<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Εἴρηται μὲν ἤδη καὶ πρόσθεν ἱκανῶς περὶ <lb/>δυσπνοίας, ἡνίκα τὰ τοῦ
                            νωτιαίου πάθη διηρχόμην· ἀναμνήσας <lb/>δὲ καὶ νῦν αὐτῶν, ὅσον ὑπόλοιπον
                            ἔτι τῆς θεωρίας <lb/>ταύτης ἐστὶ, προσθήσω. καθόλου μὲν οὖν ὑμᾶς ἀξιῶ
                                <pb n="273"/> πάντων ὧν ἐθεάσασθε κατὰ τὰς ἀνατομὰς μυῶν τῶν
                            κινούντων <lb/>τὸν θώρακα πρόχειρον ἔχειν τὴν μνήμην, ἅμα τοῖς εἰς
                            <lb/>αὐτοὺς ἀφικνουμένοις νεύροις· εἰσελθόντας δὲ πρὸς τὸν δυσπνοοῦντα,
                            <lb/>πρῶτον μὲν θεάσασθαι πότερον ἅπαντας κινεῖ <lb/>τοὺς τοῦ θώρακος
                            μῦς, ἢ τοὺς κατὰ τὰ μεσοπλεύρια μόνους <lb/>χωρὶς τῶν ὑψηλῶν, ἢ καὶ τὰς
                            φρένας ἅμα τοῖς μεσοπλευρίοις. <lb/>ἐὰν γὰρ εἰδῆτε πάντας κινουμένους,
                            ἕν τι τῶν τριῶν ἐννοήσαντες <lb/>ὧν ἐρῶ τῆς τοιαύτης κινήσεως αἰτίων,
                            ἐφεξῆς διορίζεσθαι <lb/>πειρᾶσθε, τί ποτ’ αὐτῶν ἐστι τὸ νῦν ὑπάρχον
                            αἴτιον· <lb/>ἐὰν δὲ μὴ πάντας, ἐφ’ ἕτερον ἀφικνεῖσθε διορισμόν.
                            ὑποκείσθω <lb/>δή τις ἅπαντας κινῶν τοὺς μῦς, ὡς καὶ τὸ στέρνον
                            ἐξαίρεσθαι <lb/>σαφῶς ἅμα ταῖς ὠμοπλάταις· ἐπὶ τούτου τῶν τριῶν
                            <lb/>τούτων ἀναγκαῖον ἕν γέ τι πάντως ὑπάρχειν, ἤτοι τὴν δύναμιν
                            <lb/>ἄῤῥωστον, ἢ στενοχωρίαν τῶν τοῦ πνεύματος <milestone unit="ed1page" n="292"/>ὁδῶν, <lb/>ἢ θερμασίαν παμπόλλην ἐν καρδίᾳ καὶ πνεύμονι,
                            δυναμένου <lb/>δηλονότι καὶ δύο αἰτίας ἐξ αὐτῶν ἅμα γενέσθαι, καὶ τάχα
                            <lb/>ποτὲ σπανίως καὶ τὰς τρεῖς. ἀλλὰ τῶν μὲν τριῶν ἅμα γινομένων,
                            <lb/>ὁ κάμνων αὐτίκα τεθνήξεται· τῶν δὲ δύο, δυσκόλως <pb n="274"/>
                            σωθήσεται· μιᾶς δὲ, μετὰ τῶν οἰκείων <milestone unit="ed2page" n="471"/>διορισμῶν εἰς <lb/>ὄλεθρον ἢ σωτηρίαν τελευτήσει τὸ πάθος. ἡ τοίνυν
                            τῆς δυνάμεως <lb/>ἀῤῥωστία μόνη γενομένη, διὰ τοῦτ’ ἐπὶ τὰ τρία γένη
                            <lb/>τῶν κινούντων μυῶν ἔρχεται, καὶ πάντας αὐτοὺς ἐπεγείρει <lb/>πρὸς
                            τὴν κίνησιν, ὅτι σφοδρῶς κινεῖν ἓν ἐξ αὐτῶν γένος ἀδυνατεῖ· <lb/>ὡς εἴγε
