<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg052.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΡ’ ΠΙΠΟΚΡΑΤΕΙ <lb/>ΚΩΜΑΤΟΣ ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Τί ποτε σημαίνει τὸ τοῦ κώματος ὄνομα <lb/>παρ’ Ἱπποκράτει; πότερον τὴν εἰς ὕπνον
						καταφορὰν, ὥς <lb/>τινες τῶν <milestone unit="ed2page" n="192"/>ἐξηγησαμένων ἔφασαν; ἢ
						ὕπνον αὐτόν; ἢ, <lb/>καθάπερ ἄλλοι, τὴν ὑπνώδη καταφοράν; καὶ γὰρ καὶ οὕτως
						<lb/>ὠνόμασάν τινες ἐν συνθέτῳ προσηγορίᾳ τὴν ἐξήγησιν ποιησάμενοι. <lb/>τινὲς δ’ οὐδὲν
						μὲν τούτων, τὴν ληθαργικὴν δὲ <lb/>καταφορὰν κῶμα πρὸς τοῦ ἀνδρὸς ὀνομάζεσθαί φασι.
						<lb/>παρὰ μὲν τῶν ἄλλων παλαιῶν οὐδὲ μία γένοιτ’ ἂν μεγάλη <lb/>μαρτυρία· καὶ γὰρ εἰ καὶ
						μάλιστα καθ’. ἑτέρου <pb n="644"/> πράγματος ἐκεῖνοι τοὔνομα φέρουσιν, οὐδὲν κωλύει τὸν
						Ἱπποκράτην <lb/>διαφερόντως χρῆσθαι. αὐτίκα παρὰ τῷ ποιητῇ <lb/>δόξειεν ἂν ὕπνον δηλοῦν
						τοὔνομα·</p><l>Ἦ με μάλ’ αἰνοπαθῆ μαλακὸν περὶ κῶμ’ ἐκάλυψεν.</l><p>καὶ</p><l>— — ἐπεὶ αὐτῷ ἐγὼ μαλακὸν περὶ κῶμα κάλυψα.</l><p>ἀλλ’ οὐχ Ἱπποκράτης οὕτω φαίνεται χρώμενος, εἴγε καὶ μετὰ <lb/>ἀγρυπνίας πολλάκις τὸ
						κῶμα γίγνεσθαί φησι καὶ φρενιτικοῖς <lb/>συνεδρεύειν. ἐν ἀρχῇ μὲν τοῦ προῤῥητικοῦ τάδε
						γράφει· οἱ <lb/>κωματώδεες ἐν ἀρχῇσι γινόμενοι, μετὰ κεφαλῆς, ὀσφύος, <lb/>ὑποχονδρίου,
						τραχήλου ὀδύνης, ἀγρυπνέοντες, ἆρά γε φρενιτικοί <lb/>εἰσιν; ἐν δὲ τῷ τρίτῳ τῶν
						ἐπιδημιῶν (ἀπό τινων τῶν <lb/>ὁμολογουμένων αὐτοῦ γνησίων βιβλίων λάβωμεν τὰς μαρτυρίας)
						<lb/>ὧδέ πως φησιν· ἑνδεκάτῃ κατενόει, κωματώδης δὲ ἦν, <lb/>οὖρα πολλὰ, λεπτὰ καὶ
						μέλανα, ἄγρυπνος. εἶτ’ ἐφεξῆς <lb/>ταῦτά φησι· ταύτῃ τὰ τῶν οὔρων διὰ τέλεος ἦν μέλανα
						καὶ <lb/>λεπτὰ καὶ ὑδατώδεα, καὶ κῶμα παρείπετο, ἀπόσιτος, <lb/>ἄγρυπνος, ἄθυμος. ἐν
						πάσαις γὰρ ταῖς εἰρημέναις ῥήσεσιν <pb n="645"/> ἀγρυπνίας καὶ κώματος φαίνεται
						μνημονεύων. ἕτερον δ’ ἄῤῥωστον <lb/>αὖθις γράφων ἐν τῷ αὐτῷ βιβλίῳ φησί· τουτέῳ <lb/>διὰ
						τέλεος, ἐξ οὗ καὶ ἐγὼ οἶδα, κοιλίη ταραχώδης, οὖρα <lb/>λεπτὰ μέλανα, κωματώδης,
						ἄγρυπνος. ὥστ’ ἄντικρυς εἶναι <lb/>δῆλον, ὅτι μηδ’ ὕπνον, μηδὲ καταφορὰν παρ’ αὐτῷ δηλοῖ
						<lb/>τὸ τοῦ κώματος ὄνομα. διὰ τοῦτο, οἶμαι, τινὲς τῶν ἐξηγητῶν <lb/>ἀπὸ τοῦ κωμάζειν
						φασὶ τοὺς κωματώδεις ὠνομάσθαι· <lb/>ἐγρηγορέναι μὲν γὰρ καὶ τοὺς κωμάζοντας,
						ἐγρηγορέναι δὲ <lb/>καὶ τοὺς κωματώδεις. καὶ νὴ Δία ὥσπερ οἱ κωμάζοντες οὐ <lb/>πάνυ τι
						κατανεύουσιν, οὕτως οὐδὲ τοὺς κωματίζοντας, καὶ <lb/>μάλιστα τοῖν ὀφθαλμοῖν. ὑγρούς τε
						γὰρ εἶναι καὶ ἐρυθροὺς <lb/>καὶ ἀστηρίκτους καὶ ἐνδεδυμένους· ἀλλὰ τὸ πᾶν ἀμφοτέροις
						<lb/>σῶμα σφαλερὸν ἐν ταῖς κινήσεσι καὶ ἀκρατές· αὐτὸν διὰ <lb/>τοῦτο καὶ τὸν Ἱπποκράτην
						περὶ τῆς ὅλης συνδρομῆς ἀπορεῖν, <lb/>εἴτε χρὴ φρενιτικοὺς αὐτοὺς ὀνομάζειν, εἴτ’ ἄλλο
						τι. φρενιτικοὺς <lb/>μὲν γὰρ εὐλαβεῖσθαι καλεῖν, μηδέπω παραπαίοντας· <lb/>ἅπαντα δὲ
						ὁρῶντα συμπτώματα φρενιτικὰ, καὶ γὰρ κεφαλὴν, <lb/>ὀσφὺν ὑποχόνδριον, καὶ τράχηλον
						ἀλγοῦντα, μήτε σφάλμα <pb n="646"/> τι, μήτ’ ἄγνοιαν μηδεμίαν ὑποστέλλεσθαι. ταῦθ’ ὡς
						μὲν <lb/>οὐκ ἔχει πιθανῶς, οὐδεὶς ἀντείποι· οὐδὲ μὴν ἱκανῶς ἐμοὶ <lb/>γοῦν, οὐδὲ μετ’
						ἀποδείξεως εἰρῆσθαι δοκεῖ. ἐχρῆν γὰρ ἐξ <lb/>Ἱπποκράτους αὐτοῦ τὴν ἐξήγησιν ποιεῖσθαι
						τῆς λέξεως, ἵνα <lb/>μὴ μόνον ὅτι πιθανῶς εἴρηται λέγειν ἔχωμεν, ἀλλ’ ὅτι καὶ <lb/>κατὰ
						τὴν ἐκείνου γνώμην. οὐ γὰρ ἡγοῦμαι τοῦτο χρῆναι <lb/>σκοπεῖσθαι μόνον τὸν ἀγαθὸν
						ἐξηγητὴν, εἰ πιθανῶς ἢ ἀληθῶς <lb/>εἴρηκεν, ἀλλ’ εἰ καὶ τῆς γνώμης ἔχεται τοῦ
						συγγραφέως, ὅπερ <lb/>οὐκ ἐν τῷ πρόσθεν λόγῳ· καίτοι γε μέρος τι τῆς περὶ τοὔνομα
						<lb/>γνώμης τοῦ παλαιοῦ δέδεικται διὰ τῶν ῥήσεων, ἐν αἷς <lb/>ἀγρυπνίαν τὸ κῶμα γνοὺς
						ἐφαίνετο. καί τις ἴσως ἔχειν ἤδη <lb/>τὸ πᾶν δόξειεν ἂν, ἀλλ’ ἂν βραχὺ περιμείνας ἀκούσῃ
						ἐκ τοῦ <lb/>αὐτοῦ βιβλίου τοῦ τρίτου τῶν ἐπιδημιῶν ῥήσεων ἑτέρων, οὐχ <lb/>ὅπως τὸ πᾶν,
						ἀλλ’ οὐδὲ τὸ ἥμισυ τοῦ παντὸς ἑαυτὸν εὑρήσει <lb/>γιγνώσκοντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p><milestone unit="ed2page" n="193"/>Σκόπει οὖν, ἐπί τινος ἀῤῥώστου γυναικὸς <lb/>ἃ λέγει.
