<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg051.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Τὸ δὲ νῦν εἶναι σκεπτέον εἰ δικαίως ἀναφέρουσιν <lb/>ἅπαντες σχεδὸν αἰτίῳ
                        ψυχρῷ τὸ ῥῖγος. ὅτι μὲν γὰρ <lb/>ψυχρὸν τὸ πάθος, ἐναργές· εἰ δὲ καὶ τὸ δρῶν
                        αὐτὸ τοιοῦτον, <lb/>ἄξιόν μοι δοκεῖ σκέψεως εἶναι. τριταίου γοῦν ἀκριβοῦς,
                        <lb/>εἴπερ τι καὶ ἄλλο, ῥῖγος γνώρισμα. συνεισβάλλουσι γὰρ οἱ
                        <lb/>παροξυσμοὶ ῥίγεσι σφοδροῖς, καί τοι τόν γε πυρετὸν τοῦτον <pb n="627"/>
                        οὐκ ἄν τις οὐδὲ μαινόμενος ἐπὶ ψυχρῷ φαίη συνίστασθαι <lb/>χυμῷ· καῦσος γάρ
                        ἐστι τῷ γένει, τοσοῦτον ἀποδέων θατέρου <lb/>καύσου τοῦ συνεχοῦς, ὅσον
                        διαλείπει τὸ θερμὸν τοῦ πυρετοῦ <lb/>καὶ φλογῶδες καὶ περικαές. τὸ δ’
                        ἄπαυστον δίψος, ἥ τε τῆς <lb/>ἐμψύξεως ἐπιθυμία, τό τ’ ἐμεῖν ἀκράτου χολῆς,
                        καὶ ῥᾳστωνεῖν <lb/>τοῖς γ’ ἐμέτοις, πῶς οὐκ εἰσὶν ἅπαντα φανερῶς ἐπὶ τῷ
                        <lb/>θερμῷ πλεονάζοντι; πῶς οὖν ῥιγοῦσιν ἐν τριταίοις; πῶς δ’ <lb/>ἐν
                        καύσοις πυρετοῖς τοῖς συνεχέσιν, εἰ μὴ διαλείποντες, ἀλλ’ <lb/>ἀεὶ καίοντες
                        ἔγκεινται, ῥῖγος ἐπιγίνεται, καὶ κριτικόν γε πυρετοῦ; <lb/>ὑπὸ καύσου γάρ,
                        φησιν, ἐχομένῳ, ῥίγεος ἐπιγενομένου, <lb/>λύσις. ἀλλὰ καὶ δριμὺ καὶ θερμὸν
                        φάρμακον ἕλκει <lb/>προσαχθὲν· ὠδύνησε μὲν τὰ πρῶτα, φρίκην δ’ αὖθις, εἶτ’
                        <lb/>ἐπ’ αὐτῇ ῥῖγος ἐργάζεται, καὶ πολλοὺς ἴσμεν ῥιγώσαντάς τε <lb/>καὶ
                        πυρέξαντας ἐφ’ ἕλκεσιν ἐρεθισθεῖσιν ὑπὸ δριμέων φαρμάκων. <lb/>ἀλλὰ καὶ
                        φλεγμονῆς εἰς ἀπόστημα τρεπομένης ἀνάγκη <lb/>ῥῖγός τε καὶ φρίκην
                        συνεδρεῦσαι. πολλῶν δ’ ἄν σε καὶ ἄλλων <lb/>ἀνέμνησα διαθέσεων, ἐφ’ ὧν
                        ἐναργῶς ἐπὶ δριμεῖ μᾶλλον ἢ <pb n="628"/> ψυχρῷ χυμῷ συνίσταται ῥῖγός, εἰ μὴ
                        τοῦ λόγου τὸ μῆκος <lb/>ἔφευγον. μὴ τοίνυν τῷ ψυχρῷ μόνῳ βιαζόμενοι τὸ ῥῖγος
                        <lb/>ἀναφέρωμεν, ἐπεὶ καὶ φοβερὸν ἄκουσμα καὶ θέαμα φρίκην τε <lb/>καὶ ῥῖγος
                        ἐργάζεταί ποτε. τοῦτο μέν γε καὶ Πλάτων ἐγίνωσκεν, <lb/>οὐ μόνον Ἱπποκράτης.
