<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg057.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ὥσπερ δ’ ἐν τοῖς κατὰ συμπάθειαν οὐ <lb/>σμικρὰ διαφορὰ γίνεται τοῖς
                            πάθεσι τῆς κεφαλῆς, οὕτω καὶ <pb n="180"/> ἐν αὐτοῖς τοῖς κατὰ
                            πρωτοπάθειαν. οἱ γοῦν κατ’ αὐτὴν τὴν <lb/>οὐσίαν τοῦ ἐγκεφάλου
                            πλεονάσαντες παχεῖς χυμοὶ ποτὲ μὲν <lb/>ὡς ὀργανικῷ μορίῳ λυμαίνονται,
                            ποτὲ δὲ ὡς ὁμοιομερεῖ· <lb/>κατὰ μὲν τὰς ἐμφράξεις τῶν πόρων ὡς ὀργανικῷ
                            μορίῳ, <lb/>κατὰ δὲ τὰς ἀλλοιώσεις τῆς κράσεως ὡς ὁμοιομερεῖ. καὶ
                            <lb/>διὰ τοῦτο καὶ ἥδε ἡ λέξις ἐπὶ τῇ τελευτῇ γέγραπται τοῦ ἕκτου
                            <lb/>τῶν ἐπιδημιῶν· οἱ μελαγχολικοὶ καὶ ἐπιληπτικοὶ εἰώθασι
                            <lb/>γίγνεσθαι ὡς ἐπὶ πολὺ καὶ οἱ ἐπιληπτικοὶ μελαγχολικοί· <lb/>τούτων
                            δ’ ἑκάτερον μᾶλλον γίνεται, ἐφ’ ὁπότερον ἂν ῥέψῃ <lb/>τὸ ἀῤῥώστημα· ἢν
                            μὲν εἰς τὸ σῶμα, ἐπίληπτοι· ἢν δὲ εἰς <lb/>τὴν διάνοιαν, μελαγχολικοί.
                            κατὰ ταύτην τὴν ῥῆσιν πρῶτον <lb/>μὲν ὅτι μὴ διὰ παντὸς, ἀλλ’ ὡς τὸ πολὺ
                            μετάπτωσις εἰς <lb/>ἄλληλα γίνεται τοῖς πάθεσιν ἐδήλωσεν· οὐ γὰρ ὑπὸ
                            μελαγχολικοῦ <lb/>χυμοῦ μόνον, ἀλλὰ καὶ φλεγματικοῦ τῆς ἐπιληψίας
                            <lb/>ἀποτελουμένης, ἡ μὲν ὑπὸ τοῦ μελαγχολικοῦ χυμοῦ γινομένη
                            <lb/>μεταπίπτει ποτὲ εἰς μελαγχολίαν, ἡ δ’ ὑπὸ τοῦ φλεγματικοῦ <lb/>πρὸς
                            ἄλλο μέν τι μεθίσταται πάθος, ὑπὲρ οὗ μικρὸν ὕστερον <lb/>ἐρῶ,
                            μελαγχολίαν δὲ οὐκ ἐργάζεται. δεύτερον δ’ ἐπὶ ﻿<pb n="181"/> τῷδε
                            θεώρημά τι περιέχεται κατὰ τὸν εἰρημένον ὑφ’ Ἱπποκράτους <lb/>λόγον οὐ
                            σμικρόν. ἐπεὶ γὰρ ἤτοι κρᾶσίς ἐστιν ἡ ψυχὴ <lb/>τῶν δραστικῶν ποιοτήτων,
                            ἢ ὑπὸ τῆς κράσεως αὐτῶν ἀλλοιοῦται, <lb/>τὴν μὲν ὡς ὀργανικῷ μορίῳ τῷ
                            ἐγκεφάλῳ λυμαινομένην <lb/>χολὴν ἐπὶ τὸ σῶμα τετράφθαι φησὶ τοῦ
                            ἐγκεφάλου, <lb/>γίγνεται δὲ τοῦτο κατὰ τὰς ἐμφράξεις· τὴν δ’ ὡς
                            ὁμοιομερεῖ <lb/>τὴν κρᾶσιν ἀδικοῦσαν ἐπὶ τὴν διάνοιαν. ἀλλ’ ἐκεῖνό γε
                            <lb/>διορίσασθαι πρότερον ἀναγκαῖον εἶναί μοι δοκεῖ τὸ παραλελειμμένον
                            <lb/>τοῖς ἰατροῖς· ὥσπερ γὰρ ἐν τοῖς φαινομένοις μέρεσι <lb/>τοῦ σώματος
                            ἐνίοτε μὲν ἅπασιν ἡ αὐτὴ φαίνεται κρᾶσις, ὡς <lb/>ἐν ἰκτέροις τε καὶ
