<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Περὶ δὲ τῶν ἐπιληπτικῶν παθῶν, ἐπειδὴ <lb/>καὶ ταῦτα γίνεται ποτὲ μὲν
                            αὐτῆς τῆς κεφαλῆς πασχούσης, <lb/>ποτὲ δὲ ἄλλοις συμπασχούσης,
                            διοριστέον ἐπιμελῶς· ἠμέληται <lb/>γὰρ ἅπασι σχεδὸν τοῖς ἰατροῖς, ὥσπερ
                            ὁ τῶν τριῶν μελαγχολιῶν <lb/>διορισμὸς, οὕτως καὶ ὁ τῶν ἐπιληψιῶν, τρεῖς
                            <lb/>ἐχουσῶν διαφοράς. ἁπασῶν μὲν οὖν αὐτῶν κοινόν ἐστι παθεῖν <lb/>τὸν
                            ἐγκέφαλον, ἤτοι ἐν αὐτῷ τοῦ πάθους συστάντος, <lb/>ὡς τοῖς πλείστοις
                            γίγνεται τῶν ἐπιλήπτων, ἢ ἀπὸ τοῦ τῆς <lb/>γαστρὸς στόματος, ὃ δὴ καὶ
                            στόμαχον εἰώθασι καλεῖν οἱ ἰατροὶ, <lb/>κατὰ συμπάθειαν ἀνιόντος ἐπὶ τὸν
                            ἐγκέφαλον, ἀνάλογον <lb/>τοῖς γινομένοις συμπτώμασιν περὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς
                            ἀπὸ <lb/>τοῦ στομάχου παραπλησίως τοῖς ὑποχεομένοις· ἐν δὲ τῷ <pb n="194"/> σπανίῳ γίγνεταί τι καὶ ἕτερον ἐπιληψίας εἴτε εἶδος, εἴτε
                            γένος, <lb/>εἴτε διαφορὰν ἐθέλεις ὀνομάζειν, ἀπὸ μορίου τινὸς οὗ ἔτυχεν
                            <lb/>ἀρχομένου τοῦ πάθους, εἶτ’ αἰσθητῶς αὐτῷ τῷ κάμνοντι <lb/>τὴν
                            ἄνοδον ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ποιουμένου. καὶ τοῦτ’ ἐθεασάμην <lb/>ἐπὶ πρώτου
                            μὲν παιδὸς ὡς ἐτῶν τρισκαίδεκα, μειράκιον <lb/>ὢν αὐτὸς, ἅμα τοῖς
                            ἀρίστοις ἰατροῖς τοῖς παρ’ ἡμῖν συνελθοῦσιν <lb/>ἐπὶ τὴν τῆς θεραπείας
                            αὐτοῦ σκέψιν. <milestone unit="ed2page" n="444"/>ἤκουον <lb/>οὖν τοῦ
                            παιδὸς διηγουμένου τὴν ἀρχὴν τῆς διαθέσεως αὑτῷ <lb/>κατὰ τὴν κνήμην
                            γίνεσθαι, κᾄπειτ’ ἐντεῦθεν ἀνιέναι κατ’ εὐθὺ <lb/>διά τε τοῦ μηροῦ καὶ
                            τῆς ὑπερκειμένης λαγόνος τε καὶ πλευρᾶς, <lb/>ἐπὶ τὸν τράχηλον ἄχρι τῆς
                            κεφαλῆς, ἐπειδὰν δὲ πρῶτον <lb/>ἐκείνης ψαύσῃ, μηκέτι παρακολουθεῖν
                            ἑαυτῷ. τὴν <lb/>μέντοι ποιότητα τοῦ φερομένου πρὸς τὴν κεφαλὴν
                            ἐρωτώμενος <lb/>ὑπὸ τῶν ἰατρῶν ὁποία τις εἴη, λέγειν οὐκ εἶχεν ὁ