                        διαλεγόμενος οὖν ὑπὲρ τῶν <lb/>ἐπὶ χολῇ ξανθῇ γινομένων νοσημάτων,
                        ἐμνημόνευσε καὶ ῥίγους. <lb/>ὅθεν ἄλλων τε πολλῶν χάριν ἐπέρχεταί μοι
                        θαυμάζειν <lb/>τῶν μετὰ ταῦτα γενομένων ἰατρῶν, κᾀν τοῖς περὶ τοῦ ῥίγους
                        <lb/>λόγοις οὐχ ἥκιστα. πῶς γὰρ οὐ δεινὸν, εἰ Πλάτων μὲν οὐκ <lb/>ὢν ἰατρὸς
                        οὐκ ἠγνόησεν, ὅτι καὶ διὰ χολὴν γίνεταί ποτε <lb/>ῥῖγος, ἐξευρεῖν τε τὴν
                        αἰτίαν ἐσπούδασεν, οἱ δὲ τοσοῦτον <lb/>ἀποδέουσι τοῦτο πάντῃ γινώσκειν, ὥστ’
                        οὐδ’ ὅτι καὶ διὰ <lb/>χολὴν καὶ διὰ δριμὺν ὁντιναοῦν χυμὸν ῥῖγος γίνεται,
                        ἐπίστανται; <lb/>ἀλλ’ ἄπορον ἐξευρεῖν τὴν αἰτίαν, ὅπως ἐπὶ δριμεῖ <lb/>τε
                        καὶ θερμῷ χυμῷ συνίσταται πάθος ψυχρόν. ἴσως μὲν οὐκ <lb/>ἄπορον, εἴγε μηδὲ
                        Πλάτων ἠπόρει· πολὺ δ’ οὖν ἦν ἄμεινον, <lb/>εἴπερ ὄντως ἐστὶν ἄπορον, οὐκ
                        ἀνατρέπειν ἐπιχειρεῖν τὸ <lb/>πρᾶγμα φαινόμενον ἐναργῶς, ἀλλὰ τῆς αἰτίας
                        ὁμολογῆσαι τὴν ﻿<pb n="629"/> ἄγνοιαν. τὸ δ’ ἀναιρεῖν τὸ φαινόμενον, ὅμοιόν
                        ἐστι τῷ <lb/>μηδ’ ὁρᾷν ἡμᾶς ὁμολογεῖν, ὅτι μὴ γινώσκομεν ὅπως ὁρῶμεν.
                        <lb/>οὐκοῦν ὅτι μὲν οὐδὲν ἧττον ἐπὶ δριμεῖ τε καὶ θερμῷ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="215"/>χυμῷ γένοιτ’ ἂν ῥῖγος, ἢ ἐπὶ ψυχρῷ τε καὶ
                        πηγνύντι, <lb/>παντὸς μᾶλλον ἀληθές. εἶτα σκοπεῖν, εἰ ἁπλῶς τὸ <lb/>ψυχρὸν ἢ
                        τὸ δριμὺ πλεονάζειν χρὴ εἰς τὸ δυνηθῆναι ῥῖγος <lb/>ἐργάσασθαι. ἐφεξῆς δ’
                        ἐκεῖνο διορισόμεθα, πολλοῖς ἀγνοούμενον, <lb/>οὔτε γὰρ ἁπλῶς ψυχροῦ χυμοῦ
                        πλεονάζοντος, οὔθ’ <lb/>ἁπλῶς δριμέος γίνεται ῥῖγος. ἐπὶ μέν τοι τοῦ ψυχροῦ
                        σαφῶς <lb/>ἔμπροσθεν ἔδειξα, τὸ οἰδηματῶδες ἅπαν καὶ τὸ ναρκῶδες <lb/>καὶ τὸ
                        παράλυτον καὶ τὸ ὑδαρῶδες ὑπομνήσας· ἐπὶ δὲ τοῦ <lb/>θερμοῦ τε καὶ δριμέος
                        νῦν ἐπιδείξω σοι· κακόχυμοι γὰρ ἂν <lb/>ἰκτερικοί τε καὶ πυρέττοντες ὀξέως
                        καὶ καυσούμενοι πάντες <lb/>ἐῤῥίγουν. οὔτ’ οὖν ἁπλῶς χρὴ πλεονάζειν ἢ ψυχρὸν
                        χυμὸν ἢ <lb/>δριμὺ πρὸς ῥίγους γένεσιν· ὑπάρχειν δ’ αὐτῶν ἀναγκαῖον
                        <lb/>ἑκατέρῳ τρόπον ἴδιον. εἴη δ’ ἂν ὁ τρόπος, οὐ γὰρ ἀποκνητέον <lb/>ἐπὶ
                        πᾶν ἰέναι τῷ λόγῳ τῆς ἀληθείας ἐρῶσιν, ἢ τὸ τοῦ <pb n="630"/> πλήθους
                        μέτρον, ἢ ἡ τοῦ χυμοῦ ποιότης, ἤ τις τόπος τοῦ <lb/>σώματος ἐν ᾧ χρὴ τοῦτον
                        ἀθροίζεσθαι. γένοιτο δ’ ἂν καὶ <lb/>περὶ τὸ μένειν ἢ κινεῖσθαι καὶ περὶ τὸν
                        τρόπον τῆς κινήσεως <lb/>οὐ μικρὰ διαφορά. εἰς ταύτας οὖν αὐτὰς καὶ Πλάτων
                        <lb/>ἀφορῶν ἔλεγε· ταύτην δὴ τὴν δύναμιν ἐχουσῶν ἰνῶν ἐν <lb/>αἵματι, χολὴ
                        φύσει παλαιὸν αἷμα γεγονυῖα, καὶ πάλιν ἐκ <lb/>τῶν σαρκῶν εἰς τοῦτο τετηκυῖα
                        θερμὴ καὶ ὑγρὰ κατ’ ὀλίγον <lb/>τὸ πρῶτον ἐμπίπτουσα, πήγνυται διὰ τὴν τῶν