                            τὸ διάφραγμα μόνον ἱκανῶς ἐκίνει, καθάπερ <lb/>ὅτ’ εἶχε κατὰ φύσιν, οὐκ
                            ἂν οὔτε τῶν μεσοπλευρίων οὔτε <lb/>τῶν ὑψηλῶν ἐδεήθη μυῶν· ἐπεὶ δ’
                            ἄῤῥωστός ἐστιν, ἅπαντάς <lb/>τε βραδέως κινεῖ, καὶ πυκνὴν οὐκ ἐργάζεται
                            τὴν ἐνέργειαν <lb/>αὐτῶν, ὥσπερ οὐδ’ ἀραιὰν πάνυ. καὶ τούτοις μάλιστα
                            <lb/>προσέχετε τὸν νοῦν τοῖς γνωρίσμασι, διορίζεται γὰρ ὑπ’ αὐτῶν
                            <lb/>ῥᾳδίως τἄλλα. θερμασίας γοῦν πολλῆς ἠθροισμένης ἐν <lb/>τοῖς
                            ἀναπνευστικοῖς ὀργάνοις, ἅπασι μὲν ἐνεργεῖ τοῖς μυσὶ <lb/>τοῦ θώρακος τὸ
                            ζῶον, ἀλλὰ καὶ ταχεῖαν αὐτῶν ποιεῖται καὶ <lb/>πυκνὴν τὴν ἐνέργειαν καὶ
                            σφοδρὰν, ὅτ’ ἂν ἄνευ δυνάμεως <lb/>ἀῤῥωστίας συμπέσῃ τὰ τῆς θερμασίας· ἡ
                            δ’ ἄῤῥωστος δύναμις <lb/>οὔτε ταχεῖαν οὔτε πάνυ πυκνὴν ἔχει τὴν κίνησιν,
                            ὅτ’ <lb/>ἂν ἄνευ θερμασίας ᾖ φλογώδους, ὅθεν οὐδ’ ἐπὶ πλεῖστον <pb n="275"/> ἅπαντα διαστέλλει τὰ μέρη τοῦ θώρακος· ὥστε κοινὸν ἓν ἔχει
                            <lb/>μόνον τῇ κατὰ φλόγωσιν πολλὴν γινομένῃ δυσπνοίᾳ, τὸ τοὺς <lb/>μῦς
                            ἅπαντας τοῦ θώρακος ἐνεργεῖν. ἔτι δὲ καὶ τοῦτο πρόσεστι <lb/>τῇ διὰ
                            θερμασίαν πολλὴν δυσπνοίᾳ κατὰ μέγεθος καὶ πυκνότητα <lb/>καὶ τάχος
                            γινομένῃ, τὸ μετ’ ἐκφυσήσεως γίνεσθαι τὴν <lb/>ἐκπνοὴν θερμοῦ καὶ
                            ζέοντος πνεύματος· ἐπὶ δὲ τῇ τῇς δυνάμεως <lb/>ἀῤῥωστίᾳ, χωρὶς
                            ἐκφυσήσεως τῆς διὰ στόματος, ἡ διὰ <lb/>τῆς ῥινὸς μόνης ἔξοδος γίνεται
                            τοῦ πνεύματος, ἥτις ῥὶς καὶ <lb/>κατὰ τὰς εἰσπνοὰς ἐναργῶς ἔχει
                            προστελλόμενα τὰ πτερύγια, <lb/>σημεῖον καὶ τοῦτο μέγα δυνάμεως
                            ἀῤῥωστούσης. ἐπὶ δὲ <lb/>ταῖς στενοχωρίαις τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργάνων
                            ὅλος μὲν ὁ <lb/>θώραξ ἐπὶ πλεῖστον διαστέλλεται ταχέως καὶ πυκνῶς, τὴν
                            <lb/>δὲ ἐκπνοὴν χωρὶς ἐκφυσήσεως οἱ κάμνοντες οὕτως ἴσχουσιν. <lb/>ὅταν
                            δ’ ἐς ταὐτὸν ἀφίκηται θερμασία τε καὶ στενοχωρία τῶν <lb/>ἀναπνευστικῶν
                            ὀργάνων, ὥσπερ ἐν περιπνευμονίαις, οὐδ’ ἡ <lb/>μεγίστη καὶ πυκνοτάτη καὶ
