<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Διττῆς δὲ οὔσης ὁδοῦ τοῖς γυμναζομένοις περὶ <lb/>τὰς διαγνώσεις τῶν
                            πεπονθότων τόπων, ἑτέρας μὲν ἀπὸ τῶν <pb n="283"/>
                            <milestone unit="ed2page" n="474"/>φαινομένων συμπτωμάτων, ἑτέρας δ’ ἀπὸ
                            τῶν τοῦ σώματος <lb/>μορίων, ἐὰν κατ’ ἀμφοτέρας τις γυμνάζηται, δὶς μὲν
                            <lb/>ἐρεῖ τὰ αὐτὰ, καθ’ ἕτερον δὲ καὶ ἕτερον τρόπον. οἷον εὐθέως
                            <lb/>ἐπὶ τῶν τοῦ πνεύμονος παθῶν εἴρηται μέν τι κᾀν τῷ <lb/>περὶ τῶν
                            ἀλγημάτων λόγῳ, λέλεκται δὲ κᾀν τῷ περὶ αἵματος <lb/>ἀναγωγῆς, ὥσπερ κᾀν
                            τῷ περὶ δυσπνοίας, εἰρήσεται δὲ καὶ <lb/>νῦν. ἄλγημα μὲν γὰρ αὐτῷ βίαιον
                            οὐδέποτε συμπίπτει, βάρους <lb/>δ’ αἴσθησις γίνεται, καί τινος ἐνίοτε
                            τάσεως εἰς τὸ στέρνον <lb/>ἢ τὴν ῥάχιν διηκούσης· ἐνταῦθα γὰρ οἱ
                            περιέχοντες αὐτὸν <lb/>ὑμένες ἀνήρτηνται. καὶ μέν γε καὶ στενοχωρίας
                            αἰσθάνονται <lb/>πολλάκις οἱ κάμνοντες, καὶ διὰ τοῦτ’ ἀναπνέουσι πυκνὸν
                            καὶ <lb/>ταχὺ, διαστέλλοντες μὲν ἐπὶ πολὺ τὸν θώρακα, πολὺν δ’ οὐκ
                            <lb/>εἰσπνέοντες ἀέρα. χωρὶς μὲν οὖν πυρετοῦ ταῦτα γινόμενα,
                            <lb/>φύματα, ἢ γλίσχρων, ἢ παχέων χυμῶν, ἤ τινων ἄλλων πολλῶν <lb/>ἐν
                            αὐτῷ πλῆθος ὑπάρχειν, ἢ περικεχύσθαι τι πῦον, ἤ τινα <lb/>χυμὸν ἄλλον ἢ
                            γλίσχρον, ἢ παχὺν, ἢ πολὺν, ἐνδείκνυται· <lb/>διορισθήσεται δ’ ἀλλήλων
                            ταῦτα τοῖς προηγησαμένοις συμπτώμασιν. <lb/>ἐὰν μὲν γὰρ ὑγιαίνων τε καὶ
                            τὰ συνήθη πράττων, <pb n="284"/> οὕτως ἄρξηται δυσπνοεῖν, αὐξάνηταί τε
                            τὸ σύμπτωμα αὐτῷ <lb/>χωρὶς τοῦ κερχνῶδές τι κατὰ τὴν ἀναπνοὴν
                            ἐμφαίνεσθαι, φύματος <lb/>ἀπέπτου γένεσιν ἐπισκοπεῖσθαι χρή· κερχνῶδες
                            δέ τι <lb/>τῆς ἀναπνοῆς ψοφούσης, ὑγρῶν γλίσχρων ἢ παχέων πλῆθος
                            <lb/>ἐμπεπλασμένων δυσαπολύτως τοῖς βρογχίοις τοῦ πνεύμονος
                            <lb/>ἐνοχλεῖν δηλοῦται· ἐὰν δὲ ἐξαίφνης ἐπὶ στενοχωρίας αἰσθήσει
                            <lb/>δυσπνοῶσι, ῥεύματος εἰς τὸν πνεύμονα κατασκήψαντος, ἤτοι <lb/>γ’ ἐκ
                            κεφαλῆς, ἢ ἐκ τῶν γειτνιώντων χωρίων, ἔνδειξίς σοι γινέσθω. <lb/>ὅταν δ’