						ἑτέρην ἐξ ἀποφθορῆς περὶ πεντάμηνον, οἰκέτεω <lb/>γυναῖκα, πῦρ ἔλαβεν, ἀρχομένη δὲ
						κωματώδης, καὶ πάλιν <pb n="647"/> ἄγρυπνος. φαίνεται γὰρ διαστέλλων κατ’ ἀντίθεσιν τὸ
						κῶμα <lb/>τῆς ἀγρυπνίας, ὡς ἐναντία. αὖθις δ’ ἐν τῇ λοιμώδει καταστάσει,
						<lb/>κωματώδεές, φησιν, ἐπὶ πολὺ, καὶ πάλιν ἄγρυπνοι. <lb/>καὶ μετ’ ὀλίγα· κωματώδεες δὲ
						μάλιστα οἱ φρενιτικοὶ καὶ οἱ <lb/>καυσώδεες ἦσαν. ἀτὰρ καὶ ἐπὶ τοῖσιν ἄλλοισι νουσήμασι,
						<lb/>τοῖσι μεγίστοισιν, ὅτι μετὰ πυρετοῦ γίνοιτο. διὰ παντὸς δὲ <lb/>τοῖσι πλείστοισιν ἢ
						βαρὺ κῶμα παρείπετο, ἢ λεπτοὺς καὶ μικροὺς <lb/>ὕπνους κοιμᾶσθαι. καὶ πάλιν· ἐν Θάσῳ τὸν
						Πάριον, <lb/>ὃς κατέκειτο ὑπὲρ Ἀρτεμισίου, πυρετὸς ἔλαβεν ὀξὺς, κατ’ <lb/>ἀρχὰς συνεχὴς,
						καυσώδης, διψώδης, ἀρχόμενος κωματώδης, <lb/>καὶ πάλιν ἄγρυπνος. ἐν ἅπασι γὰρ τούτοις
						ἀντιτίθησι τὴν <lb/>ἀγρυπνίαν τῷ κώματι. συνήθως γοῦν οὕτως ἑρμηνεύων, <lb/>μυριάκις
						εὑρήσεις αὐτὸν, ὅταν ἐναντίων πραγμάτων μνημονεύῃ, <lb/>τὸν τρόπον τοῦτον γράφοντα,
						μᾶλλον δὲ οὐδέποτ’ ἄλλως, <lb/>οἷον ἐκ πολλῶν ὀλίγα παραγράψω ἐκ τοῦ αὐτοῦ βιβλίου.
						<lb/>κάλλιον γὰρ ἐξ ἑνὸς εἶναι δοκεῖ πάντα τὰ παραδείγματα <lb/>λαβεῖν. δύο γυναῖκας
						ἀναγράφων πρὸ τῆς λοιμώδους <lb/>καταστάσεως, ἐπὶ μὲν τῆς προτέρης φησὶν, ἑτέρην ἐξ ﻿<pb n="648"/> ἀποφθορῆς περὶ πεντάμηνον, οἰκέτεω γυναῖκα, πῦρ ἔλαβεν, <lb/>ἀρχομένη δὲ
						κωματώδης, καὶ πάλιν ἄγρυπνος. ἐπὶ δὲ τῆς <lb/>δευτέρας φησί· γυναῖκα, ἥτις κατέκειτο
						ἐπὶ ψευδέων ἀγορῇ, <lb/>τότε τεκοῦσαν πρῶτον ἐπιπόνως ἄρσεν, πῦρ ἔλαβεν· καὶ <lb/>πάλιν
						εἰς νύκτα ἐπεῤῥίγωσεν, ἄκρεα οὐκ ἀνεθερμαίνοντο, <lb/>οὐκ ὕπνωσε, σμικρὰ παρέκρουσε, καὶ
						πάλιν ταχὺ κατενόει· <lb/>η΄ περὶ μέσον ἡμέρης ἀνεθερμάνθη, διψώδης, κωματώδης,
						<lb/>ἀσώδης. ἑξῆς δ’ ἐν τῷ λοιμῷ πολλοὺς ἀῤῥώστους γράφει, <lb/>πρῶτόν θ’ ἁπάντων, οὗ
						μικρὸν πρόσθεν ἐμνημόνευσα, ποικίλως <lb/>τε καὶ ἀνωμάλως νοσήσαντα, καὶ πολλὰς πολλάκις
						<lb/>(ἀπιότ. καὶ ἀχειρόπ.) εἰς τἀναντία μεταβολὰς ποιησάμενον. <lb/>ἄρχεται δὲ τοῦτον
						τὸν τρόπον· ἐν Θάσῳ τὸν Πάριον, ὃς <lb/>κατέκειτο ὑπὲρ Ἀρτεμισίου, πυρετὸς ἔλαβεν ὀξύς.
						ἀλλ’ οὐδὲν <lb/>εἰς τὸν παρόντα λόγον χρεία πρώτων ἡμερῶν, ὧν δὲ <lb/>χρῄζω, τούτων
						μνημονεύσω. ἑνδεκάτῃ ἵδρωσεν οὐ δι’ ὅλου, <lb/>περιέψυξε μὲν, ταχὺ δὲ πάλιν ἀνεθερμάνθη.
						σαφῶς γὰρ ἂν <lb/>τῷ περιέψυξε τὸ ἀνεθερμάνθη ἐναντίον. ἔπειτα δωδεκάτῃ <pb n="649"/>
						πυρετὸς ὀξὺς, διαχωρήματα χολώδεα, λεπτὰ, πολλὰ, οὔροισιν <lb/>ἐναιώρημα, παρέκρουσεν.
