<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg055.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἀλγοῦσι δὲ καὶ ὅσοι καταψυχόμενοι σφοδρῶς <lb/>ὑπὸ κρύους καρτεροῦ
                        προεθυμήθησαν ἐκθερμῆναι ταχέως <lb/>ἑαυτοὺς, καὶ πολλοί γε αὐτῶν
                        ἐπενέγκαντες ἀθρόως τῷ πυρὶ <lb/>τὰς χεῖρας, ἀλγήματος αἰσθάνονται σφοδροῦ
                        κατὰ τὰς ῥίζας <pb n="749"/> τῶν ὀνύχων. εἶτά τις οὕτως ὁρῶν ἐναργῶς ὀδύνης
                        αἰτίαν γιγνομένην <lb/>τὴν ἀνώμαλον δυσκρασίαν, ἔτ’ ἀπιστεῖ περὶ τῶν ἐντὸς
                        <lb/>ἀλγημάτων, ἢ θαυμάζει, πῶς χωρὶς φλεγμονῆς ὀδυνῶνται <lb/>πολλάκις, ἢ
                        τὸ κῶλον, ἢ τοὺς ὀδόντας, ἢ τῶν ἄλλων τι μορίων; <lb/>οὔτε γὰρ τῶν τοιούτων
                        διαθέσεων οὐδὲν θαυμαστὸν, <lb/>οὐδὲ πῶς ἅμα ῥιγοῦσι καὶ πυρέττουσιν ἔνιοι
                        τῶν νοσούντων. <lb/>καὶ γὰρ εἰ φλεγματώδης χυμὸς ψυχρὸς, ὃν ὁ Πραξαγόρας
                        <lb/>ὑαλοειδῆ καλεῖ, καὶ πικρόχολος καὶ θερμὸς ἅμα πλεονάζοιέν τε <lb/>καὶ
                        κινοῖντο διὰ τῶν αἰσθητικῶν σωμάτων, οὐδὲν θαυμαστὸν <lb/>ἀμφοτέρων ὁμοίως
                        αἰσθάνεσθαι τὸν ἄῤῥωστον. οὐδὲ γὰρ εἰ <lb/>στήσαις ἄνθρωπον ἐν ἡλίῳ θερμῷ,
                        καὶ προσβρέχοις ὕδωρ ψυχρὸν, <lb/>ἀδύνατον αὐτὸν μὴ οὐχ ἅμα καὶ τῆς ἀπὸ τοῦ
                        ἡλίου θερμότητος <lb/>αἰσθάνεσθαι καὶ τῆς ἀπὸ τοῦ ὕδατος ψυχρότητος.
                        <lb/>ἀλλ’ ἐνταῦθα μὲν ἔξωθέν ἐστιν ἀμφότερα καὶ κατὰ τὰ μεγάλα
                        <lb/>προσπίπτει μόρια· κατὰ δὲ τοὺς ἠπιάλους πυρετοὺς ἔνδοθέν <lb/>τε καὶ
                        κατὰ μικρὸν, καὶ διὰ τοῦτο σύμπαν ἀμφοτέρων αἰσθάνεσθαι <lb/>τὸ σῶμα δοκεῖ.