                        ἰνῶν δύναμιν· <lb/>πηγνυμένη δὲ καὶ βίᾳ κατασβεννυμένη χειμῶνα καὶ τρόμον
                        <lb/>ἐντὸς παρέχει, πλείων δ’ ἐπιῤῥέουσα, τῇ παρ’ αὐτῆς <lb/>θερμότητι
                        κρατήσασα τὰς ἶνας, εἰς ἀταξίαν ζέσασα, διέσωσεν. <lb/>ἐν τούτοις ὁ Πλάτων
                        ἅπαντ’ ἐπειράθη διελθεῖν, ὅσα <lb/>χρὴ γινώσκειν ἐν ἅπασι γένεσι πάθους. τό
                        τε γὰρ εἶδος τοῦ <lb/>χυμοῦ εἶπε, χολὴν ὀνομάσας αὐτόν· ἐδήλωσε δὲ καὶ τὴν
                        <lb/>ποιότητα, θερμὴν καὶ ὑγρὰν εἰπών· ὅθεν τε ἡ γένεσίς ἐστι <lb/>τῇ
                        τοιαύτῃ χολῇ, τηκομένης γὰρ ἔφη γίνεσθαι σαρκὸς αὐτήν. <lb/>ἀλλὰ καὶ τὸν
                        τόπον εἰς ὃν ῥεῖ προσέθηκεν, ἐκ τοῦ <lb/>δηλοῦσθαι πήγνυσθαι τὴν ἐπιῤῥέουσαν
                        χολὴν ὑπὸ τῶν περιεχομένων <pb n="631"/> ἰνῶν κατὰ τὸ αἷμα. τούτῳ δὲ τῷ λόγω
                        συνῆπται <lb/>καὶ ἡ τοῦ πάθους γένεσις, ἐν ὧ χειμῶνα καὶ τρόμον ἔφη
                        γίνεσθαι, <lb/>χειμῶνα μὲν ὀνομάσας τὴν ἐν τοῖς ῥίγεσιν αἴσθησιν <lb/>τῆς
                        ψύξεως, τρόμον δὲ τὸν ἀνώμαλον σεισμόν τε καὶ <lb/>κλόνον, ἐν ᾧ φαμεν οὐ
                        τοῦτον μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰατρῶν <lb/>πολλοὺς ἐσφάλθαι. διώρισται γὰρ ἡμῖν
                        ἔμπροσθεν ἡ κατὰ <lb/>τὸν τρόμον γενομένη κίνησις τῆς κατὰ τὸ ῥῖγος. ὅταν
                        οὖν, <lb/>φησι, νικήσῃ τὰς ἶνας ἐπιῤῥέουσα πλείων, ἐξεθέρμανε τὸ <lb/>σῶμα
                        πρὸς τὴν ἑαυτῆς δύναμιν ἀντιμεταβάλλουσα τὰς ἶνας, <lb/>ὡς αὐτὴ πρότερον ὑπ’
                        ἐκείνων μετεβάλλετο. περὶ μὲν οὖν <lb/>τῆς ἀληθείας ὧν εἶπεν ὁ Πλάτων οὐ
                        πρόκειται νῦν ἐπισκοπεῖσθαι, <lb/>μελλόντων γε ἡμῶν ἐν ἑτέροις ὑπομνήμασιν
                        ἐξηγεῖσθαί <lb/>τε ἅμα καὶ κρίνειν ἃ κατὰ τὸν Τίμαιον εἶπεν· ὅτι <lb/>δ’
                        οὐδὲν παρέλιπεν ὧν ἐχρῆν λέγεσθαι τοῖς ἀποφαινομένοις <lb/>περὶ ῥίγους,
                        τοῦτο ἤδη πέφηνεν ἐκ τῆς ῥήσεως αὐτοῦ. καὶ <lb/>γὰρ τὸν χυμὸν εἶπεν ὑφ’ οὗ
                        γίνεται τὸ ῥῖγος, καὶ τὸν τόπον <lb/>εἰς ὃν ῥεῖ, καὶ τὸ τῆς κινήσεως εἶδος,
                        ἔτι τε τὸν τρόπον <lb/>καθ’ ὃν ψύχεταί τε καὶ αὖθις ἐκθερμαίνεται τὸ σῶμα.
                            <pb n="632"/> περὶ μὲν οὖν τῆς Πλάτωνος δόξης (καὶ τῆς) κατὰ τὴν
                        ἐξήγησιν <lb/>τῶν ἐν τῷ Τιμαίῳ γεγραμμένων ἰατρικῶς ἐπισκεψόμεθα· <lb/>νυνὶ
                        δὲ τὴν ἡμετέραν ἀποφαινόμεθα γνώμην, ἐπιδιαρθρώσαντες <lb/>ὅσα κατὰ τὴν
                        Ἱπποκράτους δόξαν ὀλίγον ἔμπροσθεν <lb/>εἴρηται. ταῖς γὰρ τῶν θερμῶν
                        φαρμάκων ὁμιλίαις <lb/>ἐνίοτε μὲν φρίκη μόνη, πολλάκις δὲ καὶ ῥῖγος
                        ἐπιγίνεται, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="216"/>καθάπερ ἐν καύσοις τε καὶ τριταίοις
                        πυρετοῖς κινουμένης <lb/>τῆς ξανθῆς χολῆς, οὐκ ἐν ταῖς κοιλότησι τῶν
                        ἀγγείων, <lb/>ἀλλὰ διὰ τῶν σαρκῶν, ἤτοι τῷ γεννηθῆναι πλείονα τοῦτον
                        <lb/>τὸν χυμὸν ἐν αὐταῖς, ἢ τῷ δι’ αὐτῶν ὑπὸ τῆς φύσεως ἐκκαθαίρεσθαι.
