<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Τό γε μὴν τῆς παραλύσεως νόσημα καὶ τὸ <lb/>τῶν δι’ ὅλου τοῦ σώματος
                            σπασμῶν, ἐξ οὗ γένους ἐστὶν καὶ <lb/>ὁ τέτανος, <milestone unit="ed2page" n="449"/>οὐκ ἔθ’ ὁμοίως τοῖσδε δι’ αἰσθήσεως γνωστὸν,
                            <lb/>ἀλλὰ λόγου δεῖται τοῦ διδάξοντος. ὅταν οὖν ὅλον τὸ <lb/>σῶμα
                            βλάπτηταί ποτ’ εἰς τὰ τῶν νεύρων ἔργα, τὴν αὐτῶν <lb/>ἀρχὴν πεπονθέναι
                            δηλοῖ· ταύτην δ’ ἐξ ἀνατομῆς μόνης ἔνεστι <lb/>γνῶναι. πάντων μὲν οὖν
                            ἅμα τῶν νεύρων ἀπολεσάντων αἴσθησίν <lb/>τε καὶ κίνησιν, ἀποπληξία τὸ
                            πάθος ὀνομάζεται· <lb/>κατὰ θάτερον δὲ μέρος, ἤτοι τὸ δεξιὸν ἢ τὸ
                            ἀριστερὸν, εἰ συμβαίνει <lb/>τοῦτο, παράλυσις καλεῖται, τοῦ μέρους
                            ἐκείνου δηλονότι <lb/>καθ’ ὃ συνέστη, ποτὲ μὲν τοῦ δεξιοῦ, ποτὲ δὲ
                            θατέρου· <lb/>καθάπερ εἰ καὶ κατά τι τῶν κώλων γένοιτο, τοῦ μέρους
                            <lb/>ἐκείνου παράλυσίς ἐστι· καὶ γὰρ καὶ χεὶρ ὅλη, καὶ σκέλος <lb/>ὅλον
                            παραλύεταί ποτε, καὶ ποὺς μόνος ἐν σκέλει, καὶ τὰ <lb/>μετὰ τὸ γόνυ, καὶ
                            κατὰ τὸ τῆς ὅλης χειρὸς κῶλον, ἀνάλογον. <lb/>ἐμάθομεν δὲ ἐν ταῖς
                            ἀνατομαῖς, ἁπάντων τῶν καθ’ ὁρμὴν <lb/>τοῦ ζώου κινουμένων μορίων ὅσα
                            κάτω τοῦ τραχήλου, τούτων <lb/>τὰ κινητικὰ νεῦρα τὴν ἔκφυσιν ἔχειν ἐκ
                            τοῦ καλουμένου <pb n="209"/> νωτιαίου μυελοῦ· καὶ μέντοι καὶ ὅτι ποτὲ
                            μὲν ἅμα τῇ <lb/>τοῦ μυελοῦ προσηγορίᾳ καλοῦσι τὸ μόριον ἐκεῖνο, νωτιαῖον
                            <lb/>μυελὸν ὀνομάζοντες, ἔστι δ’ ὅτε χωρὶς προσθήκης <lb/>ἁπλῶς
                            νωτιαῖον, ἀκηκόατε πολλάκις. ἐθεάσασθε δὲ κᾀν ταῖς <lb/>ἀνατομαῖς τὰ τὸν
                            θώρακα κινοῦντα νεῦρα ἐκ τοῦ κατὰ τὸν <lb/>τράχηλον ἐκφυόμενα νωτιαίου,
                            καὶ πρὸς τοῦτο τὰς ἐγκαρσίας <lb/>τομὰς αὐτοῦ, καθ’ ἃς ὅλως διακόπτεται,
                            τὰ κατωτέρω <lb/>μέρη πάντα τοῦ σώματος ἀναίσθητά τε καὶ ἀκίνητα
                            ποιούσας, <lb/>ὡς ἂν καὶ αὐτοῦ τοῦ νωτιαίου τήν τε τῆς αἰσθήσεως καὶ τὴν
                            <lb/>τῆς καθ’ ὁρμὴν κινήσεως δύναμιν ἐξ ἐγκεφάλου λαμβάνοντος. <lb/>ἀλλὰ
                            καὶ τοῦτο ἔτι κατὰ τὰς ἀνατομὰς ἐθεάσασθε, τὰς ἐγκαρσίας <lb/>τομὰς τοῦ
                            νωτιαίου, μέχρι τῆς μέσης ἐν αὐτῷ κατὰ τὸ <lb/>μῆκος χώρας, οὐ πάντα τὰ
                            κάτω παραλυούσας, ἀλλὰ μόνα <lb/>τὰ κατ’ εὐθὺ τῆς τομῆς, δεξιὰ μὲν ἐπὶ
                            τῷ δεξιῷ μέρει τοῦ <lb/>νωτιαίου τμηθέντος, θάτερα δὲ ἐπὶ τῷ λοιπῷ.
