<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg053.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ὅτι δὲ ἀδύνατον ἰάσασθαι μαρασμὸν, ὅταν <lb/>ὄντως μαρασμὸς ᾖ, λέλεκται μέν
                        που καὶ πρόσθεν, ἡνίκα <lb/>περὶ τοῦ γήρως ἐγράφομεν, εἰρήσεται δὲ καὶ νῦν.
                        συμβαίνει <lb/>τι τοιοῦτον τοῖς οἰομένοις ἰᾶσθαι μαρασμὸν, οἷόν τι καὶ τοῖς
                        <lb/>ὑπειληφόσι τὴν εἰς τὰ πρόσω μετάστασιν τῶν <milestone unit="ed2page" n="186"/>καταμαρανθέντων <lb/>κατὰ ῥάχιν σπονδύλων. ἐξ ὧν γὰρ ἑκάτεροι
                        περὶ <lb/>τὰς διαγνώσεις τῶν παθῶν ἐσφάλησαν, ἐκ τούτων ᾠήθησαν <lb/>ἑαυτοὺς
                        μέγιστα κατωρθωκέναι. καταλεπτυνθέντας μὲν γάρ <pb n="688"/> τινας ἰάσαντο,
                        μαρανθέντας δὲ μηδένας. διττῆς δὲ οὔσης <lb/>τῶν οὕτω λεπτυνθέντων τῆς
                        διαθέσεως, ὑπὲρ ἑκατέρας ἰδίᾳ <lb/>λεκτέον. γίνεται τοίνυν ἡ μὲν ἑτέρα τῶν
                        κατισχνωθέντων <lb/>διάθεσις, ἐπειδὰν ἥ τε ὑγρότης ἀπόλλυται τῶν στερεῶν
                        σωμάτων, <lb/>ἣν οἰκείαν αὐτῶν ἔφαμεν εἶναι τροφὴν, αἵ θ’ ἁπαλαὶ <lb/>σάρκες
                        συντακῶσιν· ἡ δ’ ἑτέρα τῶν σωμάτων αὐτῶν ἅπτεται <lb/>τῶν στερεῶν, ἃ δὴ καὶ
                        πρῶτά τε καὶ ὁμοιομερῆ προσαγορεύομεν. <lb/>αὕτη μὲν οὖν ἐστιν ἡ ἀνίατος,
                        ὥσπέρ γε καὶ <lb/>τὸ γῆρας· ἡ δὲ ἑτέρα κινδυνώδης, οὐ μὴν τὸ πάμπαν <lb/>γε
                        ἀνίατος, ἐν μὲν τῷ κοινῷ γένει ταῖς ἄλλαις ἁπάσαις <lb/>ἐστὶ, τῶν ἐναντίων
                        τῷ πάθει δεομένη βοηθημάτων, οὐ μὴν <lb/>ὡσαύτως γε ταῖς πλείσταις αὐτῶν
                        ἀσφαλής. ὑγρανθῆναι μὲν <lb/>γὰρ χρὴ τὰς τρεῖς διαθέσεις, καὶ τοῦτ’ αὐταῖς
                        κοινὸν ἐπὶ <lb/>κοινῇ τῇ ξηρότητι, θερμανθῆναι δεομένης τῆς μιᾶς, ἣν τῷ
                        <lb/>γήρᾳ προσεικάζομεν. ὥσπέρ γε καὶ ψύξαι μίαν, ἣν περιφρυγῆ <lb/>μαρασμὸν
                        ὀνομάζομεν. ἐπιμίκτου δέ πως ἰάσεως ὁ <lb/>συγκοπώδης δεῖται μαρασμὸς, οὔτε
                        γεγονὼς ἤδη, μεμνῆσθαι <pb n="689"/> γὰρ χρὴ τούτου διαπαντὸς, ἀλλ’ ἔτι
                        γινόμενος, ἐκδαπανωμένης <lb/>τῆς συμφύτου τοῖς στερεοῖς μορίοις ὑγρότητος. <lb/>
                        <milestone unit="ed1page" n="377"/>οὗτοι μὲν οἱ σκοποὶ τῆς ἰάσεως. ὅπως δ’
                        ἄν τις εὕροι <lb/>τὰς ὕλας τῶν βοηθημάτων, ἔτι τε σὺν· αὐτοῖς τὸν τρόπον
                        <lb/>τῆς χρήσεως, ἐφεξῆς ἂν εἴη σκεπτέον. ἄμεινον μὲν οὖν γεγράφθαι <lb/>τῷ
                        Φιλίππῳ, μὴ μόνον ὅσα γέγραπται κατὰ τὸ <lb/>πρῶτον περὶ μαρασμοῦ βιβλίον
                        ὑπέρ τε γενέσεως τοῦ πάθους <lb/>καὶ τῆς κατ’ αὐτὸ διαφορᾶς διαγνώσεώς τε
                        καὶ μεταπτώσεως, <lb/>ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς θεραπείας τι. νυνὶ δὲ ταύτην μὲν, ὡς
                        ἔοικεν, <lb/>οὐκ ἔφθασεν γράφειν. ζητήσας γοῦν ἐγὼ πάνυ πολλοῖς <lb/>ἔτεσι
