<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg054.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Ἀρτηρίας δ’ ἀναστομωθείσης τὸ πάθος <lb/>ἀνεύρυσμα καλεῖται. γίγνεται δὲ τρωθείσης
						αὐτῆς, ἐπειδὰν <lb/>εἰς οὐλὴν μὲν ἀφίκηται τὸ προσκείμενον αὐτῇ δέρμα, μένῃ <lb/>δὲ τῆς
						ἀρτηρίας ἕλκος μήτε συμφυθείσης μήτε συνουλωθείσης <lb/>μήτε σαρκὶ φραχθείσης.
						διαγινώσκεται δὲ τὰ τοιαῦτα <lb/>παθήματα τῶν σφυγμῶν τῶν ἐργασαμένων ἀρτηριῶν, ἀλλὰ
						<lb/>καὶ θλιβομένων ἀφανίζεται πᾶς ὁ ὄγκος, παλινδρομούσης εἰς <lb/>τὰς ἀρτηρίας τῆς
						ἐργαζομένης αὐτὸν οὐσίας, ἣν ἐδείξαμεν ἐν <lb/>ἄλλοις ἅμα λεπτὸν καὶ ξανθὸν εἶναι αἷμά
						τι πνεύματι λεπτῷ <lb/>καὶ πολλῷ συμμιγές. εὐθὺς δὲ καὶ θερμότερόν ἐστι τὸ αἷμα
						<lb/>τοῦτο τοῦ κατὰ τὰς φλέβας καὶ τρωθέντος τοῦ ἀνευρύσματος <lb/>ἐξακοντίζεται
						δυσεπισχέτως. ὑποχωρεῖ μὲν οὖν κᾀν <lb/>τοῖς οἰδήμασιν ἡ ὕλη θλιψάντων τῶν δακτύλων, καὶ
						βοθροῦται <lb/>τὸ μέρος, ἀλλ’ οὔτε σφυγμός ἐστιν ἐν τούτῳ τῷ πάθει, <lb/>καὶ ἡ χροιὰ
						λευκοτέρα, καὶ τὸ οἴδημα πολλῷ πλατύτερόν τε <pb n="726"/> καὶ μεῖζον ἀνευρύσματος, πλὴν
						εἴποτε θρόμβος τις ἐγγενόμενος <lb/>ἐξ ἀνευρύσματος σφάκελον ἐργάζοιτο. καλῶ δ’ οὕτω
						<lb/>τὴν φθορὰν τῶν στερεῶν σωμάτων ἅπασαν, ὡς καὶ τοῖς <lb/>ὀστοῖς ἐγγίνεσθαι, μήτοι γε
						δὴ σαρξὶν, ἢ ἀγγείοις. ἡ δὲ <lb/>γάγγραινα νέκρωσις καὶ αὕτη τῶν στερεῶν σωμάτων, ἀλλ’
						<lb/>οὔτ’ ὀστοῖς ἐπιγίγνεται καὶ ταῖς μεγίσταις ἕπεται φλεγμοναῖς, <lb/>εἶδος μέν τι τῶν
						σφακελῶν ὑπάρχουσα, προσηγορίαν δὲ ἰδίαν <lb/>ἐξαίρετον ἐπὶ τῇ κοινῇ κεκτημένη. ταῦτ’
						οὖν αὐτάρκως διώρισται, <lb/>καὶ λέγειν ἤδη καιρὸς περὶ τῶν μελαγχολικῶν <lb/>ῥευμάτων.
