<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg051.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Τρόμος μὲν δὴ σαφῶς διώρισται παλμοῦ· <lb/>ῥίγους δὲ τρόμον διορίσαις ἂν ὧδε.
                        χρὴ δὲ πρότερον, οἷόν <lb/>τι τὸ ῥιγοῦν ἐστιν ἐπισκέπτεσθαι. καὶ γὰρ οὖν καὶ
                        τοῦτο <lb/>δοκεῖ μὲν εἶναι τῶν πάνυ γνωρίμων, ἔστι δ’ οὐδενὸς ἧττον <pb n="607"/> δυσδιάγνωστον οὐ ταύτῃ μόνον, ὅτι τὴν αἰτίαν εὑρεῖν ἢ <lb/>τὴν
                        ἀπ’ αὐτῆς περὶ τὸ σῶμα γινομένην διάθεσιν οὐκ εὐπετὲς, <lb/>ἀλλ’ ἔτι τούτων
                        πρότερον, ὅτι ἐν αὐτῇ δοκοῦσί μοι τῇ τῆς <lb/>ἐννοίας ὑπογραφῇ σφάλλεσθαι.
                        ῥῖγος γὰρ εἰ μὲν οὕτως <lb/>ἁπλῶς κατάψυξιν εἴποις, ὥς τινες ἀπεφήναντο,
                        κατάφωρον <lb/>τὸ σφάλμα, πολλῶν μὲν ἰσχυρῶς καταψυχομένων, οὐ μὴν <lb/>καὶ
                        ῥιγούντων· ἀλλ’ οὐδ’ εἰ κατάψυξιν ἰσχυρὰν, οὐδὲ τοῦτ’ <lb/>ἀληθές· οἱ γοῦν
                            <milestone unit="ed1page" n="368"/>στομαχικῶς ἀλγοῦντες, ἢ καρδιακῶς,
                        <lb/>ἰσχυρῶς μέν εἰσι κατεψυγμένοι, ῥιγοῦσι δὲ οὔ. τὸ δὲ σὺν τρόμῳ
                        <lb/>λέγειν κατάψυξιν τὸ ῥῖγος, εἰς ὅπερ οἱ πολλοὶ τῶν ἰατρῶν
                        <lb/>ἀπηνέχθησαν, ἀφορμὴν ἔσχηκε τῆς ἀπάτης τὸν βρασμὸν καὶ τὸν <lb/>κλόνον
                        τὸν τοῖς σφοδροῖς ῥίγεσιν <milestone unit="ed2page" n="208"/>ἐζευγμένον.
                        ἐξελέγχεται <lb/>δ’ ἐναργῶς ἐκ τοῦ μήθ’ ἅπασι τοῖς ῥιγοῦσι συμβεβηκέναι,
                        μόνοις <lb/>δὲ τοῖς σφοδρῶς, μήθ’ οἷς συμβέβηκε, τρόμου τοῦ γινομένου
                        <lb/>πάθους ὄντος, ἀλλά τινος οἷον σεισμοῦ τε καὶ κλόνου. τρόμος <lb/>μὲν
                        γὰρ, ὡς ἀπεδείξαμεν, ἄνευ τοῦ προελέσθαι κινεῖν τὸ <lb/>μέρος οὐ γίνεται, ὁ
                        δὲ τοῖς σφοδροῖς ῥίγεσι συνεδρεύων κλόνος <pb n="608"/> οὕτω βίαιός τε καὶ
                        μετ’ ἀνάγκης ἐμπίπτει τοῖς σώμασιν, <lb/>ὥστε ἀμήχανον ἡσυχάζειν, κᾂν πάνυ
                        τις ἀνδρείως ἀντιτάξηται. <lb/>καὶ τρόμος μὲν ἑνὸς πάθος μέρους, ὅλου δὲ τοῦ
                        σώματος <lb/>τὸ ῥῖγος. ὅθεν ἔμοιγε καὶ Πλάτωνος ἐπέρχεται θαυμάζειν, <lb/>εἰ
                        ταὐτὸν ἡγεῖται τρόμον τε καὶ ῥῖγος. εἰ γὰρ οἱ σὺν <lb/>τρόμῳ κατάψυξιν
                        εἰπόντες τὸ ῥῖγος ἥμαρτον, ποῦ γ’ ἂν αὐτὸς <lb/>ταὐτὸν εἶναι νομίζων τὸ
                        τρέμειν τῷ ῥιγοῦν ἀληθεύοι; <lb/>πρὸς μὲν γὰρ οἷς εἴπομεν ἀτόποις, ἔτι καὶ
                        τοῦτο αὐτῷ μάχεται, <lb/>τὸ τρέμειν μέν τινας, οὐδεμίαν αἴσθησιν ἔχοντας
                        ψύξεως, <lb/>ἀμήχανον γὰρ εἶναι ῥιγοῦν ἄνευ τοῦ δοκεῖν κατεψύχθαι. <lb/>διὰ
                        τοῦτ’ οὖν οὐδ’ ἐκεῖνοί μοι δοκοῦσι πόῤῥω τῆς ἐννοίας <lb/>ἔρχεσθαι τοῦ
                        πάθους, ὅσοι καταψύξεως αἴσθησιν ἔφασαν εἶναι <lb/>τὸ ῥῖγος. οὐ γὰρ ταὐτὸν
                        δήπου φαίης ἂν ἐψῦχθαί τε καὶ <lb/>ψύξεως αἰσθάνεσθαι. τὰ μέν τοι παρειμένα
                        τε καὶ τὰ ναρκώδη <lb/>καὶ δυσαίσθητα καὶ τὰ παντελῶς ἀναίσθητα κατέψυκται
                        <lb/>πάντα, καὶ τὸ τρομῶδες, καὶ τὸ παράπληκτον, καὶ τὸ ἐπίληπτον,
                        <lb/>ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ φυσῶδες, καὶ τὸ ὑδαρῶδες, καὶ ﻿<pb n="609"/> τὸ
                        ἐμφυσηματῶδες, καὶ τὸ οἰδηματῶδες ἅπαν ψυχρόν· ἀλλ’ <lb/>οὐδὲν τούτων
                        αἰσθάνεται τῆς ἐν αὐτῷ ψύξεως, ὅθεν οὐδὲ <lb/>ῥιγοῖ· εἰ δ’ αἴσθοιτο, πάντως
                        εὐθὺς καὶ ῥιγώσει. διὰ ταῦτα <lb/>τοίνυν φημὶ μὴ καλῶς ὑπολαμβάνειν τὸν
                        Πλάτωνα, ταὐτὸν <lb/>εἶναι ῥῖγός τε καὶ τρόμον· οὔτε ἑνός ἐστι μέρους τὸ
                        πάθος <lb/>τὸ ῥιγοῦν, ὡς τὸ τρέμειν, οὔτ’ αἴσθησις ψύξεως τοῖς
                        <lb/>τρέμουσιν, ὡς τοῖς ῥιγοῦσιν, ἥ τε κίνησις ἐπὶ μὲν τῶν, ἄνευ <lb/>τοῦ
                        κινεῖν ἐθέλειν τὰ μέρη, παντάπασιν ἀκούσιος· ἐπὶ δὲ <lb/>τῶν τρεμόντων, οὐκ
                        ἄνευ τοῦ περὶ τὸ κινεῖν ὁρμῆς. ἀλλὰ. <lb/>Πλάτωνι μὲν ἴσως καὶ συγχωρήσειεν
                        ἄν τις ἐν οὕτω λεπτοῖς <lb/>καὶ ἰατρικοῖς πράγμασιν ἁμαρτάνειν, καί τοι τῶν
                        γε ἄλλων <lb/>παθῶν τῶν κατὰ τὸ σῶμα σχεδὸν ἁπάντων τὴν γένεσιν ἀκριβῶς
                        <lb/>διεξῆλθεν· Ἀθηναίου δὲ ἄξιον θαυμάζειν τοῦ Ἀτταλέως, <lb/>πολὺ γὰρ ἔτι
                        καὶ Πλάτωνος ὕστερος γενόμενος οὐκ ἐν τοῖς <lb/>περὶ τῆς αἰτίας λογισμοῖς
                        μόνον ἕπεται τῷ Πλάτωνι, τοῦτο <lb/>μὲν γὰρ ἀνεκτὸν, ἀλλὰ καὶ περὶ τὴν
                        ἔννοιαν ὁμοίως ἐκείνῳ <lb/>φαίνεται συγκεχυμένος. οὔτε γὰρ διωρίσατο ῥίγους
                        καὶ τρόμου <lb/>τὴν ἔννοιαν, ὑπογράφων τε τὸ ῥῖγος ὧδέ πώς φησι· <pb n="610"/> τῇ δὴ μάχῃ καὶ τῷ σεισμῷ τούτῳ τρόμος καὶ ῥῖγος ἕπεται, <lb/>ψυχρὸν δὲ τὸ
                        πάθος ἅπαν. τοῦτο καὶ τὸ δρῶν αὐτὸ ἔσχεν <lb/>ὄνομα, ὥς πού, φησι, καὶ ὁ
                        Πλάτων λέγει. οὗτος γὰρ <lb/>αὐτὴν τὴν λέξιν εἴρηκε τοῦ Πλάτωνος. ἔχει δὲ ἡ
                        σύμπασα <lb/>τόνδε τὸν τρόπον· τὰ γὰρ δὴ τῶν περὶ τὸ σῶμα ὑγρῶν
                        μεγαλομερέστερα <lb/>εἰς τὰς ἐκείνων οὐ δυνάμενα ἕδρας ἐνδῦναι,
                        <lb/>συνωθοῦντα ἡμῶν τὰ νοσερὰ (εἰσὶ δὲ τὰ σμικρότατα) ἔξωθεν <lb/>τὸν
                        ἕτερον ἐξ ἀνωμάλου κεκινημένον, (οὔτ’) ἀκίνητον δι’ ὁμαλότητα <lb/>καὶ τὴν
                        ξύνωσιν ἐπεργαζόμενα πήγνυσι. τὸ δὲ παρὰ <lb/>φύσιν συναγόμενον μάχεται κατὰ
                        φύσιν αὐτὸ ἑαυτῷ εἰς τὸ <lb/>ἐναντίον ἀπωθοῦν. τῇ δὲ μάχῃ καὶ τούτῳ τῷ
                        σεισμῷ τρόμος <lb/>καὶ ῥῖγος ἐτέθη. ψυχρὸν δὲ τὸ πάθος ἅπαν, τοῦτο καὶ τὸ
                        <lb/>δρῶν αὐτὸ ἔσχεν ὄνομα. ὅτι μὲν οὔτε τῷ τρόμῳ ταὐτόν ἐστι <lb/>τὸ
                        ῥιγοῦν, ἀλλ’ οὐδὲ κατάψυξις <milestone unit="ed2page" n="209"/>ἁπλῶς, οὐ μὴν
                        οὐδὲ <lb/>κατάψυξις ἰσχυρὰ, σαφῶς ἐπιδέδεικται. τὸ δ’ ὀλίγῳ πρόσθεν
                        <lb/>ῥηθὲν, ὡς ἄρα κατάψυξίς ἐστιν, ἀλλ’ αἰσθητὴ, βασανίσωμεν, <lb/>εἰ μὴ
                        ψευδῶς εἴρηται. τινὲς γὰρ οὐκ αἰσθητὴν ψύξιν <lb/>τὸ ῥῖγος, ἀλλὰ ὀδυνηρὰν
                        εἶναι νομίζουσι. καταψύχεσθαι <pb n="611"/> μὲν γάρ φασιν ἰσχυρῶς πολλοὶ καὶ
                        τῶν ὑγιαινόντων, οἱ μὲν <lb/>ἑκόντες, ἐμψύξεως ἐπιθυμίᾳ διατρίψαντες ἐπὶ
                        πλέον ἐν ὕδατι <lb/>ψυχρῷ, τινὲς δὲ καὶ χρείᾳ τούτου χρονίζουσιν ἐν τῷ
                        ψυχρῷ, <lb/>ῥιγοῦσι δ’ οὐκ εὐθὺς, ὥσπερ οὐδ’ ὁ λελουμένος, εἶθ’ <lb/>ἑαυτὸν