                        τὸ περὶ μαρασμοῦ δεύτερον, οὔτ’ αὐτὸς εὗρον οὔτ’ <lb/>ἄλλῳ συνέτυχον
                        ἀνεγνωκέναι ποτὲ φάσκοντι. κατὰ δὲ τὸ <lb/>πρῶτον βιβλίον, ὅ τινες οὐδὲ
                        πρῶτον ἐπιγράφουσιν, ἀλλ’ <lb/>ἁπλῶς περὶ μαρασμοῦ, διὰ τὸ μὴ φαίνεσθαι τὸ
                        δεύτερον, <lb/>ἐπεμνήσθη βαλανείου χρήσεως. οὐ μὴν ἀποδέχεται τοὺς χρωμένους
                        <lb/>ὡς βοηθήματι, βλάπτεσθαι νομίζων ὑπ’ αὐτοῦ τοὺς <lb/>μαραινομένους· ἅτε
                        δ’ ἐν παρέργῳ μνημονεύσας, οὔτ’ <lb/>ἐπεξῆλθεν οὔθ’, ὡς εἴωθεν, ἀκριβῶς
                        ἐσκέψατο περὶ τοῦ <pb n="690"/> βοηθήματος. καίτοι γε φαίνεται ἐναργῶς
                        ὑγραῖνον τοὺς κατεξηρασμένους, <lb/>ὡς ἔνεστιν ἐπί τε τῶν ὁδοιπορησάντων ἐν
                        <lb/>ἡλίῳ θερινῷ, ἢ καὶ ἄλλως ὁπωσοῦν γυμνασαμένων ἢ ἐγκαυθέντων
                        <lb/>θεάσασθαι· τούτους τε γὰρ ἅπαντας ἔτι τε πρὸς αὐτοῖς <lb/>ὅσοι διψώδεις
                        εἰσὶν, ὑγροὺς καὶ ἀδίψους καθίστησί τε <lb/>καὶ ἐργάζεται· φαίνεται δὲ καὶ
                        τοὺς ἄλλους ὁπωσοῦν ἐξηρασμένους, <lb/>ἢ ὑπὸ ἀγρυπνίας, ἢ φροντίδος, ἢ
                        ἀφροδισίων, ἢ <lb/>βρωμάτων, ἢ φαρμάκου ξηραίνοντος, ἢ θυμοῦ, πάντας
                        ἐπιτέγγον <lb/>τε καὶ ἀνακτώμενον. ἀλλά μοι δοκεῖ Φίλιππος ἐπὶ <lb/>τῶν ἤδη
                        ὄντως μεμαρασμένων κατεγνωκέναι βαλανείου, οὓς <lb/>οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν ἰᾶται,
                        ὥστε με διχόθεν ἀποστῆναι τῆς γνώμης <lb/>αὐτοῦ, ἐξ ὧν τε νομίζει τῶν ὄντως
                        μαρανθέντων ἰάσασθαί <lb/>τινας, ἐξ ὧν τε βαλανείου κατέγνωκεν. ἔνεστι γὰρ
                        <lb/>ἐναργῆ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ λαβεῖν τὴν πεῖραν ἐπὶ τῶν μηδέπω <lb/>τὸν
                        ἀθεράπευτον νοσούντων μαρασμὸν, ὃν οὐδὲ μαρασμὸν <lb/>ἄν τις ἴσως
                        ἀκριβολογεῖσθαι βουλόμενος ὀνομάζοι. <lb/>ἀλλ’ ἡμῖν γε ὀνομάτων οὐ μέλει,
                        δυναμένοις ἑρμηνεῦσαι λόγου <lb/>τὰ πράγματα σαφέστερον. </p></div><pb n="691"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p><milestone unit="ed2page" n="187"/>Οὐσῶν γὰρ τῶν πρώτων τε καὶ γενικωτάτων
                        <lb/>ἐν τοῖς πυρετοῖς διαφορῶν τριῶν, ἐξαίρομεν ἔν γε <lb/>τῷ παρόντι τοὺς
                        ἐφημέρους· ὁ δέ μοι λόγος ὑπέρ τε τῶν <lb/>ἐπὶ χυμῶν γενήσεται καὶ τῶν
                        ἑκτικῶν. τῶν μὲν οὖν ἐπὶ <lb/>χυμοῖς σηπομένοις ἀναπτομένων πυρετῶν μετὰ τὴν
                        πέψιν <lb/>τῶν χυμῶν ἴαμα βαλανεῖόν ἐστι· τοῖς δὲ ἑκτικοῖς μόνοις μὲν
                        <lb/>συνισταμένοις χωρὶς ἐπιπλοκῆς τινος ἑτέρου πυρετοῦ πᾶς <lb/>χρόνος
                        ἐπιτήδειός ἐστι πρὸς λουτρόν· εἰ δὲ ἐπιπλέκοιτό τινι <lb/>τῶν ἐπὶ χυμῶν,
                        ὅταν ἐκεῖνοι πεφθῶσι. τοὺς δ’ αὐτοὺς χρὴ <lb/>νομίζειν εἶναι καιροὺς ὡς
                        ἔγγιστα καὶ δόσεως ψυχροῦ. ἀλλὰ <lb/>τούτου μὲν ἡ ἀποτυχία μετὰ μεγάλης
