<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg054.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p><milestone unit="ed2page" n="313"/>Λέγεσθαι δὲ εἴθισται τοῖς Ἕλλησι <lb/>τοὔνομα τοῦτο
						κατὰ τῶν ἐν ὄγκῳ μείζονι μορίων <lb/>σαρκωδῶν, ἅμα τάσει καὶ ἀντιτυπίᾳ καὶ ὀδύνῃ
						σφυγματώδει <lb/>καὶ θερμῇ καὶ μετ’ ἐρυθήματος· ἥτις δ’ ἐστὶν ἡ <lb/>αἰτία, δι’ ἣν ταῦτα
						ἐγένετο τὰ συμπτώματα, μὴ ὅτι τοῖς <lb/>πολλοῖς, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτοῖς τοῖς ἰατροῖς ἔγνωσται
						πᾶσιν. <lb/>οὐδὲ γὰρ ὁδῷ τινι ποιοῦνται τὴν ζήτησιν οἱ πλείους αὐτῶν, <lb/>ἀλλὰ τὸ δόξαν
						αὐτοῖς ἁπλῶς ἀποφαίνονται. γίγνοιτο δ’ ἂν <lb/>ἡ σκέψις, εἴπερ τις ὁδῷ προέρχοιτο,
						τοιαδί. μείζων ὄγκος <lb/>οὐκ ἄν ποτε γένοιτο περὶ σῶμα οὐδὲν ἄνευ τοῦ τὴν οὐσίαν
						<lb/>αὐτοῦ δυοῖν τούτων παθεῖν θάτερον, ἢ ὑπὸ θερμότητος πολλῆς <lb/>οἷον περιζέσασαν
						χυθῆναι, ἢ ἔξωθέν τινα νεωτέραν <lb/>οὐσίαν ἐπικτήσασθαι. χεομένη μὲν γὰρ πνευματοῦται
						καὶ <lb/>ψυχθεῖσά γε αὕτη τὸν ἀρχαῖον ὄγκον ἀνακτᾶται ῥᾳδίως. <lb/>οὔτε δὲ πνεῦμα
						περιεχόμενον ἐν τοῖς φλεγμαίνουσιν ὁρᾶται, <lb/>καθάπερ ἐν ἄλλοις ὄγκοις πολλοῖς, καὶ
						ψυχόμενα πρὸς τὴν <pb n="708"/> ἐξ ἀρχῆς κατάστασιν οὔτ’ εὐθὺς οὔτ’ ἐξ ἅπαντος
						ἐπανέρχεται. <lb/>ὅτι δ’ οὐ περιέχεται πνεῦμα, δῆλον ἐκ τῆς τομῆς. <lb/>φαίνεται γὰρ εἰ
						τμηθείη τὸ φλεγμαῖνον, αἷμα μὲν ἐκχεόμενον <lb/>πάμπολυ καὶ τὸ χωρίον ὅλον ἐναργῶς
						αἵματος μεστὸν, ὥσπερ <lb/>οἱ διάβροχοι σπόγχοι, πνεῦμα δὲ οὔτ’ εὐθὺς ἐκπῖπτον οὔτ’
						<lb/>αὖθις. ἀλλὰ καὶ ἡ χροιὰ μόνη τοῦ αἵματος οἰκεία τε ἅμα <lb/>καὶ ἀχώριστος. οὐδὲ γὰρ
						ἄλλο τῶν ἐν τῷ σώματι μορίων <lb/>ἢ χυμῶν ἐρυθρὸν, πλὴν σαρκός τε καὶ αἵματος. ἀλλ’ οὔτε
						<lb/>πολυσαρκία ἐστὶ τὸ πάθημα τῆς φλεγμονῆς, καὶ εἴπερ συσταίη <lb/>ποτὲ πολυσαρκία
						κατὰ τὸ σῶμα μόνη, χωρὶς αἵματος πλήθους, <lb/>ὁ μὲν ὄγκος μείζων γίνεται τοῦ κατὰ
						φύσιν, ἡ χροιὰ <lb/>δὲ ἐν ὅροις ὑγιεινοῖς διαμένει, μηδὲν τῆς ἀρχαίας ἐξαλλάττουσα
						<lb/>φύσεως. οὐδενὶ γὰρ αὐξανομένῳ κατὰ τὴν οὐσίαν <lb/>ἐπιτείνεται τὸ πρόσθεν χρῶμα.