						ἑπτακαιδεκάτῃ ἐπιπόνως. <lb/>οὔτε γὰρ ὕπνοι, ὅ τε πυρετὸς ἐπέτεινεν. εἰκοστῇ ἵδρωσεν δι’
						<lb/>ὅλου, ἄπυρος, διαχωρήματα χολώδεα, ἀπόσιτος, κωματώδης. <lb/>εἰκοστῇ τετάρτῃ
						ὑπέστρεψεν. τριακοστῇ τετάρτῃ ἄπυρος, <lb/>κοιλίη οὐ ξυνίστατο, καὶ πάλιν ἀνεθερμάνθη.
						τεσσαρακοστῇ <lb/>ἄπυρος, κοιλίη ξυνέστη χρόνον οὐ πολὺν, ἀπόσιτος, <lb/>σμικρὰ πάλιν
						ἐπύρεξε. πάλιν· εἰ γάρτοι διαλείποι καὶ <lb/>διακουφίσαιεν, πάλιν ταχὺ ὑπέστρεφεν.
						ἐναντίον γὰρ τῷ διακουφίσαι <lb/>τὸ ὑποστρέψαι. καὶ τὰ κατὰ κοιλίην, φησὶ, συνιστάμενα,
						<lb/>καὶ πάλιν διαλυόμενα. τὸ γὰρ συνίστασθαι τῷ <lb/>διαλύεσθαι ἐναντίον. ἑξῆς δ’
						ἑτέραν ἄῤῥωστον ἐκτιθέμενος, <lb/>ὀγδόῃ, φησὶ, πολλὰ <milestone unit="ed2page" n="194"/>παρέκρουσε καὶ τὰς ἐχομένας, καὶ <lb/>ταχὺ πάλιν κατενόει. καὶ πάλιν ἑξῆς· εἰκοστῇ
						μικρὰ περιέψυξε, <lb/>καὶ ταχὺ πάλιν ἀνεθερμάνθη. καὶ αὖθις· ἑβδόμῃ <lb/>καὶ εἰκοστῇ
						ἄπυρος, κοιλία ξυνέστη. οὐ πολλῷ δὲ χρόνῳ <lb/>ὕστερον ἰσχίου δεξιοῦ ὀδύνη ἰσχυρὴ χρόνον
						πολὺν, πυρετοὶ <pb n="650"/> δὲ πάλιν παρείποντο. εἶτ’ ἐφεξῆς· καὶ τὰς ἑπομένας ἄφωνος,
						<lb/>καὶ πάλιν κατενόει καὶ διελέγετο. ἀλλὰ τί δεῖ μακρολογεῖν <lb/>ἁπάντων μνημονεύοντα
						μυρίων μυριάκις ὄντων; οὕτω <lb/>πολλὰ παρ’ αὐτοῦ τοῦ τοιούτου εἴδους τῆς ἑρμηνείας. ὡς
						<lb/>ὅταν λέγῃ, κωματώδης καὶ πάλιν ἄγρυπνος, ἐναργῶς ἀντιτίθησι <lb/>τῇ ἀγρυπνίᾳ τὸ
						κῶμα. καὶ μὴν ἀγρυπνίᾳ καταφορὰν <lb/>εἰς ὕπνον ἔχεις ἀντιτιθέναι, καὶ οὐδὲν ἄλλο τοίνυν
						θάτερον <lb/>ἀναφαίνεται πάλιν ἐκ τοῦ κώματος σημαινόμενον. τί δ’ ὅταν <lb/>λέγῃ,
						κατεῖχε δ’ ἢ τὸ κῶμα συνεχὲς οὐχ ὑπνῶδες, ἢ μετὰ <lb/>πόνων ἄγρυπνοι. καὶ γὰρ ἂν καὶ τὸ
						τοιοῦτο εἶδος τῆς ἑρμηνείας <lb/>ἴδιον Ἱπποκράτει, ἐπισημαίνεσθαι τὰ συνέπεσθαι μὲν
						<lb/>εἰωθότα, νῦν δ’ οὐχ ἑπόμενα παρὰ λόγον. οἷον ὅταν εἴπῃ, <lb/>οἱ μὲν οὖν καῦσοι
						ἐλαχίστοισί τε ἐγένοντο, καὶ ἥκιστα τῶν <lb/>καμνόντων οὗτοι ἐπόνησαν. οὔτε γὰρ
						αἱμοῤῥαγίη, εἰ μὲ <lb/>πάνυ τι σμικρὰ καὶ ὀλίγοισιν, οὔτε παράληροι. καὶ μετὰ
						<lb/>ὀλίγα· οὐδ’ ἀποθανόντα οὐδένα οἶδα τότε καύσῳ, οὐδὲ φρενιτικὰ <lb/>τότε γενόμενα.
						δι’ ἅ λάβρον ἐκ ῥινῶν αἱμοῤῥαγεῖν, <lb/>ἅπτεσθαι τῆς διανοίας, ὀξεῖς σχεῖν κινδύνους,
						μηδὲν ἀπαντῆσαν <pb n="651"/> τηνικαῦτα, ὁμοίως ἐπισημαίνεται. καὶ τὸ ἐπιφερόμενον
						<lb/>δ’, οὐδὲ φρενιτικὰ οἶδα τότε γενόμενα, κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>εἴρηται λόγον. ἐπὶ γὰρ
						ταῖς αὐταῖς καταστάσεσι καὶ <lb/>τοῖς αὐτοῖς αἰτίοις οἵ τε καῦσοι καὶ φρενίτιδες, ἀμέλει
						κατὰ <lb/>τὴν ὥραν πλεονάζουσι τὴν θερινὴν, καὶ ἐν χωρίοις θερμοτέροις, <lb/>καὶ ἐν
						ἡλικίᾳ τῇ τῶν ἀκμαζόντων, καὶ ἐν φύσεσι θερμοτέραις, <lb/>καὶ διαιτήμασιν ὡσαύτως, καὶ
						ἐπιτηδεύμασιν. <lb/>καὶ τὰ φρενιτικὰ πλεονάζειν ἀξιοῦν ἦν, ὡς παράλογον ἐπισημήνασθαι
						<lb/>τὸ ἀπαντῆσαν, φρενίτιδες μὲν οὐδ’ ὅλως ἐγένοντο, <lb/>καῦσοι δὲ πολλοί. κατὰ τὴν
						αὐτὴν γνώμην εἴρηται καὶ <lb/>ταῦτ’· ἦν δ’ ἡ κατάστασις τῶν γενομένων καύσων. ἀρχόμενοι
						<lb/>κωματώδεες, ἀσώδεες, φρικώδεες, πυρετὸς οὐκ ὀξὺς, <lb/>οὐδὲ διψώδεες λίην, οὐδὲ
						παράληροι. καὶ μετ’ ὀλίγον· οὔτε <lb/>γὰρ ᾑμοῤῥάγει καλῶς, οὔτε τις ἄλλη τῶν εἰθισμένων
						ἀπόστασις <lb/>ἐγένετο κρίσιμος. ἐκεῖνα δὲ πῶς εἴρηται; ἐπάρματα δὲ <lb/>παρὰ τὰ ὦτα
						πολλοῖσιν ἑτερόῤῥοπα ἦν, καὶ ἐξ ἀμφοτέρων <lb/>τοῖσι πλείστοισιν, ἀπύροισιν ὀρθοστάδην,
						ἔστι δ’ οἷς καὶ <pb n="652"/> σμικρὰ ἐπεθερμαίνοντο, κατέσβη πᾶσιν ἀσινέως, οὐδ’
						ἐξεπύησεν <lb/>οὐδενὶ, ὥσπερ τὰ ἐξ ἄλλων προφάσεων. ὄντως γὰρ <lb/>παράλογον, μηδὲν