                        <lb/>κατὰ τοῦτο γὰρ αὐτὸ μόνον καὶ οἱ καῦσοι πυρετοὶ <lb/>τῶν τριταίων
                        διαφέρουσι, τῶν μὲν (γὰρ) καύσων ἐν <lb/>τοῖς ἀγγείοις ἐχόντων τὴν χολὴν,
                        τῶν δὲ τριταίων ἔξω τῶν <lb/>ἀγγείων διὰ τῶν αἰσθητικῶν σωμάτων φερομένην.
                        ἐν γὰρ <lb/>τῇ δι’ αὐτῶν φορᾷ, λυποῦσα τῇ δριμύτητι, τὴν ὀδύνην ἐργάζεται.
                        <lb/>συμβαίνει τοιγαροῦν ἐν τῷδε δύο τινὰ γίνεσθαι, <lb/>συννεύειν μὲν εἰς
                        τὸ βάθος τοῦ σώματος τὸ αἷμα, καὶ διὰ <lb/>τοῦτο καταψύχεσθαι τἀκτὸς αὐτοῦ·
                        τὰ μόρια δὲ αὐτὰ τοῦ <lb/>σώματος, ἐν οἷς ἡ χολὴ, διὰ τῆς ἀποκριτικῆς τῶν
                        ἀλλοτρίων <pb n="633"/> δυνάμεως ὠθεῖν αὐτὴν ἕκαστον ἐξ ἑαυτοῦ πρὸς τὸ
                        πλησιάζον, <lb/>ἄχρις ἂν ἐξ ἁπάντων ἐλαυνομένη, δι’ ἱδρώτων ἢ δι’ ἐμέτων ἢ
                        <lb/>καὶ διὰ τῆς κάτω γαστρὸς ἐκκριθείη. τοῦτο δὲ καὶ <milestone unit="ed1page" n="372"/>τοῖς <lb/>ἠπεπτηκόσιν ἢ κακοχυμίας μεστοῖς, ἢ
                        εἰς ἥλιον θερινὸν ἢ <lb/>βαλανεῖον ἀφικομένοις, ἢ γυμναζομένοις συμπίπτει.
                        φρικώδεις <lb/>οὖν αὐτίκα γίνονται, καί τινες αὐτῶν καὶ ῥιγοῦσι. χρὴ
                        <lb/>γὰρ οὐ μόνον αἴτιον εἶναί τι δακνῶδες ἐν ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ <lb/>σφοδρῶς
                        κινούμενον, εἰ μέλλει ῥῖγος ἐργάσασθαι. καὶ κοινὸν <lb/>τοῦτο συμβέβηκεν
                        ἀμφοτέρῳ τῷ γένει τῶν αἰτίων, ὅσα <lb/>τε ψυχρὰ καὶ ὅσα θερμὰ ταῖς δυνάμεσίν
                        ἐστι, τὸ κινεῖν ὀδυνηρῶς <lb/>τὸ σῶμα. καὶ διὰ τοῦτο τοῖς τεταρταίοις
                        πυρετοῖς <lb/>καὶ τοῖς τριταίοις συνεισβάλλει ῥῖγος, καί τοι ὑπὸ χυμῶν
                        <lb/>ἐναντίων τῇ δυνάμει συνισταμένοις, ψυχρὸς μὲν γὰρ ὁ μελαγχολικὸς
                        <lb/>χυμὸς, θερμὸς δὲ ὁ τῆς ξανθῆς χολῆς. οὐχ ἁπλῶς <lb/>δὲ πλεονάζειν
                        αὐτοὺς ἔφην χρῆναι μέλλοντας ἐργάσασθαι ἢ <lb/>φρίκην ἢ ῥῖγος, ἀλλὰ καὶ διὰ
                        τῶν αἰσθητικῶν σωμάτων φέρεσθαι <lb/>κινουμένους σφοδρότερον. ἐν ᾧ δὲ
                        συννεύει μὲν εἰς <lb/>τὸ βάθος τοῦ σώματος καὶ τὰ σπλάγχνα τὸ αἷμα, καὶ σὺν
                            ﻿<pb n="634"/> αὐτῷ δηλονότι καὶ ἡ θερμασία, ψυχρά τε καὶ ἄναιμα γίνεται
                        <lb/>τά τε κατὰ τὸ δέρμα μόρια καὶ σκελῶν καὶ χειρῶν τὰ τελευταῖα,
                        <lb/>διότι πλεῖστον ἀφέστηκε τῶν σπλάγχνων. ἐὰν μὲν <lb/>οὖν ἐν τῷ βάθει
                        συμβῇ σβεσθῆναι τὴν ἔμφυτον θερμασίαν, <lb/>ἢ πνιγεῖσαν ὑπὸ τοῦ μὴ
                        διαπνεῖσθαι πρὸς τοὐκτὸς, ἢ ἐκνικηθεῖσαν <lb/>ὑπὸ τῶν ψυχρῶν αἰτίων,
                        ἀποθνήσκει τὸ ζῶον· <lb/>ἐὰν δὲ συννεύσῃ μὲν εἰς τὸ βάθος, ἀντίσχῃ δὲ τοῖς
                        βιασαμένοις <lb/>αἰτίοις ἀθροισθεῖσα, κατὰ τοῦτο καθάπερ ὄργανον γίνεται
                        <lb/>τῆς τῶν ἀλλοτρίων ἀποκριτικῆς δυνάμεως τῆς ἐν ἅπαντι <lb/>μορίῳ τοῦ
                        σώματος ὑπαρχούσης. πεφυκυῖα γὰρ ἤδη καὶ <lb/>αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἐκκρίνειν τὰ
                        λυποῦντα, πολλῷ μᾶλλον ἐργάζεται <lb/>μετὰ τῆς ἐκ βάθους ἀναφερομένης
                        θερμασίας, συνεκβαλλούσης <lb/>αὐτὰ τῇ ῥύμῃ τῆς φορᾶς εἰς ὅ τι περ ἂν
                        εὐπετέστερον <lb/>αὐτῇ γένηται. πολλάκις μὲν οὖν διὰ τοῦ δέρματος
                        <lb/>ἐκβάλλει τὰ λυποῦντα, πολλάκις δὲ δι’ ἐμέτων καὶ τῆς κάτω <lb/>γαστρός.
