<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p><milestone unit="ed2page" n="437"/>Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιληψία σπασμός ἐστιν
                            <lb/>ἁπάντων τῶν τοῦ σώματος μορίων, οὐ συνεχὴς ὡς ἐμπροσθότονός <lb/>τε
                            καὶ ὀπισθότονος καὶ τέτανος, ἀλλ’ ἐκ διαστημάτων <lb/>χρόνου γιγνόμενος·
                            οὐ μόνον δὲ τούτῳ διενήνοχεν τῶν εἰρημένων <lb/>σπασμῶν, ἀλλὰ καὶ τῇ
                            βλάβῃ τῆς διανοίας καὶ τῶν <lb/>αἰσθήσεων· ᾧ καὶ δῆλον ὡς ἄνω που κατ’
                            αὐτὸν ἐγκέφαλον, <lb/>ἡ τούτου τοῦ πάθους ἐστὶ γένεσις. ἐπειδὴ δὲ καὶ
                            ταχὺ παύεται, <lb/>κατὰ τὰς κοιλίας αὐτοῦ μᾶλλον εὔλογόν ἐστιν παχὺν
                            <lb/>χυμὸν ἐμφράττοντα τὰς διεξόδους τοῦ πνεύματος ἐργάζεσθαι <lb/>τὸ
                            πάθος, ἑαυτὴν κλονούσης τῆς ἀρχῆς τῶν νεύρων ὑπὲρ τοῦ <lb/>διώσασθαι τὰ
                            λυποῦντα· τάχα δὲ καὶ διαβρεχομένης τῆς ἐκφύσεως <lb/>ἑκάστου νεύρου,
                            παραπλησίως τοῖς ἀπὸ τοῦ νωτιαίου <lb/>τὴν ἀρχὴν ἔχουσι σπασμοῖς, καὶ ὁ
                            τῶν ἐπιλήπτων γίνεται. <lb/>τὸ δ’ ἐξαιφνίδιον αὐτοῦ τῆς γενέσεως καὶ τῆς
                            λύσεως ἐνδείκνυται <pb n="174"/> μηδέποτε διὰ ξηρότητά τε καὶ κένωσιν,
                            ἀεὶ δὲ διὰ πάχος <lb/>χυμοῦ γίγνεσθαι τὸ πάθος· ἔμφραξις μὲν γὰρ τῶν
                            πόρων <lb/>ἐξαίφνης ὑπὸ παχέος ἢ γλίσχρου χυμοῦ γένοιτ’ ἄν· εἰς ξηρότητα
                            <lb/>δὲ τοσαύτην ἐλθεῖν, ὡς βύρσῃ παραπλήσιόν τι παθεῖν, <lb/>τὸν
                            ἐγκέφαλον ἢ τὴν κατ’ αὐτὸν μήνιγγα τὴν λεπτὴν, οὐχ <lb/>οἷόν τε χωρὶς
                            χρόνου πολλοῦ. πρόσεστι δὲ τούτῳ καὶ τὸ <lb/>μήθ’ ὁρᾷν μήτ’ ἀκούειν μήθ’
                            ὅλως ἐνεργεῖν αἰσθήσει τινὶ <lb/>σὺν τῷ μηδὲ παρακολουθεῖν τὸν κάμνοντα
                            τοῖς γινομένοις, <lb/>ἀλλὰ τὸν λογισμὸν βεβλάφθαι μετὰ τῆς κατὰ τὴν
                            μνήμην δυνάμεως. <lb/>ἐκ τούτων οὖν ἁπάντων εὔλογόν ἐστι κατὰ τὸν
                            <lb/>ἐγκέφαλον γεγονέναι τὸ πάθος, ἐμποδίζοντος τοῦ χυμοῦ ταῖς
                            <lb/>διεξόδοις τοῦ ψυχικοῦ πνεύματος, ὃ κατὰ τὰς κοιλίας ἐστὶν
                            <lb/>αὐτοῦ. διὰ τί δ’ ὀνομάζεται τοῦτο τὸ πνεῦμα ψυχικὸν, ἥτις <lb/>τε
                            δύναμίς ἐστιν αὐτοῦ, κατὰ τὰ περὶ τῶν Ἱπποκράτους καὶ <lb/>Πλάτωνος
                            δογμάτων ὑπομνήματα δέδεικται. τοῖς γὰρ ἐκ τῆς <lb/>ἀνατομῆς φαινομένοις
                            ἀκολουθοῦσιν ἡμῖν εὔλογον ἐφαίνετο, <lb/>τὴν μὲν ψυχὴν αὐτὴν ἐν τῷ