                            ἤτοι γλίσχρων ὑγρῶν ἢ παχέων ἢ πολλῶν <lb/>ἐπιῤῥυέντων τῷ πνεύμονι,
                            δυσπνοεῖν εἴπω τὸν ἄνθρωπον, <lb/>ἐν τοῖς βρογχίοις τὰ τοιαῦτα
                            περιέχεσθαι νόει· κατασχιζομένης <lb/>γὰρ εἰς ὅλον τὸ σπλάγχνον, ὥσπερ
                            τῆς λείας ἀρτηρίας, <lb/>οὕτω καὶ τῆς τραχείας, ἡ τῶν βρογχίων οὐσία
                            καθ’ ὅλον <lb/>ἐστὶ τὸν πνεύμονα· βρογχία δὲ καλοῦσιν οἱ ἀνατομικοὶ τοὺς
                            <lb/>χόνδρους τῆς τραχείας ἀρτηρίας, σιγμοειδεῖς ὑπάρχοντας τῷ
                            <lb/>σχήματι. προηγησαμένης δὲ πλευρίτιδος, εἶτα τοῦ μὲν σφοδροῦ
                            <lb/>τῶν πυρετῶν παυσαμένου, βάρους δ’ αἰσθήσεως ὑπολειπομένης
                            <lb/>ἔνδον τῶν πλευρῶν ἐν τῷ βάθει τοῦ θώρακος, <pb n="285"/> ἅμα τῷ καὶ
                            μεταῤῥεῖν τι φαίνεσθαι κατὰ τὰς ἀθρόας μεταλλαγὰς <lb/>τῆς κατακλίσεως,
                            καὶ μάλισθ’ ὅταν ἀπὸ τῆς ἑτέρας <lb/>πλευρᾶς ἐπὶ τὴν ἑτέραν
                            μετασχηματίζωνται, πύου τηνικαῦτα <lb/>πλῆθος ἐμφαίνεται, καὶ κλύδωνός
                            γε πολλάκις αἰσθητῶς <lb/>ἀκούειν ἐστὶν ἐπ’ αὐτῶν. ἐνδείκνυται δὲ τοῦτο
                            σὺν τοῖς εἰρημένοις <lb/>καὶ τὸ μηδὲν ἀξιόλογον ἀναπτύεσθαι, σφοδρᾶς
                            <lb/>προηγησαμένης πλευρίτιδος. ἐὰν δὲ ἄλλός τις χυμὸς ὀῤῥώδης <lb/>ἢ
                            φλεγματώδης ἐξαίφνης ἄνευ πυρετοῦ ῥυεὶς εἰς τὰ κενὰ τοῦ <lb/>θώρακος
                            ἐργάζηται τὴν δύσπνοιαν, ἀναπτύουσιν οὐ παχέα, <lb/>κατ’ ἀρχὰς μὲν ὀλίγα
                            σὺν πολλῇ βηχὶ, πεττομένων δὲ αὐτῶν <lb/>πλείω καὶ παχύτερα σὺν
                            ἐλάττονι. κατὰ διττὸν γάρ τοι τρόπον <lb/>ἐπὶ πολλῇ βηχὶ πτύουσιν ὀλίγα,
                            διὰ πάχος μὲν ἢ γλισχρότητα <lb/>χυμῶν ἕτεροι, διὰ λεπτότητα δ’ ἄλλοι·
                            τὸ μὲν γὰρ <lb/>λεπτὸν ἀναφερόμενον ὑπὸ τοῦ κατὰ τὴν βῆχα πνεύματος,
                            ἀντικαταῤῥεῖ <lb/>περισχιζόμενον αὐτῷ· τὸ δὲ γλίσχρον ἢ πάνυ παχὺ
                                <lb/>δυσ<milestone unit="ed1page" n="294"/>χερῶς ἀναφέρεται, μήτ’
                            ἀποῤῥυπτόμενον ἑτοίμως τῶν <lb/>σωμάτων οἷς ἐμπέπλασται μήθ’ ὑπὸ τῆς
                            τυχούσης βίας τοῦ <lb/>πνεύματος ὠθεῖσθαι δυνάμενον· εἰ μὴ γὰρ πολύ τε
                            καὶ σφοδρὸν ﻿<pb n="286"/> ἀναβηττόμενον εἴη τὸ πνεῦμα, συναναφέρειν
                            οὐδὲν ἑαυτῷ <lb/>δύναται. ὅσον οὖν δὴ μήθ’ ὑγρὸν ἄγαν ἐστὶ καὶ ὑδατῶδες,