						ἐκπυῆσαι, καὶ οὐκ εἰθισμένα πάντως. <lb/>εἶτ’ ἐπιφέρει, ἦν δ’ ὁ τρόπος αὐτέων, χαῦνα,
						μεγάλα, κεχυμένα, <lb/>οὐ μετὰ φλεγμονῆς· παράλογον γὰρ χωρὶς φλεγμονῆς <lb/>ἅπασι
						γενέσθαι τὰς περὶ τὰ ὦτα ἀποστάσεις. ὥστε φέρειν <lb/>πάλιν κᾀνταῦθα τὸ κῶμα φαίνεται
						ἐπὶ καταφορᾶς τῆς <lb/>ὑπνώδους, ὅταν λέγῃ· ἦν δὲ τὸ κῶμα συνεχὲς, οὐχ ὑπνῶδες· <lb/>ὡς
						γὰρ ὑπνῶδες εἶναι δέον αὐτὸ, καὶ ὡς τοιοῦτο ἀεὶ γιγνόμενον, <lb/>εἶτα νῦν παραλόγως οὐ
						γιγνόμενον, ἐπισημαίνεται. τὸ <lb/>δ’, ὅταν ἐν τῷ αὐτῷ βιβλίῳ τῷ τρίτῳ τῶν ἐπιδημιῶν ἐπὶ
						τοῦ <lb/>Πυθίωνος εἴπῃ, ἐννάτῃ κωματώδης, ἀσώδης, ὅτε διεγείροιτο· <lb/>σαφῶς γὰρ
						κᾀνταῦθα τὸ κῶμα καταφοράν τινα δηλοῦν ἔοικεν. <lb/>ἀλλ’ οὐχ οἷόν τέ φασιν ἅμα
						καταφέρεσθαι καὶ ἀγρυπνεῖν. <lb/>ταῦτα γὰρ οἱ θαυμαστοὶ λέγουσιν ἐξηγηταὶ, μὴ
						γιγνώσκοντες, <lb/>ὅτι <milestone unit="ed2page" n="195"/>δύο εἰσὶν εἴδη καταφορᾶς, ὡς
						οἵ τε δοκιμώτατοι <lb/>τῶν ἰατρῶν γεγράφασι καὶ αὐτὰ τὰ γιγνόμενα μαρτυρεῖ. ﻿<pb n="653"/> κοινὸν μὲν γὰρ ἀμφοτέρων ἐστὶν, ὅτι ἐπαίρειν οὐ δύνανται <lb/>τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἀλλ’
						εὐθέως βαρύνονται καὶ ὑπνοῦν βούλονται· <lb/>ἴδιον δὲ θατέρας, ὅτι οἱ μὲν ὑπνοῦσιν
						εὐθέως, βαθέως <lb/>τε καὶ χρόνον πολύν· οἱ δὲ ἄγρυπνοι στρεφόμενοί εἰσιν, <lb/>ἄλλης
						ἐπ’ ἄλλῃ φαντασίας ἐπιγινομένης, καὶ τὴν γνώμην κινούσης, <lb/>καὶ τὸν ὕπνον
						διακοπτούσης, ὅθεν ἀεὶ μὲν ἄγρυπνοι <lb/>μένουσιν, ἀνίστασθαι δὲ ἀδυνατοῦσι καὶ πράττειν
						τὰ τῶν <lb/>ἐγρηγορότων, ἀλλ’ ἐλλιπέστερον ἔχουσιν, ἢ ὡσανεὶ ἐγρηγόρουν, <lb/>καὶ
						βαρύνονται καὶ καταφέρονται, ὥστ’ ἐλπίσεις, ἂν <lb/>συγχωροίης αὐτοῖς, ῥᾳδίως ἂν
						κατακοιμηθῆναι, συγχωρηθέντος <lb/>δ’ αὐτοῖς τούτου, οὐχ ὅπως ὑπνοῦσιν, ἀλλ’ οὐδ’ ἣν
						εἶχον <lb/>ἐλπίδα, ὡς ὑπνώσοντες, φυλάττουσιν. ἐνταῦθ’ οὖν <lb/>νόει μοι κῶμα, ὡς κοινὸν
						ἀμφοτέρων, ὅπερ δὴ καλεῖν ἔθος <lb/>ἡμῖν καταφοράν· ἂν δὲ τὴν ὑπνώδη μόνην νοήσῃς,
						ἁμαρτήσεις, <lb/>τὴν γὰρ οὐχ ὑπνώδη καταφορὰν στερήσεις ὀνόματος, <lb/>οὐχ ἧττον τῆς
						ἑτέρας δεομένην τῆς τοῦ κώματος ἐπωνυμίας. <lb/>ἄν τε μὲν οὖν ὑπνώδης ἄν τε ἄγρυπνος εἴη
						καταφορὰ, κῶμα <lb/>καλεῖν ἔθος ἐστὶν αὐτῷ· καὶ οὐδαμῶς γε ἀλλήλοις μάχεται τὰ <pb n="654"/> κατὰ μέρος, ἀλλ’ εὐλόγως ὁτὲ μὲν ἐν ταῖς σμικραῖς ἀγρυπνίαις <lb/>εὑρίσκεται
						τὸ κῶμα, ὁτὲ δ’ ἐν τῷ ὕπνῳ. καὶ γὰρ ἡ καταφορὰ <lb/>ὁτὲ μὲν ὑπνώδης ἐστὶν, ὁτὲ δὲ
						ἄγρυπνος, ὥστε οὐκ <lb/>ἔχεις εἰπεῖν περὶ τῶν καταφερομένων, ὅτι ἀγρυπνοῦσιν ἢ μή·
						<lb/>τοσοῦτόν γε μὴν διαφέρουσιν, ὅσον οἱ μὲν πλείους αὐτῶν <lb/>ὑπνοῦσιν, ὀλίγοι δὲ τῶν
						οὕτως ἐχόντων ἄγρυπνοι μένουσιν, <lb/>ὅθεν καίτοι ἀμφοτέρων τυγχάνον τὸ πάθος,
						οἰκειότερον μέντοι <lb/>πολλῷ τῶν ὑπνούντων εὑρίσκεται. διὰ τοῦτο μὲν οὖν <lb/>φησιν, ἦν
						δὲ τὸ κῶμα συνεχὲς, οὐχ ὑπνῶδες, ὡς ἂν ἐπὶ τὸ <lb/>πολὺ ὑπνώδους γιγνομένου. ἂν τοίνυν
						κοινόν ἐστιν ἀμφοτέρων <lb/>τὸ κῶμα καὶ τοῦ ὕπνου οἰκειότερον, εὐλόγως, ὅταν
						<lb/>βούληται τὴν ὑπνώδη σημαίνειν καταφορὰν, ἁπλῶς φάσκει <lb/>κωματώδεις· ὅταν δὲ
						πάλιν τὴν ἄγρυπνον, οὐχ ἁπλῶς, ἀλλὰ <lb/>μετὰ προσθήκης φησὶ κωματώδεις ἀγρύπνους. οἶδε
						γὰρ ἀμφότερα, <lb/>ὅτι τε οἰκειότερόν ἐστι τῷ ὕπνῳ τὸ κῶμα καὶ τῇ <lb/>αὐτοῦ φύσει
						μᾶλλον ὡμοίωται, καὶ ὅτι μετ’ ἀγρυπνίας ἔστιν <lb/>ὅτε συνίσταται. κᾂν μὲν τοῦθ’ οὕτως
						ἔχῃ, θαυμαστὸν οὐδὲν, <lb/>εἰ μὴ μόνον τοῖς ληθαργικοῖς, ἀλλὰ καὶ τοῖς φρενιτικοῖς <pb n="655"/> συμπίπτῃ. τὸ δ’ οὐχ ὑπνῶδες κῶμα τούτοις μὲν οὐκ ἔστιν <lb/>ἴδιον, γίνεται