                        οὐ μόνον δ’ ἐπὶ τῆς ξανθῆς ἢ μελαίνης χολῆς <lb/>ῥῖγος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῷ
                        ψυχρῷ πάνυ φλέγματι φιλεῖ γίνεσθαι· <lb/>καλεῖ δὲ ὑαλώδη τὸν χυμὸν τοῦτον ὁ
                        Πραξαγόρας. <lb/>ἀλλὰ τό γε τοιοῦτον ῥῖγος οὔτε σφοδρόν ἐστι, καί τοι
                        διαμένον <pb n="635"/> ἡμέραις ἐνίοτε πλείοσιν ἐφεξῆς· ἡσυχαζόντων δὲ καὶ
                        <lb/>μηδόλως κινουμένων, ἡσυχάζει καὶ αὐτό· κινηθεῖσι δὲ εὐθέως <lb/>ἕπεται
                        κατὰ τὰ μέτρα τῆς κινήσεως, ἐπὶ μὲν ταῖς ἰσχυροτέραις <lb/>καὶ συντόνοις
                        κινήσεσι σφοδρότερον, ἐπὶ δὲ ταῖς <lb/>ἀσθενέσι βραχύτερον. εἶδον τοῦτο τὸ
                        σύμπτωμα γυναιξὶ <lb/>μᾶλλον ἢ ἀνδράσι γινόμενον, καὶ γυναιξὶ ταῖς ἀργότατα
                        διαιτωμέναις <lb/>καὶ λουτροῖς ἐπὶ τροφῇ χρωμέναις. εἶδον δὲ καὶ
                        <lb/>νεανίσκῳ τινὶ τῶν ἡμετέρων συμφοιτητῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ <lb/>γινόμενον,
                        ἡνίκα πρῶτον εἰς αὐτὴν κατεπλεύσαμεν ἐν ἀρχῇ <lb/>φθινοπώρου. προσηνέγκατο
                        δὲ οὗτος ἐφεξῆς ἡμέραις πλείοσι <lb/>φοι<milestone unit="ed2page" n="217"/>νίκων βαλάνους πολλὰς ἁπαλὰς καὶ νέας, ἐπὶ λουτροῖς <lb/>τε καὶ πρὸ
                        τούτων, ἦσαν δὲ οὐκ ἀκριβῶς αἵ γε πλείους <lb/>αὐτῶν πέπειροι. συνέβη δὲ
                        αὐτῷ τό γε πρῶτον ἀπὸ σφοδρᾶς <lb/>ἄρξασθαι φρίκης ἐπὶ γυμνασίῳ τε καὶ
                        λουτρῷ, δι’ ἣν <lb/>καὶ προσδοκήσας πυρέξειν, κατεκλίθη τε καὶ σκεπάσας
                        ἑαυτὸν <lb/>ἱματίοις ἔμεινεν ἥσυχος. ὡς δὲ διελθούσης ὅλης τῆς <lb/>νυκτὸς
                        ἀπύρετος ἦν, ἐξανίστατο μὲν ἕωθεν ἐπὶ τὰ συνήθη, <lb/>φρικώδης δ’ ἐν τούτῳ
                        γιγνόμενος αὖθις κατακλιθεὶς ἡσύχαζεν <pb n="636"/> ἄχρι τῆς κατὰ τὸ
                        βαλανεῖον ὥρας. ἐξαναστάντι δὲ αὐτῷ πάλιν <lb/>ὡς ἐπὶ τὸ λουτρὸν ἡ φρίκη
                        μείζων ἐγένετο, καὶ ἦν τὸ <lb/>σύμπτωμα ῥῖγος καὶ ἤδη μικρόν. τότ’ οὖν
                        ἡγησάμενος ἐκ <lb/>παντὸς τρόπου πυρέξειν, ἔτι καὶ μᾶλλον ἐφ’ ἡσυχίας αὑτὸν
                        <lb/>συνέσχεν. ἐπεὶ δὲ καὶ διὰ τῆς ἡμέρας ὅλης καὶ διὰ τῆς <lb/>ἐπιούσης
                        νυκτὸς ἀποπειρώμενος ἐξεῦρεν ἑαυτὸν ἐπὶ μὲν <lb/>ταῖς μετρίαις κινήσεσι
                        φρίττοντα, ῥιγοῦντα δὲ, εἴ ποτε μειζόνως <lb/>κινηθείη, συμβούλοις ἡμῖν
                        ἐχρῆτο περὶ τῶν ποιητέων. <lb/>ἀναμνησθεὶς οὖν ἐγὼ κατὰ τὴν ἡμετέραν Ἀσίαν
                        γυναικὶ <lb/>τοιοῦτόν τι συμβεβηκὸς, ἀδεέστερόν τε τὸν ἑταῖρον ἐποίησα