                        ἐμβαλὼν εἰς ὕδωρ ψυχρόν. οὐδὲ γὰρ οὗτος εἰ μὴ <lb/>χρονίσειεν ἐπὶ πολὺ,
                        ῥιγοῖ, καίτοι τῆς γε τοῦ ψυχροῦ ποιότητος <lb/>αἰσθάνεται σαφῶς. ὥσθ’ ὅσον
                        οὖν τῷ τῆς ψύξεως <lb/>αἰσθάνεσθαι πάντες ἂν εὐθέως ἐῤῥίγουν οὗτοι, εἴπερ ἦν
                        <lb/>αἰσθητὴ ψύξις τὸ ῥῖγος. ἀλλ’ οὐ ῥιγοῦσιν, εἰκότως· οὐ <lb/>γάρ ἐστιν
                        ἅπασι μετ’ ὀδύνης ἡ ψύξις, ἀλλά τινες αὐτῶν, ὅσοι <lb/>θέρους ὥρᾳ μάλιστα μὴ
                        φέροντες τὸ πνῖγος εἰς ψυχρὸν ὕδωρ <lb/>ἑαυτοὺς ἐμβάλλουσιν, οὕτω φιληδοῦσι
                        πρὸς τὴν ψύξιν, ὥστε <lb/>διατρίβουσιν εἰς τοσοῦτον ἐν αὐτῷ, μέχρις ἂν
                        ἁπτομένῳ <lb/>σοι δόξωσιν ἀπεψῦχθαι δίκην κρυστάλλου. ἆρ’ οὖν ἔχοιμεν
                        <lb/>ἂν ἤδη τὸ πᾶν, ὀδυνηρὰν ψύξιν ὁρισάμενοι τὸ ῥῖγος, ἤ τινος <lb/>ἔτι
                        προσδεῖ; τάχα γὰρ οὐ πᾶν ῥῖγος οὕτως ὁριστέον. ἐπί γέ <lb/>τοι τῶν νοσούντων
                        οὐ ταὐτὸν μὲν δοκεῖ τὸ ῥιγοῦν τῷ φρίττειν <lb/>ἢ καταψύχεσθαι. λέγομεν οὖν
                        πολλάκις, εἰσβολὴν <pb n="612"/> παροξυσμοῦ τῷδε μέν τινι μετὰ ῥίγους, ἑτέρῳ
                        δέ τινι μετὰ <lb/>φρίκης, ἄλλῳ δὲ μετὰ καταψύξεως μόνης γεγονέναι, κᾀν
                        <lb/>τοῖς τῶν ἰατρῶν ἁπάντων συγγράμμασιν ἡ αὐτὴ χρῆσίς ἐστι <lb/>τῶν
                        ὀνομάτων. ὡς ὅταν μὴ μετὰ βρασμοῦ καὶ κλόνου καταψύχηταί <lb/>τις, οὐ ῥιγοῖ
                        οὗτος, ἀλλὰ δεῖ, εἴπερ μέλλει τὸ <lb/>πάθος ῥῖγος καλεῖσθαι, τὴν ἀνώμαλόν τε
                        καὶ ἀπροαίρετον <lb/>αὐτῷ κίνησιν προσεῖναι. τὸ δ’ ἄνευ ταύτης, εἴγε μηδὲ
                        τὴν <lb/>ἐπιφάνειαν ἀνωμάλως κινεῖ, κατάψυξιν καλοῦσιν· εἰ δὲ ταύτην
                        <lb/>μὲν ταράττοι τε καὶ σείοι κατά τινας ἐμβολὰς, τὸ δὲ ὅλον <lb/>σῶμα μὴ
                        συγκινοῖ, φρίκην ὀνομάζουσιν, ὡς εἶναι τὴν φρίκην <lb/>τοῦ δέρματος μόνου
                        πάθος τοιοῦτον, οἷον τοῦ παντὸς <lb/>σώματος τὸ ῥῖγος. ἐπὶ δέ γε τῶν
                        ὑγιαινόντων ἑτέρως τὸ <lb/>ῥιγοῦν λέγομεν, ἐκτείνοντες ἐπὶ πᾶσαν ὀδυνηρὰν
                        κατάψυξιν. <lb/>εἰ δὲ νοσήματος λόγῳ γίγνοιτο ῥῖγος, οὐκ ἀρκεῖ μόνον τοῦτο
                        <lb/>φάναι, προσθεῖναι δὲ χρὴ τὴν παντὸς τοῦ σώματος ταραχὴν, <lb/>ὃ
                        ἐπαγόμενοί τινες, μετὰ τρόμου κατάψυξιν εἶπον αὐτὸ, <lb/>σαφῶς δὲ οὐχ
                        ἡρμήνευσαν. οὐ γὰρ χρὴ τρόμον καλεῖν, ἀλλὰ <pb n="613"/> βρασμόν τινα
                        ἀπροαίρετον ἢ κλόνον, ἢ σεισμὸν, ἢ τοιοῦτον <lb/>ἕτερον ἐξευρίσκειν ὄνομα.
                        τὸ γὰρ τοῦ τρόμου κατὰ πάθους <lb/>ἰδίου κεῖται· ἐοίκασιν οὖν οἱ τὸ νοσερὸν
                        ῥῖγος ὁριζόμενοι κατάψυξιν <lb/>ἄλλο μηδὲν εἰπόντες, ἀλλὰ τὸ τοῖς ὑγιαίνουσι
                        γινόμενον. <lb/>καί τοι τὸ νοσερὸν ῥῖγος, ὑπὲρ οὗ τοῖς ἰατροῖς ὁ <lb/>πᾶς
                        λόγος; ὁρίζεσθαι προὔκειτο καὶ τοῖς εἰρημένοις ἀνδράσι. <lb/>νοσερὸν δὲ
                        καλοῦμεν, ὅταν ἀπὸ μηδενὸς ἔξωθεν αἰτίας βιαίας, <lb/>ἀλλ’ ἐξ ἑαυτοῦ τὸ σῶμα
                        τοιαύτην ἴσχει διάθεσιν. οὕτω γὰρ <lb/>δὴ, οἶμαι, καὶ Ἱπποκράτης ἔλεγεν· ὑπὸ
                        καύσου ἐχομένῳ, ῥίγεος <lb/>ἐπιγενομένου, λύσις. οὔκουν ψυχρὸν ὕδωρ καταχέας
                        τῷ <lb/>πυρέττοντι ποιήσεις ῥῖγος, ἀλλ’ ὅταν ἐξ αὐτῆς ἐγείρηται τῆς <lb/>ἐν
                        τῷ σώματι διαθέσεως. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον εἴρηται <lb/>καὶ ταῦτα· μετὰ
                        ῥίγους ἄγνοια, κακόν. κακὸν δὲ καὶ λήθη. <lb/>τὰ ἑκταῖα ῥίγεα δύσκριτα.
                        ῥίγεα δ’ ἄρχεται γυναιξὶν ἐξ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="210"/>ὀσφύος διὰ νώτου μᾶλλον, ἀτὰρ καὶ ἀνδράσι
                        μᾶλλον <lb/>ὄπισθεν ἢ ἔμπροσθεν. ἐν ἅπασι γὰρ τούτοις οὐ τὸ τοῖς
                            <lb/>ὑγιαί<milestone unit="ed1page" n="369"/>νουσι γινόμενον, ἀλλὰ τὸ
                        νοσῶδες εἴρηται ῥῖγος, ﻿<pb n="614"/> ὅπερ ἐστι κατάψυξις ἀλγεινὴ μετά τινος
                        ἀνωμάλου σεισμοῦ καὶ <lb/>κλόνου παντὸς τοῦ σώματος. ὁπότ’ οὖν τί ποτέ ἐστι
                        ῥῖγος <lb/>ἐγνώκαμεν, ἑξῆς ἴδωμεν καὶ τίς μὲν ἡ ποιοῦσα τὸ πάθος αἰτία,
                        <lb/>τίσι δὲ μάλιστα προηγουμέναις αἰτίαις ἕπεται, καὶ τίσιν <lb/>ἐπιγίνεται
                        διαθέσεσιν, ὑπὲρ ἁπάσης τε τῆς γενέσεως αὐτοῦ. <lb/>ὅτι μὲν γὰρ τὸ ῥιγοῦν
                        πάθος ἐστὶ τοῦ κατὰ φύσιν θερμοῦ, <lb/>σχεδὸν ἅπασιν ὡμολόγηται. δεῖται δὲ
                        πᾶς ὁ λόγος οὗτος ἀκριβοῦς <lb/>ἀκροατοῦ καὶ πολὺν μάλιστα νοῦν ἔχοντος. ἐγὼ
                        μὲν γὰρ <lb/>εἶπον τοῦ κατὰ φύσιν θερμοῦ πάθος εἶναι τὸ ῥῖγος, ἵνα μή
                        <lb/>τις τοῦ ἔξωθεν νομίσας εἰρῆσθαι, καταψεύδεσθαί με δόξειεν
                        <lb/>Ἐρασιστράτου καὶ Πραξαγόρου καὶ Φιλοτίμου καὶ Ἀσκληπιάδου <lb/>καὶ
                        μυρίων ἄλλων, ὅσοι τὸ θερμὸν οὐκ ἔμφυτον, <lb/>ἀλλ’ ἐπίκτητον εἶναι
                        νομίζουσι. πῶς γὰρ. οὖν οὗτοι πάθος <lb/>ἐμφύτου θερμοῦ λέγοιεν, οἱ μηδὲ τὴν
                        ἀρχὴν ἔμφυτον εἰδότες <lb/>θερμόν; ἀλλ’ ἔμφυτον μὲν, ὥσπερ εἴπομεν, οὐ
                        πάντες ὁμολογοῦσι <lb/>τὸ θερμὸν ὑπάρχειν, γένεσιν δὲ ἐπίκτητον αὐτῷ
                        <lb/>τεχνώμενοι, διαφερόντως ἄλλος ἄλλην, ἕν τοῦτο πάντες ὁμολογοῦσιν,
                        <lb/>ὡς ἔσται τι κατὰ φύσιν ἐν ἑκάστῳ ζώῳ θερμὸν, <pb n="615"/> ἐν τῷ
                        προσήκοντι μέτρῳ θεωρούμενον. καὶ δὴ περὶ τοῦτο <lb/>ῥῖγός τε καὶ φρίκην
                        φασὶν ἅπασάν τε γίνεσθαι κατάψυξιν. <lb/>Ἀσκληπιάδης γοῦν οὐ μόνον τὸ
                        θερμὸν, ἀλλ’ οὐδ’ ἄλλην τινὰ <lb/>τιθεὶς ἔμφυτον δύναμιν, ἅπαντα πυρετὸν ἐπί
                        τισιν ἐμφράξεσιν <lb/>ὄγκων ἐν πόροις ἀεὶ συνίστασθαι λέγων, ἐν μεγέθεσι
                        πόρων <lb/>τὴν διαφορὰν τιθέμενος αὐτοῦ, οὕτω φιλοτεχνεῖ, δείκνυσί <lb/>τε,
                        τίσι μὲν ἀνάγκη ῥῖγος ἐζεῦχθαι, τίσι δ’ οὔ. καὶ <lb/>ἔγωγ’ ἂν εἰ μὴ
                        μακρότερόν τε τοῦ καιροῦ τὸν λόγον ἤλπιζον <lb/>ἔσεσθαι καὶ ἄλλως οὐ δίκαιον
                        ἡγοῦμαι ὑπὲρ Ἀσκληπιάδου <lb/>μὲν ἐπισκέψασθαι μόνου, παρελθεῖν δὲ τὰ τῶν
                        ἄλλων, ἢ πάλιν <lb/>ἁπάντων ἐπιχειρῶν μνημονεύειν, εἰς μακρὸν καὶ ἀπέραντον
                        <lb/>ἐμπεσεῖν λόγου μῆκος, ἑξῆς ἂν ὑπὲρ ἁπασῶν τῶν δοξῶν <lb/>ἐπισκεψάμενος,
                        ἀφ’ ὅτου γε πιθανὸν τὴν ἀφορμὴν ἔσχηκεν <lb/>ἑκάστη, καὶ τί μάλιστα τὸ