						οὕτω γὰρ ἂν ἥ τε χιὼν ἐγίνετο <lb/>λευκοτέρα καὶ ἡ πίττα μελαντέρα καὶ ὁ χρυσὸς
						ξανθότερος. <lb/>ἕτερον οὖν ἐστι προφανῶς αὔξησις οὐσίας ἀλλοιώσεως. <lb/>αὐξάνεται μὲν
						γὰρ κατὰ τὸ ποσὸν, ἀλλοιοῦται δὲ <lb/>κατὰ τὸ ποιόν. ἔστι δέ που καὶ τὸ χρῶμα ποιᾶς
						οὐσίας, οὐ <pb n="709"/> ποσῆς γνώρισμα. διὰ ταῦτα μὲν οὖν πολυσαρκία ἕτερον
						<lb/>φλεγμονῆς, δι’ αὐτὰ δὲ ταῦτα πλεονάζειν ἄν τις ἐν αὐτῇ τὸν <lb/>τοῦ αἵματος
						ὑπολάβοι χυμόν. ἀλλὰ καὶ μεθ’ ἑλκῶν ἐνίοτε <lb/>μέγισται γίνονται φλεγμοναὶ, καὶ
						φαίνεταί τις ἐκρέων ἰχὼρ <lb/>ὑδατώδης λεπτὸς, αἱματώδους φαινομένου τοῦ πέριξ χωρίου.
						<lb/>ἀναγκαῖον οὖν ἐν τῷδε τὴν πύκνωσιν τῆς σαρκὸς, ἣν ἐν τοῖς <lb/>κατὰ τὸ τραῦμα
						πέρασιν ἑαυτῇ ἐπεκτήσατο, συμμετρίας εἰς <lb/>τοσοῦτον ἥκειν, ὡς διεκπίπτειν
						ἐπιτρέπουσαν τοῖς <milestone unit="ed1page" n="354"/>ἰχῶρσιν, <lb/>ἐναποστέγειν δ’ ἔνδον
						ἑαυτῆς τὸ αἷμα. καὶ μὴν ὅσον <lb/>αἵματος ἰχὼρ λεπτομερέστερός ἐστι, τοσοῦτον ἢ καὶ
						πλέον <lb/>ἔτι παχυμερέστερος ὑπάρχει πνεύματος. ὥστε εἴπερ ἡ κατὰ <lb/>τὸ τραῦμα σὰρξ
						ἐπιτρέπει ἐκπίπτειν τοῖς ἰχῶρσιν, ἐπέτρεπεν <lb/>ἂν δήπου τῷ πνεύματι. κενωθέντος δὲ
						ἅπαξ αὐτοῦ, καθίστατο <lb/>ἂν εὐθέως καὶ ὁ τῆς φλεγμονῆς ὄγκος. ἀμέλει καὶ φαίνεται
						<lb/>γιγνόμενον οὕτως ἐν οἷς ἂν μορίοις ὄντως ἀθροισθῇ τὸ <lb/>πνεῦμα. τμηθέντων γὰρ
						αὐτῶν αὐτίκα συστέλλεται πᾶς <lb/>ὄγκος. ἀλλὰ καὶ ἡ γένεσις αὐτῆς τῆς ἐπὶ τραύμασι
						γενομένης <lb/>φλεγμονῆς μαρτυρεῖ. ἐν ἀρχῇ μὲν γὰρ ἔτι νεοτρώτων <lb/>ὄντων ἐκπίπτει
							<milestone unit="ed2page" n="314"/>πλῆθος αἵματος· ἴσχεται δ’ ﻿<pb n="710"/> αὖθις
						ἤτοι ψυξάντων ἡμῶν, ἢ αὐτομάτως ὑπὸ τοῦ περιέχοντος <lb/>ψυχθέν. ἀλλὰ καὶ πιλησάντων
						ἡμῶν ταῖς χερσὶν ἢ ἐπιδησάντων, <lb/>ἴσχεται κωλυόμενον ἐκρεῖν. εἶτ’ ἐν τοῖς στόμασι
						<lb/>τῶν διῃρημένων ἀγγείων ἰσχόμενόν τε καὶ φραττόμενον πιλοῦταί <lb/>τε καὶ πήγνυται,
						παραπλήσιόν τι πάσχον θρόμβῳ, <lb/>πλὴν ὅτι θρόμβος μὲν ἀθρόα τοῦ αἵματός ἐστι πῆξις
						αἰσθητὴ, <lb/>τὸ δ’ ἐπὶ τῶν ἑλκῶν γιγνόμενον οὐκέτ’ ἀθρόως, ἀλλὰ κατὰ <lb/>σμικρὰ καὶ
