστω
                            μοι περὶ τῶν κατὰ τὸ <lb/>πρόσωπον μορίων τῶν ἐν βάθει πεπονθότων, τὴν
                            ἀρχὴν <lb/>ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν ποιησαμένῳ. τούτων γὰρ ἐνίοτε μὲν ὁ
                            <lb/>ἕτερος, ἐνίοτε δὲ ἀμφότεροι παραλύονται τῆς κινήσεως, ἢ
                            <lb/>αἰσθήσεως, ἢ ἀμφοτέρων· ἐνίοτε δὲ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν ἕνα <pb n="218"/> ποτὲ μὲν τὸ βλέφαρον ἔπαθε μόνον, ἔστι δ’ ὅτε καὶ κατ’
                            <lb/>αὐτὸν τὸν κυρίως ὀνομαζόμενον ὀφθαλμὸν γέγονεν ἢ εἰς αἴσθησιν,
                            <lb/>ἢ εἰς κίνησιν ἡ βλάβη. ὅτ’ ἂν μὲν οὖν μηδενὸς φαινομένου <lb/>κακοῦ
                            περὶ τὸν ὀφθαλμὸν ἀπολέσθαι τὴν ὀπτικὴν <lb/>αἴσθησιν συμβῇ, τὸ καθῆκον
                            ἐξ ἐγκεφάλου νεῦρον εἰς αὐτὸν <lb/>ἔχει τὴν αἰτίαν, ἤτοι φλεγμαῖνον, ἢ
                            σκιῤῥούμενον, ἢ ὁπωσοῦν <lb/>ἄλλως ἐξ ἐπιῤῥοῆς ὑγρῶν βλαπτόμενον, ἢ
                            ὁπωσοῦν ἄλλως <lb/>ἐμφραττομένου πόρου τοῦ κατ’ αὐτόν. καὶ ταῦτα μὲν
                            <lb/>ὡς ὀργανικῷ μορίῳ συμβαίνειν ἀναγκαῖον αὐτῷ, τὰ δ’ ὡς
                            <lb/>ὁμοιομερεῖ κατὰ τὰς ὀκτὼ δυσκρασίας· ἔξωθεν δὲ τούτων, <lb/>ὅταν
                            ἤτοι μηδ’ ὅλως ἢ παντάπασιν ὀλίγον ἐπιπέμπηται τὸ <lb/>αὐγοειδὲς πνεῦμα
                            παρὰ τῆς κατὰ τὸν ἐγκέφαλον ἀρχῆς. τῆς <lb/>κινήσεως δὲ ἀπολωλυίας μόνης
                            ὁποτέρου τῶν ὀφθαλμῶν, τὸ <lb/>κατὰ τὴν δευτέραν συζυγίαν νεῦρον
                            ἀποφυόμενον τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>πεπονθέναι τι πάθος ἀναγκαῖόν ἐστιν ὧν
                            διῆλθον <lb/>ἀρτίως ἐπὶ θατέρου νεύρου τοῦ κατὰ τὴν πρώτην συζυγίαν
                            <lb/>ἐκφυομένου. ἐπεὶ δὲ, ὡς ἐμάθομεν ἐν ταῖς ἀνατομαῖς, ἓξ μέν
                            <lb/>εἰσιν οἱ τὸν ὀφθαλμὸν αὐτὸν κινοῦντες μύες, ἄλλοι δὲ περιλαμβάνουσι
                                <pb n="219"/> τὴν ῥῖζαν τοῦ καθήκοντος εἰς αὐτὸν πόρου, καλοῦσι
                            <lb/>γὰρ οὕτως οἱ ἀνατομικοὶ τὸ κατὰ τὴν πρώτην συζυγίαν <lb/>νεῦρον,
                            ὅτι μόνῳ σαφές ἐστιν ἐν αὐτῷ τὸ τρῆμα, συμβαίνει <lb/>δὲ πολλάκις αὐτὸ