                        βλάβης γίνεται· βαλανείου <lb/>δ’ ἀκίνδυνος ἡ χρῆσις ἐπὶ τῶν εἰρημένων
                        πυρετῶν <lb/>ἐστι, πλὴν εἴπου μὲν ὑποπτεύοις ἀσθένειαν δυνάμεως· καὶ
                        <lb/>ἡμεῖς γε πολλοὺς ἐθεραπεύσαμεν ἐπιδόξους μαρανθήσεσθαι <lb/>διὰ τούτων
                        βοηθημάτων. εἴρηται δ’ ἐν τῷ πρώτῳ περὶ διαφορᾶς <lb/>πυρετῶν, ὅτι καὶ τῶν
                        ἐφημέρων τινὲς κοινωνοῦσι τῷ <lb/>γένει τῶν ἑκτικῶν, καὶ ὡς οὐκ ἔστιν ἐν τῇ
                        πρώτῃ τῶν ἡμερῶν <pb n="692"/> ἀκριβῶς γνωρίζειν αὐτοὺς, ἀλλ’ ἤτοι περὶ τὴν
                        δευτέραν, <lb/>ἢ πάντως γε τὴν τρίτην· καὶ ὡς ἐπειδὰν πρῶτόν τις γνῷ,
                        <lb/>διδόναι τὸ ψυχρὸν ὕδωρ· ἀκινδυνότατον γὰρ ἐν τούτῳ τῷ <lb/>καιρῷ, τῆς
                        τε δυνάμεως ἐῤῥωμένης ἔτι καὶ δαψιλοῦς τοῦ <lb/>αἵματος ἐν τῷ σώματι
                        περιεχομένου. χρονίζοντες μὲν γὰρ <lb/>ἀσθενεῖς γίνονται δυνάμει, ὀλίγον δ’
                        ἴσχουσι τὸ αἷμα. βλάπτονται <lb/>τοιγαροῦν ὡς τὰ πολλὰ βλάβην διττὴν, μίαν
                        μὲν <lb/>τῷ πλήττεσθαί τε καὶ καταψύχεσθαί τινα τῶν μορίων ἐν τῇ <lb/>πόσει
                        τοῦ ψυχροῦ· ἑτέραν δὲ, ἐπειδὰν οἱ διδόντες αὐτοῖς τὸ <lb/>ὕδωρ μὴ
                        κρατήσαντες τοῦ συμμέτρου καταψύξωσιν οὐ μόνον <lb/>ἄλλο τι μόριον, ἀλλὰ καὶ
                        αὐτὸ τὸ τὴν ἀρχὴν ἔχον τῆς γενέσεως <lb/>τοῦ πυρετοῦ. εἰ δὲ καὶ τὴν καρδίαν
                        ἐπιπλέον ἐμψύξαιεν, <lb/>εἰ μὲν ἔτι διαφυλάττει τὴν ἔμφυτον ἰκμάδα,
                        κατάπτωσις γίνεται <lb/>δυνάμει· εἰ δὲ ἤδη ξηροτέρα ὑπάρχουσα, ἡ τῷ γήρᾳ
                        διάθεσις <lb/>ἐοικυῖα διαδέξεται. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν καιρὸν ἐν ᾧ <lb/>πρῶτα
                        τὰ γνωρίσματα σαφῆ τῶν ἑκτικῶν πυρετῶν ἐστι, καὶ ἡ <lb/>τῶν ἔξωθεν
                        ἐπιτιθεμένων ψυχόντων φαρμάκων προσφορὰ <lb/>χρήσιμος ὑπάρχει κατ’ αὐτῆς
                        ἐπιτιθεμένων, ὡς ἂν εἴποι τις, <pb n="693"/> τῆς ἑστίας τοῦ πυρετοῦ, περὶ ἧς
                        ὀλίγον ὕστερον ἀκριβῶς διοριοῦμεν. <lb/>νυνὶ δὲ ἐπὶ τὸ βαλανεῖον ἐπάνειμι
                        χρήσιμον ὑπάρχον <lb/>ἐν ἅπασι τοῖς αὐχμώδεσι πυρετοῖς, ὅταν γε ἄλλο μηδὲν
                        <lb/>κωλύοι τῶν ἐπιπλεκομένων αὐτοῖς· χρησιμώτερον δ’ ἔστιν ὅτε <lb/>καὶ τῶν
                        ἐμψύχων φαρμάκων, ὅταν ἐπικρατῇ τὸ αὐχμῶδες <lb/>ἤτοι καθ’ ὅλον τὸ ζῶον ἢ
                        κατὰ τὴν ἑστίαν. λέγω δὲ ἑστίαν <lb/>τοῦ πυρετοῦ τὸ μόριον ἐκεῖνο τοῦ ζώου
                        τὸ πρῶτον ἀμέτρως <lb/>θερμανθὲν τοῖς στερεοῖς μέρεσιν ἑαυτοῦ. πρώτη μὲν οὖν
                        ἡ <lb/>καρδία θερμοτέρα τοῦ προσήκοντος γενομένη τὸν ἑκτικὸν πυρετὸν
                        <lb/>ἐπιφέρει· ἐφεξῆς δὲ τὸ ἧπαρ οὐ καθ’ ἑαυτὸ μὲν, ὥσπερ <lb/>ἡ καρδία, τῷ
                        δὲ ἐκείνην ἄγειν εἰς συμπάθειαν, ἡνίκα τὸ τῆς <lb/>καρδίας πάθος μὴ αὐτὸν
