<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg054.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Αἱ μὲν δὴ γάγγραιναι καὶ οἱ ἄνθρακες, <lb/>ἐπειδὰν οἷον ζέσαν τὸ αἷμα ἐγγύς τε τῆς
						φλεγμονῆς διακαύσῃ <lb/>τὸ δέρμα. ταῦτ’ ἄρα καὶ σὺν ἐσχάρᾳ γίγνονται, καὶ φλύκταιναι
						<lb/>προηγοῦνται τοῦ ἕλκους, ὥσπερ ἐν τοῖς πυρικαύστοις, <lb/>ὀξύτατόν τε πυρετὸν
						ἐπιφέρουσι, καὶ κίνδυνον ὑπόγυιον ἀμφὶ <lb/>τῇ ζωῇ. μέλαινα δὲ τοὐπίπαν καὶ τεφρώδης ἡ
						ἐσχάρα φαίνεται <lb/>τοῦ τῶν ἀνθράκων ἕλκους, οὐ μὴν οὐδ’ ἡ χροιὰ τῆς <lb/>πέριξ
						φλεγμονῆς ὁμοίως ταῖς ἄλλαις ἐρυθρά ἐστιν, ἀλλ’ ἐπὶ <lb/>τὸ μελάντερον ῥέπει, τρόπον
						ἕτερον τῶν ἐκχυμωθέντων, ἢ <lb/>ὑπὸ κρύους καταψυχθέντων· οὐ σφοδρῶς γὰρ πελιδνὸς,
						<lb/>ὥσπερ ἐπ’ ἐκείνοις ὁ ὄγκος, ἀλλ’ ἔχει τι καὶ στίλβον, οἷον <lb/>ἡ ἄσφαλτός τε καὶ ἡ
						πίττα. τοιαύτη δέ ἐστι καὶ ἀκριβὴς ﻿<pb n="720"/> μέλαινα χολή. καὶ τοίνυν καὶ ἡ
						κακοήθεια τῶν ἐν τοῖς ἄνθραξιν <lb/>ἑλκῶν ἐντεῦθέν ἐστιν. ἔοικε γὰρ ἤτοι γε ἐξ ἀρχῆς
						<lb/>εὐθέως, ἢ ὑπεροπτώμενον ἐν τῇ ζέσει τὸ αἷμα μελαγχολικὸν <lb/>γίνεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Χωρὶς δὲ τοῦ ζεῖν ἡ μέλαινα χολὴ τοὺς καρκίνους <lb/>ἐργάζεται, καὶ ἢν δριμυτέρα τύχῃ,
						μεθ’ ἕλκους. ταῦτ’ <lb/>ἄρα καὶ μελάντεροι τῇ χροιᾷ τῶν φλεγμαινόντων εἰσὶ, καὶ
						<lb/>ἥκιστα θερμοί. πληροῦνται δὲ αἱ φλεβὲς ἐπ’ αὐτῶν καὶ τείνονται <lb/>μᾶλλον ἢ ἐν
						ταῖς φλεγμοναῖς. ἧττον γὰρ ἐκπίπτει <lb/>τῶν ἀγγείων εἰς τὴν πέριξ σάρκα διὰ πάχος ὁ
						γεννῶν τοὺς <lb/>καρκίνους χυμός. οὐ μὴν οὐδὲ ἐρυθραὶ καθάπερ ἐν ταῖς <lb/>φλεγμοναῖς αἱ
						φλέβες εἰσὶν, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ κατὰ τὸν λυποῦντα <lb/>χυμόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἕπεται δὲ ταῖς μεγάλαις φλεγμοναῖς ἡ <lb/>καλουμένη γάγγραινα, νέκρωσίς τε οὖσα τοῦ
						πάσχοντος <lb/>μορίου. κᾂν μὴ διὰ ταχέων τις αὐτὴν ἰάσηται, νεκροῦται <lb/>ῥᾳδίως τὸ
						παθὸν οὕτω μόριον, ἐπιλαμβάνει τε τὰ <lb/>συνεχῆ καὶ ἀποκτείνει τὸν ἄνθρωπον. ἐπειδὰν
						γὰρ ἰσχυρῶς <lb/>φραχθῇ κατὰ τὰς μεγίστας φλεγμονὰς τά τε στόματα <pb n="721"/> τῶν
						ἀγγείων, οἵ τε πόροι πάντες οἱ κατὰ τὸ δέρμα τῆς κατὰ <lb/>φύσιν ἀποστερούμενοι
						διαπνοῆς, τὰ οὕτω κάμνοντα σώματα <lb/>νεκροῦνται ῥᾳδίως. καὶ πρῶτον μὲν αὐτῶν
						ἀποσβέννυται τὸ <lb/>τῆς χρόας εὐανθὲς, ὃ συνῆν ταῖς φλεγμοναῖς· <milestone unit="ed2page" n="318"/>ἔπειθ’ <lb/>ἡ ὀδύνη καὶ ὁ σφυγμὸς οἴχονται, οὐ πεπαυμένης δή
						που τῆς <lb/>διαθέσεως, ἀλλὰ τῆς αἰσθήσεως νενεκρωμένης. ἀχώριστος <lb/>δὲ φλεγμονῆς
						μεγάλης ὁ σφυγμός. οὕτω δὲ ἐοίκασιν ὀνομάζειν <lb/>οἱ παλαιοὶ τὴν αἰσθητὴν κίνησιν αὐτῷ
						τῷ κάμνοντι τῶν <lb/>ἀρτηριῶν, εἴτε χωρὶς ὀδύνης, εἴτε καὶ σὺν ταύτῃ γίγνοιτο. <lb/>διὸ
						καὶ προστιθέασί τινες ἐν τοῖς συμπτώμασι τῆς φλεγμονῆς <lb/>τῷ σφυγμῷ τὸ σὺν ὀδύνῃ.