                            ταχίστη τούτοις αὐτάρκης ἀναπνοὴ, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἀνακαθίζουσιν,
                            αἰσθανόμενοι τοῦ <lb/>θώρακος ὅλου διϊσταμένου ῥᾷον οὕτως· κατακειμένων
                            μὲν ﻿<pb n="276"/> γὰρ αὐτῶν, εἰς ἑαυτὸν συμπίπτει, καταφερομένων τῶν
                            κατὰ <lb/>τὰ στήθη μερῶν ἐπὶ τὴν ῥάχιν, ἀναταθείσης δὲ ταύτης ὀρθῆς,
                            <lb/>συναναφέρεται καὶ ὁ θώραξ ταύτῃ, μηκέτι βαρύνων ἑαυτόν. <lb/>ὁμοίως
                            τούτοις ἀναπνέουσι καὶ οἱ τὰς τραχείας ἀρτηρίας τοῦ <lb/>πνεύμονος ὑπὸ
                            πολλοῦ κατάῤῥου πληρωθέντες, ἤ τινος ἐκ <lb/>τῶν πλησίων χωρίων εἰς
                            αὐτὰς γενομένου ῥεύματος, ἑνὶ μόνῳ <lb/>διαλλάττοντες, τῷ μήτ’ ἐκφυσᾷν
                            μήτ’ ἐκπνεῖν θερμόν. <lb/>ὡσαύτως δὲ καὶ ὅσοις ἐν τῷ μεταξὺ θώρακός τε
                            καὶ πνεύμονος <lb/>ἤθροισται πῦον δαψιλὲς, οὓς ὀνομάζουσιν ἐμπύους, ὅλον
                            <lb/>ἐξαίρουσι τὸν θώρακα, θερμὸν δ’ οὐκ ἐκπνέουσιν οὐδ’ ἐκφυσῶσι,
                            <lb/>πλὴν εἰ μὴ πυρετὸς αὐτοῖς προσέλθῃ διακαής· ἀλλ’ <lb/>οὗτοί γε
                            τάχιστα πνίγονται, διά τε τὸ πάθος αὐτὸ καὶ ὅτι <lb/>προκέκμηκεν ἡ
                            δύναμις ἐξ ἀνάγκης ἅπασι τοῖς ἐμπύοις, οὐκ <lb/>ἐξ ἀνάγκης προκεκμηκυῖα
                            τοῖς τὸν πνεύμονα ῥεύμασι, ἢ πεπεριπνευμονίαιςριπευμονίαις, <lb/>ἢ
                            ἄσθμασιν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἰσχυρὰ καὶ ἀκμαία <lb/>καθεστηκυῖα κᾀν τοῖς
                            ἀσθματικοῖς παθήμασι, γλίσχρων καὶ <lb/>παχέων ὑγρῶν ἐμπεπλασμένων τῷ
                            πνεύμονι. κᾂν εἰ φῦμα <lb/>δύσπεπτον ἐν αὐτῷ συσταίη ποτὲ, συμβαίνει
                            μεγίστην μὲν <pb n="277"/> ἴσχειν διαστολὴν τὸν θώρακ, οὐ πολὺν δὲ
                            εἰσπνεῖσθαι τὸν <lb/>ἀέρα, καὶ διὰ τοῦτο συνεχῶς ἀναπνεῖν ἀναγκάζεσθαι
                            χωρὶς <lb/>ἐκφυσήσεως· ἴδιον γὰρ τοῦτο θερμασίας πολλῆς. <milestone unit="ed2page" n="472"/>καθ’ <lb/>ἕτερον δὲ τρόπον ἐς ταὐτὸν εἶδος
                            ἀφικνοῦνται δυσπνοίας οἱ <lb/>κυναγχικοὶ, στενοχωρίας οὔσης οὐκ ἐν ταῖς
                            ὑποδεχομέναις <lb/>κοιλότησι τὴν εἰσπνοὴν, ἀλλ’ ἐν ταῖς παραπεμπούσαις.
