<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg055.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Εἰ δὲ δὴ καὶ τὸ μὲν εἴη θερμότερον αὐτῶν, <lb/>τὸ δὲ ψυχρότερον, ἀλλὰ τοσούτῳ
                        θερμότερον ἢ <lb/>ψυχρότερον, ὡς μὴ λυπεῖν τὸ πλησιάσαν· ἢ οὕτως ἂν ἦν
                        <lb/>ἀλλήλοις λυπηρὰ καὶ κατὰ φύσιν ἔχοντα τὰ μόρια, ὡς <lb/>διαφέροντά γε
                        καὶ αὐταῖς ταῖς κράσεσι. σὰρξ μὲν γὰρ <lb/>θερμὸν μόριον, ὀστοῦν δὲ ψυχρόν.
                        ἀλλὰ καὶ τούτων καὶ <lb/>τῶν ἄλλων ἁπάντων ἀνώδυνος ἡ ἀνωμαλία τῷ μέτρῳ τῆς
                        <lb/>ὑπεροχῆς. οὕτω γοῦν καὶ τὸ περιέχον ἡμᾶς οὐκ ἀνιᾷ, πρὶν <lb/>εἰς
                        ἄμετρόν τε ψύξιν ἢ θερμασίαν ἐκτραπῆναι· τῶν δ’ ἐν τῷ <lb/>μέσῳ διαφορῶν
                        αὐτοῦ, καίτοι παμπόλλων οὐσῶν καὶ σαφῆ <lb/>τὴν ὑπεροχὴν ἐχουσῶν, ἀλύπως
                        αἰσθανόμεθα. κινδυνεύει <lb/>τοιγαροῦν ἐκ τῶνδε κᾀκεῖνος ὁ λόγος ἔχειν
                        ἐπιείκειαν, ὥς που <pb n="745"/> καὶ Ἱπποκράτης φησὶν, ὁ φάσκων ἕλκη πάντ’
                        εἶναι τὰ νοσήματα. <lb/>συνεχείας μὲν γὰρ λύσις τὸ ἕλκος, αἱ δ’ ἄμετροι
                        θερμασίαι <lb/>καὶ ψύξεις πλησίον ἥκουσι τοῦ λύειν τὴν συνέχειαν. <lb/>ἡ μὲν
                        γὰρ πολλὴ θερμασία τῷ διακρίνειν τε καὶ διατέμνειν τῆς <lb/>οὐσίας τὸ
                        συνεχὲς, ἡ δ’ ἄκρα ψύξις τῷ πιλεῖν τε καὶ συνωθεῖν <lb/>εἴσω τὰ μὲν
                        ἐκπιέζει, τὰ δὲ θλᾷ. καὶ τοῦτόν γέ τις <lb/>ὅρον τιθέμενος ἀμετρίας θερμοῦ
                        καὶ ψυχροῦ, τάχ’ ἂν οὐκ ἄπο <lb/>τρόπου γιγνώσκειν δόξειεν. εἴτε δὲ οὗτος
                        εἴτε ἄλλος τις ὅρος <lb/>ἐστὶ τῆς ἀμετρίας, ἀλλὰ τό γ’ ἐν τῷ πρὸς τὶ πᾶσαν
                        ἀμετρίαν <lb/>ὑπάρχειν ἤδη που πρόδηλον. οὐ γὰρ ὡσαύτως ὑπὸ τῶν θερμῶν
                        <lb/>ἢ ψυχρῶν ἅπαν τὸ σῶμα διατίθεται. καὶ διὰ τοῦτο τινὰ <lb/>μὲν οἰκείους
                        ἔχει τοὺς χυμοὺς ἀλλήλοις ζῶα, <milestone unit="ed2page" n="175"/>τινὰ δ’ οὐ
                        <lb/>μόνον οἰκείους ἔχει, ἀλλὰ καὶ φθαρτικοὺς, οἷον ἄνθρωπος καὶ