						πολλὰ πέρατα τῶν διῃρημένων ἀγγείων ἵστησι <lb/>καὶ παχύνει τὸ αἷμα. ὅταν οὖν ἅμα μὲν
						τοῦτο παχύτερον, <lb/>ἅμα δὲ τῶν ἀγγείων τὸ πέρας γένηται στενότερον, ἴσχεται <lb/>μὲν
						ἤδη τὸ αἷμα, διεκπίπτουσι δὲ ἰχῶρες. ταῦτα πάντα <lb/>τεκμήρια μέγιστα τοῦ πληθύνειν ἐν
						τοῖς φλεγμαίνουσι μορίοις <lb/>τὸ αἷμα. θερμότερον μὲν οὖν ἐστι τοῦ κατὰ φύσιν ἐν τοῖς
						<lb/>οὕτω διακειμένοις, οὐ μὴν τοσοῦτον θερμότερον, ὡς μόνῃ <lb/>τῇ χύσει τηλικοῦτον
						ἐργάσασθαι τὸν ὄγκον. πολλὰ δ’ ἂν εἴη <lb/>σοι καὶ τὰ τοῦδε τεκμήρια. πρῶτον μὲν οἱ
						διακαέστατοι τῶν <lb/>πυρετῶν· ὅσον γὰρ ἐπὶ τούτων ἡ θερμασία σφοδροτέρα τῆς <lb/>κατὰ
						τὰ φλεγμαίνοντα μόριά ἐστι, τοσοῦτον τὸν ὄγκον ἐχρῆν <pb n="711"/> εἶναι μείζονα.
						δεύτερον δὲ τεκμήριον ἐκ τῆς τοῦ αἵματος οὐσίας· <lb/>οὐ γὰρ ὥσπερ πίττα καὶ ῥητίνη καὶ
						κηρὸς ὑπὸ ψύξεως <lb/>πέπηγεν, ἀλλ’ ἔστιν ἀεί τε καὶ φύσει θερμότερον. ἐκείνοις <lb/>μὲν
						οὖν θερμαινομένοις εἰς τοὐναντίον ἡ μετάστασις· αἵματι <lb/>δὲ κατὰ φύσιν ὑπάρχοντι
						θερμῷ γένοιτο μὲν ὀλίγῳ τινὶ <lb/>ὁ μείζων ὄγκος, οὐ μὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον ἐξαίρουσιν
						αἱ <lb/>φλεγμοναὶ τὰ πάσχοντα μόρια. καίτοι γε πίττα καὶ ῥητίνη <lb/>καὶ κηρὸς, εἰς
						τοσαύτην ἀφικνούμενα θερμασίαν, εἰς ὅσην <lb/>ἥκει τὰ φλεγμαίνοντα, βραχὺ τοῦ ἐξ ἀρχῆς
						ἐπαύξεται. καί <lb/>σοι καὶ τοῦτό ἐστι τεκμήριον ἕτερον ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις οὐ
						<lb/>σμικρὸν τοῦ τὸν ὄγκον τῶν φλεγμαινόντων μορίων μὴ διὰ <lb/>μόνην γίνεσθαι τὴν
						χύσιν. ὀλίγη μὲν γάρ ἐστιν ἡ κατὰ θερμασίαν <lb/>ἀλλοίωσις τοῦ αἵματος, οὐκ ὀλίγῳ δὲ
						μείζων ὁ ὄγκος. <lb/>ἱκανὸν δὲ τεκμήριον ἔστω σοι καὶ αὐτὸ τὸ φαινόμενον. οὐ <lb/>γὰρ
						ὥσπερ ἡ ῥητίνη καὶ ἡ πίττα καὶ ὁ κηρὸς θερμαινόμενα <lb/>σφοδρότερον ἐπιπλεῖστον ἥκουσι
						χύσεως, οὕτω καὶ τὸ αἷμα· <lb/>φυλάττει δὲ, κᾂν ἐπὶ πυρὸς ἕψηται, τὸν ἔμπροσθεν ὄγκον,
						<lb/>ἢ οὐδ’ ὅλως ἢ παντάπασιν ἐλάχιστον εἰς μέγεθος ἐξαιρόμενον. <pb n="712"/> εἴρηται
						δέ μοι καὶ πρόσθεν, ὅτι ψυχομέναις ταῖς φλεγμοναῖς <lb/>οὐκ ἀεὶ καθίστασθαι συμβαίνει.