                            εὔδηλον οὖν <lb/>ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἔκφυσιν τοῦ νωτιαίου γενομένης
                            τινὸς <lb/>διαθέσεως, ὑφ’ ἧς εἰς αὐτὸν αἱ παρ’ ἐγκεφάλου δυνάμεις
                            <lb/>ἀφικνεῖσθαι κωλυθήσονται, πάντα τὰ κάτω κῶλα, πλὴν <pb n="210"/>
                            τῶν κατὰ τὸ πρόσωπον, ἀκίνητα ἔσται <milestone unit="ed1page" n="282"/>καὶ ἀναίσθητα· <lb/>καθάπερ εἰ καὶ τὸ ἥμισυ μέρος πάθοι τῆς ἐκφύσεως,
                            <lb/>οὐ πάντων ἔσται τῶν κάτω παράλυσις, ἀλλ’ ἤτοι τῶν <lb/>ἀριστερῶν
                            μόνων, ἢ τῶν δεξιῶν. ὁρῶνται δὲ τῶν τοιούτων <lb/>παραλύσεων ἔνιαι καὶ
                            τὰ κατὰ τὸ πρόσωπον βλάπτουσαι, <lb/>καὶ παρασπᾶταί γε τὸ παραλυθὲν ἐπὶ
                            θάτερον μέρος <lb/>τοῦ προσώπου. μεμαθηκότες οὖν ἐν ταῖς ἀνατομαῖς, ἐξ
                            <lb/>αὐτοῦ τοῦ ἐγκεφάλου τὰ νεῦρα τοῖς κατὰ τὸ πρόσωπον ἐπιπέμπεσθαι
                            <lb/>μορίοις, ἔνθα μὲν καὶ τούτων τι συμπαρελύθη <lb/>τῷ παντὶ σώματι,
                            κατὰ τὸν ἐγκέφαλον αὐτὸν εἴσεσθε τὴν <lb/>διάθεσιν εἶναι τῆς παραλύσεως·
                            ἡνίκα δ’ ἀπαθῆ διαφυλάττεται <lb/>ταῦτα, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ νωτιαίου.
                            συμβαίνει δ’ <lb/>ἐνίοις μόνα τὰ κατὰ τὸ πρόσωπον πάσχειν, ὥσπέρ γε καὶ
                            <lb/>μόριον ἕν τι, γλῶτταν, ἢ ὀφθαλμὸν, ἢ γένυν, ἢ χεῖλος, <lb/>ὡς ἂν
                            οὐκ ἐχόντων αὐτῶν ἁπάντων ἕνα τόπον ἀρχὴν, ἀλλ’ <lb/>ἐκ διαφερόντων
                            μορίων ἐγκεφάλου λαμβανόντων τὰ νεῦρα, <lb/>φαίνεται γὰρ τοῦτο σαφῶς ἐν
                            ταῖς ἀνατομαῖς. ἡ τοίνυν <lb/>ἀποπληξία πάσας ὁμοῦ τὰς ψυχικὰς ἐνεργείας
                            βλάπτουσα, <lb/>σαφῶς ἡμῖν ἐνδείκνυται τὸν ἐγκέφαλον αὐτὸν πάσχειν· ἡ
                            διάγνωσις ﻿<pb n="211"/> δὲ τοῦ κατὰ τὸ μέγεθος πάθους ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς
                            <lb/>κατὰ τὴν ἀναπνοὴν γίγνεται βλάβης· ἐφ’ ὧν μὲν γὰρ ἐπὶ <lb/>πλεῖστον
                            ἐκβέβηκε τοῦ κατὰ φύσιν ῥυθμοῦ, μεγάλην ἡγητέον <lb/>εἶναι τὴν κατὰ τὸν
                            ἐγκέφαλον βλάβην· ἐφ’ ὧν δὲ ὀλίγον <lb/>ἐμποδίζεται, βραχεῖαν. ἁπασῶν δὲ
                                χειρί<milestone unit="ed2page" n="450"/>στην ἀναπνοὴν <lb/>ἡγητέον
                            εἶναι τὴν διαλείπουσάν τε καὶ μετὰ βίας μεγάλης <lb/>γινομένην. καὶ τό
                            γ’ ἀποθνήσκειν τοὺς ἀποπλήκτους συμβαίνει <lb/>διὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς
                            ἀναπνοῆς, ὡς τό γε μὴ κινεῖν <lb/>τὰ μόρια τοῦ σώματος εἰς μὲν τὰς κατὰ
                            τὸν βίον πράξεις <lb/>ἄχρηστον ἀποδείκνυσιν τὸν ἄνθρωπον, οὐ μὴν ὀξὺν
                            ἐπιφέρει <lb/>τὸν θάνατον. ἴδομεν γοῦν ἤδη τινὰ τὰ μὲν ἄλλα <lb/>πάντα
                            παραλελυμένον, ἐνεργοῦντα δὲ κατὰ φύσιν ἅπασιν <lb/>τοῖς κατὰ τὸ
                            πρόσωπον μέρεσιν· ἐσώζετο δὲ αὐτῷ δηλονότι <lb/>καὶ ἡ ἀναπνοή· πῶς γὰρ
                            ἂν ἠδύνατο ζῇν ἐπὶ πλεῖστον, <lb/>ἀπολωλυίας αὐτῆς; τούτῳ πρωτοπαθεῖν
                            ἐλογιζόμεθα τοῦ <lb/>νωτιαίου τὸ κατωτέρω βραχεῖ τῆς ἐπὶ τὸ διάφραγμα
                            τῶν <lb/>νεύρων ἐκφύσεως· εὔδηλον δὲ ὅτι καὶ οὖρα καὶ διαχωρήματα
                            <lb/>χωρὶς προαιρέσεως ἀπεκρίνετο. καὶ μέντοι <pb n="212"/> καὶ ἄλλον ἐκ
                            καταπτώσεως ἐθεασάμεθα, πλὴν τῶν χειρῶν, <lb/>τὰ κάτω πάντα παραλυθέντα.
                            καθάπερ δὲ παράλυσις ὅταν <lb/>ἐν ὅλῳ γένηται τῷ σώματι, τῶν κατὰ τὸ
                            πρόσωπον ἀβλαβῶν <lb/>διαμενόντων, ἐν ἀρχῇ τοῦ νωτιαίου τὸ πάθος εἶναι
                            δηλοῖ, <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, εἰ καὶ σπασμὸς ἐν ὅλῳ τῷ σώματι
                            <lb/>γένοιτο, τὸν αὐτὸν τόπον τοῦ νωτιαίου πεπονθέναι <lb/>δηλώσει, τῶν
                            γε κατὰ τὸ πρόσωπον ἀπαθῶν διαμενόντων· <lb/>εἰ δὲ καὶ ταῦτα πάσχει,
                            κατὰ τὸν ἐγκέφαλον εἶναι τὸ πάθας <lb/>ἐνδείξεται· μορίου δέ τινος
                            σπωμένου, τὸ κινητικὸν ἐκείνου <lb/>νεῦρον, ἢ τοὺς μῦς, ἀναγκαῖόν ἐστι
                            πάσχειν. ἐπιστάμενος <lb/>οὖν τις ἐξ ἀνατομῆς ἀρχὰς τῶν εἰς ἕκαστον
                            μόριον ἀφικνουμένων <lb/>νεύρων, ἄμεινον ἰάσεται τὰς ἀναισθησίας καὶ
                            ἀκινησίας <lb/>ἑκάστου μέρους. ἀδιόριστον δὲ τοῦτο καταλειφθὲν ὑφ’
                            <lb/>Ἡροφίλου τε καὶ Εὐδήμου, τῶν πρώτων μεθ’ Ἱπποκράτην <lb/>νεύρων
                            ἀνατομὴν ἐπιμελῶς γραψάντων, οὐ σμικρὰν ζήτησιν <lb/>παρέσχε τοῖς
                            ἰατροῖς, ὅπως ἔνιαι μὲν τῶν παραλύσεων αἴσθησιν <lb/>μόνην, ἔνιαι δὲ τὴν
                            προαιρετικὴν κίνησιν, ἔνιαι δὲ <lb/>ἀμφοτέρας διαφθείρουσι. μάλιστα μὲν
                            οὖν ἡ παράλυσις ἐπὶ <pb n="213"/> ἐπὶ τῇ τῆς κινήσεως ἀπωλείᾳ λέγεται,
                            τῶν τὴν αἴσθησιν <lb/>ἀπολωλεκότων μορίων ἀναισθήτων μὲν εἶναι,