                        <lb/>ἔχιδνα. τὸ γοῦν σίελον ὀλέθριόν ἐστιν ἑκατέρῳ τὸ τοῦ ἑτέρου. <lb/>οὕτω
                        γοῦν καὶ σκορπίον ἀναιρήσεις ἐπιπτύων νῆστις, οὐ μὴν <lb/>ἄνθρωπός γε
                        ἄνθρωπον ἀναιρήσει δάκνων, οὐδὲ ἔχις ἔχιν, <lb/>οὐδ’ ἀσπίδα ἀσπίς. τὸ μὲν
                        γὰρ ὅμοιον οἰκεῖον εἶναι καὶ φίλιον, <pb n="746"/> τὸ δ’ ἐναντίον ἐχθρὸν καὶ
                        ἀνιαρόν. αὐξάνεται οὖν <lb/>ἅπαντα καὶ τρέφεται πρὸς τῶν ὁμοίων, ἀναιρεῖται
                        δὲ καὶ <lb/>φθείρεται πρὸς τῶν ἐναντίων. καὶ διὰ τοῦτο ἡ μὲν τῆς ὑγείας
                        <lb/>φυλακὴ διὰ τῶν ὁμοίων, ἡ δὲ τῶν νοσημάτων ἀναίρεσις διὰ <lb/>τῶν
                        ἐναντίων. ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων ἕτερος λόγος. ὁ δ’ ἑκτικὸς <lb/>ἐκεῖνος
                        πυρετὸς ὁ τὴν ἕξιν ἤδη τοῦ ζώου κατειληφὼς <lb/>ἀναίσθητός ἐστι τῷ κάμνοντι.
                        τῶν δ’ ἄλλων πυρετῶν οὐδεὶς <lb/>ἀναίσθητος, ἀλλ’ οἱ μὲν μᾶλλον, οἱ δὲ ἧττον
                        ἀνιαροὶ τοῖς νοσοῦσιν. <lb/>ἔνιοι δ’ αὐτῶν καὶ ῥῖγος ἐπιφέρουσι. γίνεται γὰρ
                        οὖν δὴ καὶ <lb/>τοῦτο τὸ σύμπτωμα, καθάπερ καὶ ἄλλα πολλὰ, πρὸς τῆς ἀνωμάλου
                        <lb/>δυσκρασίας. εἰπεῖν δ’ οὐκ ἐγχωρεῖ τὸν τρόπον αὐτῆς τῆς γενέσεως <lb/>ἐν
                        τῷ ἐνεστῶτι λόγῳ, πρὶν ἀποδεῖξαι περὶ τῶν φυσικῶν <lb/>δυνάμεων, ὅσαι τέ
                        εἰσι καὶ ὁποῖαι, καὶ ὅ τι δρᾷν ἑκάστη πέφυκεν. <lb/>ἀλλ’ ἐν ταῖς τῶν
                        συμπτωμάτων αἰτίαις ὑπὲρ ἁπάντων εἰρήσεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Ἐπάνειμι δὲ πάλιν ἐπὶ τὰς τῆς ἀνωμάλου <lb/>δυσκρασίας διαφοράς. ὅπως μὲν γὰρ
                        ἐπὶ φλεγμονῇ γίγνεται πυρετὸς <lb/>ἅπας, ὅτι τε καὶ πυρετὸς καὶ φλεγμονὴ
                        πᾶσα, χωρὶς τῶν <lb/>ἑκτικῶν ὀνομαζομένων, ἐκ τῶν ἀνωμάλως κεκραμένων
                        νοσημάτων, <pb n="747"/> ἤδη μοι λέλεκται. γίνεται δὲ καὶ χωρὶς φλεγμονῆς
                        ἐπὶ <lb/>σήψει χυμῶν πυρετός. οὐ γὰρ δὴ τά γε ἐσφηνωμένα καὶ μὴ διαπνεόμενα
