<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Οὐ μὴν οὐδὲ περὶ τῆς ὀνομαζομένης ὑπὸ <lb/>τῶν ἰατρῶν κεφαλαίας
                            ἀμφισβητήσειεν ἄν τις, ὡς οὐκ ἂν εἴη <lb/>τῆς κεφαλῆς τὸ νόσημα. ἔστι
                            γὰρ, ὡς ἄν τις συλλαβὼν λόγῳ <lb/>βραχεῖ εἴποι, τὸ πάθος τοῦτο
                            κεφαλαλγία χρόνιός τε καὶ <lb/>δύσλυτος, ἐπὶ μικραῖς προφάσεσιν μεγάλους
                            ἴσχουσα παροξυσμοὺς, <lb/>ὡς μήτε ψόφων ἀνέχεσθαι, μήτε φωνῆς
                            σφοδροτέρας, <lb/>μήτε λαμπροῦ φωτὸς, μήτε κινήσεως, ἀλλ’ ἐν ἡσυχίᾳ
                            <lb/>καὶ σκότῳ κατακεῖσθαι βούλεσθαι διὰ τὸ μέγεθος τῶν ἀλγημάτων.
                            <lb/>ἔνιοι μὲν γὰρ αὐτῶν ὡς ὑπὸ σφυρᾶς πλήττεσθαι <lb/>δοκοῦσιν, ἔνιοι
                            δὲ ὡς θλωμένων ἢ διατεινομένων αἰσθάνονται <pb n="205"/> τῶν κατὰ τὴν
                            κεφαλὴν, οὐκ ὀλίγοις δ’ εἰς τὰς ῥίζας τῶν <lb/>ὀφθαλμῶν διήκει τὸ
                            ἄλγημα. καὶ μέντοι καὶ διαλείπουσιν <lb/>οἱ τοιοῦτοι παροξυσμοὶ, καθάπερ
                            καὶ τοῖς ἐπιλήπτοις, καί <lb/>τις χρόνος γίνεται μεταξὺ τελέως ἄμεμπτος.
                            εὔδηλον οὖν ὅτι <lb/>τὸ νόσημα τοῦτο τὴν μὲν εὐπάθειαν ἔχει τῆς κεφαλῆς
                            ὁμογενῆ <lb/>τοῖς κεφαλαλγικοῖς, ἐπὶ μᾶλλον δ’ ἐκείνων ἀσθενείας ἥκει
                            <lb/>τὰ κατὰ τὴν κεφαλαίαν πάσχοντα μόρια. διαφορὰ δέ τίς <lb/>ἐστιν καὶ
                            αὐτῶν τῶν κεφαλαλγικῶν, ἐνίων μὲν τὴν κεφαλὴν <lb/>εὐπλήρωτον ἐχόντων,
                            ἐπιτήδειον δὲ τὴν ὅλην τοῦ σώματος <lb/>ἕξιν εἰς τὸ πληροῦν αὐτὴν, ἐνίων
                            δὲ καὶ αὐτὰ τὰ πεφυκότα <lb/>πάσχειν ἐπιτήδεια· καὶ συμβαίνει γε ταῖς
                            τοιαύταις φύσεσιν <lb/>κακῶς διαιτωμέναις εἰς τὸ τῆς κεφαλαίας ἐμπίπτειν
                            πάθος. <lb/>
                            <milestone unit="ed2page" n="448"/>οὐκ ἀπεικὸς δὲ, τοῖς μέν τισιν αὐτῶν
                            τὰς περὶ τὸν ἐγκέφαλον <lb/>ὀδυνᾶσθαι μήνιγγας, ἐνίοις δὲ τὸ
                            περικράνιον· ἡ <lb/>διάκρισις δὲ αὐτῶν ἐν τῷ διήκειν, ἢ μὴ διήκειν τὰς
                            ὀδύνας εἰς <lb/>τὰς ῥίζας τῶν ὀφθαλμῶν. εὔλογον γὰρ οἷς ἡ διάθεσίς ἐστιν
                            <lb/>ἔνδον τοῦ κρανίου, τούτοις εἰς τὰς τῶν ὀφθαλμῶν βάσεις
                            <lb/>ἀφικνεῖσθαι τὸν πόνον, ἐπειδὴ καθήκουσιν εἰς αὐτὰς ἀποφύσεις ﻿<pb n="206"/> ἐξ ἐγκεφάλου τε καὶ ἀμφοτέρων τῶν μηνίγγων, ἔτι τε καὶ
                            <lb/>τῶν ἐν αὐταῖς ἀγγείων. ἀλλὰ καὶ τῶν ὀδυνωμένων τὸ τῆς <lb/>κεφαλῆς
                            ἥμισυ μέρος, καλουμένων δὲ συνήθως ἡμικρανικῶν, <lb/>ἐνίοις μὲν ἔξωθεν
