<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg053.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="187"/>Οὐσῶν γὰρ τῶν πρώτων τε καὶ γενικωτάτων
                        <lb/>ἐν τοῖς πυρετοῖς διαφορῶν τριῶν, ἐξαίρομεν ἔν γε <lb/>τῷ παρόντι τοὺς
                        ἐφημέρους· ὁ δέ μοι λόγος ὑπέρ τε τῶν <lb/>ἐπὶ χυμῶν γενήσεται καὶ τῶν
                        ἑκτικῶν. τῶν μὲν οὖν ἐπὶ <lb/>χυμοῖς σηπομένοις ἀναπτομένων πυρετῶν μετὰ τὴν
                        πέψιν <lb/>τῶν χυμῶν ἴαμα βαλανεῖόν ἐστι· τοῖς δὲ ἑκτικοῖς μόνοις μὲν
                        <lb/>συνισταμένοις χωρὶς ἐπιπλοκῆς τινος ἑτέρου πυρετοῦ πᾶς <lb/>χρόνος
                        ἐπιτήδειός ἐστι πρὸς λουτρόν· εἰ δὲ ἐπιπλέκοιτό τινι <lb/>τῶν ἐπὶ χυμῶν,
                        ὅταν ἐκεῖνοι πεφθῶσι. τοὺς δ’ αὐτοὺς χρὴ <lb/>νομίζειν εἶναι καιροὺς ὡς
                        ἔγγιστα καὶ δόσεως ψυχροῦ. ἀλλὰ <lb/>τούτου μὲν ἡ ἀποτυχία μετὰ μεγάλης
                        βλάβης γίνεται· βαλανείου <lb/>δ’ ἀκίνδυνος ἡ χρῆσις ἐπὶ τῶν εἰρημένων
                        πυρετῶν <lb/>ἐστι, πλὴν εἴπου μὲν ὑποπτεύοις ἀσθένειαν δυνάμεως· καὶ
                        <lb/>ἡμεῖς γε πολλοὺς ἐθεραπεύσαμεν ἐπιδόξους μαρανθήσεσθαι <lb/>διὰ τούτων
                        βοηθημάτων. εἴρηται δ’ ἐν τῷ πρώτῳ περὶ διαφορᾶς <lb/>πυρετῶν, ὅτι καὶ τῶν
                        ἐφημέρων τινὲς κοινωνοῦσι τῷ <lb/>γένει τῶν ἑκτικῶν, καὶ ὡς οὐκ ἔστιν ἐν τῇ
                        πρώτῃ τῶν ἡμερῶν <pb n="692"/> ἀκριβῶς γνωρίζειν αὐτοὺς, ἀλλ’ ἤτοι περὶ τὴν
                        δευτέραν, <lb/>ἢ πάντως γε τὴν τρίτην· καὶ ὡς ἐπειδὰν πρῶτόν τις γνῷ,
                        <lb/>διδόναι τὸ ψυχρὸν ὕδωρ· ἀκινδυνότατον γὰρ ἐν τούτῳ τῷ <lb/>καιρῷ, τῆς
                        τε δυνάμεως ἐῤῥωμένης ἔτι καὶ δαψιλοῦς τοῦ <lb/>αἵματος ἐν τῷ σώματι
                        περιεχομένου. χρονίζοντες μὲν γὰρ <lb/>ἀσθενεῖς γίνονται δυνάμει, ὀλίγον δ’
                        ἴσχουσι τὸ αἷμα. βλάπτονται <lb/>τοιγαροῦν ὡς τὰ πολλὰ βλάβην διττὴν, μίαν
                        μὲν <lb/>τῷ πλήττεσθαί τε καὶ καταψύχεσθαί τινα τῶν μορίων ἐν τῇ <lb/>πόσει
                        τοῦ ψυχροῦ· ἑτέραν δὲ, ἐπειδὰν οἱ διδόντες αὐτοῖς τὸ <lb/>ὕδωρ μὴ
                        κρατήσαντες τοῦ συμμέτρου καταψύξωσιν οὐ μόνον <lb/>ἄλλο τι μόριον, ἀλλὰ καὶ
                        αὐτὸ τὸ τὴν ἀρχὴν ἔχον τῆς γενέσεως <lb/>τοῦ πυρετοῦ. εἰ δὲ καὶ τὴν καρδίαν
                        ἐπιπλέον ἐμψύξαιεν, <lb/>εἰ μὲν ἔτι διαφυλάττει τὴν ἔμφυτον ἰκμάδα,
                        κατάπτωσις γίνεται <lb/>δυνάμει· εἰ δὲ ἤδη ξηροτέρα ὑπάρχουσα, ἡ τῷ γήρᾳ
                        διάθεσις <lb/>ἐοικυῖα διαδέξεται. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν καιρὸν ἐν ᾧ <lb/>πρῶτα
                        τὰ γνωρίσματα σαφῆ τῶν ἑκτικῶν πυρετῶν ἐστι, καὶ ἡ <lb/>τῶν ἔξωθεν