                        <lb/>σήπεται μόνον, ἀλλὰ ταῦτα τάχιστα μὲν καὶ μάλιστα· <lb/>σήπεται δὲ καὶ
                        ἄλλα πολλὰ τῶν ἐπιτηδείων εἰς σῆψιν. εἰρήσεται <lb/>δὲ καὶ περὶ τῆς τούτων
                        ἐπιτηδειότητος ἑτέρωθι. καὶ μὲν <lb/>δὴ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἀνώμαλος ἔσται
                        δυσκρασία περὶ σύμπαν <lb/>τὸ σῶμα, ποτὲ μὲν λιγνυώδους διαπνοῆς <milestone unit="ed1page" n="252"/>ἐπισχεθείσης, <lb/>ποτὲ δὲ ἐκ γυμνασίων
                        πλειόνων, ἢ πόνων αὐξηθέντων, <lb/>τὴν θερμασίαν ἐπιτεινόντων, ποτὲ δὲ ἐπὶ
                        θυμῷ, ζέσαντος ἀμετρότερον <lb/>τοῦ αἵματος, ἢ δι’ ἔγκαυσίν τινα, ἔξωθεν
                        ἐκθερμανθέντος. <lb/>ὅτι δὲ κᾀν τούτοις ἅπασι τοῖς πυρετοῖς, ὥσπερ κᾀν
                        <lb/>τοῖς ἐπὶ ταῖς φλεγμοναῖς ἔμπροσθεν ἐλέγετο, παρά τε τὴν ἰσχὺν <lb/>τοῦ
                        δρῶντος αἰτίου καὶ παρὰ τὴν τοῦ σώματος διάθεσιν οἱ <lb/>μὲν μᾶλλον
                        πυρέσσουσιν, οἱ δὲ ἧττον, οἱ δὲ οὐδ’ ὅλως, εὔδηλον <lb/>εἶναι νομίζω. καὶ
                        μὲν δὴ καὶ ὡς ποτὲ μὲν ταύτης τῆς <lb/>πνευματώδους μόνης οὐσίας, ἐνίοτε δὲ
                        ἅπτεται καὶ τῶν χυμῶν <lb/>ἡ δυσκρασία, πρόδηλον καὶ τοῦτο οὐδὲν ἧττον, καὶ
                        ὡς ἐπὶ πᾶσι <lb/>τοῖς τοιούτοις χρονίζουσιν ὁ καλούμενος ἑκτικὸς
                        ἀκολουθήσει. ﻿<pb n="748"/> καί πως ὁ λόγος ἤδη δείκνυσιν, ὡς ἐνίοτε μὲν
                        οὐσίας θερμῆς <lb/>ἢ ψυχρᾶς ἐπιῤῥυείσης μορίῳ τινὶ γίγνεσθαι συμβαίνει τὴν
                        ἀνώμαλον <lb/>ταύτην δυσκρασίαν, ὥσπερ ἐπὶ τῶν φλεγμαινόντων ἐλέγετο,
                        <lb/>πολλάκις δ’ οὐχ οὕτως, ἀλλ’ αὐτῆς τοῦ σώματος τῆς <lb/>κράσεως
                        ἀλλοιωθείσης κατὰ ποιότητα· καὶ ὡς τῶν ἀλλοιούντων <lb/>αὐτὴν τὰ μὲν ἐξ
                        αὐτοῦ τοῦ σώματος ὁρμᾶται, τὰ δὲ <lb/>ἔξωθεν· ὅταν μὲν ἐπὶ σήψεσι μόναις, ἤ
                        τισι φλεγμο<milestone unit="ed2page" n="176"/>ναῖς <lb/>ἐγείρηται πυρετὸς,
                        ἐξ αὐτοῦ τοῦ σώματος· ὅταν δὲ ἐπὶ ἐγκαύσεσι <lb/>καὶ γυμνασίοις, ἔξωθεν.
