<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg053.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τὸν δὲ τοῦ γήρως μαρασμὸν ἀδύνατον δήπου <lb/>καταλῦσαι, βοηθεῖσθαι δὲ ὡς
                        ἐπιπλεῖστον ἐκταθῆναι <lb/>δυνατὸν, καὶ τό γε γηροκομικὸν ὀνομαζόμενον μέρος
                        τῆς <lb/>ἰατρικῆς αὐτὸ τοῦτ’ ἔστι, σκοπὸν ἔχον ὡς ἡ τοῦ πράγματος
                        <lb/>ἐνδείκνυται φύσις, ἐνίστασθαι καὶ διακωλύειν ὡς οἷόν τε, μὴ
                        <lb/>ξηρανθῆναι τὸ σῶμα τῆς καρδίας εἰς τοσοῦτον, ὡς ἐνεργοῦν <lb/>ποτε
                        παύσασθαι. τοῦτο γὰρ δὴ τὸ πέρας ἐστὶ τῆς ζωῆς, <lb/>παῦλα τοῦ τῆς καρδίας
                        ἔργου, ὡς μέχρι ἂν ἥδε κινῆται κατὰ <lb/>τὴν ἑαυτῆς ἐνέργειαν, ἀδύνατον
                        ἀποθανεῖν τὸ ζῶον. εἰ μὲν <lb/>οὖν οἷόν τέ ἐστιν ὑγρότερον ἐργάσασθαι τὴν
                        οὐσίαν αὐτοῦ <lb/>τοῦ τῆς καρδίας σώματος, ἢ καὶ νὴ Δία τοῦ ἥπατος, ἐγχωρεῖ
                        <lb/>τὸ γῆρας <milestone unit="ed2page" n="184"/>ἐπισχεῖν· εἰ δὲ μηδεὶς
                        ἱκανός ἐστι μήθ’ ἧπαρ <lb/>ὑγρότερον ἑαυτοῦ ποιῆσαι μήτε καρδίαν, ἀλλ’
                        ἀναγκαῖον <pb n="682"/> ἐπὶ προήκοντι τῷ χρόνῳ ξηρότερα γίνεσθαι σφῶν αὐτῶν
                        οὐ <lb/>τὰ σπλάγχνα μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀρτηρίας καὶ τὰς φλέβας,
                        <lb/>κωλῦσαι μὲν τὸ γῆρας ἀδύνατον, ἐπισχεῖν δὲ τὸ τάχος αὐτοῦ <lb/>δυνατόν.
                        ἔοικε τοίνυν Ὅμηρος, εἴπερ τι καὶ ἄλλο, καὶ <lb/>τοῦτο μαντικῶς ἐκφωνῆσαι
                        περὶ τῶν γερόντων,</p><lg><l>— — ἐπὴν λούσαιτο φάγοι τε,</l><l>Εὑδέμεναι μαλακῶς, οἵα δίκη ἐστὶ γερόντων.</l></lg><p>καὶ γὰρ τὸ λουτρὸν τῶν ὑγραινόντων ἐστὶ, καὶ ἡ μαλακὴ <lb/>κοίτη καὶ ὁ ὕπνος,
                        ἡ δὲ τροφὴ πρώτη καὶ μάλιστα. μόνη <lb/>γὰρ αὕτη μέρος γίνεται τῶν
                        τρεφομένων σω<milestone unit="ed1page" n="376"/>μάτων <lb/>ὁμοιουμένη ταῖς
                        οὐσίαις αὐτῶν; ἕκαστον δὲ τῶν ἄλλων ἢ τῷ <lb/>κωλῦσαι ξηρανθῆναι σφοδρότερον
                        τὰ ὁμοιομερῆ, ἢ τῷ τὴν ἐν <lb/>ταῖς μεταξὺ χώραις αὐτῶν ἐπιτέγγειν τε καὶ