                            μὲν τοῦτο μηδὲν πεπονθέναι, τῶν δὲ μυῶν <lb/>τινα πάσχειν ἤτοι κατὰ τὴν
                            οἰκείαν οὐσίαν ὁτιοῦν πάθος ὧν <lb/>ἀρτίως εἶπον, ἢ τοῦ νεύρου τοῦ
                            καθήκοντος εἰς αὐτὸν βλαβέντος. <lb/>εἰς ἕκαστον γάρτοι τῶν μυῶν τούτων
                            ἀφικνεῖταί τις <lb/>μοῖρα τοῦ κατὰ τὴν δευτέραν συζυγίαν ἀποφυομένου
                            νεύρου, <lb/>καθάπερ γε καὶ εἰς τοὺς περιλαμβάνοντας τὸν πόρον μύας,
                            <lb/>εἴτε δύο χρὴ τούτους, εἴτε τρεῖς, εἴθ’ ἕνα λέγειν, οὐδὲν γὰρ
                            <lb/>διαφέρει πρός γε τὰ παρόντα, γιγνωσκόντων ἡμῶν ὅτι τοῖς <lb/>μυσὶ
                            τούτοις ἔργον ἐστὶν ἀνασπᾷν τε ἅμα καὶ στηρίζειν τὸν <lb/>ὀφθαλμὸν, ὡς
                            ἂν μὴ περιτρέποιτο κατὰ μηδένα τρόπον τῆς <lb/>ὁδοιπορίας τὸ μαλακὸν
                            νεῦρον, ὃ δὴ καὶ ὀπτικὸν ὀνομάζεται <lb/>καὶ πόρος. ἓξ οὖν ὄντων τῶν
                            κινούντων τὸν ὀφθαλμὸν μυῶν, <lb/>εἰ μὲν ὁ ἀνασπῶν αὐτὸν πάθοι,
                            κατεσπασμένος φαίνεται τηνικαῦτα <lb/>σύμπας ὁ ὀφθαλμός· εἰ δὲ ὁ
                            κατασπῶν, ἀνεσπασμένος· <lb/>εἰ δὲ ὁ πρὸς τὸν μικρὸν κανθὸν ἀπάγων, ὡς
                            πρὸς τὸν <pb n="220"/> μείζονα παρεσπασμένος· εἰ δ’ ὁ πρὸς τοῦτον, ὡς
                            τὸν ἕτερον· <lb/>εἰ δὲ τῶν περιστρεφόντων μυῶν <milestone unit="ed2page" n="453"/>ὁποτεροσοῦν παραλυθείη, <lb/>λοξὴν ἕξει τὴν διαστροφὴν ὁ
                            σύμπας ὀφθαλμός. <lb/>ὄντων δὲ, ὡς ἔφην, καὶ ἄλλων μυῶν, τῶν περιεχόντων
                            τὸ μαλακὸν <lb/>νεῦρον, εἰδέναι χρὴ τὴν παράλυσιν αὐτῶν, ὅλον τὸν
                            <lb/>ὀφθαλμὸν ἐργαζομένην προπετῆ· καὶ βλέπουσί γε τούτων οἱ
                            <lb/>πλείους ἀβλαβῶς, ἐπεκτεινομένου μὲν ἠρέμα τοῦ νεύρου τοῦ
                            <lb/>μαλακοῦ, πάσχοντος δὲ οὐδὲν, ὡς ἄν γε πάθῃ τι, χεῖρον <lb/>ὁρῶσιν
                            οἱ οὕτως παθόντες· εἰ δὲ καὶ μεῖζον αὐτῷ συμβαίη <lb/>τὸ πάθημα,
                            πρόδηλον ὡς οὐδ’ ὅλως ὄψονται. καὶ κατὰ <lb/>διαστροφὰς δὲ τῶν ὀφθαλμῶν