                            σώματι τοῦ ἐγκεφάλου κατῳκῆσθαι, <lb/>καθ’ ὃ καὶ τὸ λογίζεσθαι γίγνεται,
                            καὶ ἡ τῶν αἰσθητικῶν <pb n="175"/> φαντασιῶν ἀπόκειται μνήμη· τὸ πρῶτον
                            δ’ αὐτῆς ὄργανον <lb/>εἰς ἁπάσας τὰς αἰσθητικάς τε καὶ προαιρετικὰς
                            ἐνεργείας <lb/>εἶναι, τὸ κατὰ τὰς κοιλίας αὐτοῦ πνεῦμα, καὶ μᾶλλόν γε
                            <lb/>κατὰ τὴν ὄπισθεν· οὐ μὴν οὐδὲ περὶ τῆς μέσης κοιλίας ἀπογινώσκειν
                            <lb/>προσῆκεν ὡς οὐ κυριωτάτης· πολλὰ γὰρ εὔλογα καὶ <lb/>πρὸς ταύτην
                            ἡμᾶς ἄγει, καθάπερ γε τῶν ἐμπροσθίων δυοῖν <lb/>ἀπάγει. εἴς γε μὴν τὴν
                            τῆς θεραπείας εὕρεσιν οὐδὲν ὀνίνησιν <lb/>ἡ περὶ τούτων ἀκριβὴς γνῶσις·
                            ἱκανὸν γὰρ εἰς τὸ καλῶς <lb/>θεραπεύειν ἐπίστασθαι τὸν μὲν πεπονθότα
                            τόπον ἐγκέφαλον <lb/>εἶναι, χυμὸν δὲ τὸν γλίσχρον, ἢ παχὺν ἐν ταῖς
                            κοιλίαις ἀθροιζόμενον <lb/>αὐτοῦ. καθάπερ δὲ χρήσιμα ταῦτα πρὸς τὰς
                            ἰάσεις <lb/>ἐστὶν, ὧν ἕνεκα καὶ τοὺς πεπονθότας τόπους καὶ τὰς ἐν
                            <lb/>αὐτοῖς διαθέσεις ζητοῦμεν, οὕτω καὶ τῶν παχέων χυμῶν αἱ
                            <lb/>διαφοραὶ πότερα φλεγματώδεις εἰσὶν, ἢ μελαγχολικαί· μεμνημένων
                            <lb/>αὖ πάλιν ἡμῶν ἐνταῦθα φλεγματικοὺς μὲν ὀνομάζεσθαι <lb/>πάντας, ὅτ’
                            ἂν ἁπλῶς οὕτως λέγωμεν, ἐφ’ ὧν ἐπικρατεῖ <lb/>κατὰ τὴν κρᾶσιν ὑγρότης
                            καὶ ψύξις· μελαγχολικοὺς <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="438"/>δὲ, ἐφ’ ὧν ξηρότης τε καὶ ψύξις, ἐπεί
                            τοι διαφοραὶ ﻿<pb n="176"/> μεγάλαι κατά τε τοὺς φλεγματικούς εἰσι καὶ
                            τοὺς μελαγχολικοὺς <lb/>ἑκατέρων ἴδιαι. τοῦ γοῦν φλέγματος τὸ μὲν ἐφ’
                            <lb/>ἡμέρᾳ πολλοῖς ἀναχρεμπτομένοις καὶ ἀνεμοῦσι καὶ ἀπομυττομένοις
                            <lb/>ἐκκρινόμενον ἀτμώδους πνεύματος ὑπάρχει μεστὸν, <lb/>ὡς μηδὲ πρὸς
                            αἴσθησιν ὁμοιομερὲς εἶναι· ἕτερον δέ τι φλέγμα <lb/>φαίνεται μὲν
                            ὁμοιομερὲς, ἴσως δ’ οὐκ ἔστιν, ἐξ οὗ γένους <lb/>ἐστὶν ὅ τ’ ἐν τοῖς
                            οὔροις ὑφιστάμενος ὠμὸς χυμὸς ὅ θ’ <lb/>ὑπὸ Πραξαγόρου κληθεὶς ὑαλώδης·
                            ἀλλὰ καὶ τὸ μὴ λίαν <lb/>ὑγρὸν μηδ’ ὑδατῶδες σίαλον ἐκ τούτου τοῦ γένους
                            εἶναι <lb/>φαίνεται. καὶ μέντοι καὶ κατὰ τὴν γευστικὴν αἴσθησιν οὐ
                            <lb/>μίαν ἔχον οὐδ’ αὐτὸ τὸ σίαλον ποιότητα φαίνεται, μήτιγε <lb/>δὴ τὸ
