<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Εἰς ἀνάγκην οὖν ποτε καταστὰς ἀνακτήσασθαί <lb/>τινος ἀπολωλυῖαν μνήμην,
                            ἔτι νεώτερος ὢν, οὔτε τῶν <lb/>διδασκάλων ἑωρακώς τινα θεραπεύοντα τοῦτο
                            τὸ πάθος οὔτ’ <lb/>ἀνεγνωκὼς παρά τινι τῶν ἀρχαίων τὴν ἴασιν, ἐζήτουν
                            κατ’ <lb/>ἐμαυτὸν πρῶτον μὲν εὑρεῖν, τίς ἂν εἴη ὁ πεπονθὼς τόπος, <pb n="148"/> ᾧ προσάξω τὰ καλούμενα τοπικὰ βοηθήματα, μετὰ τὴν τοῦ
                            <lb/>παντὸς σώματος ἐπιμέλειαν δηλονότι, κοινὸν γὰρ τοῦτο ἐπὶ
                            <lb/>πάντων ἐστὶ τῶν παθῶν· εἶθ’ ἑξῆς, ἐκ τίνος ὁδοῦ τῶν ἰαμάτων
                            <lb/>ἕκαστον εὑρήσω. τὸν μὲν δὴ πεπονθότα τόπον ἡγούμην <lb/>εἶναι τὸν
                            αὐτὸν τῷ τὸ καλούμενον ἡγεμονικὸν ἐν ἑαυτῷ <lb/>περιέχοντι, τὰ δ’ ἰάματα
                            τῇ κατ’ αὐτὸν ἐναντία διαθέσει. <lb/>παυσαμένους τοίνυν ἀξιῶ πάντας,
                            ὅσοι τοῖσδε τοῖς γράμμασιν <lb/>ὁμιλοῦσι, τῆς ψώρας, ἢ λύττης, ἢ μανίας
                            ἧς ἔχουσι <lb/>περὶ τὰς αἱρέσεις, ὡς ἀνθρώπους σώφρονας ἐπισκέψασθαι
                            <lb/>τὴν ἀκολουθίαν τῶν ἐφεξῆς εἰρησομένων. ἐν ᾧ γὰρ ἐσκοπούμην <lb/>ἃ
                            εἴρηκα, πυθόμενος τῷ Ἀρχιγένει τι γεγράφθαι βιβλίον, <lb/>ἔνθα διδάσκει
                            μνήμης βεβλαμμένης ἀνάκτησιν, εὐθέως <lb/>περιῆλθον ἁπάσας μὲν τὰς
                            βιβλιοθήκας, ἅπαντας δὲ τοὺς <lb/>βιβλιοπώλας, ἅπαντας δ’ οὓς ᾔδειν
                            ἰατροὺς ἐσπουδακότας <lb/>περὶ τὰ συγγράμματα τἀνδρὸς, εὐπορῆσαι τοῦ
                            βιβλίου <lb/>προῃρημένος, ὅπως μοί τι συντελέσειεν πρὸς τὴν τῶν
                            βοηθημάτων <lb/>εὕρεσιν, οὐ τοῦ τόπου τοῦ πεπονθότος· ἄντικρυς <lb/>γὰρ
                            ἡγούμην ὑπ’ αὐτοῦ λελέχθαι τὸν τόπον τοῦτον, οὐκ <pb n="149"/> ἄλλον
                            τινὰ παρὰ τὴν καρδίαν, ἐπειδὴ κατὰ ταύτην ἡ αἵρεσις <lb/>αὐτοῦ τὸ τῆς
                            ψυχῆς ἡγεμονικὸν εἶναι πεπίστευκεν· ἐζήτουν δ’ <lb/>ἐγνωκέναι, τίνα
                            δυσκρασίαν αὐτῆς αἰτίαν ἡγεῖται εἶναι τοῦ <lb/>πάθους. οὐδὲ γὰρ ὅτι
                            δυσκρασίαν τινὰ εἶναι νενόμικεν, ἠμφίβαλλον, <lb/>εἰδὼς τὴν αἵρεσιν τοῦ
                            ἀνδρός· ἀλλ’ ἐπειδὴ δυσκρασίας <lb/>ᾔδειν ὀκτὼ καθ’ ἕκαστον μόριον
                            συνισταμένας, τέτταρας <lb/>μὲν ἁπλᾶς, τέτταρας δὲ συνθέτους, ἐπεθύμουν
