<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg053.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ὅτι δὲ ἀδύνατον ἰάσασθαι μαρασμὸν, ὅταν <lb/>ὄντως μαρασμὸς ᾖ, λέλεκται μέν
                        που καὶ πρόσθεν, ἡνίκα <lb/>περὶ τοῦ γήρως ἐγράφομεν, εἰρήσεται δὲ καὶ νῦν.
                        συμβαίνει <lb/>τι τοιοῦτον τοῖς οἰομένοις ἰᾶσθαι μαρασμὸν, οἷόν τι καὶ τοῖς
                        <lb/>ὑπειληφόσι τὴν εἰς τὰ πρόσω μετάστασιν τῶν <milestone unit="ed2page" n="186"/>καταμαρανθέντων <lb/>κατὰ ῥάχιν σπονδύλων. ἐξ ὧν γὰρ ἑκάτεροι
                        περὶ <lb/>τὰς διαγνώσεις τῶν παθῶν ἐσφάλησαν, ἐκ τούτων ᾠήθησαν <lb/>ἑαυτοὺς
                        μέγιστα κατωρθωκέναι. καταλεπτυνθέντας μὲν γάρ <pb n="688"/> τινας ἰάσαντο,
                        μαρανθέντας δὲ μηδένας. διττῆς δὲ οὔσης <lb/>τῶν οὕτω λεπτυνθέντων τῆς
                        διαθέσεως, ὑπὲρ ἑκατέρας ἰδίᾳ <lb/>λεκτέον. γίνεται τοίνυν ἡ μὲν ἑτέρα τῶν
                        κατισχνωθέντων <lb/>διάθεσις, ἐπειδὰν ἥ τε ὑγρότης ἀπόλλυται τῶν στερεῶν
                        σωμάτων, <lb/>ἣν οἰκείαν αὐτῶν ἔφαμεν εἶναι τροφὴν, αἵ θ’ ἁπαλαὶ <lb/>σάρκες
                        συντακῶσιν· ἡ δ’ ἑτέρα τῶν σωμάτων αὐτῶν ἅπτεται <lb/>τῶν στερεῶν, ἃ δὴ καὶ
                        πρῶτά τε καὶ ὁμοιομερῆ προσαγορεύομεν. <lb/>αὕτη μὲν οὖν ἐστιν ἡ ἀνίατος,
                        ὥσπέρ γε καὶ <lb/>τὸ γῆρας· ἡ δὲ ἑτέρα κινδυνώδης, οὐ μὴν τὸ πάμπαν <lb/>γε
                        ἀνίατος, ἐν μὲν τῷ κοινῷ γένει ταῖς ἄλλαις ἁπάσαις <lb/>ἐστὶ, τῶν ἐναντίων
                        τῷ πάθει δεομένη βοηθημάτων, οὐ μὴν <lb/>ὡσαύτως γε ταῖς πλείσταις αὐτῶν
                        ἀσφαλής. ὑγρανθῆναι μὲν <lb/>γὰρ χρὴ τὰς τρεῖς διαθέσεις, καὶ τοῦτ’ αὐταῖς
                        κοινὸν ἐπὶ <lb/>κοινῇ τῇ ξηρότητι, θερμανθῆναι δεομένης τῆς μιᾶς, ἣν τῷ
                        <lb/>γήρᾳ προσεικάζομεν. ὥσπέρ γε καὶ ψύξαι μίαν, ἣν περιφρυγῆ <lb/>μαρασμὸν
                        ὀνομάζομεν. ἐπιμίκτου δέ πως ἰάσεως ὁ <lb/>συγκοπώδης δεῖται μαρασμὸς, οὔτε
                        γεγονὼς ἤδη, μεμνῆσθαι <pb n="689"/> γὰρ χρὴ τούτου διαπαντὸς, ἀλλ’ ἔτι
                        γινόμενος, ἐκδαπανωμένης <lb/>τῆς συμφύτου τοῖς στερεοῖς μορίοις ὑγρότητος. <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="377"/>οὗτοι μὲν οἱ σκοποὶ τῆς ἰάσεως. ὅπως δ’
                        ἄν τις εὕροι <lb/>τὰς ὕλας τῶν βοηθημάτων, ἔτι τε σὺν· αὐτοῖς τὸν τρόπον
                        <lb/>τῆς χρήσεως, ἐφεξῆς ἂν εἴη σκεπτέον. ἄμεινον μὲν οὖν γεγράφθαι <lb/>τῷ