                            σύμπαν φλέγμα· καὶ γὰρ ἁλυκοῦ καὶ ὀξέος καὶ ἁλμυροῦ <lb/>πολλάκις
                            αἰσθανόμεθα σαφῶς τοῦ κατὰ τὸ στόμα σιάλου, <lb/>καθάπερ καὶ ἀποίου τε
                            καὶ οἷον ὑδατώδους τὴν γεῦσιν, ὅτ’ <lb/>ἂν ἀμεμπτότατα διάγωμεν. ὡσαύτως
                            δὲ καὶ ὁ μελαγχολικὸς <lb/>χυμὸς ἐν τῇ συστάσει σαφεῖς ἔχει τὰς
                            διαφορὰς, ὁ μὲν οἷον <lb/>τρὺξ αἵματος, ἐναργῶς φαινόμενος ἱκανῶς παχὺς,
                            ὥσπερ ἡ <lb/>τοῦ οἴνου τρύξ· ὁ δὲ πολλῷ μὲν τούτου λεπτότερος κατὰ τὴν
                                <pb n="177"/> σύστασιν, ὀξὺς δὲ καὶ τοῖς ἐμέσασιν αὐτὸν φαινόμενος
                            καὶ <lb/>τοῖς ὀσμωμένοις· οὗτος καὶ ξύει τὴν γῆν, ἐξαίρων τε καὶ ζυμῶν
                            <lb/>καὶ πομφόλυγας ἐγείρων, οἷαι τοῖς ζέουσι ζωμοῖς ἐφίστανται· <lb/>ὃν
                            δ’ ἔφην ἐοικέναι παχείᾳ τρυγὶ, τήν τε ζύμωσιν <lb/>οὐκ ἐργάζεται κατὰ
                            τῆς γῆς ἐκχυθεὶς, πλὴν εἰ μὴ πάνυ σφόδρα <lb/>τύχοι τότε κατοπτηθεὶς ἐν
                            διακαεῖ πυρετῷ, καὶ ἥκιστα <lb/>μετέχει ποιότητος ὀξείας, ἡνίκα καὶ
                            καλεῖν αὐτὸν εἴωθα μελαγχολικὸν <lb/>χυμὸν ἢ μελαγχολικὸν αἷμα, μέλαιναν
                            γὰρ χολὴν <lb/>οὐδέπω δικαιῶ τὸν τοιοῦτον ὀνομάζειν. γεννᾶται δ’ ὁ χυμὸς
                            <lb/>οὗτος ἐνίοις πολὺς, ἢ διὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς κρᾶσιν, ἢ δι’ ἔθος
                            <lb/>ἐδεσμάτων εἰς τοιοῦτον χυμὸν ἐν τῇ κατὰ τὰς φλέβας πέψει
                            <lb/>μεταβαλόντων. ὥσπερ δ’ ὁ παχὺς χυμὸς τοῦ φλέγματος, <lb/>οὕτω καὶ
                            οὗτος παχὺς χυμὸς ὁ μελαγχολικὸς ἐπιληψίας ποτ’ <lb/>ἐργάζεται κατὰ τὰς
                            ἐκροὰς τῶν ἐν ἐγκεφάλῳ κοιλιῶν ἰσχόμενος, <lb/>ἤτοι τῆς μέσης, ἢ τῆς
                            ὄπισθεν· ὅτ’ ἂν δ’ ἐν αὐτῷ <lb/>πλεονάσῃ τῷ τοῦ ἐγκεφάλου σώματι,
                            μελαγχολίαν ἐργάζεται, <lb/>καθάπερ ὁ ἕτερος χυμὸς τῆς μελαίνης χολῆς, ὁ
                            κατωπτημένης <pb n="178"/> τῆς ξανθῆς χολῆς γενόμενος, τὰς θηριώδεις
                            παραφροσύνας <lb/>ἀποτελεῖ χωρὶς πυρετοῦ τε καὶ σὺν πυρετῷ, πλεονάζων ἐν
                            τῷ <lb/>σώματι τοῦ ἐγκεφάλου. καὶ διὰ τοῦτο τῆς φρενίτιδος ἡ μέν
                            <lb/>τίς ἐστι μετριωτέρα, τὴν γένεσιν ἐκ τῆς ὠχρᾶς ἔχουσα χολῆς· <lb/>ἡ
                            δέ τις σφοδροτέρα, τῆς ξανθῆς ἔγγονος ὑπάρχουσα· καὶ <lb/>τις ἄλλη