                        τῷ γὰρ δὴ ἐλαχίστῳ παρεσπάρθαι τό <lb/>τε θερμὸν καὶ ψυχρὸν οὐδέν ἐστιν
                        αὐτῆς λαβεῖν μόριον αἰσθητὸν, <pb n="750"/> ἐν ᾧ θάτερον οὐχ ὑπάρχει. κατὰ
                        μέντοι τὴν εἰσβολὴν τῶν <lb/>παροξυσμῶν ἔνιοι τῶν πυρεττόντων καὶ ῥιγοῦσι
                        καὶ διψῶσι <lb/>καὶ ἀμφοτέρων αἰσθάνονται, ψύξεως ἀμέτρου καὶ θέρμης,
                        <lb/>ἀλλ’ οὐ κατ’ αὐτὸν τὸν τόπον· ἐναργῶς γὰρ ἔχουσι διορίσαι τὰ
                        <lb/>θερμαινόμενα μόρια τῶν ψυχομένων. ἔνδοθεν μὲν γὰρ καὶ κατ’ <lb/>αὐτὰ τὰ
                        σπλάγχνα θερμασίας, ἐν δὲ τοῖς ἔξωθεν μορίοις ἅπασι <lb/>τῆς ψύξεως
                        αἰσθάνονται. ἔτι δὲ καὶ οἱ λειπυρίαι καλούμενοι <lb/>πυρετοὶ διὰ παντὸς
                        τοιοῦτοι, καί τι γένος ὀλεθρίων καύσων. <lb/>ὅπερ οὖν ἐν τούτοις κατὰ τὰ
                        μεγάλα μόρια, τοῦτ’ ἐν τοῖς <lb/>ἠπιάλοις κατὰ σμικρὰ συμπέπτωκεν. ἀνώμαλος
                        μὲν γὰρ δυσκρασία <lb/>καὶ ἡ τούτων τῶν πυρετῶν· ἀνώμαλος δὲ καὶ ἡ τῶν
                        <lb/>ἄλλων ἁπάντων, πλὴν τῶν ἑκτικῶν ὀνομαζομένων· ἀνώμαλος <lb/>δὲ καὶ τοῖς
                        ῥιγοῦσι μὲν, οὐκ ἐπιπυρέττουσι δέ. σπάνιον μὲν <lb/>γὰρ τὸ σύμπτωμα, γίνεται
                        μὴν ὅλως καὶ γυναιξὶ καί τισιν <lb/>ἀνδράσιν ἐνίοτε. χρὴ δὲ πάντως ἀργὸν
                        προηγεῖσθαι βίον, ἤ τι <lb/>πλῆθος ἐδεσμάτων ἐν χρόνῳ πλείονι προσενηνέχθαι
                        τὸν ἄνθρωπον, <lb/>ἔξ οὗ χυμὸς ἀργὸς καὶ ψυχρὸς καὶ ὠμὸς καὶ φλεγματώδης
                        <lb/>γεννᾶται, ὁποῖόν τινα καὶ Πραξαγόρας ἡγήσατο τὸν <pb n="751"/>
                        ὑαλοειδῆ. πάλαι δὲ, ὡς ἔοικεν, οὐδεὶς οὕτως ἔπασχεν, ὅτι μηδεὶς <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="177"/>τοσοῦτον ἀργῶς καὶ πλησμίως διῃτᾶτο, καὶ
                        διὰ τοῦτο <lb/>γέγραπται παρὰ τοῖς παλαιοῖς ἰατροῖς ἕπεσθαι ῥίγει πυρετόν·
                        <lb/>ἀλλὰ καὶ ἡμῖν αὐτοῖς καὶ ἄλλοις πολλοῖς τῶν νεωτέρων ἰατρῶν <lb/>ὦπται
                        πολλάκις ῥῖγος ᾧ πυρετὸς οὐκ ἐπηκολούθησε. σύνθετος <lb/>δ’ ἐκ ταύτης ἐστὶ
                        τῆς δυσκρασίας καὶ προσέτι τῆς τῶν <lb/>πυρεττόντων ὁ ἠπίαλος. οὕτω δ’
                        ὀνομάζω τὸν πυρετὸν ἐκεῖνον, <lb/>ᾧ διὰ παντὸς ἄμφω συμβέβηκεν· ᾧ δὲ ἡγεῖται
                        μὲν ῥῖγος, <lb/>ἕπεται δ’ ὁ πυρετὸς, ὡς ἐν τριταίοις καὶ τεταρταίοις, οὐ
                        <lb/>καλῶ τοῦτον ἠπίαλον. ὥστε διὰ τῶν ἀνωμάλων δυσκρασιῶν <lb/>ὁ ἠπίαλος
                        συμπέπλεκται, καὶ οἱ λοιποὶ δὲ πυρετοὶ σχεδὸν <lb/>ἅπαντες, πλὴν τῶν ἑκτικῶν
                        ὀνομαζομένων. </p></div></div></body></text></TEI>