                        τῆς αἰτίας ἐφέξει λόγον, ἀλλὰ τὰ <lb/>τῶν γειτνιώντων αὐτῇ σωμάτων. ἑξῆς δὲ
                        τούτοις ἐστὶν ἡ γαστὴρ, <lb/>καὶ μετὰ ταύτην ὅσα δύναται συνεκθερμαίνειν
                        ἑαυτοῖς <lb/>τὴν καρδίαν. ὅσον μὲν οὖν ἐπὶ τῇ γειτνιάσει, μάλιστα πάντων
                        <lb/>ἐχρῆν τῷ πνεύμονι συνεκθερμαινομένην τὴν καρδίαν ἑκτικὸν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="188"/>καὶ ξηρὸν ἐπιφέρειν πυρετὸν, ᾧ μαρασμὸς
                        ἕπεται· <lb/>οὐ μὴν φαίνεται γιγνόμενον, ἅμα μὲν ὅτι τὸ σπλάγχνον ὑγρὸν, <pb n="694"/> ἅμα δ’ ὅτι διὰ τῆς ἀναπνοῆς ψυχόμενον, οὐ ῥᾳδίως ἄν ποτε
                        <lb/>διάθεσις ὁμοίαν αἰτίαν κτήσεται. ὡς τὰ πολλὰ μὲν οὖν κατὰ <lb/>τὰ λοιπὰ
                        σπλάγχνα μετὰ χολώδους χυμοῦ συνίστασθαι πέφυκεν <lb/>ὁ ἑκτικὸς πυρετὸς,
                        ἀναποθέντος εἰς τὴν γαστέρα τοῦ πάσχοντος <lb/>τόπου. καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὁ
                        Φίλιππος ἐρυσιπελατώδη <lb/>διάθεσιν ἐν τῇ γαστρὶ γενέσθαι νομίζει κατὰ τοὺς
                        <lb/>πλείους τῶν μαραινόντων πυρετῶν. εἰ δὲ ἐν γαστρὶ, ἀναγκαῖον <lb/>καὶ
                        καθ’ ἧπαρ ὑπονοῆσαι τὴν αὐτὴν συνίστασθαι διάθεσιν, <lb/>ἐφ’ οἷς σπλάγχνοις
                        πάσχουσι μόνοις ἔοικέν ὁ Φίλιππος <lb/>ἡγεῖσθαι γίνεσθαι μαρασμόν. ἐθεασάμην
                        δ’ οὐκ ὀλιγάκις τινὰς, <lb/>ἀπαθῶν ὑπαρχόντων τούτων, ἐν τῇ καρδίᾳ
                        μαρανθέντας, <lb/>ἧς οὐκ οἶδ’ ὅπως ἐπιλέλησται ὁ μὴ ἐφ’ ἥπατι καὶ γαστρὶ
                        <lb/>μόνοις πάσχουσιν ἐπιδεῖξαι δυνάμενος ὅπως γίνεται μαραίνων <lb/>πυρετὸς
                        ἄνευ τοῦ τῇ καρδίᾳ διαδοθῆναι τὸ πάθος. οὐ μόνον <lb/>δὲ κατὰ τοῦτό μοι
                        σφάλλεσθαι δοκεῖ, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅσον ἐπὶ <lb/>τοῖς ἄλλοις μέρεσιν οὐχ
                        ἡγεῖται συνίστασθαι μαρασμώδη πυρετόν. <lb/>εἴτε γὰρ ἐρυσιπελατώδης διάθεσις
                        μόνη κατὰ γαστρὸς <pb n="695"/> γεννηθεῖσα τὸν τοιοῦτον ἐπάγει πυρετὸν, εἴτε
                        καὶ χωρὶς <lb/>ταύτης ἔστιν ὅτε τὸ σῶμα αὐτὸ μόνον ἐκπυρωθὲν ἄνευ χολώδους
                        <lb/>ὑγρότητος, ἐγχωρεῖ καὶ κατ’ ἄλλό τι μέρος ὁμοίαν γίνεσθαι
                        <lb/>διάθεσιν· ἀλλ’ εἴπερ εἴη τὸ μόριον ἐκεῖνο τοιοῦτον, οἷον <lb/>ἑαυτῷ
                        συνεκθερμῆναι τὴν καρδίαν, ἀνάγκη πᾶσα πυρετὸν γεννῆσαι <lb/>τὴν διάθεσιν
                        αὐτοῦ, καὶ τοῦτον πάντως ἐν τῷ χρόνῳ <lb/>γενόμενον ἑκτικὸν, εἰ μὴ λύοιτο,
                        μαρασμὸν ἐπενεγκεῖν. ἄλλως <lb/>τε ὅπερ εἶπον <milestone unit="ed1page" n="378"/>ἔμπροσθεν, οὐ περὶ τῶν ὀνομάτων σπουδάζειν <lb/>προσήκει, ἀλλὰ
                        τὰς ξηραινούσας ἁπάσας διαθέσεις τὸ <lb/>σῶμα διαγινώσκειν τε ἅμα καὶ
                        θεραπεύειν ὀρθῶς, ὧν ἐστι <lb/>μία καὶ ἡ μετὰ πυρώδους θερμότητος, ἣν
                        βαλανεῖον ὀνίνησιν <lb/>διαπαντὸς, ὅταν αὕτη καθ’ ἑαυτὴν ὑπάρχῃ μόνη.