                            θηριώδης τε καὶ μελαγχολικὴ παραφροσύνη γίνεται, <lb/>κατοπτηθείσης τῆς
                            ξανθῆς χολῆς. ὅσαι δ’ ἐν ταῖς ἀκμαῖς <lb/>τῶν πυρετῶν γίγνονται
                            παραφροσύναι, κατὰ συμπάθειαν αὗται <lb/>πάσχοντα τὸν ἐγκέφαλον, οὐ κατ’
                            ἰδιοπάθεισαν ἔχουσιν· <lb/>καὶ διὰ τοῦτο παραπαῖσαι μὲν καὶ παραφρονῆσαι
                            καὶ παρακόψαι <lb/>τούτους οὐ μόνον οἱ ἰατροὶ λέγουσιν, ἀλλὰ καὶ
                            ἰδιῶται, <lb/>φρενιτικοὺς δ’ οὐκ ὀνομάζουσιν, οὐ γὰρ συναποκαθίστανται
                            <lb/>ταῖς ἀκμαῖς τῶν πυρετῶν αἱ φρενιτικαὶ παραφροσύναι. <lb/>καθάπερ
                            οὖν ὁ τῶν φρενιτικῶν πυρετὸς ἕν τι τῶν <lb/>συμπτωμάτων τῆς ἐγκεφάλου
                            διαθέσεώς ἐστιν, οὕτω τῶν <lb/>διακαῶν πυρετῶν ἡ παραφροσύνη, πολλῶν
                            ἀτμῶν θερμῶν <lb/>ἀναφερομένων εἰς αὐτόν. παραπλησία δ’ ἐστὶν τῇδε καὶ
                            τῶν <lb/>ὁμοίων τοῖς ὑποχεομένοις συμπτωμάτων γένεσις, ἐκ τῶν τῆς
                            <lb/>γαστρὸς ὁρμωμένη διαθέσεων· ἥ τε γὰρ κοιλία τῇ κεφαλῇ <pb n="179"/>
                            καὶ ἡ κεφαλὴ τῇ κοιλίᾳ <milestone unit="ed2page" n="439"/>μεταδίδωσι τῶν
                            παθημάτων, <lb/>διὰ τὸ μέγεθος τῶν ἐξ ἐγκεφάλου καθηκόντων νεύρων εἰς τὸ
                            <lb/>στόμα τῆς γαστρὸς, ὑφ’ ὧν καὶ τὸ περιττὸν τῆς αἰσθήσεως <lb/>ὑπὲρ
                            τἄλλα μέρη τοῦ σώματος ὑπάρ<milestone unit="ed1page" n="277"/>χει τῷ
                            μορίῳ τῶδε. <lb/>καὶ διὰ τοῦτο τοῖς κατὰ τὴν κεφαλὴν κατάγμασιν, ὅσα
                            πρὸς <lb/>τὰς μήνιγγας ἐξικνεῖται, χολεμεσίαι παρακολουθοῦσι· καὶ
                            <lb/>τοῖς ὁπωσοῦν γενομένοις ἀλγήμασι τῆς κεφαλῆς ἀνατροπή <lb/>τε τοῦ
                            στομάχου καὶ δῆξις ἐνίοτε· τοῖς δὲ ὑποχονδριακοῖς καὶ <lb/>φυσώδεσιν
                            ὀνομαζομένοις πάθεσιν δυσθυμίαι μελαγχολικαὶ, <lb/>καὶ γὰρ καὶ τοῦτο
                            τοιοῦτόν ἐστιν, ὁποῖον ἡ τοῖς ὀξέσι πυρετοῖς <lb/>ἐπιγινομένη
                            παραφροσύνη, καὶ τισι διαθέσεσιν τοῦ στόματος <lb/>τῆς κοιλίας ἡ τῶν
                            τοῖς ὑποχεομένοις ὁμοίων συμπτωμάτων. <lb/>οὕτω δὲ καὶ τοῖς νευρώδεσι
                            μορίοις φλεγμήνασιν <lb/>ἑτοιμότερον ἢ τοῖς ἄλλοις ἐπιγίγνονται
                            παραφροσύναι, <lb/>ποτὲ μὲν αὐτῆς μόνης τῆς θερμασίας κατὰ τὸ συνεχὲς
                            ἐπὶ τὴν <lb/>κεφαλὴν ἀνερχομένης, ποτὲ δὲ πνεύματος ἀτμώδους, ἢ
                            καπνώδους, <lb/>ἢ αἰθαλώδους. </p></div></div></div></body></text></TEI>