<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg051.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Παλμὸς δέ γε καὶ τοῖς ἀκινήτοις συμβέβηκε. <lb/>καὶ γὰρ ὀφρὺς καὶ βλέφαρον
                        καὶ ὀφθαλμὸς ἐπαίρονται <lb/>πολλάκις ἄνευ βουλήσεως ἁπάσης. ἔνθα καὶ τοῦτό
                        γε σαφῶς <lb/>οἶμαι θεάσασθαι μεγάλην ἔχον μοῖραν εἰς ἐπίγνωσίν τε τοῦ
                        <lb/>πάθους τῆς φύσεως ἀκριβῆ τε διάκρισιν ἀπὸ τῶν τρεμόντων. <lb/>αἱ μὲν
                        γὰρ ἐν τοῖς παλλομένοις μέρεσιν ἐπάρσεις τε καὶ θέσεις <lb/>φαινόμεναι
                        διατάσεις εἰσί τινες τῶν σωμάτων, οἷα πληρουμένων <lb/>αὖθίς τε πάλιν
                        κενουμένων συνιζήσεις· αἱ δὲ ἐπὶ <lb/>τῶν τρεμόντων ὅλου τοῦ κώλου κινήσεις
                        εἰσὶ, ποτὲ μὲν εἰς <lb/>τὸ κάτω ῥέποντος, αὖθις δ’ ἄνω φερομένου,
                        διαστέλλεται ﻿<pb n="594"/> δὲ οὐδὲν, οὐδὲ συστέλλεται. διὰ τοῦτο τρέμει μὲν
                        ὅλον τὸ <lb/>μέρος, ὁπόταν τι δρᾷν ἐπιχειρῶμεν, οὐδενὸς ἀκινήτου τῶν ἐν
                        <lb/>αὐτῷ μένοντος· ἀλλ’ ὁμοίως μὲν οἱ μύες, ὁμοίως δὲ τούτοις <lb/>ἀρτηρίαι
                        καὶ νεῦρα καὶ φλέβες καὶ αὐτὰ τὰ ὀστᾶ καὶ τὸ <lb/>δέρμα ποτὲ μὲν ἄνω
                        φέρεται, ποτὲ δὲ κάτω. πάλλεται δὲ οὐ <lb/>πάντα. νεῦρον γοῦν, ἢ ὀστοῦν, ἢ
                        χόνδρον, ἤ τι τοιοῦτον <lb/>ἕτερον οὐκ ἂν ἴδοις ποτὲ παλλόμενον. οὐ γὰρ ἔχει
                        κοιλίαν, <lb/>ἧς ἐν μέρει διαστελλομένης τε καὶ συστελλομένης, ἐπαίρεσθαι
                        <lb/>μὲν, ὅταν διαστέλληται, συμπίπτειν δὲ, ὅταν συστέλληται, <lb/>τοῖς
                        μέρεσιν ὑπάρξει. ἀλλ’ εἴτε μυῶν ἐστι πάθος μόνον ὁ <lb/>παλμὸς, ὡς Ἡρόφιλος
                        ἐνόμιζεν, ἤ καὶ τοῦ δέρματος, ἢ ἀρ<milestone unit="ed1page" n="366"/>τηριῶν,
                        <lb/>ὡς ὑπελάμβανε Πραξαγόρας, αὖθις τοῦτο σκεψόμεθα. <lb/>τῇ γὰρ παρὰ τῇ
                        τοῦ πεπονθότος τόπου ζητήσει <lb/>οἰκειοτέρα ἡ σκέψις. τὸ δέ γε νῦν εἶναι
                        τοσοῦτον λαβόντες <lb/>εἰς τὸ πρόσθεν ἴωμεν, ὅτι διάστασις μέν τίς ἐστι καὶ
                        συνίζησις <lb/>παρὰ φύσιν ὁ παλμὸς, ἀκούσιος δὲ κίνησις ἄνω τε καὶ <lb/>κάτω
                        τῶν μερῶν ἐναλλὰξ φερομένων ὁ τρόμος. ἔστι δὲ οὐ <pb n="595"/> ταὐτὸν οὔτε
                        τῷ ἄνω φέρεσθαι τὸ διαστέλλεσθαι οὔτε τῷ <lb/>κάτω τὸ συστέλλεσθαι. τὰ μὲν
                        γὰρ ἄνω καὶ κάτω φερόμενα, <lb/>τὸν πρότερον ἀπολείποντα τόπον, εἰς ἕτερον
                        μεθίσταται· <lb/>τὰ διαστελλόμενα δὲ καὶ συστελλόμενα, τὴν ἀρχαίαν
                        <lb/>ἕδραν φυλάττοντα, τὸ μὲν ἐπιλαμβάνει τοῦ πέριξ χωρίου, τὸ <lb/>δὲ
                        ἀπολείπει. ὥστε τὸ κινεῖσθαι μὲν ἀμφοτέροις κοινὸν, <lb/>ὅσα τε διαστέλλεται
                        καὶ συστέλλεται, καὶ μέν τοι καὶ ὅσα <lb/>κάτω τε καὶ ἄνω φέρεται· ἴδιον δὲ