                            γνῶναι, τίνα <lb/>τούτων ὁ Ἀρχιγένης ἀπεφήνατο τῆς βεβλαμμένης ἐνεργείας
                            <lb/>αἰτίαν εἶναι, πότερα ψύξιν ἢ ὑγρότητα τοῦ κατὰ τὴν καρδίαν
                            <lb/>πνεύματος, ἢ σύνθετον ἐκ ψύξεώς τε καὶ ὑγρότητος, <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="429"/>ἢ ξηρότητα μετὰ ψύξεως ὑπολαμβάνει
                            δύνασθαι τὸ πάθος <lb/>ἐργάσασθαι τοῦτο· πρόδηλον γὰρ ἦν, ὅτι τῆς
                            θερμότητος <lb/>ἀποστήσεται. τί ποτ’ οὖν μοι συνέβη, τοῖς, ὡς ἔφην,
                            <lb/>ἀποτιθεμένοις τὴν τῆς αἱρέσεως μανίαν, ἐφεξῆς φράσω, παραγράψας
                            <lb/>αὐτὰς τὰς πρώτας ῥήσεις τοῦ βιβλίου, καθ’ ὃ θεραπείαν <lb/>ὁ
                            Ἀρχιγένης ἔγραψεν τῆς ἐπιλησμοσύνης, ἢ λήθης, <lb/>ἢ μνήμης ἀπωλείας, ἢ
                            βλάβης, ἢ ὅπως ἄν τις ὀνομάζειν ἐθέλῃ <lb/>τὸ προκείμενον ἐν τῷ λόγῳ
                            πάθος, ἢ εἰ μὴ πάθος, ἀλλὰ <pb n="150"/> νόσον, ἢ σύμπτωμα, ἢ ἀῤῥώστημα·
                            ταῦτα γὰρ οἱ σοφισταὶ <lb/>ζητοῦσιν, μὴ ὅτι μικρὸν, ἀλλὰ μηδὲ
                            τοὐλάχιστον εἰς τὴν θεραπείαν <lb/>συντελοῦντα. σαφηνείας δὲ ἕνεκα τῶν
                            μελλόντων <lb/>εἰρήσεσθαι τοσοῦτον προειπεῖν ἀναγκαῖόν ἐστιν, ὅτι
                            βιβλίων <lb/>Ἀρχιγένει γεγραμμένων ἐπιστολικῶν ἕνδεκα τὸν ἀριθμὸν, ἐν
                            <lb/>τῷ πρώτῳ γέγραπται πρὸς Μάρσον ἐπιστολὴ, δι’ ἧς αὐτῷ
                            <lb/>συμβουλεύει περὶ τοῦ πατρὸς, ὅπως ἀνακτήσηται τὴν μνήμην <lb/>αὐτῷ·
                            ἐν ἀρχῇ μὲν οὖν αὐτῆς μετὰ τὸ προοίμιον, ὁπότε <lb/>τῆς θεραπείας
                            ἄρχεσθαι μέλλει, γέγραπται ταῦτα κατὰ λέξιν· <lb/>ἀφαίρεσιν μὲν οὖν
                            αἵματος σύμμετρον καὶ ἐπαφαίρεσιν πεποιῆσθαι <lb/>ἡμᾶς ἀρχομένης τῆς
                            ἀποθλίψεως πέπεισμαι, εἰ μή <lb/>τις ἀσθένεια γέγονεν ἐμποδών. εἶτ’
                            ἐφεξῆς πάλιν· οἶμαι δὲ <lb/>ὅτι καὶ ἐμβρέγμασί τε κατὰ καιρὸν χρήσασθαι
                            καὶ θάλψεσι <lb/>μὲν ὅλου τοῦ σώματος, ψιλώσει τε τῆς κεφαλῆς, καὶ
                            σικυῶν <lb/>προσβολῇ. ταῦτ’ ἀναγνοὺς ἐσκοτοδινίασα, χρὴ γὰρ ἴσως
                            <lb/>εἰπεῖν με τἀληθῆ· πῶς δ’ οὐκ ἔμελλον, ἁμαρτὼν τῆς ἐλπίδος <lb/>ἣν
                            ἤλπισα παρ’ ἀνδρὸς ἔσεσθαί μοι, μυριάκις ἐν πολλοῖς <lb/>συγγράμμασιν