                            παραλελύσθαι <lb/>δ’ οὐ πάνυ τι συνήθως λεγομένων· ἤδη μέντοι τινες καὶ
                            <lb/>τοῦτο τὸ πάθημα παράλυσιν αἰσθήσεως ὀνομάζουσιν· ὑμεῖς <lb/>δὲ, ὡς
                            ἀεὶ παρακελευόμεθα, συγχωρεῖτε μὲν ὀνομάζειν ἑκάστοις <lb/>ὡς ἂν
                            ἐθέλωσιν, σκοπὸς δ’ ὑμῖν ἔστω, τὸν πεπονθότα <lb/>τόπον εὑρεῖν, ἅμα
                            δηλονότι τῇ κατ’ αὐτὸν διαθέσει· <lb/>χωρὶς γὰρ τοῦ ταῦτα γνῶναι βεβαίως
                            ἀδύνατον ἔσται θεραπεύειν <lb/>ὀρθῶς τὰ βεβλαμμένα κίνησιν ἢ αἴσθησιν
                            μόρια. <lb/>Παυσανίας οὖν ἀπὸ τῆς Συρίας σοφιστὴς εἰς Ῥώμην ἀφικόμενός
                            <lb/>ποτε, τοὺς μικροὺς δύο δακτύλους τῆς ἀριστερᾶς χειρὸς <lb/>καὶ τοῦ
                            μέσου τὸ ἥμισυ δυσαισθήτους μὲν ἔσχεν τὸ <lb/>πρότερον, ὕστερον δὲ καὶ
                            ἀναισθήτους, κακῶς θεραπευσάμενος <lb/>ὑπὸ τῶν ἰατρῶν. ἐπεὶ δὲ ἐγὼ
                            θεασάμενος αὐτὸν ἠρώτων <lb/>τε τὰ προγεγονότα πάντα, σὺν αὐτοῖς τε
                            ἤκουσα κατὰ <lb/>τὴν ὁδὸν τοῦ ὀχήματος ἐκπεσόντα τὸν ἄνδρα πληγῆναι τὴν
                            <lb/>ἀρχὴν τοῦ μεταφρένου, καὶ τὸ μὲν πληγὲν μέρος ἐν τάχει
                            <lb/>θεραπευθῆναι, κατὰ βραχὺ δὲ αὐξηθῆναι τὴν τῶν δακτύλων <lb/>βλάβην
                            τῆς αἰσθήσεως· ἃ τοῖς δακτύλοις ἐκεῖνοι προσέφερον <pb n="214"/>
                            φάρμακα, ταῦτ’ ἐκέλευσα κατὰ τοῦ πληγέντος τίθεσθαι <lb/>μορίου, καὶ
                            οὕτως ὁ ἀνὴρ διὰ ταχέων ὑγιάσθη. τὴν ἀρχὴν <lb/>δὲ οὐδ’ ὅτι τῶν μὲν εἰς
                            τὸ δέρμα τῆς ὅλης χειρὸς διασπειρομένων <lb/>νεύρων, ἐξ ὧν ἔχει τὴν
                            αἴσθησιν, ἴδιαί τινές <lb/>εἰσιν αἱ ῥῖζαι· τῶν δὲ τοὺς μῦς κινούντων
                            ἕτεραι γιγνώσκονται <lb/>τοῖς ἰατροῖς. ἴσως δ’ ἐπὶ πλέον ἢ προὔκειτο τὸν
                            <lb/>λόγον ἰόντα καταπαύειν ἤδη προσήκει. <milestone unit="ed2page" n="451"/>προύκειτο <lb/>μὲν γὰρ ἐν τῷδε τῷ γράμματι τὰ κατὰ τὴν
                            κεφαλὴν, καὶ <lb/>μάλιστα τὸν ἐγκέφαλον, εὑρεῖν πάθη πάντα· διότι δ’
                            ἐστὶν <lb/>οὗτος ἀρχὴ νεύρων, ἐξ ἀκολουθίας ὁ λόγος ἧκεν ἐπὶ τὰ
                            <lb/>πάθη τῶν νεύρων· ὥστε ἤδη περιγράψαντες καὶ τοῦτον τὸν <lb/>λόγον
                            ἐνταῦθα περὶ τῶν ἐν τοῖς κατὰ τὴν κεφαλὴν μορίοις <lb/>γιγνομένων παθῶν
                            ἐφεξῆς σκεψώμεθα, τοσοῦτον ἔτι προσθέντες, <lb/>ὡς καὶ </p></div></div></div></body></text></TEI>