                            κατὰ τὸν καλούμενον ἐλέφαντα καὶ τοὺς <lb/>ὑδέρους, ἔτι τε καχεξίας, καὶ
                            πρὸς ταύταις ἐν ἡπατικαῖς τε <lb/>καὶ σπληνικαῖς ἀχροίαις, ἐνίοτε δ’ ἕν
                            τι μόριον ἤτοι πικρόχολον <lb/>ἢ φλεγματικὸν ἢ μελαγχολικὸν ὑποδεξάμενον
                            χυμὸν <lb/>αὐτὸ μόνον ἐξαλλάττεται τὴν κρᾶσιν, οὕτως ἐγχωρεῖ καὶ τὸν
                            <lb/>ἐγκέφαλον ἐνίοτε μὲν, ἅπαντος τοῦ κατὰ τὰς φλέβας αἵματος
                            <lb/>μελαγχολικοῦ γενομένου, τῷ κοινῷ λόγῳ τῆς βλάβης καὶ <lb/>αὐτὸν
                            βλαβῆναι· καθ’ ἕτερον δὲ τρόπον ἀπαθοῦς διαμένον<milestone unit="ed2page" n="440"/>τος <pb n="182"/> τοῦ καθ’ ὅλον τὸν ἄνθρωπον
                            αἵματος, ἀλλοιωθῆναι <lb/>τὸ κατὰ μόνον τὸν ἐγκέφαλον, καὶ συμβῆναι
                            τοῦτο διττῶς, <lb/>ἢ ῥυέντος εἰς αὐτὸν ἑτέρωθεν, ἢ γεννηθέντος ἐν τῷ
                            <lb/>τόπῳ τοῦ μελαγχολικοῦ χυμοῦ· γεννᾶται δ’ ὑπὸ θερμασίας <lb/>πολλῆς
                            ἐγχωρίου, κατοπτώσης ἤτοι τὴν ξανθὴν χολὴν, ἢ τὸ <lb/>παχύτερόν τε καὶ
                            μελάντερον αἷμα. διαφέρει δ’ εἰς τὴν θεραπείαν <lb/>οὐ σμικρὸν ὁ
                            διορισμὸς οὗτος· ὅτ’ ἂν μὲν γὰρ ὅλον <lb/>τὸ σῶμα μελαγχολικὸν ἔχῃ τὸ
                            αἷμα, τὴν ἀρχὴν τῆς θεραπείας <lb/>ἀπὸ φλεβοτομίας προσῆκεν ποιεῖσθαι·
                            ὅτ’ ἂν δὲ τὸ κατὰ μόνον <lb/>τὸν ἐγκέφαλον, οὐ χρῄζει φλεβοτομίας ὁ
                            κάμνων, ὅσον <lb/>γε ἐπὶ τῇ διαθέσει ταύτῃ, κατ’ ἄλλο γάρ τι δυνατόν
                            ἐστι <lb/>χρῄζειν αὐτόν. ἡ δ’ οὖν διάγνωσις ἀπὸ τῶνδέ σοι γιγνέσθω,
                            <lb/>πότερον ὅλον τὸ σῶμα μελαγχολικὸν ἔχει χυμὸν, ἢ κατὰ μόνον <lb/>τὸν
                            ἐγκέφαλον ἤθροισταί τις τοιοῦτος, καὶ ἀξιῶ σε πρῶτον <lb/>μὲν
                            ἐπισκέψασθαι τὴν τοῦ σώματος ἕξιν ὁποία τίς ἐστιν, <lb/>μεμνημένον, ὡς
                            οἱ μὲν ἁπαλοὶ καὶ λευκοὶ καὶ πίονες ἥκιστα <lb/>μελαγχολικὸν ἴσχουσι
                            χυμὸν, οἱ δ’ ἰσχνοὶ καὶ μελάντεροι καὶ <lb/>δασεῖς καὶ φλέβας εὐρείας
                            ἔχοντες, ἐπιτηδειότατοι πρὸς ταυτοῦ <pb n="183"/> τοιούτου χυμοῦ γένεσιν
                            ὑπάρχουσιν, ἔσθ’ ὅτε δὲ καὶ οἱ ἐξέρυθροι <lb/>τὴν χρόαν ἄνθρωποι
                            μεταπίπτουσιν ἀθρόως ἐπὶ τὴν <lb/>μελαγχολικὴν κρᾶσιν· ἐφεξῆς δ’ αὐτῶν
                            οἱ ξανθοὶ, καὶ μάλισθ’ <lb/>ὅταν ἐν ἀγρυπνίαις καὶ πόνοις πλείοσι καὶ
                            φροντίσι καὶ λεπτῇ <lb/>διαίτῃ προδεδιῃτημένοι τύχωσιν. ὁμογενῆ δὲ