                            τήν τε τῶν πεπονθότων τόπων ἐπιστήμην ﻿<pb n="151"/> καὶ τὴν τῆς
                            διαθέσεως αὐτῶν ἀναγκαίαν εἶναι φάσκοντος <lb/>εἰς τὸ καλῶς ἰᾶσθαι τὰς
                            νόσους; πῶς γὰρ ἂν ἔτι χρήσιμοι <lb/>πρὸς τοῦτο εἶεν, εἰ μὴ τὴν ἀπ’
                            αὐτῶν τις ἔνδειξιν ἐπιδείξειεν <lb/>ἡγεῖσθαι τῆς τῶν βοηθημάτων
                            εὑρέσεως; ἐκ τίνος, Ἀρχίγενες, <lb/>λόγου πιθανοῦ πεισθέντες ἐπὶ τὴν
                            κεφαλὴν ἀφιξόμεθα τὴν <lb/>καρδίαν ἀφέντες, ἧς ἓν μέν τι τῶν συμφύτων
                            ἔργων ἐστὶν τὸ <lb/>μεμνῆσθαι, τὸ πάθος δὲ τῆς ἐνεργείας ἐστὶν ἡ ταύτης
                            ἀπώλεια; <lb/>τίνα δὲ διάθεσιν ἡ τῇ κεφαλῇ προσφερομένη σικύα
                            θεραπεύουσα <lb/>τὴν μνήμην ἀνακαλέσεται; τίνι λόγῳ τὰ βοηθήματα
                            <lb/>ταῦτα συνεβούλευσας; ὡς ἔγωγε καὶ νῦν θεῶμαι κατὰ <lb/>τὰς τῶν
                            νοσούντων ἐπισκέψεις τοὺς ἰατροὺς ἐν τῇ κοινολογίᾳ <lb/>πυνθανομένους
                            ἀλλήλων, κατὰ τίνα λόγον τόδε βοήθημα πρὸ <lb/>τοῦδε συνεβούλευσεν, ἄχρι
                            καὶ τῶν σμικροτάτων τοῦτο δρῶντας, <lb/>οὐ τῶν οὕτω μεγάλων ὁποῖόν ἐστι
                            σικύα προσφερομένη <lb/>τῇ κεφαλῇ. ἐγὼ μὲν οὖν οὐδ’ εἰ τῷ θώρακι
                            προσήγετο, καθ’ <lb/>ὃ μέρος ἡ καρδία τέτακται, λόγον εἰπεῖν εὑρίσκω δι’
                            ὃν <lb/>ὤνησεν ἄν τι τὸν τοῦ Μάρσου πατέρα, μετὰ τοῦ μηδὲ εἰ <lb/>τῷ
                            θώρακι προσῆγε, πότερον μετ’ ἀμυχῶν τὰς σικύας, <lb/>ἢ χωρὶς τούτων
                            ἐβούλετο προσβεβλῆσθαι, δεδηλῶσθαι διὰ <pb n="152"/> τῆς ἀρτίως
                            εἰρημένης ῥήσεως. δυναμένης γὰρ, εἰ οὕτως ἔτυχεν, <lb/>τῆς διαθέσεως
                            ψυχρᾶς καὶ ξηρᾶς εἶναι, τὸ μὲν αἵματος ἀφελεῖν <lb/>ἔσχατον κακόν ἐστιν·
                            τὸ δὲ σικύαις μόναις κεχρῆσθαι <lb/>χάριν μὲν τοῦ θερμῆναι χρήσιμον,
                            ἄλλως δ’ οὐδαμῶς· ἐπισπῶνται <lb/>γὰρ ἐκ τοῦ βάθους εἰς αὐτὰ αἱ σικύαι
                            τὴν ὑγρότητα, <lb/>τοῦτο δ’ ἐναντιώτατόν ἐστι διαθέσει ξηρᾷ. μὴ
                            γινωσκόντων <lb/>οὖν ἡμῶν μηδέπω, τίς ἦν ἡ διάθεσις ἐν τοῖς κατὰ τὸν
                            ἐγκέφαλον <lb/>καὶ τὰς μήνιγγας χωρίοις, οὐκ ἀσφαλὲς ἦν ἔξω τοῦ