						ταυτὶ μὲν οὖν ἐν ὀνόματι <lb/>τὴν ἀμφισβήτησιν ἔχει, κάλλιον δὲ ἐπίστασθαι τὴν γένεσιν
						<lb/>αὐτῶν καταφρονοῦντα τῆς προσηγορίας. ἐν μὲν δὴ <lb/>τῷ κατὰ φύσιν ἀναίσθητός ἐστιν
						ἡμῖν ἡ κίνησις τῶν ἀρτηριῶν, <lb/>ἐν δὲ ταῖς φλεγμοναῖς αἰσθητὴ σὺν ὀδύνῃ. πλήττει
						<lb/>γὰρ ἡ ἀρτηρία διαστελλομένη τὰ πέριξ σώματα, καὶ <lb/>πρὸς τῆς πληγῆς ὀδυνώμεθα.
						διὰ τὴν φλεγμονήν. ὅταν δὲ <lb/>καὶ αὐτὸς ὁ χιτὼν ἤδη φλεγμαίνῃ, πλήττουσά τε ἅμα καὶ
							<pb n="722"/> πληττομένη διπλασιάζει τὴν ὀδύνην. περὶ μὲν δὴ τούτων <lb/>αὐτάρκως
						εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Λεκτέον δὲ ἐφεξῆς τὰ χολώδη ῥεύματα. <lb/>νενίκηκε γὰρ οὐκ οἶδ’ ὅπως τὸ τῶν ἰατρῶν
						ἔθος, ἄν τε χολὴν <lb/>ὀνομάσωμεν ἁπλῶς ἄν τε χολώδη χυμὸν, ἀκούειν ἡμᾶς <lb/>
						<milestone unit="ed1page" n="356"/>τὴν ὠχρὰν καὶ πικρὰν, οὐ τὴν ὀξεῖαν καὶ μέλαιναν.
						<lb/>ἐκείνην γὰρ ἀεὶ μετὰ προσθήκης ὀνομάζουσι, συνάπτοντες τῇ <lb/>προσηγορίᾳ τοῦ χυμοῦ
						τὴν χρόαν. ὅταν οὖν κατασκήψῃ χολῶδες <lb/>ῥεῦμα, τὸ μὲν ἀκριβὲς ἑλκοῖ τὸ δέρμα, τὸ δὲ
						ὑδατώδεσιν <lb/>ἰχῶρσιν ἢ αἵματι συμμιγὲς ἧττόν ἐστι δριμὺ καὶ μᾶλλον <lb/>εἰς ὄγκον
						αἴρει τὸ μέρος ἢ ἑλκοῖ. τουτὶ μὲν οὖν ἐρυσίπελας <lb/>ὀνομάζεται, θάτερος δὲ ἕρπης.
						ἐνδείκνυται δὲ τὸν ἐργασάμενον <lb/>χυμὸν ἥ τε χρόα καὶ ἡ θερμότης τῶν παθῶν. ἐπεὶ δὲ
						<lb/>αὖ καὶ τοῦ δριμέος ὁ μὲν ἧττον, ὁ δὲ μᾶλλον ὑπάρχει τοιοῦτος, <lb/>ἰστέον ἐπὶ μὲν
						τοῦ δριμυτέρου τὸν ἐσθιόμενον ἕρπητα <lb/>συνίστασθαι, οὕτω γὰρ αὐτὸν ὠνόμασεν
						Ἱπποκράτης, ὑπὸ <lb/>δὲ θατέρου τὸν ἕτερον, ᾧ καὶ κεγχρίαν ἔνιοι τῶν μεθ’ Ἱπποκράτην <pb n="723"/> τοὔνομα ἔθεντο, διότι κέγχροις ὁμοίας ἐξοχὰς ἀποτελεῖ <lb/>κατὰ τὸ δέρμα.