                            τούτοις ἐστὶ καὶ <lb/>τὰ τοιαῦτα γνωρίσματα· πότερον ἐπέσχηταί τις
                            αἱμοῤῥοῒς, ἢ <lb/>καί τις ἄλλη συνήθης αἵματος κένωσις, ἢ καταμήνια ταῖς
                            γυναιξί· <lb/>καὶ τούτων ἐφεξῆς ὁποίαις ἐχρήσατο τροφαῖς, ἆρά γε
                            <lb/>ταῖς μελαγχολικὸν αἷμα γεννώσαις, ἢ ταῖς ἐναντίαις· λέγω <lb/>δὲ
                            μελαγχολικὸν μὲν αἷμα γεννᾷν αἰγείων καὶ βοείων ἐδωδὴν <lb/>κρεῶν, καὶ
                            μᾶλλον ἔτι τῶν τραγείων τε καὶ ταυρείων, ἔτι δὲ <lb/>μᾶλλον ὀνείων τε
                            καὶ καμηλείων, ἐσθίουσι γὰρ ἔνιοι καὶ τούτων, <lb/>ὥσπέρ γε καὶ ἀλωπέκων
                            τε καὶ κυνῶν. οὐχ ἥκιστα δὲ <lb/>καὶ ἡ τῶν λαγωῶν ἐδωδὴ τοιοῦτον αἷμα
                            γεννᾷ, καὶ πολὺ <lb/>μᾶλλον ἡ τῶν ἀγρίων συῶν· καὶ οἱ κοχλίαι δὲ
                            μελαγχολικὸν <lb/>αἷμα γεννῶσιν, εἴ τις ἐν αὐτοῖς πλεονάσειεν, καὶ πάντα
                            τὰ <lb/>ταριχευθέντα κρέα τῶν ἐπιγείων ζώων· ἐνύδρων δὲ τά τε τῶν
                            <lb/>θύννων καὶ φαλαίνης καὶ φώκης καὶ δελφῖνος καὶ κυνὸς <pb n="184"/>
                            καὶ τῶν κητωδῶν ἁπάντων· τῶν δὲ λαχάνων σχεδὸν ἡ κράμβη <lb/>μόνη
                            τοιοῦτον αἷμα γεννᾷν πέφυκεν, ὥσπέρ γε καὶ τῶν δένδρων <lb/>οἱ βλαστοὶ
                            δι’ ἅλμης καὶ ὀξάλμης συντιθέμενοι, σχίνου <lb/>λέγω καὶ τερμίνθου καὶ
                            βάτου καὶ κυνοσβάτου· καὶ μέν τοι <lb/>καὶ τῶν ὀσπρίων ἥ τε φακὴ
                            μελαγχολικώτατόν ἐστιν ἔδεσμα <lb/>καὶ μετὰ ταύτην οἱ πιτυρῖται
                            καλούμενοι τῶν ἄρτων, οἵ τε <lb/>ἐκ τῆς τίφης καὶ τῶν μοχθηρῶν
                            σπερμάτων, οἷς ἀντὶ πυρῶν <lb/>ἔνια τῶν ἐθνῶν χρῆται, διώρισται δὲ περὶ
                            αὐτῶν ἐν τῷ <lb/>πρώτῳ τῶν περὶ τῶν ἐν ταῖς τροφαῖς δυνάμεων. ἀλλὰ καὶ
                            <lb/>τῶν οἴνων οἵ τε παχεῖς καὶ μέλανες ἐπιτηδειότατοι γεννῆσαι <lb/>τὸν
                            μελαγχολικὸν χυμὸν, ἄν τις ἐν αὐτοῖς πλεονάζων ὑπὸ <lb/>περιστάσεως
                            τινος ἐν θερμασίᾳ πλείονι τὸ σῶμα σχῇ· καὶ οἱ <lb/>παλαιοὶ δὲ τυροὶ
                            ῥᾷστοι γεννῆσαι τὸν τοιοῦτον χυμὸν, ὅτ’ <lb/>ἂν ἐν τῷ σώματι τύχωσιν
                            ὑπερθερμανθέντες. εἰ μὲν οὖν ἐν <lb/>τοιαύτῃ διαίτῃ πρὸ τοῦ νοσεῖν ὁ
                            ἄνθρωπος εἴη γεγενημένος, <lb/>ἔξεστι κᾀκ ταύτης στοχάσασθαί τι πλέον·
                            εἰ δ’ ἐν εὐχύμοις <lb/>ἐδέσμασιν, ἐπισκέπτεσθαι περί τε τῶν γυμνασίων
                            αὐτοῦ καὶ <pb n="185"/> λύπης καὶ ἀγρυπνίας καὶ φροντίδος· ἔνιοι δὲ καὶ