                        <lb/>καὶ προὐτρεψάμην χρῆσθαι τοῖς θερμαίνουσί τε καὶ τέμνουσι <lb/>πάχος
                        χυμῶν ἐδέσμασί τε καὶ πόμασι καὶ φαρμάκοις. ἐκεῖνός <lb/>τε οὖν οὕτω
                        κατέστη, καὶ μετὰ ταῦτα τοῖς ὁμοίως πάσχουσιν <lb/>ἐν ἀρχῇ μὲν ἔδωκα τὸ διὰ
                        τῶν τριῶν πεπέρεων φάρμακον, <lb/>ἐφεξῆς δὲ τὸ διὰ τῆς καλαμίνθης ἡμέτερον,
                        εἶτα <lb/>τὸ δι’ ὀποῦ Κυρηναϊκοῦ καὶ καστορίου συντιθέμενον, ὃ καὶ <lb/>ταῖς
                        τεταρταϊκαῖς περιόδοις ἐστὶν ὠφελιμώτατον, καὶ μάλισθ’ <lb/>ὅταν ὑπὸ ῥίγους
                        σφοδροῦ χειμάζωνται. μὴ θαυμάσῃς δὲ <pb n="637"/> παρὰ τοῖς παλαιοῖς ἰατροῖς
                        εὑρὼν γεγραμμένον ἐπὶ τοῖς <lb/>ἄνευ κρύους ῥίγεσιν ἐξ αὐτῆς τῆς ἐν τῷ
                        σώματι διαθέσεως <lb/>ὁρμωμένοις ἐξ ἀνάγκης ἕπεσθαι πυρετόν. οὔτε γὰρ
                        λουτροῖς <lb/>τοσούτοις ἐπὶ τροφαῖς οὔτ’ ἀργῷ βίῳ χρωμένοις τοῖς
                        <lb/>παλαιοῖς οὐδὲν τοιοῦτον συνέπιπτε· νυνὶ δ’ ἄμφω ταῦτα <lb/>πλεονάσαντα
                        καὶ τουτὶ τὸ καλούμενον ἀνεκθέρμαντον ῥῖγος <lb/>ἐργάζεται, νέον τι καὶ
                        ξένον σύμπτωμα, διὰ τὸ νέον τῆς <lb/>διαίτης· ἅπασί τε τοῖς οὕτω παθοῦσιν
                        ἤτοι τάσεως ἢ βάρους <lb/>αἴσθησις γίνεται κατὰ τὸ δεξιὸν ὑποχόνδριον, ἔνθα
                        κεῖται <lb/>τὸ ἧπαρ, ἐμφραττομένων δηλονότι τῶν κατ’ αὐτὸ φλεβῶν <lb/>ὑπὸ
                        τοῦ πάχους τῶν χυμῶν. ὥσπερ δὲ βάρους καὶ <lb/>τάσεως τῆς κατὰ τὸ σπλάγχνον
                        οἱ πάσχοντες ἴσχουσιν αἴσθησιν, <lb/>οὕτω καὶ τοῦ ῥίγους αἰσθάνονται
                        διαφέροντος τοῦ ἐν <lb/>τεταρταίοις τε καὶ τριταίοις πυρετοῖς. ἐν μὲν γὰρ
                        τοῖς τεταρταίοις <lb/>τοιοῦτο γίνεσθαί φασιν αὐτοῖς τὸ ῥῖγος, οἷόν περ
                        <lb/>ὅταν ὁδοιπορήσωσι διὰ κρύους ἰσχυροῦ. ὡσαύτως δὲ κατὰ <lb/>τοὺς
                        τριταίους καὶ τοὺς καύσους πυρετοὺς, ὡς ὑπὸ βελονῶν <lb/>ὀξέων τε καὶ λεπτῶν
                        κεντούμενοι τὰς σάρκας αἰσθάνονται <pb n="638"/> πολλάκις. ἐγὼ μὲν οὖν καὶ
                        αὐτὸς ἄπειρός εἰμι τοῦ τῶν τεταρταίων <lb/>ῥίγους, ἔμπειρος δὲ θατέρου,
                        τετράκις μὲν ἐν <lb/>νεότητι πυρέξας τριταῖον πυρετὸν, καῦσον δὲ ἅπαξ. ὥστε
                        <lb/>ἔχω μαρτυρεῖν τῇ λελεγμένῃ τοῦ ῥίγους ποιότητι κατὰ τοιαῦτα
                        <lb/>παθήματα. τὸ δὲ τῶν τεταρταίων οἱ πειραθέντες ἄχρι <lb/>καὶ τῶν ὀστῶν
                        φασι διήκειν, ὅταν ᾖ σφοδρὸν, ὅμοιον ὑπάρχον <lb/>τοῖς ἐκ τοῦ περιέχοντος
                        ἰσχυρῶς ψυχροῦ γιγνομένοις ῥίγεσιν. <lb/>ἀλλὰ καὶ τοῦτ’ ἔχομεν προσθεῖναι