						τὴν γὰρ ἀκμάζουσάν τε καὶ <lb/>μεγάλην, ἐφ’ ἧς ἐσφήνωται τὸ ῥεῦμα, κᾂν ἐπὶ πλέον ψύξῃς,
						<lb/>οὐ καθαιρήσεις τὸν ὄγκον, ἀλλὰ πελιδνὸν ἐργάσῃ τὸ μέρος <lb/>καὶ ψυχρὸν, εἰς
						σκίῤῥον τε μεταστήσεις τὸ πάθος. εὐκολώτατα <lb/>δὲ πρὶν μὲν σφηνωθῆναι τὸ ῥεῦμα τοῖς
						ψύχουσί τε καὶ <lb/>στύφουσιν ἀναστέλλεται, καὶ μάλισθ’ ὅταν ὀλίγον ᾖ· δυσλύτως <lb/>δὲ
						ἔμπροσθεν ἐμπλασθὲν, ὑπὸ μὲν τῶν στυφόντων καὶ ψυχόντων <lb/>οὐδὲν ὀνίναται, κενωθῆναι
						δὲ δεῖται. ἐξεύρηται τοιγαροῦν <lb/>τηνικαῦτα τοῖς ἰατροῖς οὐ μόνον τοῖς θερμαίνουσι
						διαφορεῖν, <lb/>ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τι τοῦ αἵματος αἰσθητῶς ἐκκενοῦν, ἀμυχὰς <lb/>εἰς τὸ
						δέρμα ποιούντων. πάντα ταῦτα οὖν μεγάλα γνωρίσματα <lb/>τοῦ πεπληρῶσθαι τὸ φλεγμαῖνον
						αἱματώδους χυμοῦ. <lb/>θερμὸν δὲ ἀμέτρως οὐκ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐν τῷ χρόνῳ γίνεται,
						<lb/>διὰ τὴν ἔμφραξιν ἁπάντων τῶν πόρων ἰσχομένης τῆς <lb/>ἀρχαίας ἀναπνοῆς. ἀναγκαῖον
						οὖν δήπου καὶ σήπεσθαι <lb/>χρονίζοντι τῷ αἵματι. πάντα γὰρ ὅσα θερμὰ καὶ ὑγρὰ σώματα,
						<lb/>κατὰ θερμὸν ἀθροιζόμενα τόπον ἑτοίμως σήπεται, <pb n="713"/> μήτε κενούμενα μήτε
						ἐμψυχόμενα, <milestone unit="ed2page" n="315"/>ὥστε καὶ ἡ ἐκ τῆς <lb/>σηπεδόνος αὐτοῦ
						προέρχεται θερμότης, ἐφ’ ᾗ πρόσθεν εἶχεν. <lb/>ὅτι μὲν οὖν ἐν τοῖς ἀγγείοις αἷμα πλεῖον
						ἤθροισται κατὰ τὰ <lb/>φλεγμαίνοντα μόρια, τοῖς ὄγκοις αὐτῶν τεκμαρτέον, οὐχ <lb/>ἥκιστα
						δὲ καὶ τῷ φαίνεσθαι φλέβας ἐν αὐτοῖς ἀοράτους ἔμπροσθεν <lb/>οὔσας ὑπὸ σμικρότητος, οὐ
						γεννηθείσας δήπου κατὰ <lb/>τὴν φλεγμονὴν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ πληρωθῆναι τοῦ αἵματος εἰς
						μέγεθος <lb/>ἀρθείσας τοσοῦτον, ὡς αἰσθητὰς γενέσθαι. μάλιστα <lb/>δὲ ἐν ὀφθαλμοῖς
						φαίνεται τοῦτο συμπῖπτον καὶ πόσθῃ καὶ <lb/>τιτθοῖς. ὅτι δὲ καὶ ἡ σύμπασα φαίνεται σὰρξ,
						ἧς ἤδη καὶ <lb/>μάλιστα πάθος ἐστὶν ἡ φλεγμονὴ, πληροῦσθαι ῥεύματος αἱματώδους, <lb/>ἥ