                            κατ’ αὐτὰ <lb/>τὰ πυρετώδη νοσήματα, καθότι προείρηται, τὸν μελαγχολικὸν
                            <lb/>ἴσχουσι γενόμενον χυμόν. εἰς δὲ <milestone unit="ed2page" n="441"/>τὴν βεβαιοτέραν <lb/>διάγνωσιν οὐ σμικρὰ συντελεῖ καὶ ἡ ὥρα τοῦ ἔτους
                            καὶ ἡ <lb/>γεγενημένη τε καὶ οὖσα κατάστασις, ἔτι τε τὸ χωρίον, ἥ τε
                            <lb/>τοῦ κάμνοντος ἡλικία. ταῦτα πάντα προδιασκεψάμενος, ὅτ’ <lb/>ἂν
                            ἐλπίσῃς ἐν ταῖς καθ’ ὅλον τὸ σῶμα φλεψὶ μελαγχολικὸν <lb/>
                            <milestone unit="ed1page" n="278"/>αἷμα περιέχεσθαι, τὴν βεβαιοτάτην
                            ἐπάγαγε διάγνωσιν <lb/>ἐκ τοῦ τέμνειν τὴν κατ’ ἀγκῶνα φλέβα· βέλτιον δὲ
                            τὴν μέσην <lb/>τέμνειν, ἐπειδὴ κοινὴ πρὸς ἀμφοτέρας ἐστὶ, τήν τε ὠμιαίαν
                            <lb/>ὀνομαζομένην καὶ τὴν διὰ τῆς μασχάλης ἐπὶ τὴν χεῖρα φερομένην·
                            <lb/>εἶτα εἰ μὲν μὴ φαίνοιτο μελαγχολικὸν εἶναι τὸ ῥέον, <lb/>ἐπίσχες
                            εὐθέως· εἰ δὲ τοιοῦτον φαίνεται, κένωσον ὅσον ἂν ὑπολάβῃς <lb/>αὔταρκες
                            ἔσεσθαι τῇ τοῦ πάσχοντος ἕξει σώματος. ἔστι <lb/>δὲ καὶ τρίτη τις
                            διαφορὰ μελαγχολίας, ὥσπερ ὅτ’ ἂν ἐπιληψία <lb/>τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τῆς
                            κοιλίας ἴσχει· καλοῦσι δὲ ἔνιοι τῶν ἰατρῶν <lb/>ὑποχονδριακόν τε καὶ
                            φυσῶδες νόσημα τὴν αὐτὴν διάθεσιν. <lb/>ἀρκέσει δέ μοι παραθέσθαι τὰ ὑπὸ
                            Διοκλέους γεγραμμένα συνεδρεύειν <lb/>αὐτῷ συμπτώματα, κατὰ τὸ βιβλίον ὃ
                            ἐπιγράφεται, ﻿<pb n="186"/> πάθος, αἰτία, θεραπεία· κατὰ τοῦτο γὰρ ὁ
                            Διοκλῆς ἔγραψεν <lb/>αὐτοῖς ὀνόμασιν οὕτως· ἄλλο δὲ γίγνεται μὲν περὶ
                            τὴν κοιλίαν, <lb/>ἀνόμοιον δ’ ἐστὶ τοῖς προειρημένοις, καλοῦσι δ’ αὐτὸ
                            <lb/>οἱ μὲν μελαγχολικὸν, οἱ δὲ φυσῶδες. ἕπονται δὲ τούτῳ μετὰ <lb/>τὰς
                            ἐδωδὰς, καὶ μάλιστα τῶν δυσπέπτων τε καὶ καυστικῶν, <lb/>πτύσεις ὑγραὶ
                            καὶ πολλαὶ, ὀξυρεγμίαι, πνεύματα, καῦμα <lb/>πρὸς ὑποχονδρίοις,
                            ἐγκλύδαξις οὐκ εὐθὺς, ἀλλ’ ἐπισχοῦσιν· <lb/>ἐνίοτε δὲ καὶ πόνοι κοιλίας
                            ἰσχυροὶ, διήκοντες ἐνίοις εἰς τὸ <lb/>μετάφρενον· πραΰνονται δὲ
                            πεφθέντων τῶν σιτίων, πάλιν <lb/>τε μετὰ τὸ φαγεῖν τὰ αὐτὰ συμβαίνει,
                            πολλάκις δὲ καὶ νήστεσιν <lb/>καὶ μετὰ τὸ δεῖπνον ἐνοχλεῖ, καὶ ἐμοῦντες