                            ἡ μὲν ἐφ’ ὁποτερονοῦν κανθὸν <lb/>ἐκτροπὴ φυλάττει τὴν κατὰ φύσιν
                            ἐνέργειαν τὴν ὀπτικήν· ἡ <lb/>δ’ ἄνω καὶ κάτω, καθάπερ γε καὶ αἱ λοξαὶ,
                            διπλᾶ φαίνεσθαι <lb/>ποιοῦσιν πάντα τὰ ὁρώμενα. τῶν δὲ τὸ ἄνω βλέφαρον
                            κινούντων <lb/>μυῶν, ἀκίνητον γάρ ἐστιν τὸ κάτω, σμικροτάτων <lb/>ὄντων,
                            ὡς μόγις ἐπὶ μεγάλων ζώων φαίνεσθαι σαφῶς, εἰκότως <lb/>ἡ τῶν νεύρων
                            ἔμφυσις εἰς αὐτούς ἐστι δυσθεώρητος· ﻿<pb n="221"/> ἀλλὰ κᾀνταῦθα
                            καθάπερ ἐπὶ τῶν προειρημένων μυῶν, οὕτως <lb/>κᾀπὶ τούτων ἀναγκαῖόν
                            ἐστι, πολλάκις μὲν αὐτοὺς τοὺς μῦς <lb/>ἴδιόν τι πάθημα πάσχειν, ὁπόσα
                            τὰ τῶν μυῶν ἴσμεν, ἐνίοτε <lb/>δὲ τῶν ἐμφυομένων εἰς αὐτοὺς νεύρων τι
                            πεπονθέναι. ὁ μὲν <lb/>οὖν ἀνατείνων αὐτὸν παραλυθεὶς χαλαρὸν ἀποδείξει
                            τὸ βλέφαρον, <lb/>ὡς μὴ δύνασθαι διανοίγειν τὸν ὀφθαλμόν· οἱ κατασπῶντες
                            <lb/>δὲ, δύο γάρ εἰσιν αὐτοὶ, κλείειν ἀδυνατήσουσιν· εἰ <lb/>δ’ ὁ ἕτερος
                            αὐτῶν πάθοι μόνος, ἐπὶ τὸν ἀντικείμενον αὐτῶν <lb/>μῦν παρασπασθήσεται
                            τὸ βλέφαρον, ὡς δοκεῖν κεκλάσθαι <lb/>κατὰ μέσην τὴν ἐπὶ τῷ πέρατι
                            περιγραφὴν αὐτῶν, καὶ τὸ <lb/>μὲν ἕτερον μέρος, ὃ κατὰ τὸν πεπονθότα μῦν
                            ἐστι, ἀνεσπάσθαι, <lb/>τὸ δ’ ἕτερον, ὃ κατὰ τὸν ἀπαθῆ, κατεσπάσθαι.
                            ταῦτα <lb/>μὲν οὖν ἴδια πάθη τῶν κατὰ τὸν ὀφθαλμόν ἐστι μορίων,
                            <lb/>ἀφανεῖς ἔχοντα τοὺς πάσχοντας τόπους, ἕτερα δ’ ἐξ ἄλλων <lb/>ἐπ’
                            αὐτὸν ὁρμᾶται κατὰ συμπάθειαν. τοῖς γοῦν τῶν ὑποχεομένων
                            <lb/>φαντάσμασιν ὅμοια φαίνεται, μηδεμιᾶς οὔσης ἰδιοπαθείας <lb/>κατὰ
                            τὸν ὀφθαλμὸν, ἀλλ’ ἐπὶ συμπαθείᾳ τῇ κατὰ τὸ <lb/>στόμα τῆς κοιλίας, ἢ
                            κατὰ τὸν ἐγκέφαλον. ἀλλὰ καὶ ταῦτα <lb/>διορίζεσθαι χρὴ τῶν ἀπὸ τῆς
                            γαστρὸς ἀρχομένων, πρῶτον <pb n="222"/> μὲν τῷ τὸν ἕτερον ὀφθαλμὸν μόνον