                            <lb/>κρανίου ποιεῖσθαι τὴν ἀντίσπασιν, προειρηκέναι τοιγαροῦν <lb/>ἐχρῆν
                            αὐτὸν ὡδί πως· ἐπειδὴ ψυχρόν ἐστιν καὶ ὑγρὸν τὸ πάθος <lb/>ἐν τῇ κεφαλῇ,
                            τοιαύτης γενομένης διαθέσεως, εἴη μὲν ἂν <lb/>ἐν τῷ θερμαίνειν καὶ
                            ξηραίνειν <milestone unit="ed2page" n="430"/>τὸ τῆς θεραπείας κεφάλαιον,
                            <lb/>ὕλαις δ’ ἄν τις εἰς τοῦτο βοηθημάτων χρήσαιτο τοιαῖσδε. <lb/>μόγις
                            γοῦν ἐπεγείρας ἐμαυτὸν ἐκ τῆς σκοτοδινίας ἐπὶ τὴν τῶν <lb/>ἐφεξῆς
                            γεγραμμένων ἀνάγνωσιν ἧκον, ἐνδέχεσθαι νομίζων, εἰ <lb/>καὶ μὴ κατὰ
                            τάξιν, ἀλλ’ οὖν γε παρὰ τάξιν εἰρῆσθαί τινα <lb/>τοιοῦτον λόγον, οἷον
                            ἄρτι διῆλθον ἐπὶ τοῦ παραδείγματος. <lb/>καὶ τοίνυν εὗρον ἅπαντα τῶν
                            βοηθημάτων τὸν κατάλογον <pb n="153"/> ἱκανῶς θερμαίνοντά τε καὶ
                            ξηραίνοντα, μέχρι τοῦ καὶ τῷ καλουμένῳ <lb/>πρὸς αὐτοῦ σιναπισμῷ καὶ
                            ὅλην κεφαλὴν ἐκθερμαίνειν, <lb/>καὶ τούτῳ γ’ αὐτῷ σφοδροτάτῳ· κελεύει
                            γὰρ, ἀρθέντος <lb/>τοῦ νάπυος, νίτρῳ καταπάσαντας τὴν κεφαλὴν, ἔπειθ’
                            <lb/>ὕδατι καταντλεῖν θερμῷ, οὗ βοήθημα βιαιότερον οὐδὲν ἂν <lb/>εὕροις
                            ἄλλο τῶν κατ’ ἰατρικήν· ὁμοίαν γὰρ ἔχει τὴν ὀδύνην <lb/>καυτηρίῳ,
                            πολυχρονιωτέραν δὲ τὴν ἐνέργειαν. ἀμέλει καὶ <lb/>αὐτὸς ὁ Ἀρχιγένης
                            ἐπιφέρων ἔφη· δυσυπομόνητον μὲν οὖν <lb/>ἔχει τὴν ὀδύνην, ἀλλ’ οὐδενὸς
                            χεῖρόν ἐστι τοῦτο τῶν μεγίστων <lb/>βοηθημάτων. καὶ μὴν διὰ νάπυος, καὶ
                            καρδάμου, καὶ κόκκου <lb/>κνιδίου, καὶ σταφίδος ἀγρίας, ἀποφλεγματισμοὺς
                            ποιεῖσθαι <lb/>συμβουλεύει, καὶ πταρμικοῖς χρῆσθαι κελεύει, καὶ
                            προποτισμοῖς, <lb/>διὰ τῶν ἱκανῶς θερμαινόντων τε καὶ ξηραι<milestone unit="ed1page" n="273"/>νόντων φαρμάκων <lb/>ἀμφότερα τὰ βοηθήματα
                            ποιούμενος, ὡς εἶναι δῆλον <lb/>αὐτὸν ὑγρότητα καὶ ψύξιν ἡγούμενον εἶναι
                            τὴν διάθεσιν, ἤτοι <lb/>κατὰ τὸν ἐγκέφαλον, ἢ τὰς μήνιγγας· οὐ γὰρ δὴ
                            κατά γε τὸ <lb/>κρανίον ἡ τοιαύτη διάθεσις γενομένη τῆς μνήμης
                            ἀφαιρήσεται <lb/>τὸν ἄνθρωπον. ἀλλὰ ταῦτα μὲν εἰρήσθω κατὰ τὸ πάρεργον,