                            ὠμὰ τὰ σιτία <lb/>ἐμοῦσι, καὶ φλέγματα ὑπόπικρα καὶ θερμὰ καὶ ὀξέα, ὥστε
                            <lb/>καὶ τοὺς ὀδόντας αἱμωδιᾷν. καὶ τὰ πολλὰ γίνεται τούτων <lb/>εὐθὺς
                            ἐκ νέων, μηκύνει δὲ ὅπως ἂν γένηται πᾶσι. ταῦτα <lb/>προειπὼν ὁ Διοκλῆς
                            ἐφεξῆς αὐτοῖς προσέθηκε τὴν αἰτίαν <lb/>ὧδέ πως γράψας· τοὺς δὲ φυσώδεας
                            καλουμένους ὑπολαμβάνειν <lb/>δεῖ πλεῖον ἔχειν τὸ θερμὸν τοῦ προσήκοντος
                            ἐν ταῖς <lb/>φλεψὶ ταῖς ἐκ τῆς γαστρὸς τὴν τροφὴν δεχομέναις, καὶ τὸ <pb n="187"/> αἷμα πεπαχύνθαι τούτων. δηλοῖ γὰρ ὅτι μέν ἐστιν ἔμφραξις
                            <lb/>περὶ ταύτας τὰς φλέβας, τὸ μὴ καταδέχεσθαι τὸ σῶμα τὴν <lb/>τροφὴν,
                            ἀλλ’ ἐν τῇ γαστρὶ διαμένειν ἀκατέργαστον, πρότερον <lb/>τῶν πόρων τούτων
                            ἀναλαμβανόντων, τὰ δὲ πολλὰ ἀποκρινάντων <lb/>εἰς τὴν κάτω κοιλίαν· καὶ
                            τὸ τῇ δευτεραίᾳ ἐμεῖν <lb/>αὐτοὺς, οὐχ ὑπαγόντων εἰς τὸ σῶμα τῶν σιτίων.
                            ὅτι δὲ τὸ <lb/>θερμὸν πλεῖόν ἐστι τοῦ κατὰ φύσιν, μάλιστ’ ἄν τις
                            κατανοήσειεν <lb/>ἔκ τε τῶν καυμάτων τῶν γινομένων αὐτοῖς καὶ τῆς
                            <lb/>προσφορᾶς· φαίνονται γὰρ ὑπὸ τῶν ψυχρῶν ὠφελούμενοι <lb/>σιτίων, τὰ
                            δὲ τοιαῦτα τὸ θερμὸν καταψύχειν καὶ μαραίνειν <lb/>εἴωθεν. ἐφεξῆς δὲ
                            τούτων καὶ τἄλλα προσέγραψεν ὁ Διοκλῆς <lb/>ἐν τῇδε τῇ λέξει· λέγουσι δέ
                            τινες ἐπὶ τῶν τοιούτων <lb/>παθῶν τὸ στόμα τῆς γαστρὸς τὸ συνεχὲς τῷ
                            ἐντέρῳ φλεγμαίνειν, <lb/>διὰ δὲ τὴν φλεγμονὴν ἐμπεφράχθαι καὶ κωλύειν
                            καταβαίνειν <lb/>τὰ σιτία εἰς τὸ ἔντερον τοῖς τεταγμένοις χρόνοις·
                            τούτου <lb/>δὲ γινομένου, πλείονι χρόνῳ τοῦ δέοντος ἐν τῇ γαστρὶ
                            <lb/>μένοντα, τούς τε ὄγκους παρασκευάζει καὶ τὰ καύματα καὶ <lb/>τἄλλα
                            τὰ προειρημένα. ταῦτα μὲν οὖν ὁ Διοκλῆς ἔγραψε, <pb n="188"/> παραλιπὼν
                            ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν συμπτωμάτων τὰ κυριώτατα <lb/>τῆς ὅλης συνδρομῆς, ὅσα
                            τήν τε μελαγχολίαν χαρακτηρίζει <lb/>καὶ τὸ φυσῶδες καὶ ὑποχονδριακὸν
                            πάθος· καί μοι δοκεῖ, <lb/>διότι ταῦτα ἐκ τῆς προσηγορίας τοῦ νοσήματος
                            ἐνδεικτικῶς <lb/>ἐδηλοῦτο, παραλελοιπέναι, μεμαθηκότων γ’ ἡμῶν ὑφ’
                            Ἱπποκράτους, <lb/>ἢν φόβος καὶ δυσθυμίη πολὺν χρόνον ἔχοντα διατελέῃ,