                            <lb/>παῖς· ἀλλ’ ἕτερός γέ τις ἐκείνου νεανίσκος, οὐκ ἄφρων, ἀλλ’
                            <lb/>ἱκανῶς αἰσθάνεσθαι τοῦ γιγνομένου δυνάμενος, ἑρμηνεῦσαι <lb/>θ’
                            ἑτέρου δυνατώτερος, οἷον αὔραν τινὰ ψυχρὰν ἔφασκεν <lb/>εἶναι τὴν
                            ἀνερχομένην. ἐδόκει δὴ τῷ διδασκάλῳ Πέλοπι δυοῖν <lb/>θάτερον, ἤτοι
                            ποιότης ἀναδίδοσθαι ἀλλοιουμένων τῶν μορίων <pb n="195"/> κατὰ τὸ
                            συνεχὲς, ἢ πνευματική τις οὐσία. θαυμαστὸν δὲ <lb/>οὐδὲν ἔφασκεν,
                            δύναμιν ἰσχυρὰν ἴσχειν τὸν ἐν τῷ πάσχοντι <lb/>μορίῳ γεννηθέντα παρὰ
                            φύσιν χυμὸν, ὁποῖοι τοῖς πονηροῖς <lb/>θηρίοις εἰσὶν οἱ ἰοί. τίς γὰρ οὐκ
                            ἂν ἠπίστησεν, εἰ μὴ πολλάκις <lb/>ἑωρῶμεν αὐτὸ γιγνόμενον, ἐπί τε τῶν
                            σκορπίων ἐγχριμψάντων <lb/>τῷ κέντρῳ, καὶ φαλαγγίων μικροτάτων
                            δακνόντων, <lb/>μεγάλην καὶ ἐξαίσιόν τινα μεταβολὴν ἴσχειν ὅλον τὸ σῶμα,
                            <lb/>καίτοι βραχυτάτης οὐσίας εἰς αὐτὸ καταβαλλομένης ὑπὸ τῶν
                            <lb/>θηρίων; ἐπὶ μὲν οὖν τοῦ δάκνοντος φαλαγγίου, κᾂν εἰ μικρὸν <lb/>εἴη
                            τὸ ζῶον, ὅμως δ’ οὖν ἐπινοεῖν ἡμᾶς ἰόν τινα διὰ <lb/>τοῦ στόματος αὐτοῦ
                            καθιέναι τῷ δηχθέντι σώματι. τὸ δὲ <lb/>τῆς θαλαττίας τρυγόνος κέντρον,
                            ὥσπερ καὶ τὸ τοῦ χερσαίου <lb/>σκορπίου, φαίνεται σαφῶς εἰς ὀξύτατον
                            πέρας τελευτῶν, ὃ <lb/>μηδὲν ἔχει κατὰ τὸ πέρας τρῆμα, δι’ οὗ προΐησι
                            τὸν ἰόν· <lb/>ἀλλ’ ὅμως ἀναγκαῖον ἐννοεῖν ἡμᾶς εἶναί τινα οὐσίαν ἤτοι
                            <lb/>πνευματικὴν, ἢ ὑγρὰν, ἥ τις ὄγκῳ μέν ἐστιν ἐλαχίστη, μεγίστη
                            <lb/>δὲ τῇ δυνάμει. πεπληγὼς γοῦν τις ἔναγχος ὑπὸ σκορπίου <lb/>χαλάζαις
                            ἔφη δοκεῖν βάλλεσθαι, καὶ ἦν ὅλος ψυχρὸς, ﻿<pb n="196"/> ἵδρου τε
                            ψυχρὸν, ἐσώθη τε μόγις βοηθούμενος. οὔκουν <lb/>ἀδύνατον ἔφασκεν ὁ Πέλοψ
                            εἶναι καὶ κατὰ τὸ σῶμα τοιαύτην <lb/>τινὰ οὐσίαν γεννηθῆναι χωρὶς τῆς
                            ἔξωθεν αἰτίας, καὶ <lb/>ταύτην ὅταν ἐν νευρώδει μορίῳ τὴν σύστασιν σχῇ,