                            ἢ ἀμφοτέρους ὁμοίως <lb/>φαντάζεσθαι· τοὐπίπαν γὰρ αἱ μὲν ἐπὶ τῇ κατὰ
                            τὴν γαστέρα <lb/>κακοχυμίᾳ γινόμεναι φαντασίαι τοῖς ὀφθαλμοῖς ἀμφοτέροις
                            <lb/>ὡσαύτως συμβαίνουσιν, αἱ δ’ ἐπὶ ταῖς ὑποχύσεσιν οὔτ’ ἄρχονται
                            <lb/>κατ’ ἀμφοτέρους, οὔθ’ ὁμοίως φαίνονται· δευτέρῳ <lb/>δ’ ἐφεξῆς τῷ
                            κατὰ τὸν χρόνον· εἰ γὰρ ἤτοι τριῶν ἢ τεττάρων <lb/>μηνῶν ἢ καὶ πλειόνων
                            ἤδη φαίνοιτο τὰ τῶν ὑποχεομένων <lb/>συμπτώματα, σοὶ δὲ κατασκεψαμένῳ
                            τὰς κόρας μηδὲν ἀχλυῶδες <lb/>ἐμφαινόμενον εὑρίσκοιτο, διὰ τὸ στόμα τῆς
                            κοιλίας αὐτοὺς <lb/>πάσχοντας εὑρήσεις· οὔπω δ’ ὄντος ἀξιολόγου τοῦ
                            χρόνου, <lb/>πρῶτον μὲν ἐρωτήσεις εἰ διηνεκῶς ἐν ἁπάσαις ταῖς ἡμέραις
                            ἀφ’ <lb/>ἧς ἤρξατο πάσχειν οὕτω διατελεῖ φαινόμενα, μηδεμιᾶς ἡμέρας
                            <lb/>ἐν τῷ μεταξὺ γενομένης ἀμέμπτου τελέως, ἢ παρενέπεσόν <lb/>τινες
                            ἀμέμπτως ὑγιεῖς, ὡς δοκεῖν ἀκριβῶς ὑγιεῖς εἶναι· τὸ <lb/>μὲν γὰρ
                            διηνεκὲς ὡς ἔνδειξιν ὑποχύσεως ἔχει, τὸ δὲ διαλεῖπον <lb/>ὑποψίαν τῶν
                            κατὰ τὴν γαστέρα, καὶ μᾶλλον ὅτ’ ἃν ἐπὶ ταῖς <lb/>ἀκριβέσιν εὐπεψίαις
                            μηδὲν ἑαυτῷ λέγῃ φαίνεσθαι φάντασμα, <lb/>πολὺ δὲ μᾶλλον ὅταν ἅμα τῇ
                            γενέσει τῶν φαντασμάτων αἰσθάνηταί <pb n="223"/> τινος ἐν τῷ στόματι τῆς
                            κοιλίας δήξεως, ἔτι δὲ μᾶλλον <lb/>ὅταν ἐπὶ τοῖσδε, τῶν δακνόντων
                            ἐμεθέντων, παύηται τὰ συμπτώματα. <lb/>ταῦτα μὲν οὖν εὐθέως κατὰ τὴν
                            πρώτην ἡμέραν, <lb/>ἐν ᾗπερ ἂν ἴδῃς τὸν ἄνθρωπον, <milestone unit="ed2page" n="454"/>ἐξ ἀνακρίσεως ὑπάρξει <lb/>σοι μαθεῖν, ὅτ’
                            ἂν, ὡς ἔφην, ἀκριβῶς κατὰ φύσιν ἔχωσιν <lb/>οἱ ὀφθαλμοί· τῆς δὲ θατέρου
                            κόρης ἀχλυωδεστέρας, ἢ θολωδεστέρας, <lb/>ἢ συνελόντι φάναι, μὴ καθαρᾶς
                            ἀκριβῶς φαινομένης, <lb/>ὑποχύσεώς ἐστιν ἀρχή· ἐὰν δ’ ἔνιοι φύσει τὰς
                            κόρας <lb/>μὴ πάνυ τι καθαρὰς ἔχωσιν, ἐπισκεπτέον ἐστὶν, εἰ ἀμφότεραι