                        γίνεται γὰρ, <lb/>ὡς εἴρηται, ποτὲ σὺν ἐρυσιπελατώδει διαθέσει πυρετὸς
                        ἑκτικός <lb/>τε καὶ μαρασμώδης, καὶ δεῖται ψυχθῆναι πρότερον ἐδέσμασι τε
                        <lb/>καὶ πόμασι καὶ τοῖς ἔξωθεν ἐπιτιθεμένοις· ἀλλ’ αὐτὸς καθ’ <lb/>ἑαυτὸν ὁ
                        τοιοῦτος πυρετὸς ἄμικτος ἑτέρῳ νοσήματι βαλανείου <lb/>χρῄζει, καθάπερ καὶ
                        αἱ ἄλλαι πᾶσαι ξηρότητες, εἴτε θερμαὶ τύχοιεν, <lb/>εἴτε ψυχραί τινες οὖσαι.
                        θαυμαστὸν γὰρ δὴ τοῦτο τοῖς ﻿<pb n="696"/> βαλανείοις ὑπάρχει τὸ καὶ τὰς
                        θερμὰς ξηρότητας ὀνίνασθαι <lb/>καὶ τὰς ψυχρὰς, ὥσπερ γε καὶ τὸ διψώδεις μὲν
                        ποιεῖν τοὺς μὴ <lb/>διψῶντας, ἀδίψους δὲ τοὺς διψώδεις. ὅτι μὲν ἐργάζεται
                        <lb/>ταῦτα, καὶ χωρὶς λόγου παντὸς ἐναργῶς ὁρᾶται. φαίνονται <lb/>γὰρ, ὡς
                        εἴρηται πρόσθεν, ἐξ ἡλίου τε καὶ ὁδοιπορίας θερμαινόμενοί <lb/>τε καὶ
                        ξηραινόμενοι λουσάμενοι θαυμαστῶς ὅπως <lb/>ὑγραινόμενοί τε καὶ ψυχόμενοι·
                        καὶ τούτων οὐδὲν ἧττον οἱ ἐκ <lb/>κρύους ἰσχυροῦ θερμανθῆναι δεόμενοι,
                        τάχιστα καὶ οὗτοι <lb/>θερμαινόμενοι. καὶ μέν γε καὶ οἱ ἐξ ὁδοιπορίας τε καὶ
                        ἡλίου <lb/>διψώδεις ἀδιψότεροι γίνονται, καὶ οἱ μὴ διψώδεις δὲ, λουσάμενοι
                        <lb/>διψῶσι. χρὴ δὲ τούτους μὲν πλεονάκις, ἐκείνους δὲ <lb/>ἅπαξ λούσασθαι.
                        ταυτὶ μὲν οὕτω φαίνεται γινόμενα, καὶ <lb/>τὰς αἰτίας αὐτῶν ἐν ἑτέροις
                        εἴπομεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἐπὶ δὲ τὸ προκείμενον αὖθις ἰτέον, ὡς <lb/>ἅπαντας τοὺς ἑκτικοὺς πυρετοὺς
                        ὀνίνησι βαλανεῖον, ὅταν γε <lb/>αὐτὸ <milestone unit="ed2page" n="189"/>τοῦτο μόνον ἑκτικοὶ τυγχάνουσιν ὄντες· ἂν δὲ <lb/>ἐρυσίπελας, ἢ φλεγμονή
                        τις, ἢ σηπόμενοι χυμοὶ καὶ ἔτι <pb n="697"/> ἄπεπτοι περιέχονται κατὰ τὸ
                        σῶμα, διὰ ταῦτα βλαβῆναι συμβήσεται <lb/>τοὺς νοσοῦντας, οὐ διὰ τὸν ἑκτικὸν
                        πυρετόν. αὐτὸς <lb/>μὲν γὰρ, ᾗ πυρετός ἐστι, διαπαντὸς ὑπό τε ψυχροῦ
                        σβέννυται <lb/>πόματος ὑπό τε βαλανείων ὀνίναται, διὰ δὲ τὰς ἐπιμιγνυμένας
                        <lb/>αὐτῷ διαθέσεις οἱ κάμνοντες βλάπτονται. τὰ <lb/>μὲν δραστικώτατα τῶν
                        βοηθημάτων, ὡς κωλῦσαι γενέσθαι <lb/>μαρασμὸν, ταῦτά ἐστι, καὶ χρὴ
                        παραλαμβάνειν αὐτὰ πάνυ <lb/>θαῤῥούντως κατὰ τοὺς ἑκτικοὺς πυρετούς. εἰ δὲ
                        ἐρυσιπελατώδης <lb/>εἴη διάθεσις, ἀπέχεσθαι μὲν χρὴ βαλανείου τοπᾶν,
                        <lb/>ὕδατι δὲ ψυχρῷ κατὰ μὲν τὴν ἀκμὴν τοῦ νοσήματος χρηστέον
                        <lb/>ἀγωνιστικῶς, οὕτω δ’ ὀνομάζειν εἴωθεν, ὅταν ἀθρόον τε <lb/>καὶ
                        ψυχρότατον δῶμεν· ἐν ἀρχῇ δ’ οὐ χρηστέον, εἰ μὴ καταναγκασθείημεν <lb/>ὑπὸ