                            κατὰ τὸ <lb/>συνεχὲς εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν νεύρων ἀναπέμπειν τὴν δύναμιν,
                            <lb/>ἤτοι κατ’ ἀλλοίωσιν, ὡς ἔφην, ἢ καί τινος οὐσίας πνευματικῆς
                            <lb/>ἀναφερομένης, ὥσπερ αὔρας. καὶ γάρ τοι καὶ φαίνονται <lb/>πολλάκις
                            ἐναργῶς, ὅταν ὁ σκορπίος ἐναπερείσηται τὸ <lb/>κέντρον εἰς νεῦρον, ἢ
                            ἀρτηρίαν, ἢ φλέβα, σφοδροτάτοις συμπτώμασιν <lb/>οἱ πληγέντες οὕτως
                            ἁλισκόμενοι. τὸ μὲν οὖν τοῦ <lb/>σκορπίου κέντρον ἐγχωρεῖ καὶ μέχρι
                            βάθους τοῦ σώματος ἐξικνεῖσθαι, <lb/>διεξελθὸν ὅλον τὸ δέρμα, τὸ δὲ τῶν
                            μικρῶν φαλαγγίων <lb/>δῆγμα περὶ τὴν ἐπιφάνειαν μόνην γίνεται τοῦ
                            δέρματος· <lb/>ὥστε δῆλον ἐκ τοῦδε, καὶ διὰ τοῦ δέρματος ἐνίοτε μόνου
                            <lb/>τὴν δύναμιν τοῦ ἰοῦ φέρεσθαι πρὸς ὅλον τὸ σῶμα. συνεχές <lb/>τε γὰρ
                            αὐτῷ τὸ δέρμα πᾶν ὑπάρχει καὶ νευρῶδες· οὔκουν <lb/>οὐδαμῶς ἀδύνατον εἰς
                            ὅλον αὐτὸ διαδιδομένην ἐν τάχει τὴν <lb/>ἐκ τοῦ καταβληθέντος ἰοῦ
                            δύναμιν, ἐξ αὐτοῦ πάλιν τοῦδε <lb/>κατὰ τὴν αὐτοῦ ψαῦσιν, εἰς ἕκαστον
                            τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ <pb n="197"/> μεταλαμβάνεσθαι, πάλιν τε ἐξ ἐκείνων
                            εἰς ἄλλα κατὰ συνέχειαν, <lb/>εἶτ’ αὖθις ἐκ τῶν παθόντων εἰς ἄλλα,
                            κᾀπειδὰν ἐπί <lb/>τι τῶν κυρίων μορίων ἀφίκηται, κινδυνεύειν ἀπολέσθαι
                            τὸν <lb/>ἄνθρωπον. ἐνάγουσι δ’ εἰς τοῦτο μάλιστα μὲν καὶ οἱ τοῖς
                            <lb/>ὑπερκειμένοις μέρεσι δεσμοὶ προσφερόμενοι, φανερωτάτην
                            <lb/>ὠφέλειαν ἐνδεικνύμενοι. καὶ <milestone unit="ed2page" n="445"/>γὰρ
                            ἐπὶ τῶν ἐχιδνῶν ἐπειράθημεν <lb/>τούτου καὶ τῶν σκορπίων, ἤδη δὲ καὶ
                            ἀσπίδων, <lb/>ᾧ καὶ μάλιστα ἄν τις ἠπίστησεν διὰ τὸν ἐπικείμενον αὐτίκα
                            <lb/>θάνατον. ἀλλ’ ὅμως ἐπὶ τῆς Ἀλεξανδρείας ὄντος μου, <lb/>δηχθείς τις
                            ἄγροικος οὐ πόῤῥω τῆς πόλεως ἕνα τῶν κατὰ <lb/>τὴν χεῖρα δακ<milestone unit="ed1page" n="280"/>τύλων, ἔδησέ τε δεσμῷ σφοδροτάτῳ τὴν