					</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Ὅταν δὲ εἰς σάρκα μέλαινα κατασκήψῃ <lb/>χολὴ, δακνώδης μὲν οὖσα διαβιβρώσκει τὸ
						περικείμενον <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="320"/>δέρμα, καὶ ἕλκος ἐργάζεται· μετριωτέρα δὲ ὑπάρχουσα,
						<lb/>τὸν χωρὶς ἑλκώσεως ἀποτελεῖ καρκῖνον. εἴρηται δὲ ἔμπροσθεν <lb/>ὅτι καὶ τὰς φλέβας
						ἐξαίρει μειζόνως τῶν φλεγμονῶν, ὁποῖόν <lb/>τε τὸ εἶδος αὐτῶν τῆς χρόας ἐστίν. οὐ μόνον
						δὲ τὸ καρκινῶδες <lb/>ἕλκος, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πολλὰ σὺν ὄγκοις τῶν περιεχόντων <lb/>αὐτὰ
						συνίσταται σωμάτων, ἔγγονα σύμπαντα κακοχυμίας, <pb n="727"/> ἤτοι πικροχολίας τινὸς, ἢ
						μελαγχολικῆς, ἢ καί πως ἄλλως <lb/>ἰώδους τε καὶ μοχθηρᾶς ἐκ διαφθορᾶς μείζονος
						ὑποτραφείσης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Ὅσα δὲ ἐν αὐτοῖς ἐπινέμεται καὶ τῶν πέριξ <lb/>ἅπτεται διαβιβρώσκοντα τὸ περιέχον ὑγιὲς
						σῶμα, ταῦτα σύμπαντα <lb/>φαγεδαινικὰ προσαγορεύεται· τὰ δ’ ἐξ ἀμφοῖν σύνθετα, <lb/>τοῦ
						τε ἕλκους αὐτοῦ καὶ τοῦ πέριξ ὄγκου, φαγέδαιναν ὀνομάζουσιν. <lb/>ἐπινέμεται μὲν οὖν καὶ
						ὁ ἕρπης ἀναβιβρώσκων τὰ <lb/>πέριξ, ἀλλ’ ἔστι μόνον τοῦ δέρματος ἕλκωσις, ἡ φαγέδαινα
						<lb/>δὲ σὺν τῷ δέρματι καὶ τῶν ὑποκειμένων ἅπτεται. Χειρώνεια <lb/>δὲ καὶ Τηλέφεια
						καλεῖν ἕλκη περιττόν· ἀρκεῖ γὰρ ἅπαντα <lb/>κοινῇ κακοήθη προσαγορεύειν. ἔστι δὲ καὶ ἡ
						ψώρα καὶ ἡ λέπρα <lb/>μελαγχολικὰ πάθη μόνου τοῦ δέρματος, ὡς εἴγε κᾀν ταῖς <lb/>φλεψὶ
						καὶ τῇ σαρκὶ γίγνοιτο, καρκῖνος ὀνομάζεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Μελαγχολικὸν δὲ πάθος καὶ ὁ ἐλέφας ἐστὶ, <lb/>τὴν μὲν πρώτην γένεσιν ἐξ αἵματος ἴσχων
						μελαγχολικοῦ, τῷ <lb/>χρόνῳ δὲ πλείων ἡ μέλαινα γίνεται τοῦ αἵματος, ἡνίκα δυσώδεις
						<lb/>εἰσὶ καὶ ἀπεχθεῖς ἰδεῖν, ἐνίοις δὲ αὐτῶν καὶ ἕλκη συμπίπτει. <pb n="728"/> τοῦτο τὸ
						πάθος ἀρχόμενον ὀνομάζουσι σατυριασμὸν, <lb/>ἐπειδὴ τοῖς σατύροις ὅμοιοι γίγνονται τὸ
						πρόσωπον. ἔνιοι δὲ <lb/>τὰς κατὰ τοὺς κροτάφους ἐξοχὰς ὀστώδεις οὕτω καλοῦσι.