                        τοῦ κάμνοντος ἐν ἔθει τε ψυχροποσίας ὄντος, <lb/>οὐ φέροντός τε τὸ δίψος,
                        ἀλλ’ ἔξωθεν ἐπιτιθέναι χρὴ <lb/>τὰ ψύχοντα, καὶ εἰ μηδὲν ἀνύῃ, καὶ εἴσω τοῦ
                        σώματος ἀναγκάζειν <lb/>λαμβάνειν. μάλιστα δ’ αὐτοῖς ἁρμόττουσιν αἱ ὑγραὶ
                        <lb/>καὶ νέαι θριδακίναι, πεπλύσθωσαν δὲ ἀκραιφνεῖ ψυχρῷ, μάλιστα <lb/>μὲν
                        οὕτω ληφθεῖσαι, δεηθέντος δέ ποτε τὴν ἀηδίαν τῆς <pb n="698"/> προσφορᾶς
                        παραμυθήσασθαι τοῦ κάμνοντος, ὄξος ὕδατι ψυχρῷ <lb/>μίξαντες συγχωρεῖν ἐν
                        τούτῳ βάπτειν. ἔστω δὲ ἀκριβῶς <lb/>ἀποκεχωρηκὸς ἁπάσης οἰνώδους ποιότητος
                        τὸ ὄξος. ἔξωθεν <lb/>δὲ καὶ αὐτὸς μὲν ὁ τῆς θριδακίνης χυλὸς ἐπιτήδειος,
                        ἀλλὰ καὶ <lb/>ἀειζώου καὶ σέρεως ὅσα τ’ ἄλλα ψύχοντα. κάλλιστον δ’ ᾧ
                        <lb/>μάλιστα χρώμεθα κατὰ καιρὸν, τῶν ὀμφάκων. ἐνθλίψαντες <lb/>γὰρ αὐτῶν τὸ
                        ὑγρὸν, ἐμβάλλομεν ὅλμῳ μετὰ τῶν ἀνδραχνῶν, <lb/>εἶτα κόψαντες ἐκπιέζομεν,
                        ἐνστήσαντες τότε ἀγγεῖον ὕδατι <lb/>ψυχρῷ, κάλλιον δὲ εἰ καὶ χιόνος ἔχει τι.
                        μίγνυμεν δὲ ἐπὶ <lb/>τῆς χρήσεως ὀλίγον ἀλφίτου λευκοῦ, κᾄπειτα δεύσαντες
                        εἰς <lb/>ὀθόνιον δίπτυχον, ἐπιτείνομεν ἔξωθεν αὐτὸ κατὰ τῶν ὑποχονδρίων,
                        <lb/>οὐκ ἐῶντες χρονίζειν, ἀλλ’ ἐπειδὰν γένηται χλιαρὸν, <lb/>αἴροντες μὲν
                        τοῦτο, χρώμενοι δὲ ἑτέρῳ παραπλησίως, καὶ <lb/>τοῦτο διαπαντὸς ἐκ διαδοχῆς
                        ποιοῦντες, ἄχρις ἂν ὁ κάμνων <lb/>αἰσθάνηται τοῦ βάθους ψυχόμενος, καὶ
                        ἀδιψότερος γένηται. <lb/>μίγνυμεν δὲ ἐνίοτε καὶ ἔλαιον ὀμφάκινον ἢ ῥόδινον,
                        <lb/>ἐπειδὰν μάλιστα καὶ φλεγμονῶδές τι καθ’ ὑποχονδρίου ᾖ. <pb n="699"/>
                        τὰς μὲν οὖν ἐρυσιπελατώδεις διαθέσεις οὕτως ἐμψύχειν χρὴ, <lb/>γινώσκειν δὲ
                        ὡς εἴπερ εἴη τις τοιαύτη διάθεσις, τὸν πυρετὸν <lb/>ἀκριβῶς ἑκτικὸν ἀδύνατον
                        ὑπάρχειν. ἀκριβῶς δὲ ἑκτικός ἐστιν <lb/>ὁ μηδεμίαν ἀρχὴν, ἢ ἐπίδοσιν, ἢ
                        ἀκμὴν, ἢ παρακμὴν μερικοῦ <lb/>παροξυσμοῦ ποιούμενος. εἴρηται δ’ ἐν τῷ περὶ
                        τῆς διαφορᾶς <lb/>τῶν πυρετῶν τά τ’ ἄλλα καὶ ὡς ἐπὶ ταῖς τροφαῖς μόναις
                        <lb/>ἀναζέουσιν οἱ ἑκτικοὶ πυρετοὶ, καθάπερ ἡ τίτανος ἐπιχυθέντος
                        <lb/>ὕδατος, ἀλλ’ ἀφαιρεθείσης γε τῆς τοιαύτης αὐξήσεως, <lb/>ἴσοι
                        διαμένουσιν ἀεί. εἰ δὲ καὶ παρεμπίπτει ποτὲ κᾂν βραχυτάτη <lb/>τις αὔξησις ἢ
                        ἐπισημασία, διασκέπτεσθαι, μήτις ἤτοι <lb/>χυμῶν σηπεδὼν, ἢ τόπος ὁ πρῶτος
                        πεπονθὼς ἕτερός ἔστι <lb/>παρὰ τὴν καρδίαν, οὐδ’ αὐτὸς ἁπλῆν οὐδ’ ἑκτικὴν