						τε χροιὰ καὶ ὁ ὄγκος αὐτὸς ἐνδείκνυται. διὰ <lb/>τοῦτο δὲ καὶ ὑγρὰ πᾶσα καὶ διάβροχος
						ὥσπερ ἔριον καὶ <lb/>σπόγγος φαίνεται, καὶ τούτῳ μαρτυροῦσι καὶ οἱ ἐκρέοντες
						<lb/>ἰχῶρες, ἐπειδὰν ἔχῃ στόμιον ἡ φλεγμονή. εἰκότως δὲ, οἶμαι, <lb/>καὶ τὸ δέρμα σὺν
						τοῖς ὄγκοις τῶν ὑποκειμένων ἐξαίρεται καὶ <lb/>περιτείνεται, καὶ τῷ χρόνῳ δὲ δέχεται καὶ
						αὐτὸ τοῦ ῥεύματος, <lb/>ὥσπερ καὶ οἱ τῶν ἀγγείων χιτῶνες. οὕτω δὲ καὶ οἱ <pb n="714"/>
						ὑμένες οἱ κατὰ τὸ φλεγμαῖνον μέρος, ἔτι δὲ καὶ τὰ νεῦρα <lb/>καὶ οἱ τένοντες ἀπολαύουσιν
						ἐν τῷ χρόνῳ τῆς φλεγμονῆς, <lb/>ἐνίοτε μέν τοι τρωθέντων αὐτῶν ἢ καὶ ἄλλως παθόντων,
						<lb/>ἐξ αὐτῶν ἐκείνων πρῶτον ἄρχεται τὸ κακόν. ὅλως δὲ οὐδὲν <lb/>τῷ φλεγμαίνοντι μορίῳ
						κατὰ φύσιν ἔχον ἀκριβῶς διαμένει <lb/>χρονιζούσης τῆς φλεγμονῆς, ἀλλὰ συναπολαύει τῇ
						<lb/>σαρκὶ πάντα τοῦ ῥεύματος, ὥστ’ ἐνίοτε καὶ τῶν ὀστῶν <lb/>ἅπτεται, ἐν γοῦν τῷ κατὰ
						φύσιν ἔχειν χαλαρόν τέ <lb/>πασχόντων. ἐν γοῦν τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν χαλαρόν τέ <lb/>ἐστι
						τὸ δέρμα τοῖς γε μὴ παχέσιν, ἥ τ’ ἐν τῷ μεταξὺ χώρα <lb/>κενὴ, καθ’ ἧς ἐπιπέπτωκεν·
						ὡσαύτως δὲ καὶ αἱ κατὰ τὴν <lb/>σάρκα χῶραι, περὶ ὧν ἐπὶ πλέον ἐν ταῖς ἀνατομικαῖς
						ἐγχειρήσεσι <lb/>λέλεκται, κεναὶ πᾶσαι τυγχάνουσιν οὖσαι, καὶ μάλιστά <lb/>γε αἱ περὶ
						τὰς ἀρτηρίας ἐν κύκλῳ ταῖς διαστολαῖς <lb/>αὐτῶν ἀνακείμεναι· κατὰ δὲ τὰς φλεγμονὰς
						ἅπασαι πληροῦνται <lb/>τοῦ αἵματος, ἐκ μὲν τῶν ἀγγείων διιδρουμένου <lb/>κατὰ τοὺς
						χιτῶνας αὐτῶν, ἐν παντὶ δὲ μορίῳ τῆς σαρκὸς <lb/>ἀναμιγνυμένου δροσοειδῶς. </p></div><pb n="715"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ὅταν δὲ ἐν τῷ χρόνῳ κρατήσῃ μὲν ἡ φύσις, <lb/>πεφθῇ δὲ σύμπαν τὸ ῥεῦμα, καὶ γένηται
						πύον, ἐκτὸς ὠθεῖται <lb/>τῆς σαρκὸς, ὑπὸ τῆς ἐν αὐτῇ δυνάμεως ἀποκριτικῆς τῶν
						<lb/>ἀλλοτρίων. ἔνθα μὲν οὖν ἤτοι πόρος ἐστὶ φυσικὸς ἀξιόλογος, <lb/>οἷον ὀχετός τις