                            <lb/>πρὸς τῷ μετακαρπίῳ ῥῖζαν αὐτοῦ, καὶ δραμὼν ἐπὶ τὴν πόλιν <lb/>πρὸς
                            ἰατρὸν συνήθη, παρέσχεν ἀποτεμεῖν ὅλον τὸν δάκτυλον <lb/>ἀπὸ τῆς εἰς τὸ
                            μετακάρπιον διαρθρώσεως, ἐλπίζων ἐκ τούτου <lb/>μηδὲν πείσεσθαι· καὶ
                            μέντοι γε καὶ προὐχώρησεν αὐτῷ κατὰ <lb/>τὴν ἐλπίδα, διεσώθη γὰρ οὐδὲν
                            ἄλλο πραγματευόμενος ἔτι. <lb/>καθάπερ ἕτερον οἶδα πιόντα τοῦ διὰ τῶν
                            ἐχιδνῶν φαρμάκου, <lb/>μετὰ τοῦ τὸν δάκτυλον ἀποτεμεῖν, ὑγιασθέντα· καὶ
                            μέντοι γε <pb n="198"/> καὶ ἄλλον ἐθεασάμην ἄγροικον, ὅλον τὸν δάκτυλον
                            ὑπὸ ἐχίδνης <lb/>δηχθέντα, δρεπάνῳ μὲν, ὃ τότ’ εἶχεν, ἦν γὰρ
                            ἀμπελουργὸς, <lb/>ἀπὸ τῆς ὑστάτης διαρθρώσεως ἀποτεμόντα τὸ δεδηγμένον
                            μέρος, <lb/>ἄνευ δὲ πόσεως φαρμάκου διασωθέντα, τοῦ δακτύλου
                            <lb/>κατουλωθέντος ὑπὸ τῶν συνηθῶν φαρμάκων. ἀλλὰ καὶ τὸν <lb/>ἀπὸ τῆς
                            κνήμης ἐπίληπτον παῖδα θεραπεύειν ἐπιχειρήσαντες οἱ <lb/>τότε
                            συναθροισθέντες εἰς τὴν σκέψιν ἰατροὶ, δόξαν αὐτοῖς <lb/>προκαθήραντας
                            ὅλον τὸ σῶμα προσενεγκεῖν τῷ μέρει τὸ διὰ <lb/>τῆς θαψίας ἢ νάπους
                            φάρμακον, ἐν τῷ μεταξὺ δήσαντες τὸ <lb/>κῶλον ἀνωτέρω τοῦ πρωτοπαθοῦντος
                            μορίου, διεκώλυσαν <lb/>γενέσθαι τὸν παροξυσμὸν, καίτοι καὶ καθ’ ἑκάστην
                            ἡμέραν <lb/>γινόμενον. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐκ περιουσίας εἰρήσθω μοι τοῦ
                            <lb/>μὴ θαυμάζειν ἕνεκα, ὅπως ἀπὸ μορίου τινὸς ἀκύρου γένεσιν <lb/>ἴσχει
                            τηλικοῦτον πάθος· ὑπολείπεται δ’ ἔτι ζητῆσαι τὴν αἰτίαν <lb/>τῶν ἐπὶ
                            ταῖς τοιαύταις συμπαθείαις γιγνομένων ἐπιληπτικῶν <lb/>σπασμῶν· οὐδὲ γὰρ
                            ὁ Πέλοψ εἰς τοῦτο πιθανὸν οὐδὲν <lb/>εἶπεν, ὥσπερ οὐδ’ ἄλλος οὐδεὶς ὧν
                            ἐκοινωνήσαμεν. ἐμοὶ γοῦν <lb/>θεασαμένῳ ποτὲ τὴν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ
                            συμπαθείᾳ κατάπτωσιν <pb n="199"/> τοῦ κάμνοντος ἀνθρώπου χωρὶς σπασμῶν
