<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg054.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Λεκτέον δὲ ἐφεξῆς τὰ χολώδη ῥεύματα. <lb/>νενίκηκε γὰρ οὐκ οἶδ’ ὅπως τὸ τῶν ἰατρῶν
						ἔθος, ἄν τε χολὴν <lb/>ὀνομάσωμεν ἁπλῶς ἄν τε χολώδη χυμὸν, ἀκούειν ἡμᾶς <lb/>
						<milestone unit="ed1page" n="356"/>τὴν ὠχρὰν καὶ πικρὰν, οὐ τὴν ὀξεῖαν καὶ μέλαιναν.
						<lb/>ἐκείνην γὰρ ἀεὶ μετὰ προσθήκης ὀνομάζουσι, συνάπτοντες τῇ <lb/>προσηγορίᾳ τοῦ χυμοῦ
						τὴν χρόαν. ὅταν οὖν κατασκήψῃ χολῶδες <lb/>ῥεῦμα, τὸ μὲν ἀκριβὲς ἑλκοῖ τὸ δέρμα, τὸ δὲ
						ὑδατώδεσιν <lb/>ἰχῶρσιν ἢ αἵματι συμμιγὲς ἧττόν ἐστι δριμὺ καὶ μᾶλλον <lb/>εἰς ὄγκον
						αἴρει τὸ μέρος ἢ ἑλκοῖ. τουτὶ μὲν οὖν ἐρυσίπελας <lb/>ὀνομάζεται, θάτερος δὲ ἕρπης.
						ἐνδείκνυται δὲ τὸν ἐργασάμενον <lb/>χυμὸν ἥ τε χρόα καὶ ἡ θερμότης τῶν παθῶν. ἐπεὶ δὲ
						<lb/>αὖ καὶ τοῦ δριμέος ὁ μὲν ἧττον, ὁ δὲ μᾶλλον ὑπάρχει τοιοῦτος, <lb/>ἰστέον ἐπὶ μὲν
						τοῦ δριμυτέρου τὸν ἐσθιόμενον ἕρπητα <lb/>συνίστασθαι, οὕτω γὰρ αὐτὸν ὠνόμασεν
						Ἱπποκράτης, ὑπὸ <lb/>δὲ θατέρου τὸν ἕτερον, ᾧ καὶ κεγχρίαν ἔνιοι τῶν μεθ’ Ἱπποκράτην <pb n="723"/> τοὔνομα ἔθεντο, διότι κέγχροις ὁμοίας ἐξοχὰς ἀποτελεῖ <lb/>κατὰ τὸ δέρμα.
						φλέγματι μὲν οὖν μοι δοκεῖ μεμῖχθαι τὸ <lb/>τοιοῦτον ῥεῦμα· τὸ δὲ ἕτερον ἀκριβοῦς εἶναι
						χολῆς. διὰ τοῦτο <lb/>καὶ μετὰ ἀναβρώσεως γίγνεται, τὸ συνεχὲς ἀεὶ τοῦ δέρματος
						<lb/>ἐπιλαμβάνοντος τοῦ πάθους, ὅθεν αὐτῷ καὶ τοὔνομα. <lb/>μιχθέντος δὲ αἵματος ἴσου τῇ
						χολῇ, τὸ πάθος ἀμφοῖν ἐν <lb/>μέσῳ τὴν ἰδέαν ἐστὶ καὶ τὴν φύσιν ἐρυσιπέλατός τε καὶ
						φλεγμονῆς. <lb/>εἰ δὲ πολὺ ἐπικρατοίη τὸ ἕτερον, ἀπὸ τοῦ κρατοῦντος <lb/>ἡ προσηγορία τῷ
						πάθει, κατηγορεῖται δὲ αὐτῷ τὸ μιχθέν. <lb/>ἐρυσίπελας μὲν οὖν φλεγμονῶδες ἐπὶ τῇ ξανθῇ
						κρατούσῃ, <lb/>φλεγμονὴ δὲ ἐρυσιπελατώδης ἐπὶ τῷ κρατοῦντι αἵματι λέγεται.
						<lb/>παραπλήσιος δὲ καὶ ἡ τῶν ἄλλων μίξεων ἑρμηνεία, φλεγμονὴ <lb/>σκιῤῥώδης, καὶ
						σκίῤῥος φλεγμονώδης, οἴδημά τε φλεγμονῶδες <lb/>καὶ οἰδηματώδης φλεγμονή. τέτταρα γὰρ
						ταῦτ’ ἔστι <lb/>συνεχῶς γινόμενα πάθη δι’ ἐπιῤῥοὴν ὑγρῶν, ἐρυσίπελας καὶ <lb/>οἴδημα καὶ
						φλεγμονὴ καὶ σκίῤῥος. ἐρυσίπελας μὲν οὖν, <lb/>ὡς εἴρηται, χολώδους ῥεύματος
						κρατήσαντος· φλεγμονὴ δὲ, <lb/>αἱματώδους· οἴδημα δὲ λεπτοῦ τὴν σύστασιν φλέγματος, <pb n="724"/> ὥσπέρ γε παχέος καὶ γλίσχρου τὸ ἕτερον εἶδος τῶν σκίῤῥων· <lb/>τὸν γὰρ
						ἕτερον ἡ ἰλὺς τοῦ αἵματος ἀπεργάζεται. ἔστι δὲ <lb/>δήπου καὶ αὐτὴ διττὴ, τὸ μὲν ἕτερον
						εἶδος, ὅπερ Ἱππο<milestone unit="ed2page" n="319"/>κράτης <lb/>ὀνομάζει μέλαιναν· τὸ δ’
						ἕτερόν ἐστι μὲν καὶ <lb/>τοῦτο μέλαν, ἰδίαν δὲ ἔχει τὴν προσηγορίαν· ὀνομάζεται γὰρ
						<lb/>μέλαινα χολή. ταύτης μὲν οἱ καρκῖνοι, θατέρου δὲ τοῦ μέλανος <lb/>ἕν τι τῶν σκίῤῥων
						εἶδος ἔγγονον ὑπάρχει. διορίζεται <lb/>δὲ ἀπὸ θατέρου τοῦ φλεγματικοῦ τῇ χρόᾳ. κοινὰ δ’
						ἀμφοῖν <lb/>ὁ μείζων τοῦ κατὰ φύσιν ὄγκος ἀνώδυνός τε καὶ σκληρὸς, ἥ τε <lb/>γένεσις
						ἀμφοτέρων ἐνίοτε μὲν ἐξ ἀρχῆς, ἔστιν ὅτε δὲ ἐκ μεταπτώσεως <lb/>ἤτοι φλεγμονῆς, ἢ
						ἐρυσιπελάτων, ἢ οἰδήματος, <lb/>ἐμψυχθέντων ἀμετρότερον. </p></div></div></body></text></TEI>