                            <lb/>ἀλλὰ μηδὲ παχὺ λίαν ἢ γλίσχρον, <milestone unit="ed2page" n="475"/>εὐπετῶς ἀναφέρεται, <lb/>καὶ μάλισθ’ ὅταν ἡ δύναμις ἐῤῥωμένη τυγχάνῃ·
                            χωρὶς γὰρ <lb/>τοῦ σφοδρὰν γενέσθαι συστολὴν τοῦ θώρακος, οὐχ οἷόν τε
                            <lb/>βῆξαι σφοδρῶς· ἄνευ δ’ ἰσχυρᾶς βηχὸς ἀδύνατόν ἐστιν ἀνενεχθῆναι
                            <lb/>τοῖς παχέσι καὶ γλίσχροις χυμοῖς. ὅτ’ ἂν δὲ τῇ μετὰ
                            <lb/>στενοχωρίας τε καὶ βάρους δυσπνοίᾳ πυρετὸς ὀξὺς συνεισβάλλῃ,
                            <lb/>φλεγμονὴ τὸ πάθημά ἐστι τοῦ πνεύμονος· εἰ δ’ ἀφόρητος <lb/>μὲν ἡ
                            φλόγωσις εἴη, τοῦ βάρους δὲ καὶ τῆς στενοχωρίας <lb/>ἐλάττων αἴσθησις,
                            ἐρυσιπέλατι κάμνει τὸ σπλάγχνον· ἀφωρισμένων <lb/>δὲ τῶν ἄκρων, οὐδὲν
                            ἔτι χαλεπὸν, ἤτοιγ’ ἐρυσίπελας <lb/>φλεγμονῶδες ἢ φλεγμονὴν
                            ἐρυσιπελατώδη διαγνῶναι. <lb/>γίνεται δὲ καὶ ἄλλα πάθη τῷ πνεύμονι χωρὶς
                            ἐπιῤῥοῆς χυμῶν, <lb/>κατὰ δυσκρασίαν ἤτοι γ’ ἀνώμαλον ἢ ὁμαλήν. ἡ μὲν
                            οὖν ἀνώμαλος <lb/>βῆχα ἐργάζεται· ἡ δ’ ὁμαλὴ μετρία μὲν οὖσα τὸν
                            <lb/>ῥυθμὸν τῆς ἀναπνοῆς ὑπαλλάττει, γενομένη δ’ ἰσχυρὰ, θερμότητος
                            <lb/>μὲν ἐπικρατούσης, ἐπιθυμίαν ἀέρος καὶ πόματος <pb n="287"/>
                            ἐργάζεται ψυχροῦ, τῷ χρόνῳ δ’ εἰς πυρετὸν τελευτᾷ· τῇ ψυχρᾷ <lb/>δὲ
                            δυσκρασίᾳ τἀναντία συμβαίνει, θερμοῦ μὲν ἀέρος, <lb/>θερμοῦ δὲ πόματος
                            ἐπιθυμία, μέχρις ἂν εἴη μετρία, μείζονος <lb/>δὲ γινομένης, ῥευμάτων
                            ἐμπίπλαται τὸ σπλάγχνον. περὶ δὲ <lb/>τῆς κατὰ ῥῆξιν, ἢ διάβρωσιν, ἢ
                            ἀναστόμωσιν, ἐξ αὐτοῦ γενομένης <lb/>αἵματος ἀναβήξεως εἴρηται μέν τι
                            καὶ πρόσθεν ἐν <lb/>τῷ περὶ τῆς τοῦ αἵματος πτύσεως λόγῳ, λεχθήσεται δὲ
                            καὶ <lb/>νῦν ἔτι διὰ βραχέων. αἱ μὲν ῥήξεις αἱ κατ’ αὐτὸν ἔκ τε τοῦ
                            <lb/>πολὺ φέρεσθαι τὸ αἷμα γνωρίζονται κᾀκ τοῦ μέγα προηγούμενον
                            <lb/>αἴτιον αἰσθητὸν εὐθέως ἐπιγενέσθαι· λέγω δ’ αἴτια <lb/>προηγησάμενα
                            τὴν ἐξ ὑψηλοῦ πτῶσιν ἢ κατὰ παλαίστραν, ἢ <lb/>ἐν ἄθλοις, ἢ ἑτέρου τινὸς
                            ἐμπεσόντος ἑτέρῳ, καθάπερ γε ἂν <lb/>ἐπιπέσῃ τῷ θώρακι βαρὺ σῶμα τῶν
                            ἀψύχων ὁτιοῦν, οἷον <lb/>ἤτοι λίθος ἢ ξύλον· ἐνίοις δὲ ὀξυθυμία μετὰ