                        εἰρήσεται δὲ καὶ περὶ τούτων <lb/>ἐπὶ πλέον αὖθις ἐν ταῖς τῶν νοσημάτων
                        αἰτίαις. ὥσπερ δὲ ἐπὶ <lb/>ἐγκαύσει γίνεται πυρετὸς, ἀλλοιωθείσης τῆς τοῦ
                        σώματος κράσεως, <lb/>οὕτως ἐν κρύει πολλάκις ἐψύγησαν ἰσχυρῶς ἔνιοι σύμπαν
                        <lb/>τὸ σῶμα, καί τινες ἐξ αὐτῶν ἀπέθανον· καὶ μὲν δὴ καὶ <lb/>ὡς ἀλγοῦσιν
                        οὕτω πάντες, οὐδὲ τοῦτ’ ἄδηλον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἀλγοῦσι δὲ καὶ ὅσοι καταψυχόμενοι σφοδρῶς <lb/>ὑπὸ κρύους καρτεροῦ
                        προεθυμήθησαν ἐκθερμῆναι ταχέως <lb/>ἑαυτοὺς, καὶ πολλοί γε αὐτῶν
                        ἐπενέγκαντες ἀθρόως τῷ πυρὶ <lb/>τὰς χεῖρας, ἀλγήματος αἰσθάνονται σφοδροῦ
                        κατὰ τὰς ῥίζας <pb n="749"/> τῶν ὀνύχων. εἶτά τις οὕτως ὁρῶν ἐναργῶς ὀδύνης
                        αἰτίαν γιγνομένην <lb/>τὴν ἀνώμαλον δυσκρασίαν, ἔτ’ ἀπιστεῖ περὶ τῶν ἐντὸς
                        <lb/>ἀλγημάτων, ἢ θαυμάζει, πῶς χωρὶς φλεγμονῆς ὀδυνῶνται <lb/>πολλάκις, ἢ
                        τὸ κῶλον, ἢ τοὺς ὀδόντας, ἢ τῶν ἄλλων τι μορίων; <lb/>οὔτε γὰρ τῶν τοιούτων
                        διαθέσεων οὐδὲν θαυμαστὸν, <lb/>οὐδὲ πῶς ἅμα ῥιγοῦσι καὶ πυρέττουσιν ἔνιοι
                        τῶν νοσούντων. <lb/>καὶ γὰρ εἰ φλεγματώδης χυμὸς ψυχρὸς, ὃν ὁ Πραξαγόρας
                        <lb/>ὑαλοειδῆ καλεῖ, καὶ πικρόχολος καὶ θερμὸς ἅμα πλεονάζοιέν τε <lb/>καὶ
                        κινοῖντο διὰ τῶν αἰσθητικῶν σωμάτων, οὐδὲν θαυμαστὸν <lb/>ἀμφοτέρων ὁμοίως
                        αἰσθάνεσθαι τὸν ἄῤῥωστον. οὐδὲ γὰρ εἰ <lb/>στήσαις ἄνθρωπον ἐν ἡλίῳ θερμῷ,
                        καὶ προσβρέχοις ὕδωρ ψυχρὸν, <lb/>ἀδύνατον αὐτὸν μὴ οὐχ ἅμα καὶ τῆς ἀπὸ τοῦ
                        ἡλίου θερμότητος <lb/>αἰσθάνεσθαι καὶ τῆς ἀπὸ τοῦ ὕδατος ψυχρότητος.
                        <lb/>ἀλλ’ ἐνταῦθα μὲν ἔξωθέν ἐστιν ἀμφότερα καὶ κατὰ τὰ μεγάλα
                        <lb/>προσπίπτει μόρια· κατὰ δὲ τοὺς ἠπιάλους πυρετοὺς ἔνδοθέν <lb/>τε καὶ
                        κατὰ μικρὸν, καὶ διὰ τοῦτο σύμπαν ἀμφοτέρων αἰσθάνεσθαι <lb/>τὸ σῶμα δοκεῖ.