                        ἀπατῆσαν, ὅπῃ τε σφάλλονται <lb/>δείξας, οὕτως ἂν ἐπὶ τὴν ἡμετέραν ἧκον
                        δόξαν. ἀλλὰ τοῦτο <lb/>μὲν εἰς ἕτερον ἀναβεβλήσθω καιρόν. οὐδὲ γὰρ Ἀθήναιον
                        <lb/>ἐπαινῶ περὶ μὲν Ἀσκληπιάδου καὶ Ἡρακλείδου τοῦ Ποντικοῦ <pb n="616"/>
                        καὶ Στράτωνος τοῦ φυσικοῦ λέγοντά τι, τῶν δ’ ἄλλων οὐδενὸς
                        <lb/>μνημονεύοντα, καί τοί γε οὐ τὰς τούτων δόξας μόνον <lb/>περὶ ῥίγους,
                        ἀλλ’ ἑτέρας πολὺ πλείους οὐδὲν ἧττον ἐνδόξους <lb/>τε καὶ πιθανὰς εἶχεν
                        εἰπεῖν. ἡμεῖς οὖν ἀρχὴν ὁμολογουμένην <lb/>λαβόντες, ὡς ἔστι τοῦ κατὰ φύσιν
                        ἐν ἑκάστῳ ζώῳ θερμοῦ <lb/>πάθος τὸ ῥῖγος, ἴδωμεν ὅπως γίνεται. προκόψει δ’ ὁ
                        λόγος <lb/>ἐπὶ ταῖς Ἱπποκράτους ἀρχαῖς οὐκ ὄγκους καὶ πόρους ἡμῶν
                        <lb/>στοιχεῖα τιθεμένων τοῦ σώματος, οὐδὲ κινήσεως ἢ παρατρίψεως <lb/>ἤ
                        τινος ἄλλης αἰτίας ἔκγονον τὸ θερμὸν ἀποφαινόντων, <lb/>ἀλλὰ τὸ μὲν ὅλον
                        σῶμα σύμπνουν τε καὶ σύῤῥουν <lb/>ἡγουμένων, τὸ θερμὸν δ’ οὐκ ἐπίκτητον οὐδ’
                        ὕστερον τοῦ <lb/>ζώου τῆς γενέσεως, ἀλλ’ αὐτὸ πρῶτόν τε καὶ ἀρχέγονον καὶ
                        <lb/>ἔμφυτον. καὶ ἥ γε φύσις καὶ ἡ ψυχὴ οὐδὲν ἄλλο ἢ τοῦτ’ <lb/>ἔστιν, ὥστ’
                        οὐσίαν αὐτοκίνητόν τε καὶ ἀεικίνητον αὐτὸ νοῶν <lb/>οὐκ ἂν ἁμάρτοις. ἕκαστον
                        δὲ τούτων ἰδίᾳ βεβασάνισται, <lb/>καί τοι μαθεῖν ἔνεστιν ὑπὲρ αὐτῶν ἑτέρωθι,
                            <milestone unit="ed2page" n="211"/>τὸ νῦν δὲ <lb/>εἶναι τοῦ λόγου τὸ
                        συνεχὲς ἐρευνητέον. ἅτε γὰρ ἀεικίνητον <pb n="617"/> ὂν τὸ ἔμφυτον θερμὸν,
                        οὔτ’ εἴσω μόνον οὔτ’ ἔξω κινεῖται, <lb/>διαδέχεται δ’ ἀεὶ τὴν ἑτέραν αὐτοῦ
                        κίνησιν ἡ ἑτέρα. ταχὺ <lb/>γὰρ ἂν ἡ μὲν ἔσω μονὴ κατέπαυσεν εἰς ἀκινησίαν, ἡ
                        δὲ ἐκτὸς <lb/>ἐσκέδασέ τε καὶ ταύτῃ διέφθειρεν αὐτό. μέτρια δὲ σβεννύμενον
                        <lb/>καὶ μέτρια ἀναπτόμενον, ὡς Ἡράκλειτος ἔλεγεν, ἀεικίνητον <lb/>οὕτω
                        μένει. ἀνάπτεται μὲν οὖν τῇ κάτω συννεύσει, <lb/>τῆς τροφῆς ὀρεγόμενον·
                        αἰρόμενον δὲ καὶ πάντῃ σκιδνάμενον <lb/>σβέννυται. ἀλλὰ τὴν μὲν ἄνω τε καὶ
                        ἔξω φορὰν καὶ ὡς ἄν <lb/>τις εἴποι ἐξάπλωσιν ἀπὸ τῆς ἰδίας ἀρχῆς, διότι
                        φύσει θερμόν <lb/>ἐστι, κέκτηται· τὴν δ’ εἴσω τε καὶ κάτω, τουτέστιν ἐπὶ τὴν
                        <lb/>ἰδίαν ἀρχὴν ὁδὸν, ὅτι ψυχροῦ τι μετέχει· μικτὸν γὰρ ἐκ θερμοῦ <lb/>καὶ
                        ψυχροῦ γέγονε. κατὰ μὲν τὸν πρῶτον λόγον τοῦ <lb/>θερμοῦ, τοῦτ’ ἔστι
                        αὐτοκίνητον αὐτοῦ, καὶ τούτου μάλιστα <lb/>δεῖται πρὸς τὰς ἐνεργείας·
                        μεγάλην δ’ ὅμως αὐτῷ χρείαν καὶ <lb/>τὸ ψυχρὸν παρέχει. πέφυκε γὰρ τὸ μὲν
                        θερμὸν εἰς ὕψος αἴρεσθαι <lb/>καὶ συμπροσάγειν αὐτῷ τὴν τροφήν· εἰ δὲ μὴ τὸ
                        ψυχρὸν <lb/>ἐμποδὼν ἐγένετο, καὶ ἐπὶ μήκιστον προῆκε. γίνεται δ’
                        <lb/>ἐμποδὼν τὸ ψυχρὸν τῇ τοιαύτῃ τοῦ θερμοῦ κινήσει, ὡς μὴ <pb n="618"/>
                        ἀπόλοιτο ἐκτεινόμενον. κίνδυνος γὰρ ὑπὸ κουφότητος καὶ <lb/>τῆς πρὸς τὸ ἄνω
                        ὁρμῆς ἀποστῆναι τῶν σωμάτων αὐτό. ἀλλὰ <lb/>τὸ ψυχρὸν ἐπέχει τε καὶ κωλύει,
                        καὶ τῆς ἄγαν ταύτης κινήσεως <lb/>ἀφαιρεῖ τὸ σφοδρόν. ἐπανέλθωμεν οὖν ἐφ’
                        ἅπερ ἐξ ἀρχῆς <lb/>ὑπεθέμεθα, δεικνύντες οἷόν τι πάθος ἐστὶ τῆς ἐμφύτου
                        <lb/>θερμασίας τὸ ῥῖγος. ὅτι μὲν γὰρ ἐπειδὰν ἐν τοῖς κατὰ φύσιν <lb/>ὅροις
                        μένῃ τῆς κράσεως, ὑγιαίνει τὸ ζῶον, οὐ δεῖται λόγου, <lb/>τουτέστιν ὅταν, ὡς
                        Ἱπποκράτης ἔλεγε, μετρίως ἔχῃ τὸ θερμὸν <lb/>καὶ τὸ ψυχρὸν τῆς πρὸς ἄλληλα
                        κράσεως· ἢν δὲ τὸ ἕτερον τοῦ <lb/>ἑτέρου κρατήσῃ, νοσεῖν ἀνάγκη τὸ ζῶον
                        εἶδος νοσήματος <lb/>ἐοικὸς τῇ φύσει τοῦ κρατήσαντος αἰτίου. φλεγμοναὶ μὲν
                        οὖν <lb/>καὶ ἐρυσιπέλατα καὶ ἕρπητες καὶ ἄνθρακες καὶ τὰ καυσώδη <lb/>καὶ
                        φλογώδη καὶ πάντα τὰ πυρετώδη πάθη, ὅταν ἡ τοῦ <lb/>θερμοῦ δύναμις ἐπικρατῇ·
                        σπασμοὶ δ’ αὖ πάλιν καὶ τέτανοι <lb/>καὶ παλμοὶ καὶ νάρκαι καὶ παραλύσεις,
                        ἐπιληψίαι τε καὶ <lb/>παραπληγίαι, τοῦ ψυχροῦ κρατοῦντος πάθη. ἕν τι τῶν
                        <lb/>τοιούτων παθῶν ἐστι καὶ τὸ ῥῖγος τουτὶ, οὐχ ἁπλῶς ὂν κατάψυξις,
                        <lb/>ἀλλὰ συναίσθησις, ὅθεν αὐτῷ δεῖ προσθεῖναι καὶ ﻿<pb n="619"/> τὸ
                        ἀθρόον· ἔτι δὲ σφοδρὰν εἶναι χρὴ τὴν κατάψυξιν καὶ <lb/>βιαίαν, ὡς εἶναι
                        σαφῶς διοριζόμενον ἀληθεύειν, κατάψυξιν <lb/>ἀθρόαν καὶ βίαιον εἶναι τὸ
                        ῥῖγος τοῦ ἐμφύτου θερμοῦ. <lb/>πάλιν γὰρ, ὡς ὁ Πλάτων ἔλεγε, τὸ μὲν ἠρέμα
                        καὶ κατὰ μικρὸν <lb/>ἀναίσθητον· εἰ δὲ αἰσθητὸν, ἀνάγκη τοῦτο μεγάλως
                        κινεῖν, <lb/>καὶ τρέμειν ἀθρόως. ὥστ’ ἔμψυξις ἡ μὲν ἀναίσθητος ἐν <lb/>χρόνῳ
                        πλείονι καὶ κατὰ βραχὺ γένοιτ’ ἄν· ἡ δὲ ταχεῖά τε <lb/>καὶ μεγάλως ἐξαίρουσα
                        πάντως σὺν αἰσθήσει. οὐδὲ γὰρ <lb/>ἂν τὸ τοιοῦτον πάθος διαλάθοι. τὸ δὲ
                        τοιοῦτον πάθος σὺν <lb/>αἰσθήσει τῆς ψύξεως οὐχ ἅπαν ὀδυνηρὸν, ἀλλ’ ἔστιν
                        ὅτε καὶ <lb/>ἥδιστον. ἔλεγε γὰρ αὖ πάλιν ὁ Πλάτων, ὅτι τὸ μὲν παρὰ
                        <lb/>φύσιν καὶ βίαιον γινόμενον ἀθρόον ἐν ἡμῖν πάθος ἀλγεινὸν, <lb/>τὸ δὲ
                        εἰς φύσιν ἀπιὸν αὖ πάλιν ἀθρόον ἡδύ. ὥστε <lb/>τὸ μὲν ἀθρόον κοινὸν ἀμφοῖν,
                        ἡδέος τε καὶ ἀλγεινοῦ, τοῦ μὴ <lb/>λαθεῖν τὸ πάθος ἕνεκεν ἀναγκαίως
                        ἐζευγμένον· ἐπὶ τούτῳ δὲ <lb/>τὸ μὲν πρὸς τῷ μὴ λανθάνειν εἰς τὴν φύσιν
                        ἐπανάγον ἡδὺ, <lb/>τὸ δ’ ἐξιστὰν τοῦ κατὰ φύσιν ἀλγεινόν. ὅθεν ἓν καὶ ταὐτὸ
                            <pb n="620"/>
                        <milestone unit="ed2page" n="212"/>τῷ πλήθει ψυχρὸν, τὸ μὲν ἧσε, τὸ δ’
                        ἠνίασεν. εἰ μὲν <lb/>ὑπερτεθερμασμένῳ σώματι προσάγοιτο, πάντως ἧσε τὸ γὰρ
                        <lb/>ἄμετρον, τῇ θερμασίᾳ πονούμενον, ἐπὶ τῇ τοῦ λείποντος <lb/>εἰσόδῳ
                        ψυχροῦ παρηγορηθὲν, ἥσθη μὲν, ὅτε παρηγορήθη· <lb/>τὴν δ’ ἑαυτοῦ φύσιν ἔχον
                        ἢν ἀθρόως ἐμψύχοις, ἀνιάσεις, <lb/>πονήσει γὰρ ἐπὶ τῷ τῆς κράσεως ἀμέτρῳ.