                            σφοδρῶν γιγνομένην, <lb/>ἐν βραχείαις κατὰ διαλείμματα παλμώδεσι
                            κινήσεσι, πιθανὸν <lb/>ἐφαίνετο γίγνεσθαί τι τοιοῦτον, οἷον ὁρᾶται
                            συνεχέστατα <lb/>καὶ ἐπὶ τοῦ στομάχου συμβαῖνον ἐν τοῖς λυγμοῖς. ἐγὼ
                            <lb/>γοῦν αὐτὸς, ὅταν ποτὲ πεπέρεως προσενέγκωμαι πλέον, εὐθέως
                            <lb/>λύζω, καὶ ἄλλοις δέ τισιν οὐκ ὀλίγοις εἶδον τοῦτο συμβαῖνον,
                            <lb/>οἷς αἰσθητικὸν ἱκανῶς ἦν τὸ τῆς γαστρὸς στόμα· <lb/>προείρηται δ’
                            ὅτι καὶ τοῦτο συνήθως ὀνομάζουσιν οὐχ οἱ <lb/>ἰατροὶ μόνον, ἀλλὰ καὶ
                            πάντες ἄνθρωποι στόμαχον· εἶδον <lb/>γοῦν ἐν τῇ καταπτώσει τῶν κατὰ
                            συμπάθειαν, οὐκ ἰδιοπάθειαν <lb/>ἐγκεφάλου πασχόντων ἐπιλήπτων οἷον
                            παλμώδη τινὰ κλόνον <lb/>ἐκ διαστημάτων γιγνόμενον, οὐ συνεχῆ σπασμὸν,
                            ὥστε με <lb/>τεκμαίρεσθαι παραπλησίαν τινὰ κίνησιν γίγνεσθαι κατὰ τὸν
                            <lb/>ἐγκέφαλον τῇ κατὰ τὸν στόμαχον ἐπὶ τοῖς ἀνιῶσιν αὐτὸν <lb/>ἐνίοτε
                            συμπιπτούσῃ. καὶ γὰρ ἐπὶ τροφῆς πλήθει βαρυνόμενος, <lb/>ὥσπερ οὖν καὶ
                            δακνόμενος ἐπὶ ταῖς διαφθοραῖς αὐτῆς, <lb/>φαίνεται λύζων· καὶ διὰ
                            δριμύν τε χυμὸν, οὐ μόνον λυγμὸν, <lb/>ἀλλὰ καὶ σπασμὸν εἶδον οὐκ
                            ὀλιγάκις ὅλῳ τῷ σώματι γιγνόμενον· <pb n="200"/> ἐμεθέντος δὲ τοῦ
                            δάκνοντος, εὐθέως ἐπαύσατο. <lb/>θαυμαστὸν οὖν οὐδέν ἐστιν, καὶ τὴν
                            ἀρχὴν τῶν νεύρων εἰς <lb/>τοιαύτην κίνησιν ἀχθῆναι, διώσασθαι σπεύδουσαν
                            ὅ τι περ <lb/>ἂν ᾖ τὸ ἐπ’ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ πρωτοπαθοῦντος μέρους
                            ἀναφερόμενον· <lb/>οὕτω δέ μοι δοκεῖ καὶ τἄλλα <milestone unit="ed2page" n="446"/>πάντα τὰ κλονοῦντα <lb/>τὸ νευρῶδες γένος ἐπιγίνεσθαι
                            συμπτώματα, τὰ δὲ <lb/>εἰς κατάπτωσιν ἀναίσθητον ἄγοντα χωρὶς κινήσεως
                            σπασμώδους, <lb/>ἢ παλμώδους, ἐπὶ καταφύξει γίγνεσθαι σφοδρᾷ· τούτου
                            <lb/>δὲ γένους ἐστὶ καὶ ὁ λήθαργος. ἡ δὲ ἀποπληξία διὰ τὴν <lb/>ἐξαίφνης