                            ἐφ’ <lb/>ὧν δ’ ἀπόστημα καὶ φλεγμονὴ καὶ πλῆθος ὑγρῶν ἐστιν ἢ ἐν
                            <lb/>τοῖς κενοῖς τοῦ θώρακος, ἢ κατὰ τὸν πνεύμονα, μενόντων
                            <lb/>ἀφράκτων τοῦ λάρυγγός τε καὶ τῆς τραγείας ἀρτηρίας, ἐν <lb/>ταῖς
                            ὑποδεχομέναις δηλονότι κοιλότησι τὸν εἰσπνεόμενον ἀέρα <lb/>στενοχωρίας
                            γενομένης, ἐξ ἀνάγκης ἀκολουθεῖ μεγάλην μὲν <lb/>διαστολὴν γίνεσθαι τοῦ
                            θώρακος, ὀλίγον δ’ ἕλκεσθαι τὸ <lb/>πνεῦμα, καὶ διὰ τοῦτ’ ἀναγκάζεσθαι
                            τὸν κάμνοντα ταχέως <lb/>τε καὶ πυκνῶς ἀναπνεῖν. πρὸ πάντων γὰρ ὑμᾶς
                            μεμνῆσθαι <lb/>βούλομαι τῆς κατὰ τὴν μεγάλην ἀναπνοὴν διαφορᾶς διττῶς
                            <lb/>γινομένης, ποτὲ μὲν τῷ μεγέθει τῆς διαστολῆς τοῦ θώρακος, <lb/>ποτὲ
                            δὲ τῷ πλήθει τῆς εἰσπνεομένης οὐσίας τοῦ πνεύματος. <lb/>ἰστέον δ’ ὅτι
                            τῶν τοιούτων ὑμᾶς ἀναμιμνήσκω πολλάκις, ὅσα <pb n="278"/> παραλέλειπται
                            τοῖς πρὸ ἐμοῦ· τὰ γὰρ ὑπὸ τῶν ἔμπροσθεν <lb/>εἰρημένα, διὰ τὸ πολλοὺς
                            εἶναι τοὺς εἰπόντας αὐτὰ, πρόχειρον <lb/>ἔχει τὴν μνήμην· ὅσα δὲ μήθ’
                            ὑφ’ Ἱπποκράτους διωρίσθη <lb/>τοῦ κάλλιστα περὶ δυσπνοίας γράψαντος,
                            ἄλλός τ’ οὐδεὶς τῶν <lb/>μετ’ αὐτὸν ἐξειργάσατο καὶ διωρίσατο τὰ
                            λείποντα, διὰ τοῦτ’ <lb/>ἀναγκαῖόν μοι γίνεται πολλάκις ἀναμιμνήσκειν
                            αὐτῶν. ὅσοι <lb/>μὲν οὖν ἄνευ φλεγμονῆς, ἤ τινος ὅλως ὄγκου παρὰ φύσιν,
                            ἢ <lb/>στενοχωρίας ἐν τοῖς ἀναπνευστικοῖς ὀργάνοις, δυσπνοοῦσιν <lb/>ἐν
                            πυρετοῖς καυσώδεσι, τούτοις ἀνάλογον τῷ μεγέθει τῆς διαστολῆς <lb/>τοῦ
                            θώρακος αὐξάνεται τὸ πλῆθος τῆς εἰσπνεομένης <lb/>οὐσίας τοῦ πνεύματος·
                            ἐφ’ ὧν δ’ ὄγκος ἢ στενοχωρία τίς <lb/>ἐστιν ἐν τοῖς ἀναπνευστικοῖς ἄνευ
                            θερμασίας φλογώδους, ἡ <lb/>μὲν διαστολὴ τοῦ θώρακος μεγίστη γίνεται, τὸ