                            <lb/>παραπλησίως φαίνονται διακείμεναι, καὶ εἰ πρὸς τούτῳ <lb/>μηδέπω
                            χρόνος ἱκανὸς ἐπὶ τοῖς τῆς ὑποχύσεως συμπτώμασιν <lb/>προγεγονὼς
                            ὑπάρχει· κᾂν ταῦθ’ οὕτως ἔχῃ, κέλευσον ἀρκεσθῆναι <lb/>τροφῇ τῆς
                            συνήθους <milestone unit="ed1page" n="284"/>ἐλάττονι, μηδὲν ἐχούσῃ
                            <lb/>κακόχυμον. εἶτα κατὰ τὴν ὑστεραίαν εὐπεπτηκότος ἀκριβῶς <lb/>αὐτοῦ,
                            πυθοῦ περὶ τῶν κατὰ τὴν ὄψιν φαντασμάτων· εἰ <lb/>μὲν γὰρ ἤτοι μηδ’ ὅλως
                            ἢ ἀμυδρῶς φαίνοιτο, στομαχικὸν ἦν <lb/>τὸ σύμπτωμα· μενόντων δ’ ὁμοίων
                            αὐτῶν, οὐ κατὰ συμπάθειαν, <lb/>ἀλλὰ κατὰ διάθεσιν οἰκείαν εἰδέναι χρὴ
                            ταῦτα <lb/>συμπίπτοντα τοῖς ὀφθαλμοῖς, ἔτι δὲ μᾶλλον, ἐὰν τοῦ <pb n="224"/> δι’ ἀλόης φαρμάκου λαβὼν, ὁμοίως ἔχῃ· λέγω δὲ διὰ τῆς
                            <lb/>ἀλόης, ὃ προσαγορεύουσιν ἔνιοι μὲν ἱερὰν πικρὰν, ἔνιοι <lb/>δὲ
                            ἁπλῶς πικράν. εἰ γὰρ στομαχικὸν εἴη τὸ σύμπτωμα, <lb/>θεραπευθήσεται
                            ῥᾷστα διὰ τῆς τοῦ φαρμάκου τούτου πόσεως, <lb/>ἅμα ταῖς εὐπεψίαις, ὡς
                            συνελθεῖν εἰς ταὐτὸν ἀμφότερα, <lb/>τήν τε διάγνωσιν τοῦ πεπονθότος
                            τόπου καὶ τὴν <lb/>θεραπείαν αὐτοῦ. ἐγὼ δὲ, ὡς ἴστε, καὶ χωρὶς τοῦ
                            θεάσασθαι <lb/>τοὺς οὕτω πάσχοντας ἐθεράπευσα διὰ γραμμάτων <lb/>ἐνίους
                            ἐν ἄλλοις ὄντας ἔθνεσιν· καὶ γὰρ ἐκ τῆς Ἰβηρίας <lb/>καὶ τῆς Κελτικῆς
                            καὶ Ἀσίας καὶ Θρᾴκης καὶ ἄλλων χωρίων <lb/>ἐπιστειλάντων μοί τινων, εἴ
                            τι πρὸς ἀρχὰς ὑποχύσεως, <lb/>μήπω μηδεμιᾶς ἐναργῶς φαινομένης βλάβης ἐν
                            τῇ κόρῃ, <lb/>φάρμακον ἔχοιμι δόκιμον, ἀποστέλλειν αὐτοῖς, ἠξίωσα
                            δηλωθῆναί <lb/>μοι πρότερον, εἰ ἐκ τοῦ πολλοῦ χρόνου πάσχουσι, <lb/>καὶ
                            τἄλλα περὶ ὧν ὀλίγον ἔμπροσθεν εἶπον· εἶτα τοῖς ἐπιστείλασιν, <lb/>ἓξ
                            μῆνας ἢ ἐνιαυτὸν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς γεγονέναι <lb/>φασκόντων, ἀμφοτέρων