                            κραυγῆς προηγήσατο, <lb/>καί τισιν ἑτέροις ἀγωνιζομένοις κιθαρῳδίαν, ἢ
                            τραγῳδίαν, <lb/>ἡ ὀξεῖα καὶ μεγάλη φωνὴ διέῤῥηξεν ἀγγεῖα, καὶ μάλισθ’
                            <lb/>ὅτ’ ἂν ἄνευ τοῦ προμαλάξαι ταῖς ἀναφωνήσεσι τὰ κατὰ τὸν
                            <lb/>πνεύμονα βιαίως κραυγάσωσιν. ὡς γὰρ καὶ τοῖς παλαίουσιν, <pb n="288"/> ὅταν ἄνευ τοῦ προθερμανθῆναι καὶ ὁμαλυνθῆναι τρίψεσί τε
                            <lb/>καὶ μετρίαις κινήσεσιν τοὺς μῦς ἐπ’ ἐνεργείας ἀφικνῶνται
                            <lb/>σφοδρὰς, ῥήγματά τε καὶ σπάσματα γίνεται, κατὰ τὸν αὐτὸν
                            <lb/>τρόπον ἐπὶ τοῦ πνεύμονος εἴωθε συμπίπτειν, ὃν διὰ τρίψεων <lb/>μὲν
                            οὐχ οἷόν τε παρασκευάσαι πρὸς τὰς σφοδρὰς κινήσεις, <lb/>ἀνάλογον δέ τι
                            ταῖς τρίψεσιν αἱ ἀναφωνήσεις ἐργάζονται. <lb/>ἄνευ δὲ φανερᾶς ἔξωθεν
                            αἰτίας πλῆθος αἵματος ἀναῤῥήγνυσιν <lb/>ἀγγεῖον ἐν πνεύμονι, καθάπερ καὶ
                            κατ’ ἄλλό τι μόριον τοῦ <lb/>σώματος, ὅτ’ ἂν δυσεπέκτατον τύχῃ διὰ ψύξιν
                            ὑπόγυον ἢ <lb/>δυσκρασίαν σύμφυτον. οὕτως καὶ Ἱπποκράτης τὸ ψυχρὸν
                            <lb/>εἴρηκε φλεβῶν ῥηκτικὸν, οὐκ αὐτὸ δήπου καθ’ αὑτὸ τὰς <lb/>ῥήξεις
                            ἐργαζόμενον, ἀλλ’ ὅτι τῇ ψύξει σκληροὺς καὶ δυσεπεκτάτους <lb/>τοὺς
                            χιτῶνας τῶν ἀγγείων ἐργαζόμενον ἐπιτήδεια <lb/>πρὸς ῥῆξιν αὐτὰ
                            παρασκευάζει· τῆς ῥήξεως δ’ αὐτῆς τὸ αἴτιον <lb/>ἥ τε σφοδρὰ κίνησίς
                            ἐστι καὶ τὸ πλῆθος τῶν χυμῶν <lb/>αὐτῶν τε καθ’ ἑαυτοὺς καὶ σὺν ἀπέπτῳ
                            καὶ ψυχρῷ καὶ φυσώδει <lb/>πνεύματι συνδιατείνοντι τοῖς χυμοῖς τὰς
                            φλέβας. ἀλλὰ <lb/>καὶ τῆς ἐπὶ τούτων ῥήξεως οὐ σμικρὸν γνώρισμά ἐστι
                            κένωσις <pb n="289"/> αἵματος ἐξαίφνης ἀθρόου, τῆς δ’ ἀναστομώσεως,
                            ἔμπαλιν <lb/>τῶν ψυχρῶν, αἱ θερμαὶ διαθέσεις προηγοῦνται, λουτροῖς τε
                            <lb/>θερμοῖς πολλοῖς κεχρημένου τἀνθρώπου, καὶ κατὰ χώραν <lb/>ὄντος
                            θερμὴν, ὥραν τε τοῦ ἔτους ὁμοίαν, ἐδέσμασί τε καὶ <lb/>πόμασι θερμοῖς
                            χρωμένου. αἱ δ’ ἐξ ἀναβρώσεως ἀθρόαι κενώσεις <lb/>αἵματος <milestone unit="ed2page" n="476"/>ἐπί τε προηγουμέναις γίνονται βραχείαις
                            <lb/>πτύσεσι καὶ τοῖς εἰς τὸν πνεύμονα δριμέσι ῥεύμασιν <lb/>ἀπὸ τῆς