                        ἐπιτιθεμένων ψυχόντων φαρμάκων προσφορὰ <lb/>χρήσιμος ὑπάρχει κατ’ αὐτῆς
                        ἐπιτιθεμένων, ὡς ἂν εἴποι τις, <pb n="693"/> τῆς ἑστίας τοῦ πυρετοῦ, περὶ ἧς
                        ὀλίγον ὕστερον ἀκριβῶς διοριοῦμεν. <lb/>νυνὶ δὲ ἐπὶ τὸ βαλανεῖον ἐπάνειμι
                        χρήσιμον ὑπάρχον <lb/>ἐν ἅπασι τοῖς αὐχμώδεσι πυρετοῖς, ὅταν γε ἄλλο μηδὲν
                        <lb/>κωλύοι τῶν ἐπιπλεκομένων αὐτοῖς· χρησιμώτερον δ’ ἔστιν ὅτε <lb/>καὶ τῶν
                        ἐμψύχων φαρμάκων, ὅταν ἐπικρατῇ τὸ αὐχμῶδες <lb/>ἤτοι καθ’ ὅλον τὸ ζῶον ἢ
                        κατὰ τὴν ἑστίαν. λέγω δὲ ἑστίαν <lb/>τοῦ πυρετοῦ τὸ μόριον ἐκεῖνο τοῦ ζώου
                        τὸ πρῶτον ἀμέτρως <lb/>θερμανθὲν τοῖς στερεοῖς μέρεσιν ἑαυτοῦ. πρώτη μὲν οὖν
                        ἡ <lb/>καρδία θερμοτέρα τοῦ προσήκοντος γενομένη τὸν ἑκτικὸν πυρετὸν
                        <lb/>ἐπιφέρει· ἐφεξῆς δὲ τὸ ἧπαρ οὐ καθ’ ἑαυτὸ μὲν, ὥσπερ <lb/>ἡ καρδία, τῷ
                        δὲ ἐκείνην ἄγειν εἰς συμπάθειαν, ἡνίκα τὸ τῆς <lb/>καρδίας πάθος μὴ αὐτὸν
                        τῆς αἰτίας ἐφέξει λόγον, ἀλλὰ τὰ <lb/>τῶν γειτνιώντων αὐτῇ σωμάτων. ἑξῆς δὲ
                        τούτοις ἐστὶν ἡ γαστὴρ, <lb/>καὶ μετὰ ταύτην ὅσα δύναται συνεκθερμαίνειν
                        ἑαυτοῖς <lb/>τὴν καρδίαν. ὅσον μὲν οὖν ἐπὶ τῇ γειτνιάσει, μάλιστα πάντων
                        <lb/>ἐχρῆν τῷ πνεύμονι συνεκθερμαινομένην τὴν καρδίαν ἑκτικὸν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="188"/>καὶ ξηρὸν ἐπιφέρειν πυρετὸν, ᾧ μαρασμὸς
                        ἕπεται· <lb/>οὐ μὴν φαίνεται γιγνόμενον, ἅμα μὲν ὅτι τὸ σπλάγχνον ὑγρὸν, <pb n="694"/> ἅμα δ’ ὅτι διὰ τῆς ἀναπνοῆς ψυχόμενον, οὐ ῥᾳδίως ἄν ποτε
                        <lb/>διάθεσις ὁμοίαν αἰτίαν κτήσεται. ὡς τὰ πολλὰ μὲν οὖν κατὰ <lb/>τὰ λοιπὰ
                        σπλάγχνα μετὰ χολώδους χυμοῦ συνίστασθαι πέφυκεν <lb/>ὁ ἑκτικὸς πυρετὸς,
                        ἀναποθέντος εἰς τὴν γαστέρα τοῦ πάσχοντος <lb/>τόπου. καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὁ
                        Φίλιππος ἐρυσιπελατώδη <lb/>διάθεσιν ἐν τῇ γαστρὶ γενέσθαι νομίζει κατὰ τοὺς
                        <lb/>πλείους τῶν μαραινόντων πυρετῶν. εἰ δὲ ἐν γαστρὶ, ἀναγκαῖον <lb/>καὶ
                        καθ’ ἧπαρ ὑπονοῆσαι τὴν αὐτὴν συνίστασθαι διάθεσιν, <lb/>ἐφ’ οἷς σπλάγχνοις
                        πάσχουσι μόνοις ἔοικέν ὁ Φίλιππος <lb/>ἡγεῖσθαι γίνεσθαι μαρασμόν. ἐθεασάμην
                        δ’ οὐκ ὀλιγάκις τινὰς, <lb/>ἀπαθῶν ὑπαρχόντων τούτων, ἐν τῇ καρδίᾳ
                        μαρανθέντας, <lb/>ἧς οὐκ οἶδ’ ὅπως ἐπιλέλησται ὁ μὴ ἐφ’ ἥπατι καὶ γαστρὶ
                        <lb/>μόνοις πάσχουσιν ἐπιδεῖξαι δυνάμενος ὅπως γίνεται μαραίνων <lb/>πυρετὸς
                        ἄνευ τοῦ τῇ καρδίᾳ διαδοθῆναι τὸ πάθος. οὐ μόνον <lb/>δὲ κατὰ τοῦτό μοι