                            ὁμοίως τῶν ὀφθαλμῶν ἐπὶ μὲν <lb/>ταῖς εὐπεψίαις ἄμεινον ἐχόντων,
                            παροξυνομένων δὲ ἐπὶ ταῖς <pb n="225"/> ἀπεψίαις καὶ ταῖς τοῦ στομάχου
                            δήξεσιν, ἐμεσάντων τε χολῆς <lb/>καὶ καθισταμένων, οὐδὲν ἔτι περὶ τῆς
                            κόρης ἀξιώσας πυθέσθαι, <lb/>βεβαίως ἔγνων ὡς οὐκ ἰδιοπάθειαν ἀλλὰ
                            συμπάθειαν <lb/>εἶναι τῶν ὀφθαλμῶν ἐπὶ τῇ γαστρί· καὶ πέμψας αὐτοῖς τὴν
                            <lb/>πικρὰν, ἐκείνους μὲν πρῶτον καὶ μάλιστα, διὰ ἐκείνων δὲ <lb/>καὶ
                            ἄλλους πολλοὺς τῶν ὁμοεθνῶν αὐτοῖς ἰασάμην· ὄντες <lb/>γὰρ αὐτοὶ πάντες
                            οἷς ἔπεμψα πεπαιδευμένοι, μαθόντες δ’ ἐξ <lb/>ὧν αὐτοῖς ἐπέστειλα τὰς
                            διαγνώσεις τῶν πεπονθότων τόπων, <lb/>αὐτοί τε τοῦ λοιποῦ ῥᾳδίως
                            ἐγνώριζον αὐτοὺς, ἐθεράπευόν <lb/>τε τῷ πικρῷ φαρμάκῳ. παραπλήσια δὲ
                            τοῖς τῶν ὑποχεομένων <lb/>συμπτώματα γίνεται πολλάκις ἐγκεφάλου
                            πάσχοντος ἔν <lb/>τισι φρενιτίδων εἴτε εἴδεσιν εἴτε διαφοραῖς ἐθέλοις
                            ὀνομάζειν. <lb/>εἰσὶν μὲν γὰρ αὐτῆς ἁπλαῖ μὲν δύο, σύνθετος δὲ ἐξ
                            <lb/>ἀμφοῖν ἡ τρίτη. τινὲς μὲν γὰρ τῶν φρενιτικῶν, οὐδὲν ὅλως
                            <lb/>σφαλλόμενοι περὶ τὰς αἰσθητικὰς διαγνώσεις τῶν ὁρατῶν, οὐ <lb/>κατὰ
                            φύσιν ἔχουσι ταῖς διανοητικαῖς κρίσεσιν· ἔνιοι δ’ ἔμπαλιν <lb/>ἐν μὲν
                            ταῖς διανοήσεσιν οὐδὲν σφάλλονται, παρατυπωτικῶς <lb/>δὲ κινοῦνται κατὰ
                            τὰς αἰσθήσεις, ἄλλοις δέ τισιν κατ’ ﻿<pb n="226"/> ἄμφω βεβλάφθαι
                            συμβέβηκεν. ὁ δὲ τρόπος ἑκατέρας τῆς <lb/>βλάβης τοιόσδ’ ἐστίν.
                            καταλειφθείς τις ἐπὶ τῆς οἰκίας ἐν <lb/>Ῥώμῃ μεθ’ ἑνὸς ἐριουργοῦ παιδὸς,
                            ἀναστὰς ἀπὸ τῆς κλίνης <lb/>ἧκεν ἐπὶ τῆς θυρίδος, δι’ ἧς οἷόν τ’ ἦν
                            ὁρᾶσθαί τε αὐτὸν καὶ <lb/>ὁρᾷν τοὺς παριόντας. εἶτα τῶν ὑαλίνων σκευῶν
                            ἕκαστον ἐπιδεικνὺς <lb/>αὐτοῖς, εἰ κελεύοιεν αὐτὸ βάλλειν, ἐπυνθάνετο.
