<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg054.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Μελαγχολικὸν δὲ πάθος καὶ ὁ ἐλέφας ἐστὶ, <lb/>τὴν μὲν πρώτην γένεσιν ἐξ αἵματος ἴσχων
						μελαγχολικοῦ, τῷ <lb/>χρόνῳ δὲ πλείων ἡ μέλαινα γίνεται τοῦ αἵματος, ἡνίκα δυσώδεις
						<lb/>εἰσὶ καὶ ἀπεχθεῖς ἰδεῖν, ἐνίοις δὲ αὐτῶν καὶ ἕλκη συμπίπτει. <pb n="728"/> τοῦτο τὸ
						πάθος ἀρχόμενον ὀνομάζουσι σατυριασμὸν, <lb/>ἐπειδὴ τοῖς σατύροις ὅμοιοι γίγνονται τὸ
						πρόσωπον. ἔνιοι δὲ <lb/>τὰς κατὰ τοὺς κροτάφους ἐξοχὰς ὀστώδεις οὕτω καλοῦσι.
						<lb/>γίγνονται δὲ καὶ κατ’ ἄλλα μόρια τοιαῦται τῶν ὀστῶν ἐξοχαὶ, <lb/>καὶ καλοῦσιν αὐτὰς
						ἐξοστώσεις ἔνιοι, καθάπερ καὶ τὰς κατὰ <lb/>φύσιν ἐντάσεις τῶν αἰδοίων μὴ καθισταμένας
						τινὲς ὀνομάζουσι <lb/>σατυριασμὸν, τινὲς δὲ πριαπισμόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Ἔστι δὲ καὶ ὁ ἀχὼρ ἕλκος μικρὸν ἐν τῷ <lb/>δέρματι τῆς κεφαλῆς, εἰκάσαις δὲ αὐτὸ
						φλέγματος ἁλμυροῦ <lb/>καὶ νιτρώδους ἔκγονον ὑπάρχειν. ἐκρεῖ γοῦν αὐτοῦ τις ἰχὼρ
						<lb/>οὔθ’ ὑδατώδης ἁπλῶς οὔτ’ ἤδη παχὺς ὥσπερ τὸ μέλι, καθάπερ <lb/>ἐν τοῖς κηρίοις
						ὀνομαζομένοις. καὶ γὰρ καὶ ταῦτα σὺν <lb/>ὄγκῳ τινὶ καὶ κατατρήσεσι πλείοσι <milestone unit="ed1page" n="357"/>γίγνεται, μελιτώδους <lb/>ἐκρέοντος ὑγροῦ. μικρὸς δὲ καὶ
						τούτων ὁ ὄγκος, ἀλλ’ οὐκ <lb/>εἰς τοσοῦτον εἰς ὅσον ἀχῶρος. ἔτι δὲ καὶ τούτων ὄγκοι
						μικρότεροι <lb/>παρὰ φύσιν ἐπὶ τοῦ δέρματος γεννῶνται, μυρμηκίαι <lb/>τε καὶ
						ἀκροχορδόνες τε καὶ ψύδρακες, ἐπικνυκτίδες τε, ἅπασι <lb/>γνώριμα πάθη. γνώριμος δ’
							<milestone unit="ed2page" n="321"/>οὐχ ἥκιστα καὶ ὁ δοθιήν <pb n="729"/> ἐστιν,
						ἐπιεικὴς μὲν ὑπάρχων, ὅτε ἐν αὐτῷ μόνῳ συνίσταται <lb/>τῷ δέρματι, κακοήθης δὲ, ὅταν ἐκ
						πλείονος ἀνίσχηται βάθους. <lb/>ἔοικε γὰρ οὕτως φύματι, καὶ τῇ σκληρότητι μόνον
						<lb/>διήνεγκε φύματος ὁ τοιοῦτος δοθιήν. ἔστι δ’ ἄμφω τὰ πάθη <lb/>φλεγμονώδη. καὶ
						τρίτον ἐπ’ αὐτοῖς ὁ βουβὼν, καὶ τέταρτον <lb/>ὅπερ ὀνομάζουσιν ἔνιοι φύγεθλον, θερμότητι
						ἅμα καὶ τάχει <lb/>γενέσεως ἀφορίζοντες τῶν ἄλλων φυμάτων. εἰσὶ δὲ καὶ οἱ <lb/>κατὰ
						βουβῶνας καὶ μασχάλας μόνας γίνεσθαι φύγεθλα λέγοντες, <lb/>φλεγμονὰς ὑπάρχοντα τῶν
						ἀδένων. τῶν τῇδε σκιῤῥωθέντων <lb/>τὸ δὲ πάθος ὀνομάζεται χοιρὰς, ὥσπέρ γε καὶ <lb/>τῶν
						ὄρχεων σκιῤῥωθέντων ὄνομα τῷ νοσήματι σαρκοκήλην <lb/>ἔθεντο, καθάπερ ὅταν ὑγρὸν
						ὑδατῶδες ἐν τοῖς περὶ τὸν ὄρχιν <lb/>ἀθροίζηται χιτῶσιν, ὑδροκήλην καλοῦσιν, ἐπιπλοκήλην
						τε <lb/>καὶ ἐντεροκήλην, καὶ πρὸς τούτων ἔτι τὸ σύνθετον ἐξ ἀμφοῖν, <lb/>μᾶλλον τοῦ
						δέοντος πεπλεγμένον, ἐντεροεπιπλοκήλην, νεωτέρων <lb/>ἰατρῶν ὄνομα, τῶν καὶ σύμπαντας
						τοὺς κατὰ τῶν ὄρχεων <lb/>ὄγκους ὀνομαζόντων κήλας διὰ τοῦ η΄ στοιχείου τῆς <lb/>πρώτης
						λεγομένης συλλαβῆς, οὐ διὰ τοῦ α΄, καθάπερ ὑπὸ <lb/>τῶν Ἀθηναίων. ὥσπερ δὲ τῶν εἰρημένων
						ὀνομάτων ἕκαστον ﻿<pb n="730"/> ἐνδείκνυται τοῦ μέρους τὸ νόσημα καθ’ οὗ λέγεται, οὕτω
						καὶ <lb/>ἡ κιρσοκήλη νεώτερον ὄνομα δηλοῖ τὸ πάθος ἐφ’ οὗ λέλεκται. </p></div></div></body></text></TEI>