						φλέγματι μὲν οὖν μοι δοκεῖ μεμῖχθαι τὸ <lb/>τοιοῦτον ῥεῦμα· τὸ δὲ ἕτερον ἀκριβοῦς εἶναι
						χολῆς. διὰ τοῦτο <lb/>καὶ μετὰ ἀναβρώσεως γίγνεται, τὸ συνεχὲς ἀεὶ τοῦ δέρματος
						<lb/>ἐπιλαμβάνοντος τοῦ πάθους, ὅθεν αὐτῷ καὶ τοὔνομα. <lb/>μιχθέντος δὲ αἵματος ἴσου τῇ
						χολῇ, τὸ πάθος ἀμφοῖν ἐν <lb/>μέσῳ τὴν ἰδέαν ἐστὶ καὶ τὴν φύσιν ἐρυσιπέλατός τε καὶ
						φλεγμονῆς. <lb/>εἰ δὲ πολὺ ἐπικρατοίη τὸ ἕτερον, ἀπὸ τοῦ κρατοῦντος <lb/>ἡ προσηγορία τῷ
						πάθει, κατηγορεῖται δὲ αὐτῷ τὸ μιχθέν. <lb/>ἐρυσίπελας μὲν οὖν φλεγμονῶδες ἐπὶ τῇ ξανθῇ
						κρατούσῃ, <lb/>φλεγμονὴ δὲ ἐρυσιπελατώδης ἐπὶ τῷ κρατοῦντι αἵματι λέγεται.
						<lb/>παραπλήσιος δὲ καὶ ἡ τῶν ἄλλων μίξεων ἑρμηνεία, φλεγμονὴ <lb/>σκιῤῥώδης, καὶ
						σκίῤῥος φλεγμονώδης, οἴδημά τε φλεγμονῶδες <lb/>καὶ οἰδηματώδης φλεγμονή. τέτταρα γὰρ
						ταῦτ’ ἔστι <lb/>συνεχῶς γινόμενα πάθη δι’ ἐπιῤῥοὴν ὑγρῶν, ἐρυσίπελας καὶ <lb/>οἴδημα καὶ
						φλεγμονὴ καὶ σκίῤῥος. ἐρυσίπελας μὲν οὖν, <lb/>ὡς εἴρηται, χολώδους ῥεύματος
						κρατήσαντος· φλεγμονὴ δὲ, <lb/>αἱματώδους· οἴδημα δὲ λεπτοῦ τὴν σύστασιν φλέγματος, <pb n="724"/> ὥσπέρ γε παχέος καὶ γλίσχρου τὸ ἕτερον εἶδος τῶν σκίῤῥων· <lb/>τὸν γὰρ
						ἕτερον ἡ ἰλὺς τοῦ αἵματος ἀπεργάζεται. ἔστι δὲ <lb/>δήπου καὶ αὐτὴ διττὴ, τὸ μὲν ἕτερον
						εἶδος, ὅπερ Ἱππο<milestone unit="ed2page" n="319"/>κράτης <lb/>ὀνομάζει μέλαιναν· τὸ δ’
						ἕτερόν ἐστι μὲν καὶ <lb/>τοῦτο μέλαν, ἰδίαν δὲ ἔχει τὴν προσηγορίαν· ὀνομάζεται γὰρ
						<lb/>μέλαινα χολή. ταύτης μὲν οἱ καρκῖνοι, θατέρου δὲ τοῦ μέλανος <lb/>ἕν τι τῶν σκίῤῥων
						εἶδος ἔγγονον ὑπάρχει. διορίζεται <lb/>δὲ ἀπὸ θατέρου τοῦ φλεγματικοῦ τῇ χρόᾳ. κοινὰ δ’
						ἀμφοῖν <lb/>ὁ μείζων τοῦ κατὰ φύσιν ὄγκος ἀνώδυνός τε καὶ σκληρὸς, ἥ τε <lb/>γένεσις
						ἀμφοτέρων ἐνίοτε μὲν ἐξ ἀρχῆς, ἔστιν ὅτε δὲ ἐκ μεταπτώσεως <lb/>ἤτοι φλεγμονῆς, ἢ
						ἐρυσιπελάτων, ἢ οἰδήματος, <lb/>ἐμψυχθέντων ἀμετρότερον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Ἐγγὺς δ’ ἐστὶ σκίῤῥου τά τε ἐκχυμώματα <lb/>καλούμενα καὶ τὰ μελάσματα, πρεσβύταις
						μάλιστα συμβαίνοντα <lb/>θλασθεισῶν τῶν φλεβῶν. ἔστι δὲ καὶ τούτων <lb/>ἔνια μὲν, ὡς
						εἴρηται, μέλανα, καὶ μάλιστα γέρουσι γίγνεται <lb/>ταῦτα, διὰ σμικρὰς προφάσεις· ἔνιοι
						δὲ καὶ ἐρυθροὶ <lb/>καὶ μέλανες ἐν τῷ μεταξὺ, τὰ καλούμενα πελιδνά. ﻿<pb n="725"/>
						γίγνεται δ’ ἅπαντα τὰ τοιαῦτα ἐκ τῶν φλεβῶν αἵματος ἐκχεομένου, <lb/>ποτὲ μὲν διὰ τῶν
						χιτώνων θλασθέντων, ἔστι δ’ <lb/>ὅτε ἀναστομωθέντων κατὰ τὸ πέρας. </p></div></div></body></text></TEI>