                            <milestone unit="ed1page" n="370"/>τοῖς γὰρ <lb/>κατὰ τὴν φύσιν, ὡς
                        Ἱπποκράτης ἔλεγε, διαλλασσομένοισι καὶ <lb/>διαφθειρομένοισιν αἱ ὀδύναι
                        γίνονται. οὐ μόνον οὖν ἀθρόαν <lb/>χρὴ καὶ σφοδρὰν εἶναι τὴν ψύξιν, ἵνα
                        ῥῖγος γένηται, ἀλλ’ ἔτι <lb/>τούτῳ προσεῖναι δεῖ τὸ βίαιον τοῦ πάθους,
                        τουτέστι τὸ <lb/>παρὰ φύσιν, ὥστε ἀθρόαν ψύξιν εἰς τὸ παρὰ φύσιν ἄγουσαν
                        <lb/>εἶναι τὸ ῥῖγος. καί μοι δοκεῖ τοῦτο χρῆναι διαφυλάττειν ἐν <lb/>τούτῳ
                        τῷ λόγῳ μάλιστα περὶ τὴν τοῦ πάθους γένεσιν, εἰ <lb/>μέλλοι τις ἀληθεύειν
                        εἰπὼν, ψύξιν ἀθρόαν καὶ βίαιον ἐν τῷ <lb/>ῥίγει γίνεσθαι τοῦ ἐμφύτου θερμοῦ.
                        ψύχεται μὲν οὖν καὶ <lb/>διαφορούμενον, ἐπιλείποντος αὐτὸ τοῦ συνέχοντος
                        τόνου, καὶ <lb/>τροφῆς ἀποροῦν, ὅθεν ἀνήπτετο· ἀλλ’ οὐδέτερον τούτων <pb n="621"/> αὐτοῦ τῶν παθημάτων ῥῖγος ἐργάζεται, ἢ πάντες ἂν οἱ
                        ἀποθνήσκοντες <lb/>ἐῤῥίγουν. ὥστε τὸ διαφθείρεσθαι τὸ θερμὸν ἑνί <lb/>γε
                        τρόπῳ κοινὸν ἅπασι τοῖς ἀποθνήσκουσιν· ἀλλ’ οὐ ῥιγοῦσιν, <lb/>οὐ γὰρ ἁπλῶς
                        φημι χρῆναι ψύχεσθαι τὸ θερμὸν, ἀλλ’ <lb/>ἀθρόως τε καὶ βιαίως, τουτέστιν
                        ἐῤῥωμένον αὐτὸ μένον, οὔτε <lb/>τὴν οὐσίαν οὔτε τὸν τόνον βεβλαμμένον, ὑπό
                        τινος τῶν ἔξω <lb/>αἰτίων ἀνιᾶσθαι. φλόγα δή μοι νόησον ἐκτὸς ποτὲ μὲν
                        <lb/>ἀπορίᾳ τῆς ὕλης ὅθεν ἀνήπτετο διαφθειρομένην, ποτὲ δὲ <lb/>ἐν ἡλίῳ
                        λαμπρῷ μαραινομένην, αὖθις δ’ ὑφ’ ὕδατος πολλοῦ <lb/>κατασβεννυμένην, ἤ
                        πλήθει ξύλων ἐπ’ αὐτῆς σωρευθέντων <lb/>καταπνιγομένην. τέτταρες αὗται ἐπ’
                        αἰτίοις τέτταρσιν οὐ <lb/>τὸν αὐτὸν ἅπασαι τρόπον ἀδικοῦσαι τὴν φλόγα. τῆς
                        μὲν <lb/>γὰρ ἐν ἡλίῳ μαραινομένης ὁ τόνος σκίδναται, βίᾳ τοῦ περιέχοντος
                        <lb/>διαφορούμενος, ἰσχυροτέρα γὰρ ἡ τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων <lb/>ῥώμη καὶ
                        διαρκεστέρα τοῦ πυρός· ὅταν δὲ ὕλης ἀποροῦσα <lb/>μηκέτι ἀνάπτηται, τῆς
                        οὐσίας ἀπολλυμένης, διαφθείρεται. <lb/>τὸ μὲν γὰρ ἀναφθὲν ἀεὶ διαφορεῖται
                        κατὰ τὴν ἔξω <lb/>κίνησιν· ἔσω δὲ νεύουσα τοῦ τραφῆναι χάριν, εἶτ’ ἀποροῦσα
                            <pb n="622"/> τοῦ θρέψαντος, ἀσθενῶς οὕτω τὸ δεύτερον ἀποτείνεται.
                        <lb/>ὕλης δὲ πλήθει βαρυνθεῖσα καὶ τῆς ἀναπνοῆς στερηθεῖσα, <lb/>πνίγεται.
                        ἐπὶ δὲ τῆς ἀφ’ ὕδατος βλάβης οὐδὲ λόγου δεῖ· <lb/>μάχη γὰρ ἰσχυρὰ φλογὶ πρὸς
                        ἅπασαν εἰλικρινῆ τε καὶ πολλὴν <lb/>ὑγρότητα, ὡς εἰ καὶ τοὔλαιον αὐτῇ
                        προσάγῃς ἀθρόον, ἀνάγκη <lb/>ψόφον καὶ σεισμόν τινα γενέσθαι, μονονουχὶ φωνῇ
                        τοῦ <lb/>πυρὸς ἐνδεικνυμένου τὸ βίαιον. τοιοῦτον δή τι πάθος περὶ <lb/>τὴν
                        ἔμφυτον θερμασίαν νόει τὸ ῥῖγος. οὔτε γὰρ ὅταν δι’ <lb/>ὕλης ἔνδειαν
                        ἀτροφοῦν τὸ θερμὸν μαραίνηται, οὔθ’ ὅταν ὑπὸ <lb/>τοῦ πλήθους αὐτῆς
                        βαρυνόμενον, οὔθ’ ὅταν ἀῤῥωστῆσαν <lb/>ὀκλάζῃ, ῥῖγος εὑρήσεις γινόμενον,
                        ἀλλ’ ὅταν ἰσχυρὸν ὂν ἀποτείνεσθαι <lb/>δυνάμενον, εἶτα κωλύηται. δι’ αὐτὸ δὲ
                        τοῦτο καὶ <lb/>τὸ κλονεῖσθαι τῷ σώματι συμβέβηκε, διπλῆς κᾀνταῦθα καὶ
                        <lb/>συνθέτου κινήσεως γενομένης, ὡς ἐπὶ τῶν τρεμόντων, ἕτερον <lb/>δὲ
                        τρόπον. ἐκεῖ μὲν γὰρ ἀσθενείᾳ τῆς κινούσης τὸ <lb/>σῶμα δυνάμεως ἡ μικτὴ
                        κίνησις ἐγίνετο, καθ’ ὅσον ἂν ἐνδῷ <lb/>τοῦ τόνου διαίρουσα τὸ κῶλον,
                        ὑποῤῥέοντος ἀεὶ τοῦ μέρους <pb n="623"/> εἰς τὸ κάτω· νυνὶ δὲ τῆς φυσικῆς
                            <milestone unit="ed2page" n="213"/>τοῦ θερμοῦ κινήσεως <lb/>ἰσχομένης
                        βίᾳ, τὸ ῥῖγος ἀπαντᾷ. βούλεται μὲν γὰρ ἅτε μήτε <lb/>τὴν οὐσίαν μήτε τὸν
                        τόνον βεβλαμμένον, ἀποτείνεσθαί τε καὶ <lb/>πάντῃ τοῦ σώματος φέρεσθαι·
                        κωλυόμενον δὲ καὶ βίᾳ συνωθούμενον <lb/>εἰς τὸ βάθος, ἐπὶ τὴν ἰδίαν ἀρχὴν
                        καταφεύγει. <lb/>μένειν δὲ ἐνταῦθα μὴ δυνάμενον, ἀεικινήτῳ γὰρ οὐσίᾳ τὸ
                        <lb/>στῆναι θάνατος, ἀθροῖσαν ἑαυτὸ καὶ οἷον συνεσπειραμένον <lb/>γεγονὸς,
                        ὁμαλῶς μὲν οὐκ ἔσω τὴν ἀβίαστον ἀποτείνεται· <lb/>σφοδρᾷ δὲ τῇ φορᾷ χρώμενον
                        καὶ οἷον ἀπὸ ὕσπληγγος ἐξαλλόμενον, <lb/>ἐνίοτε ἐνίσταται τοῖς ἐνισταμένοις
                        αὐτοῦ τῇ πρόσω <lb/>κινήσει, διώσασθαι μὲν ταῦτα, καθαρὰς δὲ αὐτῷ τὰς ὁδοὺς
                        <lb/>ἀπεργάσασθαι σπεῦδον. προσκροῦον δ’ αὐτοῖς ἐπεσχέθη <lb/>μὲν ἐξ ἀνάγκης
                        τῆς ῥοιζώδους φορᾶς, ἐκλόνησε δὲ κατὰ τὴν <lb/>ἔμπτωσιν ὅλον τὸ σῶμα. τά τε
                        γὰρ ἄλλα καὶ ἀτμῶδες νῦν <lb/>γεγονὸς, ἐν τῷ προσκρούειν τοῖς ἐνισταμένοις
                        εἴσω πάλιν <lb/>ἀποπάλλεται, πληγῇ τι πάσχον ἐοικός· ἐπὶ δὲ τὴν ἀρχὴν
                        <lb/>ἀνέρχεται τὸ δεύτερον· ἐντεῦθεν δὲ πάλιν ὁρμηθὲν, ἐμπίπτει
                        <lb/>βιαιότερον, αὖθις δ’ ἀποπάλλεται καὶ κατὰ τήνδε τὴν ἔμπτωσιν· ﻿<pb n="624"/> καὶ τοῦτο πολλάκις ἐκ διαδοχῆς γίνεται, ἐφ’ ὅσον μένει <lb/>τὰ
                        λυποῦντα. ὀδυνηρόν τε οὖν ταύτῃ τὸ πάθος, ἅτε τοῦ <lb/>σώματος ταῖς πληγαῖς
                        πονοῦντος, ἥ τε κίνησις ἀνωμάλως <lb/>ἐπάγουσα κατ’ ἀμφοτέρας τὰς κινήσεις
                        τὸ ζῶον. ἐν μὲν γὰρ <lb/>τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν τὸ συγγενὲς ἡμῶν θερμὸν ὁμαλέσι
                        τε <lb/>καὶ ἀκωλύτοις ταῖς διεξόδοις ἐκέχρητο, καιρῷ καὶ μέτρῳ κινήσεως
                        <lb/>εἰς αὐτὸ συννεῦον, εἶτ’ ἐξαπλούμενον· ἐν δὲ τῷ ῥιγοῦν <lb/>οὔτε
                        συννεύσεις οὔτ’ ἐξαπλώσεις αἱ κινήσεις εἰσὶ, δικαιότερον <lb/>δ’ ἂν φαίης
                        εἴσω μὲν ἰὸν αὐτὸ, χρήσομαι δ’ ὀνόμασιν <lb/>οὐκ ἐμοῖς, ἀλλ’ ἀνδρῶν παλαιῶν,
                        καθάλλεσθαί τε καὶ <lb/>συνωθεῖσθαι καὶ ἀναστέλλεσθαι καὶ συντρέχειν, ἔξω δὲ
                        φερόμενον, <lb/>ἐκρήγνυσθαί τε καὶ ἐνσείεσθαι καὶ ἐκπίπτειν καὶ
                        <lb/>ἐξάλλεσθαι. καὶ γὰρ αὖ καὶ ταῦτα παλαιῶν ἀνδρῶν ὀνόματα, <lb/>καλῶς
                        ἅπαντα κείμενα, καὶ τὸ συμβαῖνον πάθος, ὡς <lb/>ἔνι μάλιστα, σαφῶς
                        ἑρμηνεύοντα. τὸ κλονεῖσθαι δέ φημι <lb/>πάντα τὰ ἐν τῷ σώματι, καὶ τὸ
                        σείεσθαι, καὶ τὸ βράττεσθαι, <lb/>καὶ πᾶσα ἡ κατὰ τὸ ῥιγοῦν ἀνώμαλός τε καὶ
                        ἄτακτος καὶ <lb/>ἀβούλητος κίνησις ἐπὶ ταῖς ἀνωμάλοις τε καὶ σφοδραῖς καὶ
                            <pb n="625"/> βιαίοις ἐμπτώσεσί τε καὶ ἀποπάλσεσι τῆς ἐμφύτου θερμασίας
                        <lb/>ἀτμώδους γεγενημένης ἐπιτελεῖται. διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῖς ῥίγεσιν
                        <lb/>ἀναθερμαίνεται πλέον τὸ σῶμα ἢ ὅτε κατὰ φύσιν ἔχον <lb/>θερμὸν ἦν.