                        τριταίοις τε καὶ <lb/>καύσοις πυρετοῖς, οὐχ ὑπάρχον τοῖς τεταρταίοις. καὶ
                        γὰρ <lb/>διψῶσιν οἱ πλεῖστοι καὶ θερμασίας αἰσθάνονται κατὰ τὸ <lb/>βάθος ἐν
                        αὐτῷ τοῦ ῥίγους τῷ χρόνῳ, ὧν οὐδέτερον ὑπάρχει <lb/>τοῖς ἐν τεταρταίῳ πυρετῷ
                        ῥιγοῦσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p><milestone unit="ed2page" n="218"/>Ἐπεὶ δὲ καὶ περὶ ῥίγους αὐτάρκως
                        <lb/>εἴρηται, λείποιτ’ ἂν ἔτι καὶ περὶ σπασμοῦ διελθεῖν. ἔσται <lb/>δὲ οὔτε
                        μακρὸς οὔτε ἀσαφὴς ὁ λόγος, εἴ τις ὧν ἄχρι δεῦρο <lb/>διῆλθον εἴη
                        μεμνημένος. ἄρξομαι δὲ καὶ νῦν ἀπὸ τῆς ἀναμνήσεως <lb/>ὧν ἐν τοῖς περὶ μυῶν
                        κινήσεως ἔδειξα. πασῶν ﻿<pb n="639"/> γὰρ τῶν καθ’ ὁρμὴν κινήσεων
                        ἐπιτελουμένων διὰ τῶν μυῶν, <lb/>ὅταν ἐπὶ τὰς ἑαυτῶν κεφαλὰς ἀνελκόμενοι
                        συνεπισπάσωνται <lb/>τῶν μορίων ἕκαστον εἰς ὃ καταπεφύκασιν, ἐπειδὰν γένηταί
                        <lb/>τι πάθος εἰς τάσιν αὐτοὺς ἄγον, ἀκολουθεῖ τούτῳ <lb/>κίνησις, ὁμοία μὲν
                        τῇ κατὰ φύσιν, ἀβούλητος δὲ, καὶ καλεῖται <lb/>τὸ πάθος σπασμός. τὸ μὲν γὰρ
                        τείνεσθαί τε καὶ σπᾶσθαι <lb/>πρὸς τὴν ἰδίαν ἀρχὴν τὸν μῦν, ὥσπέρ γε καὶ τὸ
                        <lb/>συνεπισπᾶσθαι πρὸς αὐτὸν ἐκεῖνο τοῦ σώματος τὸ μόριον <lb/>εἰς ὃ τὴν
                        ἔμφυσιν ἔχει, κοινὸν τοῖς θ’ ὑγιαίνουσίν ἐστι <lb/>καὶ τοῖς σπωμένοις· τὸ δὲ
                        ἀκούσιον ὑπάρχειν, τοῖς παρὰ <lb/>φύσιν ἔχουσιν, οὐχ ὑπάρ<milestone unit="ed1page" n="373"/>χον τοῖς ὑγιαίνουσιν. ἐὰν <lb/>οὖν εὕρωμεν ὑπὸ
                        πόσων αἰτίων τείνεται τὰ νευρώδη σώματα, <lb/>πέρας ἂν ἤδη καὶ οὗτος ὁ λόγος
                        ἡμῖν λάβοι. καὶ <lb/>μὴν οὐδέν ἐστι τῶν ἔξω τοῦ σώματος εὑρεῖν χορδῶν
                        νευρωδέστερον, <lb/>ἃς ὁρῶμεν ὁσημέραι κατά τε τὰς λύρας καὶ <lb/>κιθάρας
                        ὑπὸ τῶν τεχνιτῶν ἐντεινομένας μὲν, ἐπειδὰν χρῆσθαι <lb/>μέλλωσι τοῖς
                        ὀργάνοις, ἀνιεμένας δὲ, ὅταν παυσάμενοι <lb/>κατατίθενται. ῥήγνυνται δὲ ἐν
                        ταῖς τοῦ περιέχοντος <pb n="640"/> ἀμετροτέραις κράσεσι, κατὰ μὲν τὰς ὑγρὰς
                        καὶ νοτίους <lb/>διαβρεχόμεναι, κατὰ δὲ τὰς ξηράς τε καὶ βορείους ἰσχυρῶς
                        <lb/>ξηραινόμεναι. διὰ τοῦτο οὖν ἀνιᾶσιν αὐτὰς κατατιθέμενοι, <lb/>καὶ
                        μάλισθ’ ὅταν ᾖ τι περιέχον, ὁποῖον εἴρηται· <lb/>ῥήγνυνται γὰρ ἑκατέρως
                        τεινόμεναι. νόει δή μοι <lb/>καὶ τὰ νεῦρα καὶ τοὺς τένοντας ἐν τοῖς τῶν ζώων
                        σώμασιν <lb/>ἤτοι διατεινομένους ὑπὸ περιττῆς ὑγρότητος, ἢ ξηραινομένους