						δ’ ἐνίοτε. εὑρήσεις γὰρ πολλοὺς φρενιτικοὺς <lb/>οὔτε ἀνισταμένους οὔτε ἐπαίρειν τοὺς
						ὀφθαλμοὺς ὅλως δυναμένους, <lb/>ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ μένοντας ὁμοίους τοῖς ληθαργικοῖς,
						<lb/>ὥστε τούτους οἱ πολλοὶ καὶ ἀπαίδευτοι τῶν ἰατρῶν, <lb/>οὔτε τί δεῖ καλεῖν οἴδασιν,
						ἀλλὰ παντάπασιν ἀποροῦσι, καὶ <lb/>ἀλλότριον δοκεῖ αὐτοῖς εἶναι τοῦτο τὸ πάθος καὶ
						ἀνώνυμον, <lb/>ἔνιοι δὲ σύμμικτόν ἐκ ληθάργου τε καὶ φρενίτιδος ὑπολαμβάνουσι, <lb/>καὶ
						προσαγορεύουσι τυφομανίαν. καὶ τὸ κάκιστον <lb/>πάντων, τινὲς τῶν Ἱπποκρατείων εἶναι
						προσποιουμένων τοῦτό <lb/>φασι, καίτοι δήπου σαφῶς οὕτω καὶ φανερῶς γράφοντος
						Ἱπποκράτους, <lb/>οὐκ ἐν ἀμφιδόξῳ βιβλίῳ, ἀλλ’ εἴπερ τις ἄλλος <lb/>τῶν γνησίων εἶναι
						πεπιστευμένῳ τῷ τρίτῳ τῶν ἐπιδημιῶν, <lb/>οὔτ’ ἐξεμάνη τῶν φρενιτικῶν οὐδεὶς, ὥσπερ ἐπ’
						ἄλλοισιν, ἀλλ’ <lb/>ἄλλῃ τινὶ καταφορῇ νωθρῇ βαρέως ἀπώλλυντο. οὐ μόνον <lb/>γὰρ ὅτι
						καταφορὰ ταῖς φρενίτισιν ἐνίοτε συμπίπτει διήγγειλεν, <lb/>ἀλλ’ ὅτι καὶ νωθρὰ πολλάκις.
						τίς δ’ ἡ νωθρά; <milestone unit="ed2page" n="196"/>μεμνήσῃ <lb/>πρῶτον μὲν τῆς
						διαιρέσεως, ἂν μὴ μέλλῃς τὰ παρόντα <pb n="656"/> παρακούειν, ὅταν καταφορὰν τὴν μὲν
						ὑπνώδη, τὴν δὲ ἄγρυπνον <lb/>ἐκάλουν, καὶ τὴν μὲν ὑπνώδη ἰδίαν εἶναι τῶν ληθαργικῶν
						<lb/>καὶ διαπαντὸς ὑπάρχειν αὐτοῖς, τὴν δὲ οὔτε ἰδίαν <lb/>εἶναι τῶν φρενιτικῶν οὔτε
						ὑπάρχειν αὐτοῖς διαπαντός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἡ μὲν οὖν ὑπνώδης, ὅσον ἐπὶ τῷ παρόντι, <lb/>τοῖς ληθαργικοῖς συμπίπτει· τὴν δ’
						ἄγρυπνον, ἥτις τοῖς φρενιτικοῖς <lb/>ἐπιγίγνεται, πειράσομαι διορίζειν, ἵνα δυνηθῇς
						εὑρίσκειν <lb/>τὴν ὑφ’ Ἱπποκράτους εἰρημένην διαφοράν. οὐ γὰρ <lb/>ἦν τῶν ματαίως τὰ
						ὀνόματα ἐπιτιθέντων οὗτος ὁ ἀνὴρ, οὔτ’ <lb/>ἀνοήτως πρόσκειται τῇ καταφορᾷ τὸ νωθρὰ,
						οὔτε φησιν, <lb/>ὥσπερ Ὅμηρος, ὑγρὸν ἔλαιον καὶ γάλα λευκὸν, μηδενὸς ἕνεκα
						<lb/>διορισμοῦ· καὶ γὰρ πᾶν γάλα λευκὸν καὶ ἔλαιον ὑγρόν· <lb/>ἀλλ’ ἑκάστη λέξις καὶ
						συλλαβὴ πᾶσα πρᾶγμά τι σημαίνει παρ’ <lb/>αὐτοῦ. περὶ φρενίτιδος ἄρα λόγον ποιούμενος,
						ὅπερ πρὸς <lb/>τὰ παρόντα χρήσιμόν ἐστι διδάσκειν τοὺς τὸ σύνηθες αὐτῷ <lb/>μανθάνειν
						βουλομένους, ποτὲ μὲν οὕτω γράφει, παρελήρει· <lb/>ποτὲ δ’ οὕτω, παρηνέχθη· ποτὲ δὲ
						πάλιν, παρέκοψε· <pb n="657"/> πάλιν δὲ, παρεφρόνησε· καὶ πάλιν, ἐξέστη· καὶ αὖθις,
						<lb/>ἐμάνη, καὶ ἐξεμάνη, καὶ οὐ κατενόει, καὶ παρέλεγε. ταῦτα <lb/>πάντα τῶν βεβλαμμένων
						τὴν διάνοιάν ἐστιν, οὓς ἅπαντας σὺ <lb/>μὲν παραφρονοῦντας ὀνομάζεις, Ἱπποκράτει δ’ οὐκ
						ἀρκεῖ τὸ <lb/>γένος μόνον εἰπεῖν, ἀλλ’ ἑκάστῳ μεγέθει τοῦ τῆς παραφροσύνης <lb/>εἴδους
						ἴδιον ἐφεύρηκεν ὄνομα. ἄνθρωπος γάρ, φησι, θερμαινόμενος <lb/>ἐδείπνησεν, οὐκ ἐτόλμησεν
						εἰπεῖν πυρετὸν τοσαύτην <lb/>θερμασίαν, καθ’ ἣν δύναταί τις δειπνῆσαι. πάλιν δὲ τὸ
						<lb/>τοῦ πυρετοῦ μέγεθος ἐνδεικνύναι βουλόμενός φησι, πῦρ ἔλαβεν <lb/>αὐτόν. ἠσχολησάμην
						μὲν ἐπιδεικνύων τὴν τοῦ ἀνδρὸς <lb/>ἐπιμέλειαν περὶ τὰς λέξεις, ἀλλ’ ὡς ἤδη εἰδόσι καὶ
						πεπεισμένοις <lb/>ἐπὶ τὸ ζητούμενον ἀφίξομαι. διττὸν μὲν εἶδος τῆς <lb/>ἀγρύπνου
						καταφορᾶς. ὀνομάζεται δὲ ἡ μὲν νωθρὰ, ἧς μέμνηται <lb/>νῦν Ἱπποκράτης· ἡ δὲ τῷ τοῦ
						γένους ὀνόματι κέχρηται. <lb/>κοινὸν δ’ ἀμφοτέρων ἐστὶ τῶν καὶ μάλιστα τῆς ὑπνώδους
						διαφερουσῶν, <lb/>ὅτι φράζουσί τε καὶ παραληροῦσι μεδεμιᾶς ἐχόμενα <lb/>γνώμης, κᾀπὶ τὰς
						ἀναστάσεις πρόθυμοί εἰσι μάλα, ὧν οὐδὲν <lb/>ἐπὶ ταῖς ληθαργικαῖς ὑπάρχει καταφοραῖς.