                            κεφαλῆς ἐπιῤῥέουσιν· ἐνίοτε δὲ καὶ συναναφέρεταί τι <lb/>μόριον τοῦ
                            πνεύμονος, ἢ ἐφελκὶς, ὥστε λαθεῖν ἀδύνατον εἶναι <lb/>τὸ τοιοῦτον πάθημα
                            τοῦ σπλάγχνου. κατὰ δὲ τὴν τραχεῖαν <lb/>ἀρτηρίαν ἕλκους γενομένου, πρὸς
                            τοῖς ἀναβηττομένοις <lb/>πυώδεσιν οὖσιν, ἔτι καὶ τοῦ πεπονθότος μέρους
                            ἀλγοῦντος <lb/>αἴσθησις γίνεται τῷ κάμνοντι· καὶ ἡ βραχύτης δὲ τοῦ
                            κενουμένου <lb/>διορίζει τὴν τοιαύτην ἕλκωσιν τῆς ἐν τῷ πνεύμονι,
                            <lb/>πλεῖον γὰρ ἐπὶ τοῖς ἐν πνεύμονι γεγενημένοις ἕλκεσιν ἀναπτύεται
                            <lb/>τὸ πῦον. ὥσπερ δὲ τοῦ πνεύμονός τι μόριον συνανενεχθὲν
                            <lb/>ἐνδείκνυται τὸ σπλάγχνον ἡλκῶσθαι, κατὰ τὸν αὐτὸν. <lb/>τρόπον ἐκ
                            τοῦ λάρυγγος εἴδομεν ἐνίοτε τὸ κατὰ τὴν ἐπιγλωττίδα <lb/>σῶμα δι’
                            ἕλκωσιν ἀναπτυσθὲν, οἷς οὐ μόνον τοῦτο σημεῖον <pb n="290"/> ὑπῆρξε τοῦ
                            τόπου τοῦ πεπονθότος, ἀλλὰ καὶ ἡ κατὰ τὸ χωρίον <lb/>αἴσθησις τὸ
                            ἡλκωμένον, ὡς κᾀπὶ τῆς τραχείας ἀρτηρίας <lb/>ἐῤῥέθη· τὰ μὲν γὰρ ἐν τῷ
                            πνεύμονι χωρὶς ὀδύνης συνίσταται, <lb/>τὰ δ’ ἐν τούτοις τοῖς χωρίοις
                            ὀδύνην μέν τινα φέρει, <lb/>βραχεῖαν δὲ ταύτην, ὡς τοῖς φύσει
                            δυσαισθήτοις μηδὲ σαφῶς <lb/>αἰσθητὴν γίνεσθαι. ταῦτα μὲν οὖν ἅπαντα τὰ
                            μέχρι δεῦρο <lb/>λεγόμενα πάθη κατά τε τὸν πνεύμονα καὶ τὰ κενὰ τοῦ
                            θώρακος, <lb/>ἔτι τε τὴν τραχεῖαν ἀρτηρίαν καὶ λάρυγγα, καὶ <lb/>γὰρ καὶ
                            τούτων ἐμνημόνευσα τῇ κοινωνίᾳ τοῦ λόγου προαχθεὶς <lb/>ἐπ’ αὐτὰ,
                            πολλάκις ἑώραταί μοι· ταυτὶ δὲ τὰ νῦν εἰρησόμενα <lb/>σπανίως. ἐξαίφνης
                            τις ἀνέβηξε χυμὸν ὁμοιότατον ὑγρᾷ <lb/>χολῇ, τῇ μὲν χρόᾳ μεταξὺ ξανθῆς
                            τε καὶ ὠχρᾶς, δριμύτητα <lb/>δ’ οὐδεμίαν ἔχοντα· κᾀκ τούτου καθ’ ἑκάστην
                            ἡμέραν ἀνέπτυεν <lb/>ἀεὶ πλεῖον· ὕστερον δὲ καὶ πυρετῶν ἐπιγενομένων
                            αὐτῷ <lb/>λεπτῶν, ἔφθινεν, ὡς καὶ πυῶδες ἀναβήττειν. καὶ μετὰ χρόνον
                            <lb/>ὡς τεττάρων μηνῶν αἷμα συνανήνεγκεν ὀλίγον σὺν τῷ <lb/>πύῳ, μετὰ
                            τοῦ συντήκεσθαί γε καὶ πυρέττειν μᾶλλον· εἶτα <lb/>πλέον αὖθις ἔπτυσεν,