                        αὐξάνειν ὑγρότητα, <lb/>τῆς τῶν ὑγραινόντων μετείληφε προσηγορίας τε καὶ
                        <lb/>δυνάμεως. οὕτω δὲ ἐγχωρεῖ ποτε ἧπαρ καὶ τὴν καρδίαν <lb/>ὑγρανθῆναι, ὡς
                        εἴρηται νῦν, τῆς τε παρεσπαρμένης αὐτοῖς <lb/>ὑγρότητος αὐξανομένης, ἣν κᾀν
                        τοῖς λεπτυνθεῖσι νέοις <pb n="683"/> σώμασιν ἐκδαπανᾶσθαι συμβαίνει, καθ’
                        ὅλον μὲν τὸ σῶμα <lb/>φανερῶς πολλάκις, ἐγχωρεῖ δέ ποτε καὶ κατὰ τὴν καρδίαν
                        καὶ <lb/>τὸ ἧπαρ. ὅτι δὲ τούτων τῶν σπλάγχνων τὸ μὲν ἀρτηριῶν <lb/>τε καὶ
                        σφυγμῶν ἐστιν ἀρχὴ, τὸ δὲ φλεβῶν τε καὶ τοῦ τρέφεσθαι, <lb/>δι’ ἄλλης
                        ἐπιδέδεικται πραγματείας, ἐν ᾗ περὶ τῶν Ἱπποκράτους <lb/>καὶ Πλάτωνος
                        ἐπεσκοπούμεθα δογμάτων. ταῦτα <lb/>οὖν τὰ σπλάγχνα, πρὶν ἰσχυρὰν ἔνδειαν
                        αἵματος γενέσθαι <lb/>καθ’ ὅλον τὸ ζῶον, οὐκ ἀπορεῖ συμμέτρου τροφῆς, τὸ μὲν
                        <lb/>ἧπαρ, ὅτι πᾶν τὸ αἷμα τὴν ἀρχὴν ἐντεῦθεν ἔχει· ἡ καρδία <lb/>δὲ, διὰ τὸ
                        τῆς ὁλκῆς ἰσχυρόν. ἕλκει μὲν ἅπαντα τὰ μόρια <lb/>τοῦ ζώου τὴν οἰκείαν
                        τροφὴν ἐφ’ ἑαυτὰ, τῇ δὲ ἴσῃ ῥώμῃ τῆς <lb/>ὁλκῆς οὐ κέχρηται πάντα· διὰ τοῦτ’
                        οὖν οὐδ’ ὁμοίως ἀτροφεῖ <lb/>κατὰ τὰς ἐνδείας τοῦ αἵματος, ἀλλ’ ἥ τε καρδία
                        σφοδροτάτην <lb/>ἔχουσα τὴν κατὰ τὸ ἕλκειν ἐνέργειαν, οὐκ ἄν ποτε
                        <lb/>ἀπορήσειεν τροφῆς, πρὶν εἰς ἐσχάτην ἔνδειαν ἀφικέσθαι πάντα <lb/>τοῦ
                        ζώου τὰ μόρια. μὴ τοίνυν ὑπολαμβάνωμεν, ἐπειδὰν <lb/>ἰσχνὸν γένηται τὸ σῶμα
                        χρονίως ἀῤῥωστῆσαν, ἀναλόγως τοῖς <lb/>ἄλλοις ἅπασι μέρεσι τὴν καρδίαν καὶ
                        τὸ ἧπαρ ὑπάρχειν ἰσχνά. <pb n="684"/> θεάσασθαι δ’ ἔστι σοι τοῦτο βουληθέντι
                        κᾀπὶ τῶν ἄλλων <lb/>ζώων. ὅ τι γὰρ ἂν ἐθελήσαις ἐπιπλεῖστον λιμαγχονήσας
                        ἀνατέμνειν, <lb/>ἰσχνὰ μὲν αὐτοῦ καὶ ξηρὰ τἄλλα σύμπανθ’ εὑρήσεις
                        <lb/>μόρια, τὸ δ’ ἧπαρ ἅμα τῇ καρδία πλησίον τοῦ κατὰ φύσιν.