						οὔτε γὰρ χωρὶς ﻿<pb n="658"/> φράζουσί τι καὶ πανούργως, δυσαίσθητοι δ’ εἰσὶν, οὕτε πρὸς
						<lb/>τῶν ἐπιβοώντων καὶ νυττόντων ἐγείρονται ῥᾳδίως. κῶμα δὲ <lb/>τὸ μὲν φρενιτικὸν καὶ
						ἄγρυπνον ἔξω ταύτης ἐστὶ τῆς δυσαισθησίας <lb/>καὶ δυσκινησίας· καὶ γὰρ ἀνίστανται
						ῥᾳδίως ἀκούσαντες <lb/>τῆς φωνῆς καὶ ἤχου παντὸς, κᾂν μέρους τινὸς ἅψῃ <lb/>τοῦ σώματος,
						εὐθὺς ἐξαίρουσι τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ πρὸς τὸν <lb/>ἁπτόμενον ἀποβλέπουσι. κατ’ αὐτὴν δὲ
						τὴν καταφόρησιν <lb/>ἢ χεῖρα κινοῦσιν, ἢ σκέλος, ἢ σύμπαν τὸ σῶμα ῥίπτουσιν <lb/>ἀλόγως,
						ἐξαίφνης τε καὶ παραφρονητικῶς ἐξάλλονται σπασμοῦ <lb/>δίκην, καὶ ταῦτα πάντα ποιοῦσι
						μετὰ τοῦ καὶ λέγειν τινὰ οὐ <lb/>προσηκόντως, ὧν οὐδὲν οἱ μετὰ καταφορᾶς λη<milestone unit="ed2page" n="197"/>θαργικοὶ <lb/>πράττουσιν, ἀκίνητοι γὰρ ἀεὶ καὶ ἄφωνοι κεῖνται
						τοῖς βαθέως <lb/>κοιμωμένοις ὁμοιωθέντες. τῶν δὲ μὴ ὑπνωδῶς καταφερομένων <lb/>οἱ μὲν
						οὕτω ῥᾳδίως καὶ ἐπὶ πολὺ εὐκίνητοί εἰσιν, ὥστε <lb/>μὴ διαλείπειν βοῶντες μέγα, καὶ
						κινεῖν τι μόριον σφοδρῶς, <lb/>ἂν δ’ ἐξεγείρῃς αὐτοὺς ἢ προσλαλῇς, προσβλέπουσιν ἀπρεπῶς
						<lb/>καὶ μᾶλλον ἐξίστανται, καὶ κακὸν πράττειν ἐπιχειροῦσι, καὶ <lb/>πάντως ἀκούειν
						προθυμότατοί εἰσιν οὐδὲν ἀπολειπόμενοι τῶν <pb n="659"/> ἄκρως παραφρονούντων· οἱ δ’
						ἔμπαλιν ἀνιστάμενοι κατανοοῦσι <lb/>μᾶλλον, καὶ οὐ πολὺ κινοῦνται, καὶ τότε μᾶλλον
						παραφρονοῦσιν, <lb/>ὅταν ἐπιτρέψῃς αὐτοὺς τῷ κώματι. καὶ κατὰ <lb/>τοῦτο μάλιστά ἐστιν
						αὐτοὺς διορίζειν τῶν ληθαργικῶν καταφορῶν. <lb/>αὕτη μὲν οὖν ἐστιν ἡ πρὸς Ἱπποκράτους
						λεγομένη <lb/>νωθρὰ καταφορά. ἐπεὶ δὲ σαφῶς ἐμάθομεν, ὡς οὐ <lb/>μόνον τὸ καταφέρεσθαι
						τῶν φρενιτικῶν τισι συμβαίνει, ἀλλὰ <lb/>καὶ τὸ νωθρῶς, (περὶ τούτου μάλιστ’ ἄν τις
						ἀπορήσειεν) ἐπὶ <lb/>τὴν λοιπὴν μεταβῶμεν ἀμφισβήτησιν, ἧς εἰ μέν τινα εὑρήσωμεν
						<lb/>λύσιν, ἕξομεν ἤδη τὸ πᾶν. ἔστι δὲ ἡ ἀμφισβήτησις ἥδε. <lb/>μεμνημένος Ἱπποκράτης ἐν
						τῷ προῤῥητικῷ τῶν κωματωδῶν <lb/>ἀγρύπνων, ἀπορεῖ πότερον φρενιτικοὺς αὐτοὺς, ἤ τι
						ἕτερον <lb/>ὀνομάσει. ἔχει δὲ ἐφεξῆς οὕτως. οἱ κωματώδεες ἐν ἀρχῇσι <lb/>γινόμενοι, μετὰ
						κεφαλῆς, ὀσφύος, ὑποχονδρίου, τραχήλου <lb/>ὀδύνης, ἀγρυπνέοντες, ἆρά γε φρενιτικοί
						εἰσι; γράφεται δὲ <lb/>διχῶς ἥδε ἡ ῥῆσις, ἐπί τισι μὲν ἀντιγράφοις οὕτως, ἐπί τισι δὲ
						<lb/>ἄνευ τοῦ εἰσίν, ἆρά γε φρενιτικοί; ἀλλὰ νῦν μὲν τὸ πρῶτον <pb n="660"/> ἐρευνῶμεν.