                            γένεσιν ἐνδείκνυται ψυχρὸν χυμὸν, ἢ παχὺν, ἢ <lb/>γλίσχρον ἀθρόως
                            πληροῦντα τὰς κυριωτέρας τῶν κατὰ τὸν <lb/>ἐγκέφαλον κοιλιῶν, οὐ κατὰ
                            δυσκρασίαν ὅλης τῆς οὐσίας αὐτοῦ <lb/>γίνεσθαι, καθάπερ ὅ τε λήθαργος
                            καὶ ἡ φρενῖτις, αἵ τε <lb/>μανίαι καὶ αἱ μελαγχολίαι καὶ αἱ μωρώσεις,
                            ἀπώλειαί τε <lb/>τῆς μνήμης, ἀμυδρότης τε τῶν αἰσθήσεων, καὶ τῶν
                            κινήσεων <lb/>ἐκλύσεις. ἐπὶ δ’ οὖν ἁπάντων τῶν τοιούτων παθῶν, ὁποῖόν
                            <lb/>ἐστι καὶ τὸ τῆς ἀποπληξίας, τὸ μέγεθος τοῦ κινδύνου τεκμαίρου
                            <lb/>τῷ μεγέθει τῆς κατὰ τὴν ἀναπνοὴν βλάβης. ὥσπερ γὰρ <lb/>ἐπὶ τῶν
                            κοιμωμένων ἡ ἀναπνοὴ γίνεται, καίτοι μηδεμίαν <pb n="201"/> ἄλλην
                            ἐνέργειαν ἐνεργούντων τῶν προαιρετικῶν, ἀλλ’ ὑπτίων <lb/>ἐπὶ τῆς κλίνης
                            ἀκινήτων ἀνακειμένων, οὕτως κᾀν τοῖς καρώδεσι <lb/>πάθεσιν ἅπασι μήτ’
                            αἰσθανομένου μήτε κινουμένου τοῦ <lb/>σώματος, ὅμως ἡ ἀναπνοὴ μόνη
                            διασώζεται, τῶν κινούντων <lb/>τὸν θώρακα μυῶν ἔργον οὖσα· τούτου γὰρ
                            ἐπιστήμην ἔχομεν <lb/>βεβαίαν ἀποδεικτικῷ νόμῳ γεγονυῖαν, ὥσπέρ γε καὶ
                            ὅτι τοῖς <lb/>μυσὶν ἅπασιν ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεως ἀπὸ τῶν ἐμφυομένων αὐτοῖς
                            <lb/>γίνεται νεύρων· ἡ δὲ ἀνατομὴ σαφῶς ἡμᾶς ἐδίδαξεν, <lb/>ἁπάντων τῶν
                            νεύρων εἶναι τὴν πρώτην ἀρχὴν τὸν ἐγκέφαλον. <lb/>οὐχ ἁπλῶς δ’ εἶπον
                            ἀρχὴν, ἀλλὰ πρώτην τῷ λόγῳ προσέθηκα, <lb/>διὰ τὸν νωτιαῖον· ὁρᾶται μὲν
                            γὰρ ἐκφυόμενα τούτου <lb/>νεῦρα πάμπολλα, τὴν χορηγίαν δ’ ὧν ἔχει
                            δυνάμεων, αὐτὸς <lb/>ὁ ἐγκέφαλος ἐπιπέμπει καὶ τῷ νωτιαίῳ. τὴν τοίνυν
                            ἀναπνοὴν <lb/>ὅταν ἱκανῶς ἐμποδιζομένην ἴδῃς καὶ μόγις γινομένην,
                            <lb/>οὐ μικρὰν τεκμαίρου τὴν νοσώδη διάθεσιν ἐν ἐγκεφάλῳ γεγονέναι,
                            <lb/>κατὰ πάσας τὰς καρώδεις νόσους. </p></div></div></div></body></text></TEI>