                            εἶθ’ ἱκανῶς δαψιλές· ἐφ’ ᾧ τῶν τε ﻿<pb n="291"/> πυρετῶν αὐξηθέντων καὶ
                            τῆς δυνάμεως ἐκλυθείσης, ἀπέθανεν <lb/>ὡσαύτως τοῖς φθόην νοσήσαι. μετὰ
                            τοῦτον ἄλλον ἐθεασάμην <lb/>ὁμοίῳ τρόπῳ νοσηλευθέντα μησὶν ἕξ, εἶτ’
                            ἄλλον πλείοσιν. <lb/>ὁ μὲν οὖν πρῶτος ἡμῖν ὀφθεὶς οὐδὲν ἔχειν ἐδόκει τό
                            γε <lb/>κατ’ ἀρχὰς κακὸν, ὕστερον δὲ δηλονότι μοχθηρῶς ἐφαίνετο
                            <lb/>διακεῖσθαι· τοῦ δευτέρου δ’ ὀφθέντος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἔγνωμεν
                            <lb/>ἐπιμελῶς προνοήσασθαι, καὶ μετ’ αὐτὸν ἔτι καὶ μᾶλλον <lb/>τοῦ
                            τρίτου. ἀλλ’ ὅμως, οὐκ ὀλίγα πραγματευσαμένων ἀμφ’ <lb/>αὐτοὺς ἡμῶν,
                            οὔτε τούτων τις οὔτ’ ἄλλος ἐσώθη μετ’ αὐτούς· <lb/>ἀνέπτυσαν δὲ πάντες
                            οὗτοι τελευτῶντες αὐτοῦ τοῦ <lb/>πνεύμονος μέρη σεσηπότα, δι’ ἃ καὶ
                            σαφῶς ἔγνων ὅμοιόν <lb/>τι πάθος συμβαίνειν αὐτοῖς τῷ κᾀπὶ τῶν ἐκτὸς
                            ὁρωμένων <lb/>μορίων, ὑγρότητι σηπεδονώδει διαβρόχων γινομένων· <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="295"/>ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐκκόπτειν ἐγχωρεῖ καὶ
                            πρός γε τούτῳ <lb/>καὶ καίειν, πνεύμονι δ’ οὐδὲν τοιούτων ποιεῖν οἷόν
                            τε, διὸ <lb/>καὶ πάντες ἀπόλλυνται. τοῦ τελευταίου δ’ αὐτῶν ὀφθέντος
                            <lb/>μοι κηδόμενος, ἐπὶ τὸ ξηραίνειν ἰσχυρῶς τὸ σπλάγχνον <lb/>ἐτραπόμην
                            ὀσμαῖς τε καὶ πόμασιν ἐπιτηδείοις εἰς τοῦτο· <pb n="292"/> τὸ μὲν γὰρ
                            καλούμενον ἡδύχρουν ὀσμᾶσθαι δι’ ὅλης ἡμέρας <lb/>ἐκέλευον αὐτῷ,
                            προσφέρεσθαί τε τῇ ῥινὶ συνεχῶς· εἰς ὕπνον <lb/>δ’ ἰόντι καὶ τῶν ἐν Ῥώμῃ
                            σκευαζομένων μύρων πολυτελῶν, <lb/>ἃ δὴ καλοῦσι φουλίατά τε καὶ σπικάτα,
                            ὑπαλείφειν τινὶ τοὺς <lb/>κατὰ τὰς ῥῖνας πόρους· ἐδίδουν δὲ καὶ πίνειν
                            αὐτῷ φάρμακα, <lb/>τήν τε μιθριδάτειον ὀνομαζομένην ἀντίδοτον, ἀμβροσίαν
                            τε <lb/>καὶ ἀθανασίαν καὶ θηριακήν· ἀλλὰ καὶ οὗτος ἐνιαυτῷ ταῦτα
                            <lb/>πίνων, ὁμοίως τοῖς φθισικοῖς ὕστερον ἀπέθανεν, <milestone unit="ed2page" n="477"/>ἴσως <lb/>εἰς χρόνον πλείονα παραταθεὶς διὰ
                            τὴν εἰρημένην ἀγωγήν. <lb/>ἕτερον δὲ πάθος εἶδον ἐν πνεύμονι τοιόνδε.