						ἐπειδὴ δύο τὰ πρῶτά ἐστι κώματος εἴδη, καὶ τὸ <lb/>μὲν τοῖς ληθαργικοῖς ἀεὶ, τὸ δὲ τοῖς
						φρενιτικοῖς ἔστιν ὅτε <lb/>συμπίπτει, ἀπορεῖ νῦν Ἱπποκράτης, εἰ δεῖ τοὺς οὕτως ἔχοντας
						<lb/>ὀνομάζειν φρενιτικούς. τοῦτο δὲ οὐχ ὅπως ἄπορον, ἀλλ’ <lb/>ἔμπαλιν ῥᾳδίως εὑρετὸν
						καὶ πρόχειρον εἶναι δοκεῖ. ἐπειδὴ γάρ <lb/>ἐστι δύο κώματα, καὶ τὸ μὲν ὑπνῶδες τὸ τῶν
						ληθαργικῶν <lb/>ἴδιον οὐ δύναται ἐνταῦθα νοηθῆναι, τὸ γὰρ ἄγρυπνοι <lb/>προσκείμενον οὐκ
						ἐπιτρέπει σημαίνεσθαι τοῦτο, περὶ τοῦ λοιποῦ <lb/>κώματος τὸ ἆρά γε φρενιτικόν ἐστιν
						ἀπαγγέλλειν φαίνεται. <lb/>πῶς ἄρα ἀπορεῖ; συλλογιστική ἐστί, φησιν, ἡ ἆρα <lb/>λέξις,
						οὐκ ἀπορητική. ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἐὰν μὴ βάρβαρον <lb/>εἶχε τὴν ἑρμηνείαν καὶ πάσης
						Ἑλληνικῆς συνηθείας ἀλλοτρίαν, <lb/>ἴσως ἂν ἀπεδεχόμην· ὅτε δὲ οὔτε οἱ ἄλλοι Ἕλληνες
						οὔτε ὁ <lb/>Ἱπποκράτης τοιαύτῃ προτάσεων συντάξει οὐχ εὑρίσκονται <lb/>χρώμενοι, πῶς ἂν
						δεχοίμην συλλογιστικὸν εἶναι τὸ ἆρα <lb/>ἐπίῤῥημα; πρὶν γὰρ ἢ λήμμασι χρῆσθαι ἐν τῷ λόγῳ
						καὶ <lb/>προτάξαι αὐτὰ τοῦ συμπεράσματος, οὐκ ἔστι συλλογίζεσθαι. <lb/>φέρε εἰπεῖν, ὅπως
						τὸ λεγόμενον σαφὲς γένηται καὶ τοῖς ἧττον <pb n="661"/> γεγυμνασμένοις, τὸ ἆρά γε ἡμέρα
						ἐστί; καὶ, ἆρά γε ἐλεύσεται <lb/>σήμερον; ἀπορητικὸν ἔχει ἐπίῤῥημα. ἂν δὲ λόγῳ
						ἀποφαίνειν <lb/>αὐτοῖς βουληθῶ, ἤτοι ἁπλῶς λέγων οὕτω χωρὶς πάσης <lb/>ἀποδείξεως,
						ἐλεύσεται σήμερον· ἤτοι μετ’ ἀποδείξεως <lb/>οὕτως, ἐὰν ἥλιος ὑπὲρ γῆν ἐστιν, ἡμέρα
						ἐστίν· ἐὰν περιπατεῖ, <lb/>κινεῖται ἄρα. ὅταν δὲ χωρὶς ἀποδείξεως ἀποφαίνωμέν <lb/>τι,
						οὐ δεόμεθα τοῦ ἄρα ἐπιῤῥήματος, περιττὸς γάρ ἐστιν <lb/>ὁ λόγος, καὶ οὐδεὶς οὕτω φησὶν,
						ἡμέρα ἐστὶν ἄρα, οὔθ’ <lb/>οὕτως, ἀρά γε ἡμέρα ἐστὶν, ἐπειδὰν ἐξῇ λέγειν οὕτως ἁπλῶς,
						<lb/>ἡμέρα ἐστίν. οὔθ’ οὕτω κατ’ ἀπόδειξιν οἷόν τέ ἐστι χρῆσθαι <lb/>αὐτὸν τῷ ἆρά γε.
						πῶς γὰρ <milestone unit="ed2page" n="198"/>ἂν εἴη ἀπόδειξις, πάσης <lb/>ἀποδείξεως ἐξ
						ἑτέρων λημμάτων ἕτερον λῆμμα καταλαμβανούσης; <lb/>ἀλλὰ μηδὲν φαίνεται νῦν λῆμμα
						συλλογιστικὸν εἰς ἀπόδειξιν <lb/>λαμβάνων. πῶς οὖν τὸ ἆρά γε ἐπίῤῥημα γενήσεται
						<lb/>ἀντ’ ἀπορητικοῦ συλλογιστικὸν καὶ συμπεραντικόν; μετὰ γάρ <lb/>τινων οὔτε τὸν αὐτὸν
						τόπον κατέχουσι τὸ ἀπορητικὸν ἐπίῤῥημα <lb/>καὶ τὸ συλλογιστικόν τε καὶ συμπεραντικὸν
						καλούμενον, <lb/>ἀλλὰ τὸ μὲν ἀπορητικὸν πρόκειται ἀεὶ, τὸ δὲ συλλογιστικὸν <pb n="662"/>
						καὶ συμπεραντικὸν μεταξὺ τοῦ ὀνόματος καὶ τοῦ κατηγορουμένου <lb/>καθίσταται. ἀποροῦντες
						γὰρ λέγομεν, ἆρά γε ἡμέρα <lb/>ἐστί; συλλογιζόμενοι δὲ οὕτως, ἡμέρα ἄρα ἐστί. πῶς οὖν
						<lb/>νῦν προετέθη; ὡς οὐ συλλογιστικὸν ὑπάρχον, προετέθη. <lb/>οὐ γὰρ εἴρηται οὕτω,
						φρενιτικοὶ ἄρα εἰσὶν, ἀλλ’ ἁπλῶς, ἆρά <lb/>γε φρενιτικοί εἰσιν; ἀποροῦντος φανερῶς τοῦ
						Ἱπποκράτους, <lb/>καὶ μὴ τολμῶντος ἀποφήνασθαι βεβαίως ὑπὲρ αὐτῶν, ὥσπερ <lb/>ἀμέλει
						πολλάκις φαίνεται ποιῶν. ἀρκέσει δ’ ἓν ἢ δεύτερον <lb/>παράδειγμα, χάριν τοῦ μὴ
						διατρίβειν ἐπὶ πλέον ἐν οὕτω σαφεῖ <lb/>πράγματι. ἐν μὲν οὖν τῷ πρώτῳ τῶν ἐπιδημιῶν
						φησι, <lb/>μετὰ δὲ ταῦτα δυσεντεριώδεες ἐγένοντο οὗτοι πάντες. ἆρά <lb/>γε ὅτι οὔρησαν
						ὑδατώδεα, σκεπτέον. ἐνταῦθα τὸ σκεπτέον <lb/>προσκείμενον, οὐδὲ τὸν ἀναιδέστατον ἄλλως
						ἀκούειν ἐάσει <lb/>τοῦ ἄρα συνδέσμου, πλὴν ὡς ἀπορητικοῦ. ἐν δὲ τῷ ἕκτῳ <lb/>τῶν
						ἐπιδημιῶν τὸ μετ’ οὔρησιν σύναγμά, φησι, παιδίοισι <lb/>μᾶλλον, ἆρά γε ὅτι θερμότερα; ἐν
						αὐτῷ δὲ τῷ προῤῥητικῷ, <lb/>ἐν φρενιτικοῖσι λευκὴ διαχώρησις κακὸν, ὡς καὶ Ἀρχεκράτει.