                                <pb n="154"/> ὡς οὐδαμόθι δείξας ὑγρότητι καὶ ψύξει γίνεσθαι τὴν
                            ἐπιλησμοσύνην, <lb/>ἔπειτα ξηραίνοντα καὶ θερμαίνοντα βοηθήματα παρέχει·
                            <lb/>τὸ δὲ τῇ κεφαλῇ τοσαῦτα πράγματα παρέχειν, ἑτέρου <lb/>πεπονθότος
                            μορίου, πῶς οὐκ ἄν τις ἀγανακτήσειεν; περὶ <lb/>γοῦν τῶν σικυῶν τῇ
                            κεφαλῇ προσβολῆς, ὧν ἀδιορίστως ἐμνημόνευσεν <lb/>ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου,
                            μετὰ ταῦτα προελθὼν ἔγραψε <lb/>σαφέστατα τήνδε τὴν λέξιν· ἐρεθισμούς τε
                            διὰ νάπυος καὶ <lb/>σικυῶν κούφων, τὰ πολλὰ μὲν ἠπίων, ὁτὲ δὲ καὶ πάνυ
                            εὐτόνων· <lb/>ἀνυστικώτεραι δ’ εἰσὶν αἱ μετ’ ἀμύξεως. ἀλλὰ πάντα <lb/>τε
                            ταῦτα κατ’ οὐδένα λόγον, Ἀρχίγενες γενναιότατε, τῇ κεφαλῇ
                            <lb/>προσφέρεις, ἐν καρδίᾳ τοῦ πάθους ὄντος. οὐδὲ γὰρ <lb/>ἐκ πείρας,
                            ἵνα τι καὶ πρὸς τοὺς ἐμπειρικοὺς εἴπω, τῶν τοιούτων <lb/>εὑρῆσθαί τι
                            δύναται· καυσούμενος μὲν γὰρ ἄνθρωπος ἐν <lb/>πυρετῷ διακαεῖ ψυχρὸν ὕδωρ
                            ὑπ’ ἀκρασίας προσενεγκάμενος <lb/>ὤνητο μὲν αὐτός ποτε, μιμήσεως δ’
                            ἀρχὴν ἰατροῖς παρέσχεν <lb/>ἄνευ λογικῆς ἐνδείξεως· ἡ δὲ τῆς σικύας
                            πρόσθεσις οὐδεμίαν <lb/>ἔχει περίπτωσιν ἡγουμένην, ἀλλ’ ἐκ λογικῆς
                            ἐνδείξεως ἅπασα <lb/>γέγονεν, μήτ’ αὐτῆς ποτε δυναμένης τῆς σικύας
                            αὐτομάτως <pb n="155"/> γεννηθῆναι μήτ’, εἰ κᾂν τοῦτό τις συγχωρήσειε,
                            κολληθῆναί <lb/>ποτε τῇ κεφαλῇ κατὰ περίπτωσιν, καὶ μάλιστ’ ἐπὶ πάθους
                            <lb/>σπανίου. τῶν γοῦν καθ’ ἡμᾶς ἰατρῶν, ὅσοι γέροντές εἰσι <lb/>καὶ
                            τριβακοὶ, πυνθανόμενος, εἴ τινος ἐθεράπευσάν ποτε <lb/>τοιοῦτο πάθος,
                            ὀλίγου δεῖν ἁπάντων ἤκουσα μηδ’ ἐπικεχειρηκέναι <lb/>λεγόντων, μόνος δ’
                            εἷς ἔφη τολμῆσαι μὲν ἐπὶ τὴν θεραπείαν <lb/>ἐλθεῖν, ἀνύσαι δὲ μηδὲν ἐπ’
                            αὐτῇ. πῶς οὖν ἐκ πείρας <lb/>μιμητικῆς τῶν κατὰ περίπτωσιν ὀφθέντων ἡ
                            τοῦ βοηθήματος <lb/>ἐγένετο γνῶσις, αὐτοῦ γε τοῦ πάθους σπανίως τινὶ
                            <lb/>συμβαίνοντος, αὐτομάτως τε τῆς σικύας τῆ κεφαλῇ κολληθῆναι