                            βήττων τις ἐκ <lb/>χρόνου πολλοῦ, καὶ πτύων ὀλίγα καὶ γλίσχρα, χαλαζίῳ
                            μικρῷ <lb/>παραπλήσιον ἀνέβηξέ τι, καί μοι κομίσας ἔδειξεν αὐτὸ,
                            <lb/>καὶ πάλιν ἕτερον ὅμοιον οὐ μετὰ πολλὰς ἡμέρας. ἐδόκει δή <lb/>μοι
                            ξηραινόμενος ὁ γλίσχρος ἐκεῖνος χυμὸς, ὃν ἀνέπτυσεν ἔμπροσθεν, <lb/>εἰς
                            τοιαύτην σύστασιν ἔρχεσθαι· καὶ διὰ τοῦτ’ αὐτῷ <lb/>φάρμακα ἐδίδουν
                            πίνειν, ὁποῖα καὶ τοῖς ἀσθματικοῖς ἁρμόζει· <lb/>καὶ πίνων γε αὐτὰ,
                            ἐλάττονα μὲν ἔπτυεν τὰ χαλάζια, <pb n="293"/> καὶ διὰ πλειόνων ἡμερῶν ἢ
                            πρόσθεν, οὐ μὴν ἐπαύσατό γε <lb/>πολλοῖς ἔτεσι πάσχων οὕτως, ἄχρι τῆς
                            τελευτῆς. μεγέθει δ’ <lb/>ἦν τὰ χαλάζια τοῖς καλουμένοις ὀρόβοις ἶσα
                            κατὰ τὸ πλεῖστον, <lb/>ἔστι δ’ ὅτε καὶ μείζω τούτων, ὥσπέρ γε καὶ
                            μικρότερα. <lb/>καὶ ἄλλους δέ τινας ὁμοίως ἐκείνῳ πτύοντας ἐθεασάμην ἔτη
                            <lb/>συχνὰ ζήσαντας, ἐνίους μὲν ἄλλως ἀποθανόντας, ἐνίους δ’ <lb/>ἐκ τῶν
                            ἀναπνευστικῶν ὀργάνων παθόντων· οὐ μὴν αἷμα γέ <lb/>τις ἐκ τούτων
                            ἔπτυσεν. τὸ δ’ Ἀντιπάτρῳ τῷ ἰατρῷ συμβὰν <lb/>ἅπαντες ἔγνωσαν, ὡς οὐκ
                            ἀφανῶς ἰατρεύοντι κατὰ τὴν Ῥωμαίων <lb/>πόλιν. ἦν μὲν ὁ ἀνὴρ οὗτος
                            ἡλικίαν ἄγων ἐτῶν ἐλαττόνων <lb/>μὲν ἢ ἑξήκοντα, πλεόνων δὲ ἢ
                            πεντήκοντα, συνέβη δ’ <lb/>αὐτῷ ποτε πυρέξαντι τῶν ἐφημέρων τινὰ πυρετῶν
                            ἐκ φανερᾶς <lb/>προφάσεως, ἅψασθαι τῶν ἑαυτοῦ σφυγμῶν ἐν τῇ παρακμῇ
                            <lb/>τοῦ πυρετοῦ, χάριν τοῦ γνῶναι τί ποιητέον ἐστὶν αὐτῷ. <lb/>πᾶσαν δ’
                            εὑρὼν ἀνωμαλίαν ἐν τῇ τῶν ἀρτηριῶν κινήσει <lb/>κατεπλάγη μὲν τὸ πρῶτον,
                            ὡς δὲ σαφῶς ὕστερον <lb/>ᾐσθάνετο μηκέτι πυρέττειν ἑαυτὸν, ἐλούσατο μὲν
                            εὐθέως· <lb/>ἐπὶ κόποις τε γὰρ αὐτῷ καὶ ἀγρυπνίαις ἐκεκμήκει τὸ σῶμα·
                                <pb n="294"/> διῃτήθη δὲ πάνυ λεπτῶς ἄχρι τοῦ τὴν τρίτην ἀπὸ τῆς
                            ἀρχῆς <lb/>ἡμέραν διελθεῖν· ἐν ᾗ μηδενὸς ἔτι γενομένου πυρετοῦ, προῄει
                            <lb/>μὲν ἑκάστης ἡμέρας, ὥσπερ καὶ πρόσθεν, ἁπτόμενος δὲ ἑαυτοῦ <lb/>τῆς
                            κατὰ τὸν καρπὸν ἀρτηρίας, ἐθαύμασε διαμενούσης ἐν <lb/>τοῖς σφυγμοῖς τῆς
                            ἀνωμαλίας. ἀπαντήσας οὖν μοί ποτε, <lb/>προὔτεινε τὴν χεῖρα γελῶν,
                            ἐκέλευσέ τε τῶν σφυγμῶν ἅψασθαι. <lb/>κᾀγὼ μειδιάσας, τί τὸ αἴνιγμά
                            ἐστιν, ὃ κελεύεις; <lb/>ἠρόμην· ὁ δ’ αὖθις ὁμοίως γελῶν ἐδεῖτο πάντως
                            ἅψασθαι. <lb/>καὶ τοίνυν εὗρον ἁψάμενος ἀνωμαλίαν κατὰ τὸν σφυγμὸν
                            <lb/>ἅπασαν, οὐ μόνον ἐν ἀθροίσματι γινομένην, ἣν συστηματικὴν
                            <lb/>ὀνομάζουσιν, ἀλλὰ καὶ κατὰ μίαν διαστολὴν τῆς ἀρτηρίας.