                            τῶν <lb/>δὲ μετὰ <milestone unit="ed2page" n="455"/>γέλωτος ἀξιούντων τε
                            βαλεῖν καὶ κροτούντων <lb/>ταῖς χερσὶν, ὁ μὲν ἔβαλεν ἐφεξῆς ἅπαντα
                            προχειριζόμενος, οἱ <lb/>δὲ γελῶντες ἐκεκράγεισαν. ὕστερον δέ ποτε
                            πυθόμενος αὐτῶν, <lb/>εἰ καὶ τὸν ἐριουργὸν κελεύοιεν βληθῆναι,
                            κελευσάντων αὐτῶν, <lb/>ὁ μὲν ἔβαλεν, οἱ δὲ ἐπεὶ καταφερόμενον ἐξ ὕψους
                            ἐθεάσαντο, <lb/>γελῶντες μὲν ἐπαύσαντο, πεσόντα δὲ προσδραμόντες
                            ἀνείλοντο <lb/>συντριβέντα. τὸ δ’ ἐναντίον οὐ μόνον ἐπ’ ἄλλων, <lb/>ἀλλὰ
                            καὶ ἐμαυτῷ συμβὰν οἶδα μειρακίῳ τὴν ἡλικίαν ὄντι. <lb/>πυρέττων γὰρ ἐν
                            θέρει πυρετῷ διακαεῖ, τῆς τε κλίνης ἐξέχειν <lb/>τινα κάρφη, κατὰ τὴν
                            χρόαν ὀρφνώδη, καὶ τῶν ἱματίων <lb/>ὁμοίας κροκύδας ἐνόμιζον· εἶτ’
                            ἀφαιρεῖν μὲν αὐτὰς ἐπεχείρουν, <lb/>οὐδενὸς δὲ ὑπὸ τῶν δακτύλων
                            ἀναφερομένου, συνεχέστερόν τε <pb n="227"/> καὶ σφοδρότερον ἐπεχείρουν
                            οὕτω πράττων. ἑταίρων δὲ <lb/>δυοῖν παρόντων ἀκούσας ἀλλήλοιν λεγόντων,
                            ὡς οὗτος ἤδη <lb/>κροκυδίζει τε καὶ καρφολογεῖ, συνῆκα μὲν ὡς αὐτὸ τοῦτο
                            πεπόνθοιμι <lb/>τὸ λεγόμενον ὑπ’ αὐτῶν, ἀκριβῶς δὲ παρακολουθῶν
                            <lb/>ἐμαυτῷ μὴ παραπαίοντι κατὰ τὴν λογιστικὴν δύναμιν, <lb/>ὀρθῶς,
                            ἔφην, λέγετε, καὶ βοηθεῖτέ μοι, μὴ φρενιτίσω. τραπομένων <lb/>δ’ αὐτῶν
                            ἐπὶ τὰς προσηκούσας ἐπιβροχὰς τῆς κεφαλῆς, <lb/>δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας καὶ
                            νυκτὸς ἐνύπνια μέν μοι ταραχώδη <lb/>τινὰ συνέπεσεν ἄχρι τοῦ βοῆσαί τε
                            καὶ ἀναπηδῆσαι πρὸς <lb/>ταῦτα, κατέστη δὲ τὰ συμπτώματα πάντα κατὰ τὴν
                            ἑξῆς <lb/>ἡμέραν. εὔδηλον οὖν ὅτι τῶν συμπτωμάτων ἡ γένεσις ἐπὶ <lb/>μὲν
                            αἰτίᾳ μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ κατ’ εἶδος, οὐκ ἐκ τοῦ αὐτοῦ <lb/>δὲ
                            πρωτοπαθοῦντος ὁρμᾶται τόπου, τοῖς ἐπ’ ἐγκεφάλῳ τε <lb/>καὶ γαστρὶ κατὰ