                            <lb/>μελαγχολικὸν τὸ τοιοῦτο. διὰ τί δὲ ἐν τῇ τῆς αἰτίας <lb/>ἀποδόσει
                            τῶν μὲν ἄλλων <milestone unit="ed2page" n="442"/>συμπτωμάτων ἔγραψε τὰς
                            <lb/>αἰτίας, αὐτοῦ δὲ τοῦ βλάπτεσθαι τὴν διάνοιαν οὐκ ἔγραψεν,
                            <lb/>ζητῆσαι ἄξιον. εἴτε γὰρ τὸ θερμὸν ἐν ταῖς κατὰ τὴν γαστέρα
                            <lb/>φλεψὶ πλέον ἐπ’ αὐτῶν ἐστιν, εἴτε φλεγμονὴ τῶν κατὰ πυλωρὸν
                            <lb/>μερῶν, διὰ τί τούτοις ἀκολουθεῖ τὰ μελαγχολικὰ συμπτώματα,
                            <lb/>παραλέλειπται. τὸ μὲν γὰρ ἐμπιπλᾶσθαι τὴν γαστέρα <lb/>φυσώδους
                            πνεύματος, εἶτα ταῖς ἐρυγαῖς αὐτοῦ κουφίζεσθαι, <lb/>καὶ προσέτι τοῖς
                            εἰρημένοις ὑπὸ τοῦ Διοκλέους ἐμέτοις, <lb/>εὔδηλόν ἐστι, κᾂν ἐκεῖνος μὴ
                            λέγῃ· τὰ δὲ τῆς μελαγχολίας <lb/>ἴδια, χαλεπὸν ἦν αὐτῷ συγγράψαι τῇ κατὰ
                            τὴν γαστέρα <lb/>λελεγμένῃ διαθέσει. προσθῶμεν οὖν ἡμεῖς τοῦτο, τὴν
                            διάθεσιν <pb n="189"/> τῆς γαστρὸς ὁποία τις ἐν τοῖς τοιούτοις γίνεται
                            πάθεσιν <lb/>ἑρμηνεύσαντες σαφῶς. ἔοικε μὲν γὰρ εἶναί τις ἐν αὐτῇ
                            <lb/>φλεγμονὴ, τὸ δ’ ἐν τῷ φλεγμαίνοντι μορίῳ περιεχόμενον αἷμα
                            <lb/>παχύτερόν τε καὶ μελαγχολικώτερον ὑπάρχειν. ὥσπερ οὖν <lb/>ἐπὶ τοὺς
                            ὀφθαλμοὺς ἀναφερομένης ἐκ τῆς γαστρὸς αἰθαλώδους <lb/>τινὸς ἢ καπνώδους
                            ἀναθυμιάσεως, ἢ ὅλως ἀτμῶν τινων <lb/>παχέων, ὅμοια τοῖς ὑποχεομένων
                            γίγνεται συμπτώματα, <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ νῦν ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον
                            ἀναφερομένης <lb/>τῆς μελαγχολικῆς ἀναθυμιάσεως, οἷον αἰθαλώδους τινὸς,
                            <lb/>ἢ καπνώδους ἀναθυμιάσεως, τὰ μελαγχολικὰ γενήσεται περὶ <lb/>τὴν
                            διάνοιαν συμπτώματα. καὶ μὴν καὶ συνεχέστατα θεώμεθα <lb/>τὴν κεφαλὴν
                            ὀδυνωμένην ἐπὶ τῇ ξανθῇ χολῇ κατὰ τὴν <lb/>γαστέρα περιεχομένῃ, καθάπερ
                            γε καὶ παραχρῆμα γινομένην <lb/>ἀνώδυνον, ἐμεθείσης τῆς χολῆς· καὶ τά γε
                            τοιαῦτα τῶν <lb/>ἀλγημάτων δακνώδη τέ ἐστιν καὶ διαβρωτικὰ, καθάπερ
                            <lb/>ἄλλα μέν τινα μετὰ βάρους, ἄλλα δὲ μετὰ τάσεως ἢ <lb/>καταφορᾶς
                            ὁρᾶται γινόμενα. συμπεφώνηται δὲ τοῖς ἀρίστοις <lb/>ἰατροῖς, οὐ ταῦτα
                            μόνον ἀπὸ τῆς γαστρὸς τῇ κεφαλῇ <lb/>συμπίπτειν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιληψίαν.