                        ἐκχέονται δὲ καὶ ἱδρῶτες. ὅταν γὰρ κατὰ πολλὰς <lb/>ἐμπτώσεις διώσηται
                        ἀκωλύτως τὰ λυποῦντα καὶ τελέως <lb/>ἀναπνεύσῃ, διὰ τρεῖς αἰτίας ἀνάγκη τὸ
                        σῶμα θερμανθῆναι, <lb/>ὅτι τε πολλάκις ἀποκλεισθὲν τὸ θερμὸν τῆς ἔξω
                        διαπνοῆς <lb/>ἠθροίσθη κατὰ τὸ βάθος· ὅτι τε νῦν ἔξω πᾶν ἐτάθη σφοδρῶς·
                        <lb/>καὶ τρίτον ὅτι ταῖς ἐμπτώσεσι καὶ πληγαῖς καὶ βιαίοις <lb/>κινήσεσιν
                        ἀνάπτεσθαι πέφυκεν ἡ θερμασία. καὶ ξύλον μὲν <lb/>ἢ λίθον παρατρίβων ἐφάψεις
                        ποτὲ πῦρ· τὸ δ’ ἔμφυτον <lb/>πνεῦμα, φύσει θερμὸν ὑπάρχον, ἢν σφοδρῶς τύχῃ
                        κινηθὲν, <lb/>οὐ πολὺ μᾶλλον ἐξαφθήσεται; ἀλλὰ τοῦτο κᾀπὶ τῶν κατὰ
                        <lb/>φύσιν κινήσεων ἐναργῶς ἔστιν ἰδεῖν, ὡς δραμόντες ἄνθρωποι, <lb/>καὶ
                        διαπαλαίσαντες, καὶ τριψάμενοι, καί πως ἄλλως κινηθέντες <lb/>ἐθερμάνθησαν
                        οὐδὲν ἧττον ἢ εἴ τις ἐν ἡλίῳ θερινῷ καὶ παρὰ <lb/>πυρὶ θαλφθείη. πολλάκις δὴ
                        καὶ κατὰ τὴν τοιαύτην ἐκ τοῦ <lb/>βάθους ἐπάνοδον οἷον ζέον τὸ θερμὸν ἀποχεῖ
                        τι τῶν ὑγρῶν <pb n="626"/> ἀθρόον, ὃ δὴ καλοῦμεν ἱδρῶτα. διὰ τοῦτο ἐπὶ ῥίγει
                        ψυγέντα <lb/>μηκέτι ἀναθερμανθῆναι, πονηρόν· ἡττήθη γὰρ ἐν τῇ <lb/>διαμάχῃ
                        τὸ θερμόν. ἡττᾶται δὲ ποτὲ μὲν τῇ ῥώμῃ τοῦ λυποῦντος <lb/>αἰτίου κρατηθὲν,
                        ποτὲ δ’ αὐτὸ τυγχάνον ἀσθενέστερον. <lb/>οὕτω γοῦν <milestone unit="ed2page" n="214"/>εἴρηται κᾀκεῖνο· αἱ ἐκ ῥίγεος καταψύξιες <lb/>μὴ
                        ἀναθερμαινόμεναι, κακόν. αὖθις δὲ τὰς διαθέσεις <lb/>ἑκατέρας, ἐφ’ αἷς
                        ὀλέθρια γίνεται ῥίγη, διδάσκων ἐρεῖ· <lb/>ἐπ’ ὀμμάτων διαστροφῇ, πυρετῷ
                        κοπιώδει, ῥῖγος ὀλέθριον. <lb/>τοῦτο μὲν δὴ τὸ ῥῖγος ἰσχυρᾶς αἰτίας ἔκγονον·
                        ἕτερον δὲ δι’ <lb/>ἀῤῥωστίαν δυνάμεως ὀλέθριον· ἢν ῥῖγος ἐμπέσῃ πυρετῷ μὴ
                        <lb/>διαλείποντι, ἤδη ἀσθενέος ἐόντος, θανάσιμον. ἀλλὰ περὶ <lb/>μὲν τούτων
                        ἐπιπλέον <milestone unit="ed1page" n="371"/>ἑτέρωθι λέγεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Τὸ δὲ νῦν εἶναι σκεπτέον εἰ δικαίως ἀναφέρουσιν <lb/>ἅπαντες σχεδὸν αἰτίῳ
                        ψυχρῷ τὸ ῥῖγος. ὅτι μὲν γὰρ <lb/>ψυχρὸν τὸ πάθος, ἐναργές· εἰ δὲ καὶ τὸ δρῶν
                        αὐτὸ τοιοῦτον, <lb/>ἄξιόν μοι δοκεῖ σκέψεως εἶναι. τριταίου γοῦν ἀκριβοῦς,
                        <lb/>εἴπερ τι καὶ ἄλλο, ῥῖγος γνώρισμα. συνεισβάλλουσι γὰρ οἱ
                        <lb/>παροξυσμοὶ ῥίγεσι σφοδροῖς, καί τοι τόν γε πυρετὸν τοῦτον <pb n="627"/>
                        οὐκ ἄν τις οὐδὲ μαινόμενος ἐπὶ ψυχρῷ φαίη συνίστασθαι <lb/>χυμῷ· καῦσος γάρ
                        ἐστι τῷ γένει, τοσοῦτον ἀποδέων θατέρου <lb/>καύσου τοῦ συνεχοῦς, ὅσον
                        διαλείπει τὸ θερμὸν τοῦ πυρετοῦ <lb/>καὶ φλογῶδες καὶ περικαές. τὸ δ’
                        ἄπαυστον δίψος, ἥ τε τῆς <lb/>ἐμψύξεως ἐπιθυμία, τό τ’ ἐμεῖν ἀκράτου χολῆς,
                        καὶ ῥᾳστωνεῖν <lb/>τοῖς γ’ ἐμέτοις, πῶς οὐκ εἰσὶν ἅπαντα φανερῶς ἐπὶ τῷ
                        <lb/>θερμῷ πλεονάζοντι; πῶς οὖν ῥιγοῦσιν ἐν τριταίοις; πῶς δ’ <lb/>ἐν
                        καύσοις πυρετοῖς τοῖς συνεχέσιν, εἰ μὴ διαλείποντες, ἀλλ’ <lb/>ἀεὶ καίοντες
                        ἔγκεινται, ῥῖγος ἐπιγίνεται, καὶ κριτικόν γε πυρετοῦ; <lb/>ὑπὸ καύσου γάρ,
                        φησιν, ἐχομένῳ, ῥίγεος ἐπιγενομένου, <lb/>λύσις. ἀλλὰ καὶ δριμὺ καὶ θερμὸν
                        φάρμακον ἕλκει <lb/>προσαχθὲν· ὠδύνησε μὲν τὰ πρῶτα, φρίκην δ’ αὖθις, εἶτ’
                        <lb/>ἐπ’ αὐτῇ ῥῖγος ἐργάζεται, καὶ πολλοὺς ἴσμεν ῥιγώσαντάς τε <lb/>καὶ
                        πυρέξαντας ἐφ’ ἕλκεσιν ἐρεθισθεῖσιν ὑπὸ δριμέων φαρμάκων. <lb/>ἀλλὰ καὶ
                        φλεγμονῆς εἰς ἀπόστημα τρεπομένης ἀνάγκη <lb/>ῥῖγός τε καὶ φρίκην
                        συνεδρεῦσαι. πολλῶν δ’ ἄν σε καὶ ἄλλων <lb/>ἀνέμνησα διαθέσεων, ἐφ’ ὧν
                        ἐναργῶς ἐπὶ δριμεῖ μᾶλλον ἢ <pb n="628"/> ψυχρῷ χυμῷ συνίσταται ῥῖγός, εἰ μὴ
                        τοῦ λόγου τὸ μῆκος <lb/>ἔφευγον. μὴ τοίνυν τῷ ψυχρῷ μόνῳ βιαζόμενοι τὸ ῥῖγος
                        <lb/>ἀναφέρωμεν, ἐπεὶ καὶ φοβερὸν ἄκουσμα καὶ θέαμα φρίκην τε <lb/>καὶ ῥῖγος
                        ἐργάζεταί ποτε. τοῦτο μέν γε καὶ Πλάτων ἐγίνωσκεν, <lb/>οὐ μόνον Ἱπποκράτης.
                        διαλεγόμενος οὖν ὑπὲρ τῶν <lb/>ἐπὶ χολῇ ξανθῇ γινομένων νοσημάτων,
                        ἐμνημόνευσε καὶ ῥίγους. <lb/>ὅθεν ἄλλων τε πολλῶν χάριν ἐπέρχεταί μοι
                        θαυμάζειν <lb/>τῶν μετὰ ταῦτα γενομένων ἰατρῶν, κᾀν τοῖς περὶ τοῦ ῥίγους
                        <lb/>λόγοις οὐχ ἥκιστα. πῶς γὰρ οὐ δεινὸν, εἰ Πλάτων μὲν οὐκ <lb/>ὢν ἰατρὸς
                        οὐκ ἠγνόησεν, ὅτι καὶ διὰ χολὴν γίνεταί ποτε <lb/>ῥῖγος, ἐξευρεῖν τε τὴν
                        αἰτίαν ἐσπούδασεν, οἱ δὲ τοσοῦτον <lb/>ἀποδέουσι τοῦτο πάντῃ γινώσκειν, ὥστ’
                        οὐδ’ ὅτι καὶ διὰ <lb/>χολὴν καὶ διὰ δριμὺν ὁντιναοῦν χυμὸν ῥῖγος γίνεται,
                        ἐπίστανται; <lb/>ἀλλ’ ἄπορον ἐξευρεῖν τὴν αἰτίαν, ὅπως ἐπὶ δριμεῖ <lb/>τε
                        καὶ θερμῷ χυμῷ συνίσταται πάθος ψυχρόν. ἴσως μὲν οὐκ <lb/>ἄπορον, εἴγε μηδὲ
                        Πλάτων ἠπόρει· πολὺ δ’ οὖν ἦν ἄμεινον, <lb/>εἴπερ ὄντως ἐστὶν ἄπορον, οὐκ
                        ἀνατρέπειν ἐπιχειρεῖν τὸ <lb/>πρᾶγμα φαινόμενον ἐναργῶς, ἀλλὰ τῆς αἰτίας
                        ὁμολογῆσαι τὴν ﻿<pb n="629"/> ἄγνοιαν. τὸ δ’ ἀναιρεῖν τὸ φαινόμενον, ὅμοιόν
                        ἐστι τῷ <lb/>μηδ’ ὁρᾷν ἡμᾶς ὁμολογεῖν, ὅτι μὴ γινώσκομεν ὅπως ὁρῶμεν.