                        Φιλίππῳ, μὴ μόνον ὅσα γέγραπται κατὰ τὸ <lb/>πρῶτον περὶ μαρασμοῦ βιβλίον
                        ὑπέρ τε γενέσεως τοῦ πάθους <lb/>καὶ τῆς κατ’ αὐτὸ διαφορᾶς διαγνώσεώς τε
                        καὶ μεταπτώσεως, <lb/>ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς θεραπείας τι. νυνὶ δὲ ταύτην μὲν, ὡς
                        ἔοικεν, <lb/>οὐκ ἔφθασεν γράφειν. ζητήσας γοῦν ἐγὼ πάνυ πολλοῖς <lb/>ἔτεσι
                        τὸ περὶ μαρασμοῦ δεύτερον, οὔτ’ αὐτὸς εὗρον οὔτ’ <lb/>ἄλλῳ συνέτυχον
                        ἀνεγνωκέναι ποτὲ φάσκοντι. κατὰ δὲ τὸ <lb/>πρῶτον βιβλίον, ὅ τινες οὐδὲ
                        πρῶτον ἐπιγράφουσιν, ἀλλ’ <lb/>ἁπλῶς περὶ μαρασμοῦ, διὰ τὸ μὴ φαίνεσθαι τὸ
                        δεύτερον, <lb/>ἐπεμνήσθη βαλανείου χρήσεως. οὐ μὴν ἀποδέχεται τοὺς χρωμένους
                        <lb/>ὡς βοηθήματι, βλάπτεσθαι νομίζων ὑπ’ αὐτοῦ τοὺς <lb/>μαραινομένους· ἅτε
                        δ’ ἐν παρέργῳ μνημονεύσας, οὔτ’ <lb/>ἐπεξῆλθεν οὔθ’, ὡς εἴωθεν, ἀκριβῶς
                        ἐσκέψατο περὶ τοῦ <pb n="690"/> βοηθήματος. καίτοι γε φαίνεται ἐναργῶς
                        ὑγραῖνον τοὺς κατεξηρασμένους, <lb/>ὡς ἔνεστιν ἐπί τε τῶν ὁδοιπορησάντων ἐν
                        <lb/>ἡλίῳ θερινῷ, ἢ καὶ ἄλλως ὁπωσοῦν γυμνασαμένων ἢ ἐγκαυθέντων
                        <lb/>θεάσασθαι· τούτους τε γὰρ ἅπαντας ἔτι τε πρὸς αὐτοῖς <lb/>ὅσοι διψώδεις
                        εἰσὶν, ὑγροὺς καὶ ἀδίψους καθίστησί τε <lb/>καὶ ἐργάζεται· φαίνεται δὲ καὶ
                        τοὺς ἄλλους ὁπωσοῦν ἐξηρασμένους, <lb/>ἢ ὑπὸ ἀγρυπνίας, ἢ φροντίδος, ἢ
                        ἀφροδισίων, ἢ <lb/>βρωμάτων, ἢ φαρμάκου ξηραίνοντος, ἢ θυμοῦ, πάντας
                        ἐπιτέγγον <lb/>τε καὶ ἀνακτώμενον. ἀλλά μοι δοκεῖ Φίλιππος ἐπὶ <lb/>τῶν ἤδη
                        ὄντως μεμαρασμένων κατεγνωκέναι βαλανείου, οὓς <lb/>οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν ἰᾶται,
                        ὥστε με διχόθεν ἀποστῆναι τῆς γνώμης <lb/>αὐτοῦ, ἐξ ὧν τε νομίζει τῶν ὄντως
                        μαρανθέντων ἰάσασθαί <lb/>τινας, ἐξ ὧν τε βαλανείου κατέγνωκεν. ἔνεστι γὰρ
                        <lb/>ἐναργῆ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ λαβεῖν τὴν πεῖραν ἐπὶ τῶν μηδέπω <lb/>τὸν
                        ἀθεράπευτον νοσούντων μαρασμὸν, ὃν οὐδὲ μαρασμὸν <lb/>ἄν τις ἴσως
                        ἀκριβολογεῖσθαι βουλόμενος ὀνομάζοι. <lb/>ἀλλ’ ἡμῖν γε ὀνομάτων οὐ μέλει,
                        δυναμένοις ἑρμηνεῦσαι λόγου <lb/>τὰ πράγματα σαφέστερον. </p></div></div></body></text></TEI>