                            ἀεὶ μὲν οὖν <pb n="190"/> οἱ φόβοι συνεδρεύουσι τοῖς μελαγχολικοῖς, οὐκ
                            ἀεὶ δὲ ταὐτὸν <lb/>εἶδος τῶν παρὰ φύσιν αὐτοῖς γίγνεται φαντασιῶν, εἴγε
                            ὁ μέν <lb/>τις ὀστρακοῦς ᾤετο γεγονέναι, καὶ διὰ τοῦτ’ ἐξίστατο τοῖς
                            <lb/>ἀπαντῶσιν, ὅπως μὴ συντριβείη· θεώμενος δέ τις ἄλλος
                            <lb/>ἀλεκτρυόνας ᾄδοντας, ὥσπερ ἐκεῖνοι τὰς πτέρυγας προσέκρουον
                            <lb/>πρὸ ᾠδῆς, οὕτω καὶ αὐτὸς τοὺς βραχίονας προσκρούων <lb/>ταῖς
                            πλευραῖς ἐμιμεῖτο τὴν φωνὴν τῶν ζώων. φόβος δ’ ἦν <lb/>ἄλλῳ, μή πως ὁ
                            βαστάζων τὸν κόσμον Ἄτλας ἀποσείσηται <lb/>κεκμηκὼς αὐτὸν, οὕτως τε καὶ
                            αὐτὸς συντριβείη καὶ ἡμᾶς <lb/>αὐτῷ συναπολέσειεν· ἄλλα τε μυρία τοιαῦτα
                            φαντασιοῦνται. <lb/>διαφέρονται δὲ ἀλλήλων οἱ μελαγχολικοὶ, τὸ μὲν
                            φοβεῖσθαι <lb/>καὶ δυσθυμεῖν καὶ μέμφεσθαι τῇ ζωῇ καὶ μισεῖν τοὺς
                            ἀνθρώπους <lb/>ἅπαντες ἔχοντες, ἀποθανεῖν δ’ ἐπιθυμοῦντες οὐ
                            <lb/>πάντες, ἀλλ’ ἔστιν ἐνίοις αὐτῶν αὐτὸ δὴ τοῦτο κεφάλαιον <lb/>τῆς
                            μελαγχολίας, τὸ περὶ τοῦ θανάτου δέος· ἔνιοι δὲ <lb/>ἀλλόκοτοί σοι
                            δόξουσιν, ἅμα τε καὶ δεδιέναι τὸν θάνατον <lb/>καὶ θανατᾷν. ὥστε ὀρθῶς
                            ἔοικεν ὁ Ἱπποκράτης <lb/>εἰς δύο ταῦτα ἀναγαγεῖν τὰ συμπτώματα αὐτῶν
                            πάντα, <lb/>φόβον καὶ δυσθυμίαν· ἐπὶ γέ τοι τῇ τοιαύτῃ δυσθυμίᾳ ﻿<pb n="191"/> μισοῦσιν πάντας, οὓς ἂν βλέπωσιν, καὶ σκυθρωποὶ διὰ παντός
                            <lb/>εἰσι, δειμαίνοντες, ὥσπερ ἐν σκότῳ βαθεῖ τά τε παιδία <lb/>φοβεῖται
                            καὶ τῶν τελείων οἱ ἀπαίδευτοι. καθάπερ γὰρ καὶ τὸ <lb/>ἔξωθεν σκότος εἰς
                            φόβον ἄγει σχεδὸν ἅπαντας ἀνθρώπους, <lb/>πλὴν τῶν ἤτοι πάνυ φύσει
                            τολμηρῶν, ἢ πεπαιδευμένων, οὕτως <lb/>καὶ τῆς μελαίνης χολῆς τὸ χρῶμα
                            παραπλησίως σκότῳ <lb/>τὸν φρονοῦντα τόπον ἐπισκιάζον ἐργάζεται τοὺς
                            φόβους. <lb/>ὅτι γὰρ οἵ τε χυμοὶ καὶ ὅλως ἡ τοῦ <milestone unit="ed1page" n="279"/>σώματος κρᾶσις ἀλλοιοῖ <lb/>τὰς ἐνεργείας
                            τῆς ψυχῆς, ὡμολόγηται τοῖς ἀρίστοις <lb/>ἰατροῖς τε καὶ φιλοσόφοις, ἐμοί
                            τε δι’ ἑνὸς ὑπομνήματος <lb/>ἀποδέδεικται, καθ’ ὃ ταῖς τοῦ σώματος
                            κράσεσιν ἀκολουθούσας <lb/>ἀπέδειξα τὰς τῆς ψυχῆς δυνάμεις· ὅθεν οὐδὲ