						<lb/>γίγνονται δὲ καὶ κατ’ ἄλλα μόρια τοιαῦται τῶν ὀστῶν ἐξοχαὶ, <lb/>καὶ καλοῦσιν αὐτὰς
						ἐξοστώσεις ἔνιοι, καθάπερ καὶ τὰς κατὰ <lb/>φύσιν ἐντάσεις τῶν αἰδοίων μὴ καθισταμένας
						τινὲς ὀνομάζουσι <lb/>σατυριασμὸν, τινὲς δὲ πριαπισμόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Ἔστι δὲ καὶ ὁ ἀχὼρ ἕλκος μικρὸν ἐν τῷ <lb/>δέρματι τῆς κεφαλῆς, εἰκάσαις δὲ αὐτὸ
						φλέγματος ἁλμυροῦ <lb/>καὶ νιτρώδους ἔκγονον ὑπάρχειν. ἐκρεῖ γοῦν αὐτοῦ τις ἰχὼρ
						<lb/>οὔθ’ ὑδατώδης ἁπλῶς οὔτ’ ἤδη παχὺς ὥσπερ τὸ μέλι, καθάπερ <lb/>ἐν τοῖς κηρίοις
						ὀνομαζομένοις. καὶ γὰρ καὶ ταῦτα σὺν <lb/>ὄγκῳ τινὶ καὶ κατατρήσεσι πλείοσι <milestone unit="ed1page" n="357"/>γίγνεται, μελιτώδους <lb/>ἐκρέοντος ὑγροῦ. μικρὸς δὲ καὶ
						τούτων ὁ ὄγκος, ἀλλ’ οὐκ <lb/>εἰς τοσοῦτον εἰς ὅσον ἀχῶρος. ἔτι δὲ καὶ τούτων ὄγκοι
						μικρότεροι <lb/>παρὰ φύσιν ἐπὶ τοῦ δέρματος γεννῶνται, μυρμηκίαι <lb/>τε καὶ
						ἀκροχορδόνες τε καὶ ψύδρακες, ἐπικνυκτίδες τε, ἅπασι <lb/>γνώριμα πάθη. γνώριμος δ’
							<milestone unit="ed2page" n="321"/>οὐχ ἥκιστα καὶ ὁ δοθιήν <pb n="729"/> ἐστιν,
						ἐπιεικὴς μὲν ὑπάρχων, ὅτε ἐν αὐτῷ μόνῳ συνίσταται <lb/>τῷ δέρματι, κακοήθης δὲ, ὅταν ἐκ
						πλείονος ἀνίσχηται βάθους. <lb/>ἔοικε γὰρ οὕτως φύματι, καὶ τῇ σκληρότητι μόνον
						<lb/>διήνεγκε φύματος ὁ τοιοῦτος δοθιήν. ἔστι δ’ ἄμφω τὰ πάθη <lb/>φλεγμονώδη. καὶ
						τρίτον ἐπ’ αὐτοῖς ὁ βουβὼν, καὶ τέταρτον <lb/>ὅπερ ὀνομάζουσιν ἔνιοι φύγεθλον, θερμότητι
						ἅμα καὶ τάχει <lb/>γενέσεως ἀφορίζοντες τῶν ἄλλων φυμάτων. εἰσὶ δὲ καὶ οἱ <lb/>κατὰ
						βουβῶνας καὶ μασχάλας μόνας γίνεσθαι φύγεθλα λέγοντες, <lb/>φλεγμονὰς ὑπάρχοντα τῶν
						ἀδένων. τῶν τῇδε σκιῤῥωθέντων <lb/>τὸ δὲ πάθος ὀνομάζεται χοιρὰς, ὥσπέρ γε καὶ <lb/>τῶν
						ὄρχεων σκιῤῥωθέντων ὄνομα τῷ νοσήματι σαρκοκήλην <lb/>ἔθεντο, καθάπερ ὅταν ὑγρὸν
						ὑδατῶδες ἐν τοῖς περὶ τὸν ὄρχιν <lb/>ἀθροίζηται χιτῶσιν, ὑδροκήλην καλοῦσιν, ἐπιπλοκήλην
						τε <lb/>καὶ ἐντεροκήλην, καὶ πρὸς τούτων ἔτι τὸ σύνθετον ἐξ ἀμφοῖν, <lb/>μᾶλλον τοῦ
						δέοντος πεπλεγμένον, ἐντεροεπιπλοκήλην, νεωτέρων <lb/>ἰατρῶν ὄνομα, τῶν καὶ σύμπαντας
						τοὺς κατὰ τῶν ὄρχεων <lb/>ὄγκους ὀνομαζόντων κήλας διὰ τοῦ η΄ στοιχείου τῆς <lb/>πρώτης
						λεγομένης συλλαβῆς, οὐ διὰ τοῦ α΄, καθάπερ ὑπὸ <lb/>τῶν Ἀθηναίων. ὥσπερ δὲ τῶν εἰρημένων
						ὀνομάτων ἕκαστον ﻿<pb n="730"/> ἐνδείκνυται τοῦ μέρους τὸ νόσημα καθ’ οὗ λέγεται, οὕτω
						καὶ <lb/>ἡ κιρσοκήλη νεώτερον ὄνομα δηλοῖ τὸ πάθος ἐφ’ οὗ λέλεκται. </p></div></div></body></text></TEI>