                            <lb/>κατὰ περίπτωσιν οὐδέποτε δυναμένης; ψυχροῦ μὲν γὰρ <lb/>πόσις,
                            ἕκαστόν τε τῶν τοιούτων βοηθημάτων, ὧν ὁσημέραι <lb/>πεῖραν ἔχομεν ἐπὶ
                            πολλῶν πολλάκις, ἐκ πείρας εὑρῆσθαι <lb/>δύναται μιμητικῶς· ἡ δὲ τῆς
                            σικύας προσβολὴ μετ’ <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="431"/>ἀμυχῶν, ἢ ἄνευ τούτων, οὐδεμίαν ἐκ
                            πείρας ἀφορμὴν <lb/>ἐσχηκέναι δύναται. οὐδὲ γὰρ ὥσπερ ἐπ’ ἄλλων παθῶν
                            <lb/>πολλῶν ὁ πεπονθὼς τόπος, εἰ καὶ μὴ πρὸς ἀκρίβειαν, ἀλλὰ <lb/>πρός
                            γε τὴν τῶν βοηθημάτων αὐτῷ προσφορὰν, αὐτάρκως ﻿<pb n="156"/> φαίνεται
                            δι’ αἰσθήσεως, οὕτω κᾀπὶ τῆς μνήμης· ἄλλων δὲ <lb/>λέγω παθῶν τῶν
                            τοιῶνδε, πλευρίτιδος, περιπνευμονίας, νεφρίτιδος, <lb/>κωλικῆς
                            διαθέσεως, ἡπατικῆς, σπληνικῆς, ἢ κατ’ <lb/>ἔντερον, ἢ κατὰ κύστιν, ἢ
                            μήτραν, ἤ τι τοιοῦτον μόριον ἕτερον, <lb/>ἐφ’ ὧν ἁπάντων αἵ τ’ ὀδύναι
                            καὶ τὰ διὰ τῶν πόρων <lb/>ἐκκρινόμενα τὸν πεπονθότα τόπον, εἰ καὶ μὴ
                            κατὰ τὸ ἀκριβέστατον, <lb/>ἀλλ’ ἐν πλάτει γε διασημαίνουσι. κατά τε γὰρ
                            <lb/>τῆς πλευρᾶς ὅλης ἐν πλευριτικοῖς ἐπιθεῖναι ῥᾷστόν ἐστιν ὅ τι
                            <lb/>περ ἂν βουληθῇς, ἐπί τε τῆς κοιλίας ἐν κωλικοῖς, ὥσπερ καὶ
                            <lb/>κατὰ τῶν ὑποχονδρίων ἐφ’ ἥπατός τε καὶ σπληνὸς φλεγμοναῖς,
                            <lb/>ὡσαύτως δὲ καὶ τῶν ἄλλων μορίων· ἔνθα δὲ ἀπόλωλεν <lb/>ἡ μνήμη,
                            σημεῖον οὐδέν ἐστι τόπου πεπονθότος, οὐκ ὄγκος <lb/>παρὰ φύσιν, οὐκ
                            ὀδύνη τις, οὐκ ἔκκρισις, οὐκ ἄλλο. οὐδέν· <lb/>ὥσπέρ γε καὶ ἐπὶ
                            μελαγχολίας καὶ φρενίτιδος καὶ μανίας, <lb/>ἐπιληψίας τε καὶ ληθάργου
                            καὶ κάρου καὶ τῆς ὀνομαζομένης <lb/>ὑπὸ τῶν νεωτέρων ἰατρῶν κατοχῆς τε
                            καὶ καταλήψεως· ἀλλ’ <lb/>οὐδὲ τῶν ὅλου τοῦ σώματος σπασμῶν, ἢ παλμῶν, ἢ
                            τῆς <lb/>ἐξ ἡμίσεος αὐτοῦ μέρους παραλύσεως, ἡ οἷον ῥῖζα προβάλλει <pb n="157"/> τι σημεῖον, οὔτε δι’ ὄγκου παρὰ φύσιν, οὔτε δι’ ὀδύνης,
                            οὔτε <lb/>διὰ χρώματος ἐξηλλαγμένου παρὰ τὸ πρόσθεν, ἢ διά τινος
                            <lb/>τῶν ἐκκρινομένων· ὥστ’ οὐδ’ ἐπὶ τούτων ἡ Ἀρχιγενικὴ τῶν