                            συμπάθειαν, ὡς εἴρηται, πάσχουσιν· ὅτ’ <lb/>ἂν γὰρ ἀθροισθῇ τις ἐν
                            ἐγκεφάλῳ χολώδης χυμὸς ἅμα πυρετῷ <lb/>διακαεῖ, παραπλήσιόν τι πάσχει
                            τοῖς ὑπὸ πυρὸς ὀπτωμένοις, <lb/>καὶ κατὰ τοῦτο λιγνύν τινα γεννᾷν
                            πέφυκεν, ὥσπερ κᾀν τοῖς <lb/>λύχνοις τοὔλαιον· ἥτις λιγνὺς
                            συνδιεκπίπτουσα τοῖς ἐπὶ τὸν <pb n="228"/> ὀφθαλμὸν ἀφικνουμένοις
                            ἀγγείοις, αἰτία γίνεται τῶν φαντασμάτων <lb/>αὐτοῖς· ἐθεάσασθε γὰρ ἐν
                            ταῖς ἀνατομαῖς ἅμα τοῖς <lb/>νεύροις ἐπὶ τὸν ὀφθαλμὸν ἀρτηρίας τε καὶ
                            φλέβας συνδιεκπιπτούσας <lb/>ἀπὸ τῶν τὴν χοροειδῆ μήνιγγα διαπλεκουσῶν.
                            ἀλλὰ <lb/>καὶ οὗτος ὁ λόγος ἐνταυθοῖ τελευτάτω, διωρισμένος ἱκανῶς·
                            <lb/>ἐφεξῆς δὲ περὶ τῶν ἄλλων ἐν ὀφθαλμοῖς μερῶν εἴπωμεν, ἕνα <lb/>μὲν
                            κοινὸν λόγον, ὡς τὰ φαινόμενα σαφῶς ἡμῖν μόρια μὴ φυλάττοντα <lb/>τὴν
                            φυσικὴν κατάστασιν, οὐ πρόκειται νῦν διαγιγνώσκειν, <lb/>ἀλλ’ ἐφ’ ὧν
                            ἀφανὲς αἰσθήσει τὸ πεπονθός ἐστιν <lb/>μόριον· ὡς ἐφ’ ὧν γε φαίνεται
                            σαφῶς ἤτοι διεῤῥωγός τι τῆς <lb/>κόρης, ἢ παρεσπασμένον, ἢ παρὰ φύσιν
                            ηὐξημένον ἢ μεμειωμένον, <lb/>αὐτὸ μὲν τὸ πεπονθὸς οὐδεμιᾶς δεῖται
                            σοφίας εἰς διάγνωσιν, <lb/>ἥτις δέ ἐστιν ἡ ποιοῦσα διάθεσις αὐτὸ, τῆς
                            ἰατρικῆς <lb/>τέχνης ἔργον ἐπίστασθαι, καὶ γέγραπται περὶ αὐτῶν ἐν τοῖς
                            <lb/>τῶν συμπτωμάτων αἰτίοις· ὥστ’ οὐδὲν ἔτι δέομαι λέγειν ἐν <lb/>τῷδε
                            περὶ τῶν ἐν ὀφθαλμοῖς πεπονθότων μορίων τῶν αἰσθητῶν, <lb/>ὥσπερ οὐδὲ
                            περὶ τῶν ἐν αὐτοῖς παθῶν. τὰ μὲν γὰρ <lb/>ὀνόματα τῶν παθῶν ἐν ἑνὶ μικρῷ
                            βιβλίῳ γέγραπται, τὴν <pb n="229"/> ἐπιγραφὴν ἔχοντι, τῶν ἐν ὀφθαλμοῖς
                            παθῶν διάγνωσις· αἱ <lb/>δ’ αἰτίαι, καθάπερ ἔφην, ἐν τοῖς τῶν
                            συμπτωμάτων αἰτίοις <lb/>εἴρηνται. </p></div></div></div></body></text></TEI>