						ἐκροῆς περιττωμάτων παρεσκευασμένος, <lb/>ἢ αὐτὸ τὸ χωρίον ἐνταῦθα ἀραιὸν, τοῦ πύου τὸ
						μέν τι διαπνεῖται, <lb/>τὸ δὲ αἰσθητῶς ἐκρεῖ· ἔνθα δὲ περίκειται τὸ δέρμα <lb/>πυκνὸν
						καὶ σκληρὸν, οἷον τὸ ἔξωθεν ἡμῶν ἐστιν, ἴσχεται <lb/>ἐνταῦθα τὸ πύον, ἀφίστησί τε τῆς
						ὑποκειμένης αὐτῷ σαρκὸς, <lb/>εἶτα καὶ διαβιβρώσκει τῇ δριμύτητι καὶ διεξέρχεται πρὸς
						τοὐκτὸς, <lb/>εἰ μή τις φθάσῃ σχάσας αὐτό. κρατηθείσης δὲ τῆς φύσεως <lb/>ὑπὸ τοῦ
						ῥεύματος, οὐκέτι εἰς πύον, ἀλλ’ εἰς <milestone unit="ed1page" n="355"/>ἀλλόκοτόν
						<lb/>τινα μεταβολὴν ἄλλοτε ἀλλοίαν ἀφικνεῖται τὸ αἷμα. <lb/>καλεῖται δὲ κοινῇ μὲν
						σύμπαντα τὰ τοιαῦτα πρὸς τῶν πλείστων <lb/>ἰατρῶν ἀποστήματα, καὶ μάλισθ’ ὅσα διὰ βάθους
						ἔνδον <lb/>ἐστίν· ἔνιοι δὲ οὐχ ἅπαντα προσαγορεύειν οὕτω δικαιοῦσιν, <lb/>ἀλλ’ ἐκεῖνα
						μόνον, ὅσα τὴν ἀλλοίωσιν εἰς διαφθορὰν ἑτέραν <lb/>τινὰ, οὐκ εἰς τὸ συνηθές τε καὶ
						χρηστὸν ἴσχει πύον. ὡς τά γε <pb n="716"/> ἐκπυΐσκοντα ἅπαντα <milestone unit="ed2page" n="316"/>τινὲς μὲν ἐμπυήματα προσαγορεύουσιν, <lb/>ἔνιοι δὲ διαπυήματα, καθάπερ καὶ
						αὐτὸ ἐκπυΐσκειν, <lb/>καὶ διαπυΐσκειν· ἔνιοι δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ’ ὅταν ἐν σπλάγχνῳ
						<lb/>γένηταί τι τοιοῦτον, ἐκεῖνο μόνον ἐμπύημα προσαγορεύουσι, <lb/>καὶ τοὺς οὕτω
						πάσχοντας ἐμπύους· ἄλλοι δ’ αὖ τινες ἰατροὶ <lb/>μόνους ἐκείνους ὀνομάζειν ἐμπύους
						δικαιοῦσιν, οἷς ἤθροισται <lb/>πύον ἐν τῇ μεταξὺ θώρακός τε καὶ πνεύμονος χώρᾳ. τῶν
						<lb/>μὲν οὖν ὀνομάτων, ὅπερ ἀεί μοι λέλεκται, φροντίζειν χρὴ τοσοῦτον, <lb/>ὡς
						ἑρμηνεύεσθαι σαφῶς τὸ δηλούμενον· αὐτὰ δὲ <lb/>τὰ πράγματα, περὶ ὧν ὁ λόγος, εὑρίσκειν
						οὕτως σπουδαστέον, <lb/>ὡς μηδὲν ἐξ αὐτῶν διαλάθοι. σύμπαντα γὰρ ταῦτα
						<lb/>παρασκευαστικὰ πρὸς τὴν θεραπευτικήν εἰσι μέθοδον, ἐν ᾗ <lb/>τὰς διαθέσεις, οὐ τὰς
						προσηγορίας αὐτῶν ἰώμεθα. τούτων <lb/>τοίνυν ἀεὶ μεμνημένους ἐπὶ τὰ λείποντα αὖθις τῶν
						πραγμάτων <lb/>ἰτέον. </p></div></div></body></text></TEI>