                            <lb/>βοηθημάτων εὕρεσις δύναται γενέσθαι, ληρώδους μὲν οὔσης <lb/>τῆς
                            τῶν ἐμπειρικῶν περιπτώσεως, τοῦ δ’ Ἀρχιγενείου λόγου <lb/>πρὸς τὴν
                            καρδίαν ἡμᾶς ὁδηγοῦντος. ἀλλὰ δῆτα συγκεχωρήσθω <lb/>τὴν πεῖραν
                            εὑρηκέναι τὰ βοηθήματα τῶν εἰρημένων παθῶν, <lb/>ἆρ’ οὐ φανερὸς ἔλεγχός
                            ἐστι τῆς ψευδοῦς ἀλαζονείας <lb/>τῶν δογματικῶν ἀνδρῶν, οὐδ’ οὗτος αὐτὸς
                            ἁπλοῦς, ἀλλὰ <lb/>διττὸς, καὶ ἰσχυρὸς ἑκάτερος; ἐκ γὰρ τοῦ τὴν πεῖραν
                            οὕτως <lb/>εἶναι χρήσιμον, ὡς μὴ μόνον εὑρίσκειν ἄνευ λόγου τὰς ἰάσεις,
                            <lb/>ἀλλὰ καὶ διελέγχειν αὐτὸν, ὡς ἔστι προφανῶς ψευδὴς, οὐ <lb/>μόνον
                            ἄχρηστος ὁ λόγος, ἀλλὰ καὶ πρὸς κακοῦ φαίνεται τοῖς <lb/>δογματικοῖς
                            ἰατροῖς ἐπιτηδευόμενος. ἤρκει μὲν οὖν, ὥς φασι, <lb/>καὶ ὁ περὶ τῆς
                            ἀχρηστίας ἔλεγχος· ὁπότε δὲ καὶ βλάπτων ὁ <lb/>λόγος φαίνεται, τί ἂν ἔτι
                            μεῖζον ἔχοι τις εἰπεῖν εἰς τὴν μοχθηρίαν <lb/>αὐτοῦ; οἱ πολλοὶ γοῦν
                            λόγοι περὶ ψυχῆς ἡγεμονικοῦ <lb/>διαλεκτικῶς ἐρωτηθέντες, ἅμα τοῖς περὶ
                            τῆς τῶν πεπονθότων <pb n="158"/> τόπων εὐχρηστίας, ἐνδεικνύμενοι τῇ
                            καρδίᾳ προσφέρειν ἐπὶ <lb/>τῶν ψυχικῶν παθῶν τὰ βοηθήματα,
                            κατεφρονήθησαν ἐξαίφνης <lb/>ὑπὸ τοῦ τριβακωτάτου περὶ τὰς θεραπείας
                            Ἀρχιγένους, <lb/>ὡς ἐᾶσαι μὲν ὅλως τὰ κατὰ τὸν θώρακα μόρια, τὴν κεφαλὴν
                            <lb/>δὲ σικυάζειν καὶ κατατέμνειν καὶ κατακαίειν οὐδὲν πεπονθυῖαν.
                            <lb/>ἆρ’ οὖν, ὦ πρὸς Διὸς, ἐψευσάμην, ὀλίγον ἔμπροσθεν <lb/>εἰπὼν,
                            ἐσχάτην προδοσίαν γίνεσθαι τῆς λογικῆς ὁδοῦ πρὸς <lb/>τὴν τῶν βοηθημάτων
                            εὕρεσιν ὑπὸ τῶν τὴν πατρίδα μᾶλλον <lb/>ἢ δόγμα προδοῦναι πεπεισμένων;
                            προδοσία γὰρ αὐτοῖς εἶναι <lb/>δοκεῖ τἀληθῆ λέγειν, ὅταν μέλλωσι
                            διαφωνεῖν τοῖς ἀπὸ τῆς <lb/>τοιαύτης αἱρέσεως. ὥσπερ δ’ ἐνταῦθα
                            φιλονεικίαν αἰσχρὰν <lb/>ἐπιδείκνυνται προφανῶς, οὕτως ἄνοιαν, ὅταν
                            οἴωνται πάνθ’ <lb/>ἑαυτῶν σαλεύεσθαι τὰ δόγματα, κᾂν ἓν ὁτιοῦν ἐλεγχθῇ·