                        ἔχων διάθεσιν, <lb/>ἀλλ’ ἤτοι φλεγμονώδη τινὰ, ἢ ἐρυσιπελατώδη. καὶ
                        <lb/>οὕτω τὴν θεραπείαν οἰκείαν ἐφαρμόττειν ταῖς διαθέσεσι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p><milestone unit="ed2page" n="190"/>Τοῦ μὲν οὖν περιφρυγοῦς μαρασμοῦ <lb/>τὴν
                        γένεσιν ἐκ τῶν καυσωδῶν πυρετῶν λαμβάνοντος ἡ κώλυσις <lb/>ἐν τοῖς
                        ψυκτηρίοις ἐστὶν ἰάμασιν, ἔξωθέν τε κατὰ τοῦ <pb n="700"/> πεπονθότος
                        ἐπιτιθεμένοις, εἴσω τε τοῦ σώματος λαμβανομένοις. <lb/>εἰ δ’ ἀποτελεσθείη
                        γῆρας ἐκ νόσου, τὸ μὲν ἀκριβῶς <lb/>ἤδη γεγονὸς ἀδύνατον ἰάσασθαι· τὸ δ’
                        οὔπω μὲν ἀπηκριβωμένον, <lb/>ἐγγὺς δὲ ἧκον αὐτοῦ τῆς γενέσεως, ἕνα μὲν ἔχει
                        τὸν <lb/>τῆς ἰάσεως σκοπὸν, ὃν ἀνάληψίν τε καὶ ἀνάθρεψιν ὀνομάζομεν, <lb/>ἐκ
                        πολλῶν τε τῶν κατὰ μέρος ἐνεργειῶν, ἃ πολλά τε καὶ <lb/>παμπόλλης ἀσφαλείας
                        δεόμενα, ὑπὲρ ὧν εἰ λέγοιμι νῦν, ὁ <lb/>λόγος ἄν μοι γένοιτο μήκιστος,
                        εἴρηται δὲ ἱκανῶς ἐν τῇ τῆς <lb/>θεραπευτικῆς μεθόδου πραγματείᾳ. νυνὶ δ’
                        ἀρκεῖ τό γε τοσοῦτον <lb/>εἰπεῖν, ὡς τὰ ἐξηραμμένα τῶν σωμάτων στερεῶν ἰᾶται
                        <lb/>τροφή. δέδεικται δὲ ἐν τοῖς περὶ τῶν φυσικῶν δυνάμεων, ὡς <lb/>οὐχ
                        ἑαυτὴν ἡ τροφὴ ποδηγεῖ πρὸς ἅπαντα τὰ μέρη τοῦ σώματος, <lb/>ἀλλ’ ὑπ’ αὐτῶν
                        ἕλκεται τῶν τρέφεσθαι δυναμένων. <lb/>ἄτονα δέ ἐστιν ἐν τοῖς μαρασμοῖς
                        ταῦτα, καὶ ἕλκειν ἄῤῥωστα <lb/>διὰ τὴν ξηρότητα, προσελθούσης δὲ καὶ ψύξεως
                        ἐγγὺς ἤδη <lb/>νεκρῶν τυγχάνει. χρὴ τοίνυν εὔελκτον εἶναι τὴν τροφὴν, ἵν’
                        <lb/>ὅπερ ἐνδεῖ τῇ ῥώμῃ τῶν ἑλκόντων, ἐκ τῆς κατὰ τὴν ὕλην ἐπιτηδειότητος
                            ﻿<pb n="701"/> ἀναπληρῶται. εὔελκτος δέ ἐστιν ἡ λεπτομερής τε <lb/>καὶ
                        φύσει θερμὴ, ἀλλ’ αὕτη γε τοὐπίπαν ἄτροφός ἐστιν. ἐπιδέδεικται <lb/>γὰρ ὥστε
                        τροφὴν μόνην ἀναγκαῖον παχεῖάν τε εἶναι <lb/>καὶ γλίσχραν, ὡς ἂν μόνιμός τε
                        καὶ δυσδιάπνευστος ᾖ, καὶ <lb/>τοῖς τρεφομένοις σώμασιν ἑτοίμως ὁμοιῶται.
                        μαχομένων γ’ <lb/>οὕτω τῶν σκοπῶν τούτων, ἀδύνατον μὲν εὐπορῆσαι τροφῆς
                        <lb/>ἀκριβῶς διασωζούσης ἀμφότερα· πειρατέον δὲ ὅμως κᾂν μετρίως
                        <lb/>ἑκάτερον ἐργάζεσθαι δυνάμενον ἐξευρεῖν. ἐμοὶ μὲν δὴ <lb/>βέλτιον οὐδὲν
                        εἰς τὰ τοιαῦτα γάλακτος εἶναι δοκεῖ, μάλιστα <lb/>μὲν εἴ τις αὐτὸ ὑπομένει
                        βδάλλειν ἐντιθέμενος τῷ στόματι γυναικεῖον <lb/>τιτθὸν, ὥσπερ Εὐρυφῶν τε καὶ
                        Ἡρόδικος ἐπὶ τῶν <lb/>φθινόντων ἀξιοῦσιν· εἰ δὲ μὴ, ἀλλὰ τό γε τῆς ὄνου
                        λαμβάνειν <lb/>ἔτι θερμὸν, ἐλαχίστῳ χρόνῳ ὡμιληκὸς τῷ περιέχοντι.