                        <lb/>ὑπὸ τῶν ξηραινόντων αἰτίων, εἰς τοσαύτην <lb/>ἄγεσθαι τάσιν, ἐν ᾗ τοῖς
                        ὑγιαίνουσιν ἡ καθ’ ὁρμὴν ἐγίνετο <lb/>κίνησις· ἐννόει δὲ καὶ ὡς ἐνδέχεταί τι
                        τῶν ἐν τῷ <lb/>σώματι μορίων ἢ διὰ φλεγμονὴν ἢ δι’ ἄλλην τινὰ αἰτίαν
                        <lb/>ἰσχυρῶς παθὸν, ἑαυτῷ συνεπισπᾶσθαι τὰ συνεχῆ νεῦρα. <lb/>νοήσας γὰρ
                        ταύτας πάσας τὰς διαθέσεις, εὑρήσεις ἐφ’ αἷς <lb/>γίνεται σπασμός. αἱ γὰρ
                        φλεγμοναὶ τῶν νευρωδῶν μορίων, <lb/>καὶ μάλισθ’ ὅταν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν
                        νεύρων ἢ καὶ πλησίον <lb/>αὐτῆς γεννῶνται, τείνουσιν ἐπισπώμεναι τὰ συνεχῆ
                        <lb/>νεῦρα, καθάπερ ἐκτὸς οἱ τεχνῖται τὰς χορδάς· εἰ δὲ ὑπὸ <lb/>πλήθους
                        χυμῶν διαφραχθέντα τὰ νευρώδη σώματα τείνοιτο, <pb n="641"/> παραπλήσιον ἐν
                        τῷδε τὸ πάθημα γίνεται ταῖς διὰ τὴν <lb/>ὑγρότητα τοῦ περιέχοντος
                        ἐντεινομέναις σφοδρότερον χορδαῖς. <lb/>ἔμπαλιν δὲ ἐπὶ τοῖς κακοήθεσι
                        καύσοις καὶ ταῖς <lb/>ἰσχυραῖς φρενίτισι φαίνεται γινόμενον· ὡς γὰρ οἱ
                        πλησιάζοντες <lb/>ἱμάντες πυρὶ ξηραινόμενοι συσπῶνται καὶ τείνονται,
                        <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον οἱ σπασμοὶ γίνονται δι’ ὑπερβάλλουσαν <lb/>ξηρότητα
                        νοσημάτων, ἰσχυρῶς ξηραίνουσαν τὸ νευρῶδες <lb/>γένος. ἐπὶ μὲν οὖν τοῖς
                        καύσοις διὰ μόνην τὴν <lb/>ξηρότητα τοῦτο συμβαίνει· ταῖς δὲ φρενίτισι καὶ
                        διὰ τὴν <lb/>φλεγμονὴν τῆς ἀρχῆς τῶν νεύρων ἕπεται τὸ σύμπτωμα.
                        <lb/>γινώσκεις δὲ ἤδη, ὡς πᾶσιν ὡμολόγηται τοῦ πάθους τούτου <lb/>τὸ μὲν
                        ἐμπροσθότονος εἶναί τε καὶ καλεῖσθαι, τὸ δὲ <lb/>ὀπισθότονος, τὸ δὲ τέτανος·
                        ὅταν μὲν εἰς τὸ πρόσω τείνηται <lb/>τὰ μόρια τοῦ <milestone unit="ed2page" n="219"/>σώματος, ἐμπροσθότονος· ὅταν δὲ <lb/>εἰς τοὐπίσω, ὀπισθότονος·
                        τέτανος δὲ ἰσοσθενὴς ἐφ’ ἑκάτερα. <lb/>τοὺς μὲν ἐπὶ ξηρότητι σπασμοὺς οὐκ ἂν
                        ἰάσαιο, φθάνουσι <lb/>γὰρ οἱ οὕτω παθόντες ἀπόλλυσθαι, μηδὲ ἐπινοῆσαι πρὸς
                        <lb/>αὐτοὺς ἴαμα συγχωροῦντες· ὅσοι δὲ διὰ πλῆθος ἢ φλεγμονὴν <pb n="642"/>
                        γίνονται σπασμοὶ, τούτους ἰάσῃ, τὸ μὲν πλῆθος κενῶν, <lb/>τὴν φλεγμονὴν δὲ
                        τοῖς ἰδίοις αὐτῆς βοηθήμασιν ἐκθεραπεύων, <lb/>ἃ μεμάθηκας ἐν τοῖς τῆς
                        θεραπευτικῆς μεθόδου <lb/>γράμμασιν. </p></div></div></body></text></TEI>