                            <lb/>τινὰ μὲν γὰρ ἀλλήλοις ἀκολουθεῖ, καθάπερ γε πάλιν ἕτερα
                            <lb/>μάχεται, τινὰ δὲ οὔτ’ ἀκολουθίαν οὔτε μάχην ἀναγκαίαν <lb/>ἔχει,
                            καθάπερ αὐτὸ τοῦτο τὸ περὶ τοῦ τῆς ψυχῆς ἡγεμονικοῦ. <lb/>ἐάν τε γὰρ ἐν
                            καρδίᾳ τις ἐάν τ’ ἐν ἐγκεφάλῳ περιέχε<milestone unit="ed2page" n="432"/>σθαι <lb/>τοῦτό φησι, δυνατόν ἐστιν αὐτῷ καὶ περὶ τῶν φυσικῶν
                            στοιχείων <pb n="159"/> ἣν ἂν ἐθελήσῃ δόξαν ἑλομένῳ μήτε μάχεσθαι τούτῳ
                            <lb/>μήτ’ ἀκολουθεῖν· καὶ περὶ γενέσεως καὶ φθορᾶς ὁμοίως, ὥσπέρ <lb/>γε
                            καὶ περὶ ψυχῆς οὐσίας καὶ περὶ θεῶν καὶ προνοίας <lb/>καὶ εἰμαρμένης καὶ
                            τοῦ γεννητὸν εἶναι τὸν κόσμον, ἢ ἀγέννητον, <lb/>ἄπειρόν τε τὸ πᾶν ἢ
                            πεπερασμένον, ἢ πολλοὺς εἶναι <lb/>κόσμους ἢ ἀπεριλήπτους κατὰ τὸν
                            ἀριθμὸν, ἢ ἕνα μόνον <lb/>τοῦτον. οὐδενὶ γὰρ ὧν εἴρηκα δογμάτων οὔτ’
                            ἀκολουθία <lb/>τίς ἐστιν οὔτε μάχη πρὸς τὸ τῆς ψυχῆς ἡγεμονικὸν, ἐάν τε
                            <lb/>ἐν καρδίᾳ τις ἐάν τε ἐν ἐγκεφάλῳ φησὶ περιέχεσθαι. προδιδόασιν
                            <lb/>οὖν ὅλην τὴν δογματικὴν αἵρεσιν οἱ τοιαύτας γράφοντες
                            <lb/>θεραπείας· περὶ γὰρ ἡγεμονικοῦ ψυχῆς ἀποδείξεων οὐσῶν <lb/>ἐναργῶν,
                            ὡς ἅπασιν ἀνθρώποις πεπιστεῦσθαι τὸ μόριον ἐν <lb/>ᾧ κατῴκισται, μόνοις
                            ἰατρῶν τε καὶ φιλοσόφων τοῖς ἀρίστοις <lb/>οὐ φαίνεται, τοῖς ἐν καρδίᾳ
                            τιθεμένοις αὐτό. τὰς μὲν οὖν <lb/>ἀποδείξεις ἐν τοῖς ὑπομνήμασιν εἶπον
                            ἐν οἷς ἔγραψα περὶ <lb/>τῶν Ἱπποκράτους καὶ Πλάτωνος δογμάτων· ὅτι δὲ
                            καὶ πᾶσιν <lb/>ἀνθρώποις πεπίστευται, τὸ μὲν λογιζόμενον ἐν ἐγκεφάλῳ <pb n="160"/> καθιδρύσθαι, τὸ δ’ ἀνδρεῖόν τε καὶ θυμοειδὲς ἐν καρδίᾳ, τὸ
                            <lb/>δ’ ἐπιθυμητικὸν ἐν ἥπατι, <milestone unit="ed1page" n="274"/>μαθεῖν
                            ἔστιν ὁσημέραι λεγόντων <lb/>αὐτῶν ἀκούοντα, πρὸς μὲν τὸν ἀνόητον, ὡς
                            ἐγκέφαλον <lb/>οὐκ ἔχει· πρὸς δὲ τὸν ἄτολμον καὶ δειλὸν, ὡς ἀκάρδιος
                            <lb/>εἴη· τοῦ Τιτυοῦ δ’ ὑπ’ ἀετοῦ τὸ ἧπαρ ἐσθιόμενον, οὐ <lb/>μόνον ἐν
                            ποιήμασι λεγόντων, ἀλλὰ καὶ πλαττόντων τε καὶ <lb/>γραφόντων. </p></div></div></div></body></text></TEI>