                            δ’ εἰσπνεόμενον <lb/>οὐ μόνον ἀπολείπεται τῆς κατὰ τὴν διαστολὴν
                            ἀναλογίας, <lb/>ἀλλὰ καὶ τοῦ κατὰ φύσιν ἔλαττον εἰσπνεῖται. χωρὶς δὲ
                            διορισμοῦ <lb/>μίαν ἐνδείκνυται διάθεσιν ἡ μεγάλη διαστολὴ τοῦ θώρακος
                            <lb/>ἀραιότητα προσλαβοῦσα. προσέχειν δ’ ὑμᾶς χρὴ κᾀνταῦθα, <lb/>μή ποτ’
                            ἐξαπατηθῆτε, τὴν ἁπάντων τῶν μυῶν <pb n="279"/> ἐνεργούντων γινομένην
                            ἀναπνοὴν, ὅτ’ ἂν ἐπ’ ἀῤῥωστίᾳ δυνάμεως <lb/>γίνηται, τὴν αὐτὴν ἡγεῖσθαι
                            τῇ μεγάλῃ· βουληθεὶς γὰρ <lb/>αὐτὴν ἐγὼ σαφῶς ἑρμηνεῦσαί ποτε, μετέωρον
                            ἐκάλεσα· παρέστη <lb/>δέ μοι τηνικαῦτα ἐννοῆσαι τὸν Ἱπποκράτην μετέωρον
                            <lb/>ὀνομάζειν πνεῦμα τὸ τοῖς μετεώροις μέρεσι τοῦ θώρακος εἰσπνεόμενον,
                            <lb/>ὥσπερ ὅτ’ ἂν εἴπῃ, μέγα δὲ ἀναπνεόμενον καὶ διὰ <lb/>πολλοῦ χρόνου,
                            παραφροσύνην σημαίνει· εὔδηλός ἐστι μέγα <lb/>λέγων τὸ πολὺ, διττῶς
                            γίνεσθαι δυνάμενον, ἄνευ τε τῆς τῶν <lb/>μετεώρων μυῶν ἐνεργείας καὶ σὺν
                            αὐτῇ· πολλάκις γὰρ ἥ τε <lb/>τῶν μεσοπλευρίων μυῶν ἐνέργεια καὶ ἡ τῶν
                            φρενῶν, ἐπιπλεῖστον <lb/>διαστέλλουσαι τὸν θώρακα, τῶν ὑψηλῶν μυῶν οὐ
                            <lb/>χρῄζουσιν εἰς τὴν τοῦ πολλοῦ πνεύματος εἰσπνοήν. ὅτι δὲ τὸ
                            <lb/>τοιοῦτον εἶδος τῆς διαστολῆς ἐνδείκνυται παραφροσύνην, ἐν <lb/>τοῖς
                            περὶ δυσπνοίας ὑπομνήμασι <milestone unit="ed1page" n="293"/>δέδεικται,
                            καθ’ ἃ καὶ <lb/>τῶν ἄλλων ἁπασῶν δυσπνοιῶν αἱ διαθέσεις ἐῤῥέθησαν. ἀλλὰ
                            <lb/>νῦν γε καθάπερ τῶν ἄλλων παθῶν, ὅσα προείρηται δι’ ἑτέρων
                            <lb/>πραγματειῶν, οἷον ἐπιτομή τις ἐνταυθοῖ λέγεται, κατὰ <lb/>τὸν αὐτὸν
                            τρόπον καὶ περὶ τῆς ἐν ταῖς δυσπνοίαις διαφορᾶς <pb n="280"/> τὰ μὲν
                            εἴρηται μέχρι δεῦρο, τὰ δ’ εἰρήσεται κατὰ τὸν ἐφεξῆς <lb/>λόγον· ὡς γὰρ