                            <lb/>ἐθαύμαζον οὖν, ὅπως ἔτι ζῇ τοιοῦτον ἔχων σφυγμὸν, <lb/>ἐπυνθανόμην
                            τε μή τις αὐτῷ δυσχέρεια κατὰ τὴν ἀναπνοὴν <lb/>γίνεται· τοῦ δὲ οὐδεμίαν
                            αἰσθητὴν ὁμολογοῦντος, ἐπετήρουν <lb/>μὲν εἴ τινα μεταβολὴν ἕξοι ποτὲ,
                            συνεχῶς ἁπτόμενος τῆς <lb/>κατὰ τὸν καρπὸν ἀρτηρίας ἕξ μηνῶν που χρόνῳ.
                            πυνθανομένου <lb/>δ’ οὖν αὐτοῦ κατ’ ἀρχὰς, ἥ τις εἶναί μοι δοκεῖ
                            διάθεσις <lb/>ἐν τῷ σώματι, καὶ κατὰ τίνα τρόπον αὐτοῦ τοιοῦτον
                            ἐργάζεσθαι <pb n="295"/> δυναμένη τὸν σφυγμὸν ἄνευ πυρετοῦ, πρὸς τὴν
                            ἐρώτησιν <lb/>ἀπεκρινάμην, ἐν τῇ περὶ τῶν σφυγμῶν πραγματείᾳ δεδηλῶσθαί
                            <lb/>μοι περὶ τῆς τοιαύτης ἀνωμαλίας· ἡγοῦμαι γὰρ <lb/>αὐτὴν ἐπὶ
                            στενοχωρίᾳ τῶν ἐν τῷ πνεύμονι μεγάλων ἀρτηριῶν <lb/>γίγνεσθαι· τὴν
                            στενοχωρίαν δ’ ἔφην, ἐπὶ μὲν φλεγμονῇ τοῦ <lb/>σπλάγχνου, τό γε ἐπί σοι
                            νῦν, ἀδύνατον ὑπάρχειν· ἐπύρεττες <lb/>γὰρ ἄν· ἀπολείπεται δ’ ἤτοι δι’
                            ἔμφραξιν ὑγρῶν καὶ γλίσχρων <lb/>καὶ παχέων χυμῶν, ἢ διὰ φύματος ἀπέπτου
                            γένεσιν, εἰς τὴν <lb/>τοιαύτην ἀφῖχθαί σε διάθεσιν. ὁ δ’ ὑπολαβὼν, ἐχρῆν
                            οὖν, <lb/>ἔφη, ἀσθματικὴν ὀρθόπνοιαν εἶναί μοι. κᾀγὼ πιθανῶς μὲν
                            <lb/>εἶπον λέγειν αὐτὸν, <milestone unit="ed2page" n="478"/>οὐ μὴν
                            ἀληθῶς· γίγνεσθαι μὲν <lb/>γὰρ καὶ τὴν τοιαύτην ὀρθόπνοιαν διὰ τοιαύτην
                            αἰτίαν, οὐ <lb/>μὴν ἐν ταῖς λείαις ἀρτηρίαις, ἀλλ’ ἐν ταῖς τραχείαις
                            ἀθροιζομένου <lb/>τοῦ γλίσχρου καὶ παχέος χυμοῦ. καὶ τοίνυν ἔδοξεν
                            <lb/>ἡμῖν, τήν τε δίαιταν αὐτῷ πᾶσαν ὁμοίαν ποιεῖσθαι τοῖς τῶν
                            <lb/>ἀσθματικῶν, τά τε φάρμακα προσφέρεσθαι τὴν αὐτὴν ἐκείνοις
                            <lb/>ἔχοντα δύναμιν. ἓξ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ γενομένων, ὡς ἔφην, <lb/>μηνῶν,
                            ᾔσθετό τινος οὐ μεγάλης δυσπνοίας ἅμα παλμῷ βραχεῖ <pb n="296"/> τῆς
                            καρδίας, τὸ μὲν πρῶτον ἅπαξ, εἶτα δίς που καὶ τρὶς, <lb/>εἶτα καὶ
                            τετράκις τε καὶ πλεονάκις γινομένου, μετὰ τοῦ συναυξάνεσθαι <lb/>τὴν
                            δύσπνοιαν, ἐφ’ ἡμέρας ὡς πέντε καὶ δέκα· <lb/>μεθ’ ἃς ἐξαίφνης
                            δυσπνοήσας σφοδρῶς, εἶτ’ ἐκλυθεὶς, εὐθέως <lb/>ἀπέθανεν, ὥσπερ ἄλλοι
                            τινὲς ἐπὶ πάθεσι καρδίας, ὑπὲρ ὧν <lb/>εἰρήσεται κατὰ τὸν ἐφεξῆς λόγον.
                        </p></div></div></div></body></text></TEI>