                        <lb/>ἀποθνήσκουσι γὰρ (ἐπὶ ταῖς ἀσιτίαις) οὐ τοσοῦτον ἐνδείᾳ <lb/>τῆς τῶν
                        στερεῶν σωμάτων τροφῆς, ὅσον τοῦ πνεύματος οἱ <lb/>σφαττόμενοι, καὶ διὰ
                        τοῦτο γοῦν ἅπαντα τὰ μόρια μαλακά <lb/>τέ ἐστι καὶ ὑγρὰ τοῖς τῶν ζώντων
                        ὁμοίως, ἐπειδὴ τὸ περιεχόμενον <lb/>ἐν αὐτοῖς ὑγρὸν, ὑφ’ οὗ πρώτως τρέφεται,
                        σώζεται <lb/>σύμπαν· οἱ δ’ ὑπὸ λιμοῦ διαφθαρέντες ἥκουσι μὲν <lb/>ἐγγὺς τοῦ
                        ὄντως μαρασμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο μεμαράνθαι φήσομεν <lb/>αὐτοὺς, ὅταν γε τῆς
                        ἀκριβολογίας μηδέπω καιρὸς ᾖ, <lb/>κατ’ ἀλήθειαν δ’ οὐκ ἐμαράνθησαν, ἢ οὐ
                        πάντα γε τὰ μόρια <lb/>τοῦ σώματος· ὁ δ’ ὄντως μαρασμὸς ὁμοίως μαραίνει
                        <lb/>πάντα, διότι καὶ τὰς ἀρχάς. ἔστι δ’ οὗτος ἐν μὲν ταῖς <lb/>ἡλικίαις τὸ
                        γῆρας, ἐν δὲ τοῖς παρὰ φύσιν ὁ μαρασμώδης <lb/>πυρετός. ἑτέρα δέ τις
                        ἀνάλογος γήρᾳ διάθεσις, ἣν οὐδὲν <pb n="685"/>
                        <milestone unit="ed2page" n="185"/>χεῖρον ὀνομάζειν ἐκ νόσου γῆρας, οὐ μὰ
                        Δί’ οὔθ’ ὡς <lb/>Φίλιππος, ὃς τὸν ἕνα μαρασμώδη πυρετὸν καλεῖ. οὐ γάρ
                        <lb/>ἐστιν ἡ τοιαύτη διάθεσις πυρετὸς, ἐν ᾗ ψυχροτέρα τοῦ κατὰ <lb/>φύσιν ἡ
                        καρδία γέγονεν. ὅτι δ’ οὕτως ἔχει κράσεως, οὐκ <lb/>ἐλάχιστον γνώρισμα
                        μικρὸς καὶ ἀραιὸς σφυγμὸς ἀποτελούμενος, <lb/>ὡς καὶ αὐτὸς ὁ Φίλιππος
                        γράφει· δέδεικται δὲ ἐν τῷ· <lb/>περὶ σφυγμῶν ὁ τοιοῦτος σφυγμὸς ἐν ψύξει
                        γινόμενος. ἀλλὰ <lb/>καὶ ἡ ἀναπνοὴ τοῖς οὕτω διακειμένοις ὁμοίως φαίνεται τῷ
                        <lb/>σφυγμῷ μικρά τε ἅμα καὶ ἀραιὰ, καὶ διὰ πολλοῦ, τὴν ψύξιν
                        <lb/>ἐνδεικνυμένη καὶ αὕτη τῶν κατὰ τὴν καρδίαν, ὡς καὶ τοῦτ’ <lb/>ἐν τοῖς
                        περὶ δυσπνοίας δέδεικται. οὐ μὴν οὐδ’ ἐκπνέουσι <lb/>θερμὸν, ὅπερ ἀχώριστόν
                        ἐστι καὶ αὐτὸ τοῦ κατεψύχθαι τὴν <lb/>ἀρχὴν, ὥπερ γε τὸ ἐναντίον τοῦ
                        θερμανθῆναι. πόθεν οὖν, <lb/>ὅτι πυρέττουσιν; οὐδὲ γὰρ ὁ θώραξ αὐτῶν ἐστι
                        θερμὸς, <lb/>οὔτ’ οὖν κατὰ τὸ στέρνον, οὔθ’ ἑτέρωθι, οὔτ’ ἐν τῷ κατὰ