                        <lb/>συμφέρει μὲν οὖν ὁ τοιοῦτος σκοπὸς τῶν τροφῶν <milestone unit="ed1page" n="379"/>οὐ <lb/>μόνον τοῖς γήρᾳ παραπλησίαν ἔχουσι διάθεσιν, ἢ
                        συγκοπώδεσι <lb/>μαρασμοῖς, ἀλλὰ καὶ τοῖς περιφρυγέσιν ὑπὸ τοῦ Φιλίππου
                        <lb/>προσαγορευομένοις. χρηστέον δὲ ταῖς ὕλαις τῶν τροφῶν, <pb n="702"/> ἐπί
                        γε τούτων, μὴ θερμαῖς, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ γήρως, ἀλλὰ <lb/>ψυχραῖς. ἐν τῷ μέσῳ δ’
                        ἀμφοῖν ἔστωσαν αἱ ταῖς συγκοπώδεσι <lb/>διδόμεναι. γάλα μὲν οὖν καὶ πτισάνη
                        καὶ χόνδρος <lb/>ἐπὶ τῶν τριῶν διαθέσεων ἁρμόττουσιν. ἀλλὰ τοῦ χόνδρου
                        <lb/>μὲν, δι’ ὄξους ὁμοίως πτισάνῃ σκευαζομένου, πρὸς τὸ ῥᾴδιον
                        <lb/>ἀναδίδοσθαι. μέλι δὲ ἐν μὲν ταῖς ψυχραῖς διαθέσεσι ὠφελιμώτατον,
                        <lb/>ἐν δὲ ταῖς θερμαῖς βλαβερώτερον. οὕτως οὖν <lb/>ἔχει κᾀπὶ τῶν ἐπιδόξων
                        μαρανθήσεσθαι τοὺς εἰρημένους μαρασμούς. <lb/>ἐναντιώτατον μὲν γὰρ τοῖς
                        περιφρυγέσιν, ὠφελιμώτατον <lb/>δὲ τοῖς τῶν γερόντων κινδυνεύουσιν ἴσχειν
                        διάθεσιν. <lb/>ἐν δὲ τοῖς συγκοπώδεσιν, εἰ μὴ κωλύοι τὰ τῆς γαστρὸς, ἑψῶντα
                        <lb/>διδόναι καθ’ ἑαυτό τε καὶ σὺν τοῖς ἄλλοις ἐδέσμασι. βαλανείου <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="191"/>δὲ χρῆσις εὔκαιρος εἴς τε τἄλλα τὰ
                        προειρημένα <lb/>καὶ εἰς τὰς ἀναδόσεις τῆς τροφῆς ἄριστον βοήθημα.
                        <lb/>παραλαμβάνειν δὲ αὐτὸς, πεπεμμένης ἤδη τῆς τροφῆς, οὐκ <lb/>ἐπ’ ἐνδείᾳ
                        μακροτέρᾳ. τῷ μὲν γὰρ ἀρτίως ἐδηδοκότι προσεισφερόμενον <lb/>λουτρὸν ὠμῶν
                        καὶ ἀπέπτων χυμῶν ἐμπίπλησι τὸ <pb n="703"/> σῶμα· τῷ δ’ ἐπ’ ἐνδείᾳ
                        μακροτέρᾳ τὴν δύναμιν καθαιρεῖ. <lb/>ἐν δὲ ταῖς ἄλλαις ἁπάσαις καταστάσεσι
                        τοῦ σώματος, καὶ μάλιστα <lb/>ἐν τῇ νῦν προειρημένῃ, πειρατέον, ὡς εἴρηται,
                        λούειν <lb/>ἐπὶ συμπεπληρωμένῃ τῇ πέψει. καὶ ἡ τοῦ οἴνου δὲ χρῆσις <lb/>ἐπὶ
                        μὲν τοῦ ψυχροῦ μαρασμοῦ μεγάλως ὠφέλιμος, ἐπὶ δὲ <lb/>τοῦ περιφρυγοῦς
                        φευκτέον· μέση δέ πώς ἐστιν ἐν τῇ συγκοπώδει, <lb/>διότι καὶ ἡ διάθεσις αὕτη
                        μέση τέ ἐστι καὶ μικτὴ, <lb/>τὸ μέν τι ψύξεως ἔχουσα, τὸ δέ τι καὶ τοῦ
                        πυρετοῦ διασώζουσα. <lb/>μεταβαλλούσης δὲ τῆς τοιαύτης διαθέσεως πρὸς
                        <lb/>τἀναντία, ἐν μέρει ποτὲ μὲν κατάψυξίν τε καὶ ἀσφυξίαν <lb/>φερούσης καὶ
                        ἁπλῶς εἰπεῖν τὰ τῆς συγκοπῆς ἴδια, ποτέ <lb/>δὲ θερμότητα καὶ σφυγμοὺς
                        ὁμοίους τῷ περιφρυγεῖ, καὶ τὰ <lb/>τῆς θεραπείας χρὴ συμμεταβάλλεσθαι κατὰ
                        τὴν τῶν ἐπικρατούντων <lb/>φύσιν, ἐν μὲν τοῖς συγκοπώδεσιν οἶνόν τε <lb/>καὶ
                        τροφὰς εὐκράτους διδόντων ἡμῶν, καὶ πιλούντων καὶ <lb/>πυκνούντων τὸ σύμπαν
                        σῶμα, ἐν δὲ τῷ περιφρυγεῖ <lb/>τἀναντία. τὴν δὲ κατὰ μέρος ἁπάντων ἐπιδέξιον
                        χρῆσιν <pb n="704"/> ὁ γεγυμνασμένος ἐν τοῖς τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου
                        γράμμασιν <lb/>ἐξευρήσει. τουτὶ γὰρ τὸ βιβλίον οὐ τοῖς ἐπιτυχοῦσιν,
                        <lb/>ἀλλὰ τοῖς ἕξιν ἔχουσί τινα κατὰ τὴν τέχνην γέγραπται. </p></div></div></body></text></TEI>