                            ἐπὶ τῆς μεγάλης ἀναπνοῆς ἡ μέν τίς ἐστι <lb/>πυκνὴ, διαφορὰς ἔχουσα
                            πλείους, ἄλλην ἄλλης διαθέσεως <lb/>ἐνδεικτικὴν, ἡ δέ τις ἀραιὰ, μίαν
                            ἐνδεικνυμένη διάθεσιν, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="473"/>οὕτως ἐπὶ τῆς μικρᾶς ἡ μὲν ἀραιὰ
                            ψύξιν ἐνδείκνυται <lb/>τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργάνων, ἡ πυκνὴ δὲ πόνον οὐ
                            μόνον <lb/>τῶν ἀναπνευστικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν συγκινουμένων αὐτοῖς,
                            <lb/>ἥπατος δηλονότι, καὶ γαστρὸς, καὶ σπληνὸς, καὶ στομάχου.
                            <lb/>πλεόνων δ’ οὐσῶν διαθέσεων, αἷς ἕπεται πόνος ἐν τῷ κινεῖσθαι
                            <lb/>σφοδρότερον, ἐπισκεπτέον τε καὶ διοριστέον ἐκ τῶν ἄλλων
                            <lb/>σημείων, εἴτε φλεγμονή τίς ἐστιν, εἴτ’ ἐρυσίπελας, εἴθ’ <lb/>ἕλκος,
                            εἴτ’ ἀπόστημα, τὸ τὴν ὀδύνην ἐργαζόμενον. ἐμάθετε <lb/>δ’ ὅτι καὶ
                            δυσκρασίαις ἀνωμάλοις ἀλγήματα πολλάκις ἐπιγίγνεται, <lb/>καὶ πνεύματος
                            ἀπέπτου τε καὶ φυσώδους πλήθει, <lb/>ποτὲ μὲν αὐτῷ τῷ στέγεσθαι κατά τι
                            διατείνοντος τὰ περιέχοντα, <lb/>ποτὲ δὲ βιαίως διεξιόντος. ὁμοίως δὲ
                            καὶ χυμοῦ πλήθει <lb/>θερμοῦ καὶ δριμέος, ἢ ψυχροῦ καὶ γλίσχρου,
                            στεγομένου ﻿<pb n="281"/> τε κατά τι καὶ μὴ διεξιόντος, ὀδύναι γίνονται·
                            μειζόνως μὲν <lb/>πεπονθότων τῶν ὀργάνων, ἐν οἷς περιέχεται ταῦτα, κᾂν
                            μὴ <lb/>κινῆται· βραχέως δ’, ὅταν κινῆται. εἴρηται δ’ ἐν τοῖς περὶ
                            <lb/>δυσπνοίας ἡ αἰτία, δι’ ἣν τοῦ μικροῦ πνεύματος τὸ μὲν <lb/>πυκνὸν
                            πνεῦμα πόνον σημαίνει τῶν κινουμένων ὀργάνων ἐν <lb/>ταῖς ἀναπνοαῖς, τὸ
                            δ’ ἀραιὸν ἰσχυρὰν ψύξιν αὐτῶν μόνον <lb/>τῶν ἀναπνευστικῶν, καὶ τούτων
                            μάλιστα πνεύμονος καὶ καρδίας. <lb/>ἔστι δὲ καὶ ἄλλό τι δυσπνοίας εἶδος,
                            οἷον ἐγκοπτομένης <lb/>τῆς ἐνεργείας τοῦ θώρακος ἡσυχίᾳ βραχείᾳ, ποτὲ