                        <lb/>οὐκοῦν ὅτι μὲν οὐδὲν ἧττον ἐπὶ δριμεῖ τε καὶ θερμῷ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="215"/>χυμῷ γένοιτ’ ἂν ῥῖγος, ἢ ἐπὶ ψυχρῷ τε καὶ
                        πηγνύντι, <lb/>παντὸς μᾶλλον ἀληθές. εἶτα σκοπεῖν, εἰ ἁπλῶς τὸ <lb/>ψυχρὸν ἢ
                        τὸ δριμὺ πλεονάζειν χρὴ εἰς τὸ δυνηθῆναι ῥῖγος <lb/>ἐργάσασθαι. ἐφεξῆς δ’
                        ἐκεῖνο διορισόμεθα, πολλοῖς ἀγνοούμενον, <lb/>οὔτε γὰρ ἁπλῶς ψυχροῦ χυμοῦ
                        πλεονάζοντος, οὔθ’ <lb/>ἁπλῶς δριμέος γίνεται ῥῖγος. ἐπὶ μέν τοι τοῦ ψυχροῦ
                        σαφῶς <lb/>ἔμπροσθεν ἔδειξα, τὸ οἰδηματῶδες ἅπαν καὶ τὸ ναρκῶδες <lb/>καὶ τὸ
                        παράλυτον καὶ τὸ ὑδαρῶδες ὑπομνήσας· ἐπὶ δὲ τοῦ <lb/>θερμοῦ τε καὶ δριμέος
                        νῦν ἐπιδείξω σοι· κακόχυμοι γὰρ ἂν <lb/>ἰκτερικοί τε καὶ πυρέττοντες ὀξέως
                        καὶ καυσούμενοι πάντες <lb/>ἐῤῥίγουν. οὔτ’ οὖν ἁπλῶς χρὴ πλεονάζειν ἢ ψυχρὸν
                        χυμὸν ἢ <lb/>δριμὺ πρὸς ῥίγους γένεσιν· ὑπάρχειν δ’ αὐτῶν ἀναγκαῖον
                        <lb/>ἑκατέρῳ τρόπον ἴδιον. εἴη δ’ ἂν ὁ τρόπος, οὐ γὰρ ἀποκνητέον <lb/>ἐπὶ
                        πᾶν ἰέναι τῷ λόγῳ τῆς ἀληθείας ἐρῶσιν, ἢ τὸ τοῦ <pb n="630"/> πλήθους
                        μέτρον, ἢ ἡ τοῦ χυμοῦ ποιότης, ἤ τις τόπος τοῦ <lb/>σώματος ἐν ᾧ χρὴ τοῦτον
                        ἀθροίζεσθαι. γένοιτο δ’ ἂν καὶ <lb/>περὶ τὸ μένειν ἢ κινεῖσθαι καὶ περὶ τὸν
                        τρόπον τῆς κινήσεως <lb/>οὐ μικρὰ διαφορά. εἰς ταύτας οὖν αὐτὰς καὶ Πλάτων
                        <lb/>ἀφορῶν ἔλεγε· ταύτην δὴ τὴν δύναμιν ἐχουσῶν ἰνῶν ἐν <lb/>αἵματι, χολὴ
                        φύσει παλαιὸν αἷμα γεγονυῖα, καὶ πάλιν ἐκ <lb/>τῶν σαρκῶν εἰς τοῦτο τετηκυῖα
                        θερμὴ καὶ ὑγρὰ κατ’ ὀλίγον <lb/>τὸ πρῶτον ἐμπίπτουσα, πήγνυται διὰ τὴν τῶν
                        ἰνῶν δύναμιν· <lb/>πηγνυμένη δὲ καὶ βίᾳ κατασβεννυμένη χειμῶνα καὶ τρόμον
                        <lb/>ἐντὸς παρέχει, πλείων δ’ ἐπιῤῥέουσα, τῇ παρ’ αὐτῆς <lb/>θερμότητι
                        κρατήσασα τὰς ἶνας, εἰς ἀταξίαν ζέσασα, διέσωσεν. <lb/>ἐν τούτοις ὁ Πλάτων
                        ἅπαντ’ ἐπειράθη διελθεῖν, ὅσα <lb/>χρὴ γινώσκειν ἐν ἅπασι γένεσι πάθους. τό
                        τε γὰρ εἶδος τοῦ <lb/>χυμοῦ εἶπε, χολὴν ὀνομάσας αὐτόν· ἐδήλωσε δὲ καὶ τὴν
                        <lb/>ποιότητα, θερμὴν καὶ ὑγρὰν εἰπών· ὅθεν τε ἡ γένεσίς ἐστι <lb/>τῇ
                        τοιαύτῃ χολῇ, τηκομένης γὰρ ἔφη γίνεσθαι σαρκὸς αὐτήν. <lb/>ἀλλὰ καὶ τὸν
                        τόπον εἰς ὃν ῥεῖ προσέθηκεν, ἐκ τοῦ <lb/>δηλοῦσθαι πήγνυσθαι τὴν ἐπιῤῥέουσαν
                        χολὴν ὑπὸ τῶν περιεχομένων <pb n="631"/> ἰνῶν κατὰ τὸ αἷμα. τούτῳ δὲ τῷ λόγω
                        συνῆπται <lb/>καὶ ἡ τοῦ πάθους γένεσις, ἐν ὧ χειμῶνα καὶ τρόμον ἔφη
                        γίνεσθαι, <lb/>χειμῶνα μὲν ὀνομάσας τὴν ἐν τοῖς ῥίγεσιν αἴσθησιν <lb/>τῆς
                        ψύξεως, τρόμον δὲ τὸν ἀνώμαλον σεισμόν τε καὶ <lb/>κλόνον, ἐν ᾧ φαμεν οὐ
                        τοῦτον μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰατρῶν <lb/>πολλοὺς ἐσφάλθαι. διώρισται γὰρ ἡμῖν
                        ἔμπροσθεν ἡ κατὰ <lb/>τὸν τρόμον γενομένη κίνησις τῆς κατὰ τὸ ῥῖγος. ὅταν
                        οὖν, <lb/>φησι, νικήσῃ τὰς ἶνας ἐπιῤῥέουσα πλείων, ἐξεθέρμανε τὸ <lb/>σῶμα
                        πρὸς τὴν ἑαυτῆς δύναμιν ἀντιμεταβάλλουσα τὰς ἶνας, <lb/>ὡς αὐτὴ πρότερον ὑπ’
                        ἐκείνων μετεβάλλετο. περὶ μὲν οὖν <lb/>τῆς ἀληθείας ὧν εἶπεν ὁ Πλάτων οὐ
                        πρόκειται νῦν ἐπισκοπεῖσθαι, <lb/>μελλόντων γε ἡμῶν ἐν ἑτέροις ὑπομνήμασιν
                        ἐξηγεῖσθαί <lb/>τε ἅμα καὶ κρίνειν ἃ κατὰ τὸν Τίμαιον εἶπεν· ὅτι <lb/>δ’
                        οὐδὲν παρέλιπεν ὧν ἐχρῆν λέγεσθαι τοῖς ἀποφαινομένοις <lb/>περὶ ῥίγους,
                        τοῦτο ἤδη πέφηνεν ἐκ τῆς ῥήσεως αὐτοῦ. καὶ <lb/>γὰρ τὸν χυμὸν εἶπεν ὑφ’ οὗ
                        γίνεται τὸ ῥῖγος, καὶ τὸν τόπον <lb/>εἰς ὃν ῥεῖ, καὶ τὸ τῆς κινήσεως εἶδος,
                        ἔτι τε τὸν τρόπον <lb/>καθ’ ὃν ψύχεταί τε καὶ αὖθις ἐκθερμαίνεται τὸ σῶμα.
                            <pb n="632"/> περὶ μὲν οὖν τῆς Πλάτωνος δόξης (καὶ τῆς) κατὰ τὴν
                        ἐξήγησιν <lb/>τῶν ἐν τῷ Τιμαίῳ γεγραμμένων ἰατρικῶς ἐπισκεψόμεθα· <lb/>νυνὶ
                        δὲ τὴν ἡμετέραν ἀποφαινόμεθα γνώμην, ἐπιδιαρθρώσαντες <lb/>ὅσα κατὰ τὴν
                        Ἱπποκράτους δόξαν ὀλίγον ἔμπροσθεν <lb/>εἴρηται. ταῖς γὰρ τῶν θερμῶν
                        φαρμάκων ὁμιλίαις <lb/>ἐνίοτε μὲν φρίκη μόνη, πολλάκις δὲ καὶ ῥῖγος
                        ἐπιγίνεται, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="216"/>καθάπερ ἐν καύσοις τε καὶ τριταίοις
                        πυρετοῖς κινουμένης <lb/>τῆς ξανθῆς χολῆς, οὐκ ἐν ταῖς κοιλότησι τῶν
                        ἀγγείων, <lb/>ἀλλὰ διὰ τῶν σαρκῶν, ἤτοι τῷ γεννηθῆναι πλείονα τοῦτον
                        <lb/>τὸν χυμὸν ἐν αὐταῖς, ἢ τῷ δι’ αὐτῶν ὑπὸ τῆς φύσεως ἐκκαθαίρεσθαι.
                        <lb/>κατὰ τοῦτο γὰρ αὐτὸ μόνον καὶ οἱ καῦσοι πυρετοὶ <lb/>τῶν τριταίων
                        διαφέρουσι, τῶν μὲν (γὰρ) καύσων ἐν <lb/>τοῖς ἀγγείοις ἐχόντων τὴν χολὴν,
                        τῶν δὲ τριταίων ἔξω τῶν <lb/>ἀγγείων διὰ τῶν αἰσθητικῶν σωμάτων φερομένην.
                        ἐν γὰρ <lb/>τῇ δι’ αὐτῶν φορᾷ, λυποῦσα τῇ δριμύτητι, τὴν ὀδύνην ἐργάζεται.
                        <lb/>συμβαίνει τοιγαροῦν ἐν τῷδε δύο τινὰ γίνεσθαι, <lb/>συννεύειν μὲν εἰς
                        τὸ βάθος τοῦ σώματος τὸ αἷμα, καὶ διὰ <lb/>τοῦτο καταψύχεσθαι τἀκτὸς αὐτοῦ·
                        τὰ μόρια δὲ αὐτὰ τοῦ <lb/>σώματος, ἐν οἷς ἡ χολὴ, διὰ τῆς ἀποκριτικῆς τῶν
                        ἀλλοτρίων <pb n="633"/> δυνάμεως ὠθεῖν αὐτὴν ἕκαστον ἐξ ἑαυτοῦ πρὸς τὸ
                        πλησιάζον, <lb/>ἄχρις ἂν ἐξ ἁπάντων ἐλαυνομένη, δι’ ἱδρώτων ἢ δι’ ἐμέτων ἢ
                        <lb/>καὶ διὰ τῆς κάτω γαστρὸς ἐκκριθείη. τοῦτο δὲ καὶ <milestone unit="ed1page" n="372"/>τοῖς <lb/>ἠπεπτηκόσιν ἢ κακοχυμίας μεστοῖς, ἢ
                        εἰς ἥλιον θερινὸν ἢ <lb/>βαλανεῖον ἀφικομένοις, ἢ γυμναζομένοις συμπίπτει.