						<lb/>ἆρά γε ἐπὶ τούτοισι καὶ νωθρότης γίνεται; καὶ πάλιν, ἐν ﻿<pb n="663"/> ἀφωνίῃ
						πνεῦμα, οἷον τοῖσι πνιγομένοισι πρόχειρον, πονηρόν. <lb/>ἆρά γε καὶ παρακρουστικὸν τὸ
						τοιοῦτον; εἰ τοίνυν χρὴ κεφαλὴν <lb/>ἐπιδοῦναι τῷ λόγῳ, καὶ μήτ’ ἄλλος τις τῶν Ἑλλήνων
						<lb/>οὕτω κέχρηται τῷ ἆρα συνδέσμῳ μήθ’ Ἱπποκράτης αὐτὸς, <lb/>ὡς ἐγὼ νῦν ἔδειξα,
						μέμψαιτ’ ἄν τις, οἶμαι, τοὺς ἐξηγησαμένους <lb/>ὡς οὐκ ἀπορητικὸν σύνδεσμον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Καί τοι χαλεπώτερον ἐμαυτὸν τὸν λόγον <lb/>ἐπίσταμαι ποιεῖν. διωρισμένης γὰρ τῆς
						ὑπνώδους καταφορᾶς <lb/>ἀπὸ τῆς οὐχ ὑπνώδους φρενίτιδος, οὐκ ἂν ἔτι δεόντως ἀπορῶν
						<lb/>φαίνοιτο καὶ μὴ βεβαίως ἀποφαινόμενος φρενιτικοὺς εἶναι <lb/>τοὺς τοιούτους. ἀλλ’
						ἧττον γὰρ ἐμοὶ μέλει τῆς ἐν τοῖς λόγοις <lb/>χαλεπότητος ἢ τῆς ἀληθείας, ὅτι τε
						ἀπορητικός ἐστιν ὁ σύνδεσμος, <lb/>ὁμολογῶ, καὶ δείξω τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν οὐκ ἐτόλμησε
						<lb/>φρενιτικοὺς εἶναι τοὺς τοιούτους ἀποφήνασθαι ὁ Ἱπποκράτης, <lb/>ἀλλ’ ἔτ’ ἀπορεῖ. τὸ
						γὰρ ἐν ἀρχῇσι προσκείμενον τὴν πάσαν <lb/>ἔχει τοῦ λόγου δύναμιν, ὃ παραλείπουσιν οἱ
						πολλοὶ τῶν <lb/>ἐξηγητῶν, ὥσπερ μάτην προσγεγραμμένον. παραπλήσιον <lb/>γάρ τι συμβαίνει
						πολλῶν ἀρχομένοις νοσημάτων, οἷον ἔν τισι <pb n="664"/> τῶν μεθυσθέντων ἔστιν ἰδεῖν
						γιγνόμενον. ὅταν μὲν κωματώδεις <lb/>ὦσι, καὶ σφάλλονται, καὶ βαρῶσι τὴν κεφαλὴν, καὶ
						<lb/>μηδ’ εἰ βιάζοιντο διαίρειν δύνανται τὰ βλέφαρα· δι’ αὐτὸ <lb/>δ’ αὖ πάλιν τοῦτο τὸ
						βάρος ὑπνοῦν ἀδυνατοῦσιν ἀσώμενοι, <lb/>
						<milestone unit="ed2page" n="199"/>καὶ στρεφόμενοι, καὶ ῥιπτοῦντες ἑαυτοὺς, καὶ
						μεταβάλλοντες <lb/>ἄλλοτ’ εἰς ἄλλο σχῆμα. ταῦτα γὰρ ἔστιν ἰδεῖν πολλάκις <lb/>ἐπὶ τῶν
						μεθυσθέντων γιγνόμενα, πληρωθείσης αὐτῶν <lb/>ἐν τῇ μέθῃ τῆς κεφαλῆς, εἶθ’ ὑπὸ τοῦ
						βάρους ἅμα τ’ εἰς κῶμα <lb/>κατασπώσης ἅμα τε ὕπνον κωλυούσης. οὕτως οὖν καὶ πλήθους
						<lb/>ἀπέπτου τὴν κεφαλὴν κατειληφότος, ἄγρυπνοί τε ἅμα <lb/>καὶ κωματώδεις εἰσίν. καὶ
						τοῦτο κατ’ ἀρχὰς γενόμενον, ἔστιν <lb/>ὅτε μὲν πεφθῇ καλῶς, ὥσπερ καὶ ἐξ οἴνου τοιοῦτο
						εἴη γεγονός· <lb/>ἀλλ’ οὕτω μὲν οὔτε λήθαργος, οὔτε φρενῖτις ἠκολούθησεν· <lb/>ἔστιν ὅτε
						δὲ δριμὺ γενόμενον εἰς φρενίτιδα ἐτελεύτησε. <lb/>πολλοῖς δ’ αὖ τὸ μὲν λεπτότερον ἢ
						πεφθὲν ἢ διαφορηθὲν <lb/>ἐκενώθη, ὑπέμεινε δὲ τὸ παχύτερον, καὶ οὕτω <lb/>λήθαργος
						ἐπεγένετο. προεληλυθότος μὲν τοῦ τοιούτου νοσήματος, <lb/>ἡ τοιαύτη διάθεσις, ὡς μὲν
						ἡμεῖς ἐδείξαμεν, ἐγγὺς <lb/>ἤδη φρενίτιδος· ὡς δ’ οἱ τὸ μικτὸν πάθος ἐκ ληθάργου <pb n="665"/> καὶ φρενίτιδος εἰσάγοντες ὑπολαμβάνουσιν, ἐκείνῳ δόξειεν ἂν <lb/>εἶναι
						συγγενεστέρα. πότερον δ’ ἤδη τοὺς οὕτως ἔχοντας ὀνομάζειν <lb/>χρὴ φρενιτικοὺς, ἢ ὀλίγου
						ὕστερον ἔσεσθαι προσδοκᾷν, <lb/>τοῦθ’ ἑτέρας ἂν εἴη σκέψεως, οὔτ’ ὠφελούσης τι τὰ νῦν
						προκείμενα, <lb/>καὶ ἄλλως διὰ τοῦ εἰσίν, ὃ καί τινες προσγράφουσι <lb/>τῷ ἆρα
						φρενιτικοὶ, τινὲς δ’ οὔ. </p></div></div></body></text></TEI>