                            μὲν <lb/>ἐν ταῖς εἰσπνοαῖς, ποτὲ δὲ ἐν ταῖς ἐκπνοαῖς, ἤτοι γ’ ἐν
                            σπασμώδει <lb/>διαθέσει τῶν τοῦ θώρακος μυῶν γινομένου τοῦ τοιούτου
                            <lb/>συμπτώματος, ἢ διὰ πλῆθος θερμασίας, εἰσπνεῖν, ἢ ἐκπνεῖν
                            <lb/>ἀναγκαζομένου συνεχέστερον τοῦ κάμνοντος. καὶ μέντοι <lb/>καὶ ἄλλό
                            τι πάθος ἀναπνοῆς ἔστι, ἣν ἄπνοιαν ὀνομάζουσιν, <lb/>ὡς μὲν πρὸς τὴν
                            ὄψιν μηδ’ ὅλως γιγνομένης, ὡς δὲ πρὸς τὴν <lb/>φύσιν ἀπιστουμένης μὴ
                            γίνεσθαι· δοκεῖ γὰρ ἀδύνατον μὲν <lb/>εἶναι, στερηθὲν ἀκριβῶς ὅλης τῆς
                            ἀναπνοῆς τὸ ζῶον ἔτι <lb/>διασώζεσθαι, φαίνεται δὲ καὶ τὰ φωλεύοντα μηδ’
                            ὅλως <pb n="282"/> κινοῦντα τὸν θώρακα. δυοῖν οὖν θάτερον, ἢ βραχεῖαν
                            οὕτω <lb/>γίνεσθαι τὴν ἀναπνοὴν ὑποληπτέον, ὡς λανθάνειν τὴν αἴσθησιν,
                            <lb/>ἢ μηδ’ ὅλως δεῖσθαι τηνικαῦτα τὸ ζῶον ἀναπνοῆς, <lb/>ἀλλ’ ἀρκεῖσθαι
                            τῇ καθ’ ὅλον τὸ σῶμα διαπνοῇ· γίνεται γὰρ <lb/>αὕτη μὲν ὑπὸ τῆς καρδίας
                            διὰ τῶν ἀρτηριῶν, ἡ δ’ ἀναπνοὴ <lb/>διὰ τοῦ θώρακος ὑπὸ τοῦ ἐγκεφάλου.
                            ἥτις δ’ ἂν ἡ διάθεσις <lb/>εἴη ἡ τὴν ἄπνοιαν ἐργαζομένη, κοινὴ φαίνεται
                            εἶναι πάντων <lb/>τῶν τοῦ ζώου μορίων, ὡς ἐν ἀποπληξίαις καὶ κάροις,
                            ἐπιληψίαις <lb/>τε καὶ καταλήψεσιν· ἐν τούτοις γὰρ ἅπασιν οὐδὲν
                            <lb/>ἴδιον ἐξαίρετον πάθημά ἐστι τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργάνων, οὐ
                            <lb/>μᾶλλον ἢ τῶν φωνητικῶν, ἢ διαλεκτικῶν, ἢ βαδιστικῶν· <lb/>ἀλλὰ τῆς
                            ἀρχῆς πασχούσης, ἅπαντα συμπάσχειν ἀναγκαῖον, <lb/>ὅσοις παρ’ ἐκείνης
                            ἐχορηγεῖτο τὰ τῶν διοικουσῶν αὐτὰ δυνάμεων. <lb/>εἴρηται δὲ ἡμῖν ἰδίᾳ
                            περὶ ἀπνοίας καθ’ αὑτὴν, ὥστε <lb/>νῦν ἤδη μεταβαίνειν ἐφ’ ἕτερόν τι
                            καιρός. </p></div></div></div></body></text></TEI>