                        φρικώδεις <lb/>οὖν αὐτίκα γίνονται, καί τινες αὐτῶν καὶ ῥιγοῦσι. χρὴ
                        <lb/>γὰρ οὐ μόνον αἴτιον εἶναί τι δακνῶδες ἐν ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ <lb/>σφοδρῶς
                        κινούμενον, εἰ μέλλει ῥῖγος ἐργάσασθαι. καὶ κοινὸν <lb/>τοῦτο συμβέβηκεν
                        ἀμφοτέρῳ τῷ γένει τῶν αἰτίων, ὅσα <lb/>τε ψυχρὰ καὶ ὅσα θερμὰ ταῖς δυνάμεσίν
                        ἐστι, τὸ κινεῖν ὀδυνηρῶς <lb/>τὸ σῶμα. καὶ διὰ τοῦτο τοῖς τεταρταίοις
                        πυρετοῖς <lb/>καὶ τοῖς τριταίοις συνεισβάλλει ῥῖγος, καί τοι ὑπὸ χυμῶν
                        <lb/>ἐναντίων τῇ δυνάμει συνισταμένοις, ψυχρὸς μὲν γὰρ ὁ μελαγχολικὸς
                        <lb/>χυμὸς, θερμὸς δὲ ὁ τῆς ξανθῆς χολῆς. οὐχ ἁπλῶς <lb/>δὲ πλεονάζειν
                        αὐτοὺς ἔφην χρῆναι μέλλοντας ἐργάσασθαι ἢ <lb/>φρίκην ἢ ῥῖγος, ἀλλὰ καὶ διὰ
                        τῶν αἰσθητικῶν σωμάτων φέρεσθαι <lb/>κινουμένους σφοδρότερον. ἐν ᾧ δὲ
                        συννεύει μὲν εἰς <lb/>τὸ βάθος τοῦ σώματος καὶ τὰ σπλάγχνα τὸ αἷμα, καὶ σὺν
                            ﻿<pb n="634"/> αὐτῷ δηλονότι καὶ ἡ θερμασία, ψυχρά τε καὶ ἄναιμα γίνεται
                        <lb/>τά τε κατὰ τὸ δέρμα μόρια καὶ σκελῶν καὶ χειρῶν τὰ τελευταῖα,
                        <lb/>διότι πλεῖστον ἀφέστηκε τῶν σπλάγχνων. ἐὰν μὲν <lb/>οὖν ἐν τῷ βάθει
                        συμβῇ σβεσθῆναι τὴν ἔμφυτον θερμασίαν, <lb/>ἢ πνιγεῖσαν ὑπὸ τοῦ μὴ
                        διαπνεῖσθαι πρὸς τοὐκτὸς, ἢ ἐκνικηθεῖσαν <lb/>ὑπὸ τῶν ψυχρῶν αἰτίων,
                        ἀποθνήσκει τὸ ζῶον· <lb/>ἐὰν δὲ συννεύσῃ μὲν εἰς τὸ βάθος, ἀντίσχῃ δὲ τοῖς
                        βιασαμένοις <lb/>αἰτίοις ἀθροισθεῖσα, κατὰ τοῦτο καθάπερ ὄργανον γίνεται
                        <lb/>τῆς τῶν ἀλλοτρίων ἀποκριτικῆς δυνάμεως τῆς ἐν ἅπαντι <lb/>μορίῳ τοῦ
                        σώματος ὑπαρχούσης. πεφυκυῖα γὰρ ἤδη καὶ <lb/>αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἐκκρίνειν τὰ
                        λυποῦντα, πολλῷ μᾶλλον ἐργάζεται <lb/>μετὰ τῆς ἐκ βάθους ἀναφερομένης
                        θερμασίας, συνεκβαλλούσης <lb/>αὐτὰ τῇ ῥύμῃ τῆς φορᾶς εἰς ὅ τι περ ἂν
                        εὐπετέστερον <lb/>αὐτῇ γένηται. πολλάκις μὲν οὖν διὰ τοῦ δέρματος
                        <lb/>ἐκβάλλει τὰ λυποῦντα, πολλάκις δὲ δι’ ἐμέτων καὶ τῆς κάτω <lb/>γαστρός.
                        οὐ μόνον δ’ ἐπὶ τῆς ξανθῆς ἢ μελαίνης χολῆς <lb/>ῥῖγος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῷ
                        ψυχρῷ πάνυ φλέγματι φιλεῖ γίνεσθαι· <lb/>καλεῖ δὲ ὑαλώδη τὸν χυμὸν τοῦτον ὁ
                        Πραξαγόρας. <lb/>ἀλλὰ τό γε τοιοῦτον ῥῖγος οὔτε σφοδρόν ἐστι, καί τοι
                        διαμένον <pb n="635"/> ἡμέραις ἐνίοτε πλείοσιν ἐφεξῆς· ἡσυχαζόντων δὲ καὶ
                        <lb/>μηδόλως κινουμένων, ἡσυχάζει καὶ αὐτό· κινηθεῖσι δὲ εὐθέως <lb/>ἕπεται
                        κατὰ τὰ μέτρα τῆς κινήσεως, ἐπὶ μὲν ταῖς ἰσχυροτέραις <lb/>καὶ συντόνοις
                        κινήσεσι σφοδρότερον, ἐπὶ δὲ ταῖς <lb/>ἀσθενέσι βραχύτερον. εἶδον τοῦτο τὸ
                        σύμπτωμα γυναιξὶ <lb/>μᾶλλον ἢ ἀνδράσι γινόμενον, καὶ γυναιξὶ ταῖς ἀργότατα
                        διαιτωμέναις <lb/>καὶ λουτροῖς ἐπὶ τροφῇ χρωμέναις. εἶδον δὲ καὶ
                        <lb/>νεανίσκῳ τινὶ τῶν ἡμετέρων συμφοιτητῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ <lb/>γινόμενον,
                        ἡνίκα πρῶτον εἰς αὐτὴν κατεπλεύσαμεν ἐν ἀρχῇ <lb/>φθινοπώρου. προσηνέγκατο
                        δὲ οὗτος ἐφεξῆς ἡμέραις πλείοσι <lb/>φοι<milestone unit="ed2page" n="217"/>νίκων βαλάνους πολλὰς ἁπαλὰς καὶ νέας, ἐπὶ λουτροῖς <lb/>τε καὶ πρὸ
                        τούτων, ἦσαν δὲ οὐκ ἀκριβῶς αἵ γε πλείους <lb/>αὐτῶν πέπειροι. συνέβη δὲ
                        αὐτῷ τό γε πρῶτον ἀπὸ σφοδρᾶς <lb/>ἄρξασθαι φρίκης ἐπὶ γυμνασίῳ τε καὶ
                        λουτρῷ, δι’ ἣν <lb/>καὶ προσδοκήσας πυρέξειν, κατεκλίθη τε καὶ σκεπάσας
                        ἑαυτὸν <lb/>ἱματίοις ἔμεινεν ἥσυχος. ὡς δὲ διελθούσης ὅλης τῆς <lb/>νυκτὸς
                        ἀπύρετος ἦν, ἐξανίστατο μὲν ἕωθεν ἐπὶ τὰ συνήθη, <lb/>φρικώδης δ’ ἐν τούτῳ
                        γιγνόμενος αὖθις κατακλιθεὶς ἡσύχαζεν <pb n="636"/> ἄχρι τῆς κατὰ τὸ
                        βαλανεῖον ὥρας. ἐξαναστάντι δὲ αὐτῷ πάλιν <lb/>ὡς ἐπὶ τὸ λουτρὸν ἡ φρίκη
                        μείζων ἐγένετο, καὶ ἦν τὸ <lb/>σύμπτωμα ῥῖγος καὶ ἤδη μικρόν. τότ’ οὖν
                        ἡγησάμενος ἐκ <lb/>παντὸς τρόπου πυρέξειν, ἔτι καὶ μᾶλλον ἐφ’ ἡσυχίας αὑτὸν
                        <lb/>συνέσχεν. ἐπεὶ δὲ καὶ διὰ τῆς ἡμέρας ὅλης καὶ διὰ τῆς <lb/>ἐπιούσης
                        νυκτὸς ἀποπειρώμενος ἐξεῦρεν ἑαυτὸν ἐπὶ μὲν <lb/>ταῖς μετρίαις κινήσεσι
                        φρίττοντα, ῥιγοῦντα δὲ, εἴ ποτε μειζόνως <lb/>κινηθείη, συμβούλοις ἡμῖν
                        ἐχρῆτο περὶ τῶν ποιητέων. <lb/>ἀναμνησθεὶς οὖν ἐγὼ κατὰ τὴν ἡμετέραν Ἀσίαν
                        γυναικὶ <lb/>τοιοῦτόν τι συμβεβηκὸς, ἀδεέστερόν τε τὸν ἑταῖρον ἐποίησα
                        <lb/>καὶ προὐτρεψάμην χρῆσθαι τοῖς θερμαίνουσί τε καὶ τέμνουσι <lb/>πάχος
                        χυμῶν ἐδέσμασί τε καὶ πόμασι καὶ φαρμάκοις. ἐκεῖνός <lb/>τε οὖν οὕτω
                        κατέστη, καὶ μετὰ ταῦτα τοῖς ὁμοίως πάσχουσιν <lb/>ἐν ἀρχῇ μὲν ἔδωκα τὸ διὰ
                        τῶν τριῶν πεπέρεων φάρμακον, <lb/>ἐφεξῆς δὲ τὸ διὰ τῆς καλαμίνθης ἡμέτερον,
                        εἶτα <lb/>τὸ δι’ ὀποῦ Κυρηναϊκοῦ καὶ καστορίου συντιθέμενον, ὃ καὶ <lb/>ταῖς
                        τεταρταϊκαῖς περιόδοις ἐστὶν ὠφελιμώτατον, καὶ μάλισθ’ <lb/>ὅταν ὑπὸ ῥίγους
                        σφοδροῦ χειμάζωνται. μὴ θαυμάσῃς δὲ <pb n="637"/> παρὰ τοῖς παλαιοῖς ἰατροῖς
                        εὑρὼν γεγραμμένον ἐπὶ τοῖς <lb/>ἄνευ κρύους ῥίγεσιν ἐξ αὐτῆς τῆς ἐν τῷ
                        σώματι διαθέσεως <lb/>ὁρμωμένοις ἐξ ἀνάγκης ἕπεσθαι πυρετόν. οὔτε γὰρ
                        λουτροῖς <lb/>τοσούτοις ἐπὶ τροφαῖς οὔτ’ ἀργῷ βίῳ χρωμένοις τοῖς
                        <lb/>παλαιοῖς οὐδὲν τοιοῦτον συνέπιπτε· νυνὶ δ’ ἄμφω ταῦτα <lb/>πλεονάσαντα
                        καὶ τουτὶ τὸ καλούμενον ἀνεκθέρμαντον ῥῖγος <lb/>ἐργάζεται, νέον τι καὶ
                        ξένον σύμπτωμα, διὰ τὸ νέον τῆς <lb/>διαίτης· ἅπασί τε τοῖς οὕτω παθοῦσιν
                        ἤτοι τάσεως ἢ βάρους <lb/>αἴσθησις γίνεται κατὰ τὸ δεξιὸν ὑποχόνδριον, ἔνθα
                        κεῖται <lb/>τὸ ἧπαρ, ἐμφραττομένων δηλονότι τῶν κατ’ αὐτὸ φλεβῶν <lb/>ὑπὸ
                        τοῦ πάχους τῶν χυμῶν. ὥσπερ δὲ βάρους καὶ <lb/>τάσεως τῆς κατὰ τὸ σπλάγχνον