                        τῷ γὰρ δὴ ἐλαχίστῳ παρεσπάρθαι τό <lb/>τε θερμὸν καὶ ψυχρὸν οὐδέν ἐστιν
                        αὐτῆς λαβεῖν μόριον αἰσθητὸν, <pb n="750"/> ἐν ᾧ θάτερον οὐχ ὑπάρχει. κατὰ
                        μέντοι τὴν εἰσβολὴν τῶν <lb/>παροξυσμῶν ἔνιοι τῶν πυρεττόντων καὶ ῥιγοῦσι
                        καὶ διψῶσι <lb/>καὶ ἀμφοτέρων αἰσθάνονται, ψύξεως ἀμέτρου καὶ θέρμης,
                        <lb/>ἀλλ’ οὐ κατ’ αὐτὸν τὸν τόπον· ἐναργῶς γὰρ ἔχουσι διορίσαι τὰ
                        <lb/>θερμαινόμενα μόρια τῶν ψυχομένων. ἔνδοθεν μὲν γὰρ καὶ κατ’ <lb/>αὐτὰ τὰ
                        σπλάγχνα θερμασίας, ἐν δὲ τοῖς ἔξωθεν μορίοις ἅπασι <lb/>τῆς ψύξεως
                        αἰσθάνονται. ἔτι δὲ καὶ οἱ λειπυρίαι καλούμενοι <lb/>πυρετοὶ διὰ παντὸς
                        τοιοῦτοι, καί τι γένος ὀλεθρίων καύσων. <lb/>ὅπερ οὖν ἐν τούτοις κατὰ τὰ
                        μεγάλα μόρια, τοῦτ’ ἐν τοῖς <lb/>ἠπιάλοις κατὰ σμικρὰ συμπέπτωκεν. ἀνώμαλος
                        μὲν γὰρ δυσκρασία <lb/>καὶ ἡ τούτων τῶν πυρετῶν· ἀνώμαλος δὲ καὶ ἡ τῶν
                        <lb/>ἄλλων ἁπάντων, πλὴν τῶν ἑκτικῶν ὀνομαζομένων· ἀνώμαλος <lb/>δὲ καὶ τοῖς
                        ῥιγοῦσι μὲν, οὐκ ἐπιπυρέττουσι δέ. σπάνιον μὲν <lb/>γὰρ τὸ σύμπτωμα, γίνεται
                        μὴν ὅλως καὶ γυναιξὶ καί τισιν <lb/>ἀνδράσιν ἐνίοτε. χρὴ δὲ πάντως ἀργὸν
                        προηγεῖσθαι βίον, ἤ τι <lb/>πλῆθος ἐδεσμάτων ἐν χρόνῳ πλείονι προσενηνέχθαι
                        τὸν ἄνθρωπον, <lb/>ἔξ οὗ χυμὸς ἀργὸς καὶ ψυχρὸς καὶ ὠμὸς καὶ φλεγματώδης
                        <lb/>γεννᾶται, ὁποῖόν τινα καὶ Πραξαγόρας ἡγήσατο τὸν <pb n="751"/>
                        ὑαλοειδῆ. πάλαι δὲ, ὡς ἔοικεν, οὐδεὶς οὕτως ἔπασχεν, ὅτι μηδεὶς <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="177"/>τοσοῦτον ἀργῶς καὶ πλησμίως διῃτᾶτο, καὶ
                        διὰ τοῦτο <lb/>γέγραπται παρὰ τοῖς παλαιοῖς ἰατροῖς ἕπεσθαι ῥίγει πυρετόν·
                        <lb/>ἀλλὰ καὶ ἡμῖν αὐτοῖς καὶ ἄλλοις πολλοῖς τῶν νεωτέρων ἰατρῶν <lb/>ὦπται
                        πολλάκις ῥῖγος ᾧ πυρετὸς οὐκ ἐπηκολούθησε. σύνθετος <lb/>δ’ ἐκ ταύτης ἐστὶ
                        τῆς δυσκρασίας καὶ προσέτι τῆς τῶν <lb/>πυρεττόντων ὁ ἠπίαλος. οὕτω δ’
                        ὀνομάζω τὸν πυρετὸν ἐκεῖνον, <lb/>ᾧ διὰ παντὸς ἄμφω συμβέβηκεν· ᾧ δὲ ἡγεῖται