                            γράψαι τι <lb/>περὶ μελαγ<milestone unit="ed2page" n="443"/>χολίας
                            ἐτόλμησαν οἱ τὴν τῶν χυμῶν δύναμιν <lb/>ἀγνοήσαντες, ἐξ ὧν εἰσι καὶ οἱ
                            περὶ τὸν Ἐρασίστρατον. <lb/>ἄξιον δέ ἐστι κᾀν τούτῳ θαυμάσαι τὰς κοινὰς
                            ἐννοίας τῶν <lb/>ἀνθρώπων, ὥσπερ καὶ τἄλλα πολλὰ δόγματα, περὶ ὧν
                            <lb/>ἠγνόησαν οὐκ ὀλίγοι φιλοσόφων τε καὶ ἰατρῶν· ἅπαντες γοῦν
                            <lb/>ὀνομάζουσιν τὸ πάθος τοῦτο μελαγχολίαν, ἐνδεικνύμενοι διὰ <pb n="192"/> τῆς προσηγορίας τὸν αἴτιον αὐτοῦ χυμόν. ἐὰν μὲν οὖν
                            ἄρξηταί <lb/>γε πρῶτα τὰ κατὰ τὴν γαστέρα συμπτώματα, καὶ μείζοσιν
                            <lb/>αὐτοῖς γινομένοις ἀκολουθήσῃ τὰ μελαγχολικὰ πάθη, κουφίζηταί
                            <lb/>τε ταῖς διαχωρήσεσιν καὶ τοῖς ἐμέτοις καὶ ταῖς κάτω <lb/>φύσαις καὶ
                            ταῖς ἐρυγαῖς ὁ ἄνθρωπος, ὑποχονδριακὸν μὲν <lb/>ὀνομάσομεν οὕτως γε καὶ
                            φυσῶδες τὸ νόσημα, συμπτώματα <lb/>δὲ εἶναι φήσομεν αὐτοῦ, τήν τε
                            δυσθυμίαν καὶ τὸν φόβον· <lb/>ὅταν δὲ τὰ μὲν τῆς μελαγχολίας ἴδια
                            συμπτώματα φαίνηται <lb/>μεγάλα, κατὰ δὲ τὴν κοιλίαν ἤτοι μηδὲν, ἢ
                            σμικρὰ, τὸν ἐγκέφαλον <lb/>ἡγητέον ἐπὶ τούτων πρωτοπαθεῖν, ἠθροισμένης
                            ἐν <lb/>αὐτῷ μελαίνης χολῆς. ἐξ ὧν δὲ χρὴ διορίζεσθαι, πότερον ἐν
                            <lb/>αὐτῷ μόνῳ τῷ ἐγκεφάλῳ περιέχεται τοιοῦτός τις χυμὸς, ἢ <lb/>καθ’
                            ὅλον ἐστὶ τὸ σῶμα, λέλεκται μικρὸν ἔμπροσθεν· ἀναμιμνήσκω <lb/>δὲ τοὺς
                            ἰδόντας ἑταίρους διά τε λουτρῶν πολλῶν <lb/>καὶ διαίτης εὐχύμου τε καὶ
                            ὑγρᾶς τὴν τοιαύτην μελαγχολίαν <lb/>ἐκθεραπεύοντά με χωρὶς ἑτέρου
                            βοηθήματος, ὅταν γε μήπω <lb/>διά τε χρόνου μῆκος δυσεκκένωτος ᾖ ὁ λυπῶν
                            χυμός· ὡς ὅταν <lb/>γε ἤδη κεχρονικὸς ὑπάρχῃ τὸ νόσημα, μειζόνων ἑτέρων
                            ἐπὶ <pb n="193"/> τοῖς εἰρημένοις δεῖται βοηθημάτων. ἐπιγίνεται δὲ ἡ
                            τοιαύτη <lb/>μελαγχολία προηγησαμέναις θερμαῖς διαθέσεσι τῆς κεφαλῆς,
                            <lb/>ἤτοι γε ἐξ ἐγκαύσεως, ἢ φλεγμονώδους ἐν αὐτῇ γενομένου <lb/>πάθους,
                            ἢ καὶ φρενίτιδος· ἐπιγίγνεται δὲ καὶ φροντίσι καὶ <lb/>λύπαις μετ’
                            ἀγρυπνιῶν. περὶ μὲν οὖν μελαγχολίας ἱκανὰ καὶ <lb/>ταῦτα. </p></div></div></div></body></text></TEI>