                        σφάλλεσθαι δοκεῖ, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅσον ἐπὶ <lb/>τοῖς ἄλλοις μέρεσιν οὐχ
                        ἡγεῖται συνίστασθαι μαρασμώδη πυρετόν. <lb/>εἴτε γὰρ ἐρυσιπελατώδης διάθεσις
                        μόνη κατὰ γαστρὸς <pb n="695"/> γεννηθεῖσα τὸν τοιοῦτον ἐπάγει πυρετὸν, εἴτε
                        καὶ χωρὶς <lb/>ταύτης ἔστιν ὅτε τὸ σῶμα αὐτὸ μόνον ἐκπυρωθὲν ἄνευ χολώδους
                        <lb/>ὑγρότητος, ἐγχωρεῖ καὶ κατ’ ἄλλό τι μέρος ὁμοίαν γίνεσθαι
                        <lb/>διάθεσιν· ἀλλ’ εἴπερ εἴη τὸ μόριον ἐκεῖνο τοιοῦτον, οἷον <lb/>ἑαυτῷ
                        συνεκθερμῆναι τὴν καρδίαν, ἀνάγκη πᾶσα πυρετὸν γεννῆσαι <lb/>τὴν διάθεσιν
                        αὐτοῦ, καὶ τοῦτον πάντως ἐν τῷ χρόνῳ <lb/>γενόμενον ἑκτικὸν, εἰ μὴ λύοιτο,
                        μαρασμὸν ἐπενεγκεῖν. ἄλλως <lb/>τε ὅπερ εἶπον <milestone unit="ed1page" n="378"/>ἔμπροσθεν, οὐ περὶ τῶν ὀνομάτων σπουδάζειν <lb/>προσήκει, ἀλλὰ
                        τὰς ξηραινούσας ἁπάσας διαθέσεις τὸ <lb/>σῶμα διαγινώσκειν τε ἅμα καὶ
                        θεραπεύειν ὀρθῶς, ὧν ἐστι <lb/>μία καὶ ἡ μετὰ πυρώδους θερμότητος, ἣν
                        βαλανεῖον ὀνίνησιν <lb/>διαπαντὸς, ὅταν αὕτη καθ’ ἑαυτὴν ὑπάρχῃ μόνη.
                        γίνεται γὰρ, <lb/>ὡς εἴρηται, ποτὲ σὺν ἐρυσιπελατώδει διαθέσει πυρετὸς
                        ἑκτικός <lb/>τε καὶ μαρασμώδης, καὶ δεῖται ψυχθῆναι πρότερον ἐδέσμασι τε
                        <lb/>καὶ πόμασι καὶ τοῖς ἔξωθεν ἐπιτιθεμένοις· ἀλλ’ αὐτὸς καθ’ <lb/>ἑαυτὸν ὁ
                        τοιοῦτος πυρετὸς ἄμικτος ἑτέρῳ νοσήματι βαλανείου <lb/>χρῄζει, καθάπερ καὶ
                        αἱ ἄλλαι πᾶσαι ξηρότητες, εἴτε θερμαὶ τύχοιεν, <lb/>εἴτε ψυχραί τινες οὖσαι.
                        θαυμαστὸν γὰρ δὴ τοῦτο τοῖς ﻿<pb n="696"/> βαλανείοις ὑπάρχει τὸ καὶ τὰς
                        θερμὰς ξηρότητας ὀνίνασθαι <lb/>καὶ τὰς ψυχρὰς, ὥσπερ γε καὶ τὸ διψώδεις μὲν
                        ποιεῖν τοὺς μὴ <lb/>διψῶντας, ἀδίψους δὲ τοὺς διψώδεις. ὅτι μὲν ἐργάζεται
                        <lb/>ταῦτα, καὶ χωρὶς λόγου παντὸς ἐναργῶς ὁρᾶται. φαίνονται <lb/>γὰρ, ὡς
                        εἴρηται πρόσθεν, ἐξ ἡλίου τε καὶ ὁδοιπορίας θερμαινόμενοί <lb/>τε καὶ
                        ξηραινόμενοι λουσάμενοι θαυμαστῶς ὅπως <lb/>ὑγραινόμενοί τε καὶ ψυχόμενοι·
                        καὶ τούτων οὐδὲν ἧττον οἱ ἐκ <lb/>κρύους ἰσχυροῦ θερμανθῆναι δεόμενοι,
                        τάχιστα καὶ οὗτοι <lb/>θερμαινόμενοι. καὶ μέν γε καὶ οἱ ἐξ ὁδοιπορίας τε καὶ
                        ἡλίου <lb/>διψώδεις ἀδιψότεροι γίνονται, καὶ οἱ μὴ διψώδεις δὲ, λουσάμενοι
                        <lb/>διψῶσι. χρὴ δὲ τούτους μὲν πλεονάκις, ἐκείνους δὲ <lb/>ἅπαξ λούσασθαι.
                        ταυτὶ μὲν οὕτω φαίνεται γινόμενα, καὶ <lb/>τὰς αἰτίας αὐτῶν ἐν ἑτέροις
                        εἴπομεν. </p></div></div></body></text></TEI>