                        μὲν ῥῖγος, <lb/>ἕπεται δ’ ὁ πυρετὸς, ὡς ἐν τριταίοις καὶ τεταρταίοις, οὐ
                        <lb/>καλῶ τοῦτον ἠπίαλον. ὥστε διὰ τῶν ἀνωμάλων δυσκρασιῶν <lb/>ὁ ἠπίαλος
                        συμπέπλεκται, καὶ οἱ λοιποὶ δὲ πυρετοὶ σχεδὸν <lb/>ἅπαντες, πλὴν τῶν ἑκτικῶν
                        ὀνομαζομένων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ὡσαύτως καὶ ὅσα μορίου τινός ἐστι νοσήματα <lb/>μετ’ ὄγκου, καὶ ταῦτα
                        σύμπαντα παραπλησίως τῇ φλεγμονῇ <lb/>κατὰ δυσκρασίαν ἀνώμαλον ἀποτελεῖται,
                        καρκῖνος, ἐρυσίπελας, <lb/>ἄνθραξ, ἕρπης, οἴδημα, φλεγμονὴ, φαγέδαινα,
                        <lb/>γάγγραινα. κοινὸν μὲν γὰρ αὐτοῖς ἅπασι τὸ ἐξ ἐπιῤῥοῆς ὑγρῶν
                        <lb/>γεγονέναι· διαφέρει δὲ τῷ τὰ μὲν ἀπὸ τοῦ φλεγματικοῦ χυμοῦ, <pb n="752"/> τὰ δὲ ὑπὸ χολώδους, ἢ μελαγχολικοῦ χυμοῦ, τὰ δὲ ὑφ’ αἵματος <lb/>ἤτοι
                        θερμοῦ καὶ λεπτοῦ καὶ ζέοντος, ἢ ψυχροῦ καὶ παχέος, <lb/>ἤ πως ἄλλως
                        διακειμένου γίγνεσθαι. δηλωθήσεται γὰρ ἀκριβῶς <lb/>ὑπὲρ τῆς κατ’ εἶδος ἐν
                        τούτοις διαφορᾶς ἑτέρωθι· πρὸς <lb/>δὲ τὸν ἐνεστῶτα λόγον ἀρκεῖ καὶ τοῦτ’
                        εἰρῆσθαι μόνον, ὡς <lb/>ὁποῖον ἂν ᾖ τὸ ῥεῦμα, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἕκαστον
                        τῶν <lb/>εἰρημένων ἐργάσεται παθῶν, καθ’ οἷον ἔμπροσθεν ὑπὸ τοῦ <lb/>θερμοῦ
                        καὶ αἱματώδους ἐδείκνυτο γενέσθαι φλεγμονή· καὶ ὡς <lb/>τῶν ὁμοιομερῶν τε
                        καὶ ἁπλῶν σωμάτων ἕκαστον, ὑπὸ τοῦ <lb/>ῥεύματος διατεθειμένον, εἰς ἀνώμαλον
                        ἀφίξεται καὶ αὐτὸ <lb/>δυσκρασίαν, ἔξωθεν μέντοι θερμαινόμενον, ἢ ψυχόμενον,
                        ἢ <lb/>ξηραινόμενον, ἢ ὑγραινόμενον, ὁποῖον ἂν ᾖ τὸ ῥεῦμα, μέχρι <lb/>τοῦ
                        βάθους μηδέπω διακείμενον ὁμοίως· εἰ δὲ πᾶν ὅλον δι’ <lb/>ὅλου μεταβάλλοι
                        καὶ ἀλλοιωθείη, γενήσεται μὲν εὐθέως ἀνώδυνον, <lb/>ἐν χαλεπωτέρᾳ δὲ ἂν οὕτω
                        γε διαθέσει κατασταίη. <lb/>ταῦτα ἀρκεῖν μοι δοκεῖ προεγνῶσθαι τοῖς μέλλουσι
                        τῆ τε περὶ <lb/>φαρμάκων ἀκολουθήσειν πραγματείᾳ καὶ μετ’ αὐτὴν τῇ τῆς
                        <lb/>θεραπευτικῆς μεθόδου. </p></div></div></body></text></TEI>