                        <lb/>μασχάλην τε καὶ τὰ κυρτὰ τῶν πλευρῶν, οὔτ’ ἄχρι ῥάχεως. <lb/>ἀλλὰ ταῦτα
                        μὲν ὁμολογεῖ καὶ ὁ Φίλιππος, ἔχειν δ’ αὐτῶν <lb/>φησι τοὺς σφυγμοὺς τὸ
                        σημεῖον τοῦ πυρετοῦ, τὴν σκληρότητα ﻿<pb n="686"/> δηλονότι λέγων, ἣν
                        ἀχώριστον ἔθετο σημεῖον ἁπάντων πυρετῶν <lb/>Ἀρχιγένης. ἀλλ’ εἰ μὲν τὸν
                        ὄντως λέγει σκληρὸν, ὑπάρχει <lb/>μὲν τοῖς μαραινομένοις ἅπασι διὰ τὴν
                        ξηρότητα τῶν ἀρτηριῶν, <lb/>οὐ μὴν σημεῖόν ἐστι πυρετῶν· εἰ δ’ ὃν Ἀρχιγένης
                        <lb/>ἐκάλει σκληρὸν, ὄνομα μόνον φθεγγόμενος, οὐ μὴν ἔχων γε <lb/>δεῖξαι
                        πρᾶγμα καθ’ οὗ τοὔνομα φέρει, γέγραπται καὶ ἡμῖν <lb/>περὶ αὐτοῦ πολλὰ κατὰ
                        τὰς περὶ τῶν σφυγμῶν πραγματείας. <lb/>τὸ μέν τοι γῆρας τὸ ἐκ νόσου, ψύξις
                        ὂν ἅμα ξηρότητι, <lb/>πυρετὸς οὐκ ἔστι, τὸ δὲ ἕτερον εἶδος, ὁ περιφρυγὴς
                        ὀνομαζόμενος <lb/>ὑπὸ τοῦ Φιλίππου μαρασμὸς, ὄντως ἐστὶ μαρασμὸς, <lb/>ὥσπέρ
                        γε καὶ ὁ συγκοπώδης. καί ἐστιν αὐτοῖς ὁ σφυγμὸς <lb/>πυκνός τε καὶ μικρὸς,
                        ἐπὶ μέρος δὲ τοῖς ἐν τῷ περιφρυγεῖ συμβαίνει <lb/>θερμὰ ἐκφυσᾷν πνεύματα
                        χαίνουσιν, ὡς ἄν τις εἰκάσειεν <lb/>αὐτὸ τῇ καύσει. ἡ γένεσις δὲ, ὡς
                        εἴρηται, τῷ περιφρυγεῖ <lb/>μὲν ἐκ θερμότητος καὶ καυσωδεστάτων ἐστὶ
                        πυρετῶν, <lb/>καὶ μάλιστα ἐπὶ ξηρότητι τῆς ἕξεως· τῷ συγκοπώδει δὲ ἐπειδὰν
                        <lb/>ἐν συγκοπῇ γενηθέντες ἐκφεύγουσιν ἐν τῷ παραυτίκα τὸ <pb n="687"/> τοῦ
                        κινδύνου σφοδρὸν, ὑπολείπεται δ’ αὐτοῖς τι τῆς συγκοπώδους <lb/>διαθέσεως. ὁ
                        δὲ ψυχρὸς μαρασμὸς ὁ τὴν τοῦ γήρως <lb/>ἔχων διάθεσιν ἐκ μεταπτώσεως γίνεται
                        πυρετῶν ψυχθέντων <lb/>ὡς οὐ χρὴ, διά τε πόσεως ὕδατος ψυχροῦ, καὶ ὅσα καθ’
                        ὑποχονδρίου <lb/>τε καὶ θώρακος ἐπιφερόμενα ἰάματα ψυκτήρια· τὸ <lb/>δ’ ὡς
                        οὐ χρὴ, διττόν ἐστι, ἤτοι γε ἀμετρότερον τοῖς ψύχουσι <lb/>χρησάμενον, ἢ μὴ
                        ἐπὶ προσήκοντι τῷ χρόνῳ. συμβαίη δ’ <lb/>ἄν ποτε καὶ κατ’ ἀμφοτέρας ἅμα τὰς
                        αἰτίας συστῆναι τὸ <lb/>πάθος. </p></div></div></body></text></TEI>