                            τοῦ κρανίου τὴν αἴσθησιν τῆς ὀδύνης γίνεσθαι <lb/>συμβαίνει, τισὶ δὲ εἰς
                            τὸ βάθος τῆς κεφαλῆς διήκουσαν· <lb/>διορίζει δ’ ἑκάτερον μέρος τῆς
                            κεφαλῆς, ἀριστερόν τε καὶ <lb/>δεξιὸν, ἡ κατὰ τὸ μῆκος ἐκτεταμένη ῥαφὴ,
                            καθ’ ἣν ἔνδον τῶν <lb/>ὀστῶν τῆς κεφαλῆς ἡ μέσον τὸν ἐγκέφαλον διαιροῦσα
                            γραμμὴ <lb/>τέτακται, πρὸς ἣν ἀνήκει τὸ διάφραγμα τῶν ἐμπροσθίων
                            <lb/>δυοῖν κοιλιῶν. ἐπιτήδειοι δὲ φύσεις σωμάτων εἰσὶν πληροῦν <lb/>τὴν
                            κεφαλὴν, ἐν αἷς ἀτμῶδες πνεῦμα γεννᾶται θερμὸν, ἢ χολώδη
                            <lb/>περιττώματα κατὰ τὸ στόμα τῆς κοιλίας ἀθροίζεται· <lb/>γίγνεται δὲ
                            τὰ μὲν ἀπὸ τῶν πνευμάτων ἀλγήματα τονώδη, <lb/>καλεῖται δὲ οὕτως οἷς
                            αἴσθησις συνέζευκται τάσεως· τὰ δ’ <lb/>ἀπὸ τῶν χολωδῶν περιττωμάτων
                            δακνώδη· τὰ δ’ ὑπὸ πλήθους <lb/>γινόμενα βάρους αἴσθησιν ἔχει, μετὰ μὲν
                            ἐρεύθους καὶ <lb/>θερμασίας συμβάντα θερμῶν χυμῶν, ἄνευ δὲ τούτων οὐ
                            <lb/>θερμῶν. ἐνίοις δὲ συμβαίνει συνεχῶς ἀλγεῖν τὴν κεφαλὴν ἔκ <pb n="207"/> τε πόσεως οἴνου βραχεῖ πλείονος, ἢ ἀκρατεστέρου ποθέντος,
                            <lb/>ἔτι τε μᾶλλον, εἰ θερμὸς εἴη φύσει· πασῶν τε τῶν θερμῶν <lb/>ὀσμῶν,
                            ὅσοι στύρακος, ἢ κύφεως, ἢ ὅλως ἀρωμάτων θερμῶν <lb/>θυμιωμένων
                            γίγνονται· τινὲς δὲ οὐδὲ τὴν ἀπὸ τοῦ λιβανωτοῦ <lb/>φέρουσιν ὀσμήν.
                            εὔλογον δὲ καὶ διὰ περιττὴν αἴσθησιν <lb/>ἐνίοις γίγνεσθαι τὰς ὀδύνας,
                            ὥσπερ ἐπὶ τοῦ στόματος τῆς <lb/>κοιλίας οὐκ ὀλίγοις· τισὶ μὲν γὰρ οὕτως
                            ἐστὶν αἰσθητικὸν, <lb/>ὡς μήτ’ ὄξος φέρειν δριμὺ, μήτε νᾶπυ, μήτ’ ἄλλο
                            τι τοιοῦτον· <lb/>ἐνίοις δ’ ἐγγὺς ἀναισθησίας ἥκει, φαίνονται γοῦν
                            ἐρυγγάνοντες, <lb/>ἐμοῦντες, ἔνιοι μὲν δεινῶς ἄτοπα ταῖς ποιότησιν,
                            <lb/>ὡς ἡμῶν τῶν ὀσμωμένων αὐτὰ μηδένα δύνασθαι φέρειν, <lb/>αὐτοὶ δὲ
                            μηδεμίας ἀξιολόγου δήξεως αἰσθανόμενοι. δυνατὸν <lb/>οὖν ἐστι καὶ κατὰ
                            τὸν ἐγκέφαλον εἶναι τοιαύτας διαφορὰς <lb/>τοῖς ἀνθρώποις, ὡς τῶν αὐτῶν
                            ὀσμῶν ἐνίους μὲν ἀλύπως <lb/>ἀνέχεσθαι, καθάπερ εἰ καὶ μηδ’ ὅλως αὐτοῖς
                            ἐπλησίασαν, <lb/>ἐνίους δὲ ἀνιαρῶς. ἀλλ’ ὅτι γε τὰ τοιαῦτα πάθη πάντα
                            τῆς <lb/>κεφαλῆς ἐστιν, ἐναργῶς φαίνεται. </p></div></div></div></body></text></TEI>