                        οἱ πάσχοντες ἴσχουσιν αἴσθησιν, <lb/>οὕτω καὶ τοῦ ῥίγους αἰσθάνονται
                        διαφέροντος τοῦ ἐν <lb/>τεταρταίοις τε καὶ τριταίοις πυρετοῖς. ἐν μὲν γὰρ
                        τοῖς τεταρταίοις <lb/>τοιοῦτο γίνεσθαί φασιν αὐτοῖς τὸ ῥῖγος, οἷόν περ
                        <lb/>ὅταν ὁδοιπορήσωσι διὰ κρύους ἰσχυροῦ. ὡσαύτως δὲ κατὰ <lb/>τοὺς
                        τριταίους καὶ τοὺς καύσους πυρετοὺς, ὡς ὑπὸ βελονῶν <lb/>ὀξέων τε καὶ λεπτῶν
                        κεντούμενοι τὰς σάρκας αἰσθάνονται <pb n="638"/> πολλάκις. ἐγὼ μὲν οὖν καὶ
                        αὐτὸς ἄπειρός εἰμι τοῦ τῶν τεταρταίων <lb/>ῥίγους, ἔμπειρος δὲ θατέρου,
                        τετράκις μὲν ἐν <lb/>νεότητι πυρέξας τριταῖον πυρετὸν, καῦσον δὲ ἅπαξ. ὥστε
                        <lb/>ἔχω μαρτυρεῖν τῇ λελεγμένῃ τοῦ ῥίγους ποιότητι κατὰ τοιαῦτα
                        <lb/>παθήματα. τὸ δὲ τῶν τεταρταίων οἱ πειραθέντες ἄχρι <lb/>καὶ τῶν ὀστῶν
                        φασι διήκειν, ὅταν ᾖ σφοδρὸν, ὅμοιον ὑπάρχον <lb/>τοῖς ἐκ τοῦ περιέχοντος
                        ἰσχυρῶς ψυχροῦ γιγνομένοις ῥίγεσιν. <lb/>ἀλλὰ καὶ τοῦτ’ ἔχομεν προσθεῖναι
                        τριταίοις τε καὶ <lb/>καύσοις πυρετοῖς, οὐχ ὑπάρχον τοῖς τεταρταίοις. καὶ
                        γὰρ <lb/>διψῶσιν οἱ πλεῖστοι καὶ θερμασίας αἰσθάνονται κατὰ τὸ <lb/>βάθος ἐν
                        αὐτῷ τοῦ ῥίγους τῷ χρόνῳ, ὧν οὐδέτερον ὑπάρχει <lb/>τοῖς ἐν τεταρταίῳ πυρετῷ
                        ῥιγοῦσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p><milestone unit="ed2page" n="218"/>Ἐπεὶ δὲ καὶ περὶ ῥίγους αὐτάρκως
                        <lb/>εἴρηται, λείποιτ’ ἂν ἔτι καὶ περὶ σπασμοῦ διελθεῖν. ἔσται <lb/>δὲ οὔτε
                        μακρὸς οὔτε ἀσαφὴς ὁ λόγος, εἴ τις ὧν ἄχρι δεῦρο <lb/>διῆλθον εἴη
                        μεμνημένος. ἄρξομαι δὲ καὶ νῦν ἀπὸ τῆς ἀναμνήσεως <lb/>ὧν ἐν τοῖς περὶ μυῶν
                        κινήσεως ἔδειξα. πασῶν ﻿<pb n="639"/> γὰρ τῶν καθ’ ὁρμὴν κινήσεων
                        ἐπιτελουμένων διὰ τῶν μυῶν, <lb/>ὅταν ἐπὶ τὰς ἑαυτῶν κεφαλὰς ἀνελκόμενοι
                        συνεπισπάσωνται <lb/>τῶν μορίων ἕκαστον εἰς ὃ καταπεφύκασιν, ἐπειδὰν γένηταί
                        <lb/>τι πάθος εἰς τάσιν αὐτοὺς ἄγον, ἀκολουθεῖ τούτῳ <lb/>κίνησις, ὁμοία μὲν
                        τῇ κατὰ φύσιν, ἀβούλητος δὲ, καὶ καλεῖται <lb/>τὸ πάθος σπασμός. τὸ μὲν γὰρ
                        τείνεσθαί τε καὶ σπᾶσθαι <lb/>πρὸς τὴν ἰδίαν ἀρχὴν τὸν μῦν, ὥσπέρ γε καὶ τὸ
                        <lb/>συνεπισπᾶσθαι πρὸς αὐτὸν ἐκεῖνο τοῦ σώματος τὸ μόριον <lb/>εἰς ὃ τὴν
                        ἔμφυσιν ἔχει, κοινὸν τοῖς θ’ ὑγιαίνουσίν ἐστι <lb/>καὶ τοῖς σπωμένοις· τὸ δὲ
                        ἀκούσιον ὑπάρχειν, τοῖς παρὰ <lb/>φύσιν ἔχουσιν, οὐχ ὑπάρ<milestone unit="ed1page" n="373"/>χον τοῖς ὑγιαίνουσιν. ἐὰν <lb/>οὖν εὕρωμεν ὑπὸ
                        πόσων αἰτίων τείνεται τὰ νευρώδη σώματα, <lb/>πέρας ἂν ἤδη καὶ οὗτος ὁ λόγος
                        ἡμῖν λάβοι. καὶ <lb/>μὴν οὐδέν ἐστι τῶν ἔξω τοῦ σώματος εὑρεῖν χορδῶν
                        νευρωδέστερον, <lb/>ἃς ὁρῶμεν ὁσημέραι κατά τε τὰς λύρας καὶ <lb/>κιθάρας
                        ὑπὸ τῶν τεχνιτῶν ἐντεινομένας μὲν, ἐπειδὰν χρῆσθαι <lb/>μέλλωσι τοῖς
                        ὀργάνοις, ἀνιεμένας δὲ, ὅταν παυσάμενοι <lb/>κατατίθενται. ῥήγνυνται δὲ ἐν
                        ταῖς τοῦ περιέχοντος <pb n="640"/> ἀμετροτέραις κράσεσι, κατὰ μὲν τὰς ὑγρὰς
                        καὶ νοτίους <lb/>διαβρεχόμεναι, κατὰ δὲ τὰς ξηράς τε καὶ βορείους ἰσχυρῶς
                        <lb/>ξηραινόμεναι. διὰ τοῦτο οὖν ἀνιᾶσιν αὐτὰς κατατιθέμενοι, <lb/>καὶ
                        μάλισθ’ ὅταν ᾖ τι περιέχον, ὁποῖον εἴρηται· <lb/>ῥήγνυνται γὰρ ἑκατέρως
                        τεινόμεναι. νόει δή μοι <lb/>καὶ τὰ νεῦρα καὶ τοὺς τένοντας ἐν τοῖς τῶν ζώων
                        σώμασιν <lb/>ἤτοι διατεινομένους ὑπὸ περιττῆς ὑγρότητος, ἢ ξηραινομένους
                        <lb/>ὑπὸ τῶν ξηραινόντων αἰτίων, εἰς τοσαύτην <lb/>ἄγεσθαι τάσιν, ἐν ᾗ τοῖς
                        ὑγιαίνουσιν ἡ καθ’ ὁρμὴν ἐγίνετο <lb/>κίνησις· ἐννόει δὲ καὶ ὡς ἐνδέχεταί τι
                        τῶν ἐν τῷ <lb/>σώματι μορίων ἢ διὰ φλεγμονὴν ἢ δι’ ἄλλην τινὰ αἰτίαν
                        <lb/>ἰσχυρῶς παθὸν, ἑαυτῷ συνεπισπᾶσθαι τὰ συνεχῆ νεῦρα. <lb/>νοήσας γὰρ
                        ταύτας πάσας τὰς διαθέσεις, εὑρήσεις ἐφ’ αἷς <lb/>γίνεται σπασμός. αἱ γὰρ
                        φλεγμοναὶ τῶν νευρωδῶν μορίων, <lb/>καὶ μάλισθ’ ὅταν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν
                        νεύρων ἢ καὶ πλησίον <lb/>αὐτῆς γεννῶνται, τείνουσιν ἐπισπώμεναι τὰ συνεχῆ
                        <lb/>νεῦρα, καθάπερ ἐκτὸς οἱ τεχνῖται τὰς χορδάς· εἰ δὲ ὑπὸ <lb/>πλήθους
                        χυμῶν διαφραχθέντα τὰ νευρώδη σώματα τείνοιτο, <pb n="641"/> παραπλήσιον ἐν
                        τῷδε τὸ πάθημα γίνεται ταῖς διὰ τὴν <lb/>ὑγρότητα τοῦ περιέχοντος
                        ἐντεινομέναις σφοδρότερον χορδαῖς. <lb/>ἔμπαλιν δὲ ἐπὶ τοῖς κακοήθεσι
                        καύσοις καὶ ταῖς <lb/>ἰσχυραῖς φρενίτισι φαίνεται γινόμενον· ὡς γὰρ οἱ
                        πλησιάζοντες <lb/>ἱμάντες πυρὶ ξηραινόμενοι συσπῶνται καὶ τείνονται,
                        <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον οἱ σπασμοὶ γίνονται δι’ ὑπερβάλλουσαν <lb/>ξηρότητα
                        νοσημάτων, ἰσχυρῶς ξηραίνουσαν τὸ νευρῶδες <lb/>γένος. ἐπὶ μὲν οὖν τοῖς
                        καύσοις διὰ μόνην τὴν <lb/>ξηρότητα τοῦτο συμβαίνει· ταῖς δὲ φρενίτισι καὶ
                        διὰ τὴν <lb/>φλεγμονὴν τῆς ἀρχῆς τῶν νεύρων ἕπεται τὸ σύμπτωμα.
                        <lb/>γινώσκεις δὲ ἤδη, ὡς πᾶσιν ὡμολόγηται τοῦ πάθους τούτου <lb/>τὸ μὲν
                        ἐμπροσθότονος εἶναί τε καὶ καλεῖσθαι, τὸ δὲ <lb/>ὀπισθότονος, τὸ δὲ τέτανος·
                        ὅταν μὲν εἰς τὸ πρόσω τείνηται <lb/>τὰ μόρια τοῦ <milestone unit="ed2page" n="219"/>σώματος, ἐμπροσθότονος· ὅταν δὲ <lb/>εἰς τοὐπίσω, ὀπισθότονος·
                        τέτανος δὲ ἰσοσθενὴς ἐφ’ ἑκάτερα. <lb/>τοὺς μὲν ἐπὶ ξηρότητι σπασμοὺς οὐκ ἂν
                        ἰάσαιο, φθάνουσι <lb/>γὰρ οἱ οὕτω παθόντες ἀπόλλυσθαι, μηδὲ ἐπινοῆσαι πρὸς
                        <lb/>αὐτοὺς ἴαμα συγχωροῦντες· ὅσοι δὲ διὰ πλῆθος ἢ φλεγμονὴν <pb n="642"/>
                        γίνονται σπασμοὶ, τούτους ἰάσῃ, τὸ μὲν πλῆθος κενῶν, <lb/>τὴν φλεγμονὴν δὲ
                        τοῖς ἰδίοις αὐτῆς βοηθήμασιν ἐκθεραπεύων, <lb/>ἃ μεμάθηκας ἐν τοῖς τῆς
                        θεραπευτικῆς μεθόδου <lb/>γράμμασιν. </p></div></div></body></text></TEI>