                        τοῖς μὲν ἐλάττονα τόπον <lb/>ἤ πλέονα κατειληφέναι, τὸν ἐξ ἀρχῆς οὐκ
                        ἀπολείπουσι· <lb/>τοῖς δὲ ἀεὶ τοὺς τόπους ἀμείβειν, μή ποτε ἐν ταὐτῷ
                        μένουσι. <lb/>δεήσει δὲ, οἶμαι, κᾀνταῦθά μοι διορισμοῦ πρὸς τὸ πάντῃ
                        <lb/>τὸν λόγον ἀληθεύειν. πολλάκις γὰρ ἤδη, πλεόνων ἅμα μυῶν <lb/>ἤ τινος
                        ἑνὸς μεγάλου σφοδρῶς παλλομένου, συνεπαίρεται μὲν <lb/>διαστελλομένοις
                        αὐτοῖς τὸ κῶλον, αὖθις δὲ καταπίπτει συστελλομένοις. <lb/>ἐνθάδε τὴν
                        ἀκούσιον ἔπαρσίν τε καὶ θέσιν τοῦ <lb/>κώλου τρόμον οὐ χρὴ καλεῖν. ὄψει τε
                        γὰρ σαφῶς τοὺς παλλομένους <lb/>μύας, οἷς κινεῖται τὸ κῶλον, αὐτή τε
                            <milestone unit="ed2page" n="204"/>ἡ κίνησις <pb n="596"/> οὐχ οἵα τοῖς
                        τρέμουσιν. ἐπὶ μὲν γὰρ τῶν διὰ τοὺς παλλομένους <lb/>μῦς ἐν κινήσει τὸ κῶλον
                        ὅλον ἰσχόντων ἰδίοις καὶ αἰσθητοῖς <lb/>πέρασιν ἑκατέρα τῶν κινήσεων
                        περιγράφεται· τῶν <lb/>δὲ τρεμόντων τὸ πάθος οὐ τοιοῦτον, ἀλλὰ τῆς ἑτέρας
                        κινήσεως <lb/>ἔτ’ ἀρχομένης, ὡς ἄν τις φαίη, τὴν ἐναντίαν αὐτῇ
                        <lb/>συνάπτουσαν εὑρήσεις, ὥστε ἀεὶ μὲν τὴν ἄνω φορὰν ἐκδέχεσθαι <lb/>τὴν
                        κάτω, ταύτην δ’ ὑπ’ ἐκείνης πάλιν κωλύεσθαι συνεχῶς, <lb/>ἀτελευτήτου μὲν
                        ἀεὶ τῆς ἄνω φορᾶς, ἀτελευτήτου δὲ <lb/>τῆς κάτω ῥοπῆς ὑπαρχούσης. τάδε μέν
                        σοι τῶν παθῶν τὰ <lb/>γνωρίσματα καὶ τοῖσδε τοῖς συμπτώμασιν ἀλλήλων
                        διαφέρει. <lb/>τόπον δὲ πάσχοντα καὶ τὸ ποιοῦν αἴτιον ἐφεξῆς ἂν εἴη
                        σκοπεῖσθαι. <lb/>πνεῦμα παχὺ καὶ ἀτμῶδες οὐκ ἔχον διέξοδον αἴτιον <lb/>εἶναί
                        φημι παλμῶν. ἀθροίζεσθαι δὲ τοῦτό φημι χρῆναι <lb/>κατά τινα κοιλότητα μὴ
                        κομιδῆ μικρὰν, εἰ μέλλει τὴν διάστασιν <lb/>αἰσθητὴν ἕξειν τὸ μέρος. εἴρηται
                        μὲν δὴ τὸ πᾶν ἐν <lb/>κεφαλαίῳ. δεῖ δέ σε τῶν ἀποδείξεων ἔτι πνευματικὴν μὲν
                        <lb/>εἶναι τὴν οὐσίαν τῷ αἰτίῳ τιθέναι, διὰ τὸ τάχος τῆς κινήσεως <lb/>καὶ
                        τῆς γενέσεως καὶ τῆς λύσεως. τί γὰρ οὕτω ῥᾳδίως <pb n="597"/> ἀθροίζεσθαί τε
                        καὶ κενοῦσθαι δυνατὸν ἄλλο πλὴν πνεύματος; <lb/>ἔστι μὲν γὰρ τὰ συντιθέντα
                        τὸν ἄνθρωπον, ὡς Ἱπποκράτης <lb/>ἐδίδασκεν ἡμᾶς, στερεὰ, ὑγρὰ, καὶ πνεύματα.
                        μέμνηται δέ <lb/>πως αὐτῶν ὧδε, τὰ ἴσχοντα λέγων, καὶ τὰ ἐνισχόμενα, καὶ
                        <lb/>τὰ ἐνορμῶντα· ἴσχοντα μὲν τὰ στερεὰ καλῶν, περιέχει γὰρ <lb/>καὶ
                        ἀποστέγει τὰ ὑγρά· ἐνισχόμενα δὲ, τὰ ὑγρὰ, περιέχεται <lb/>γὰρ ὑπὸ τῶν
                        στερεῶν· ἐνορμῶντα δὲ τὰ πνεύματα, πάντῃ <lb/>γὰρ ἐξικνεῖται τοῦ σώματος ἐν
                        ἀκαρεῖ χρόνῳ ῥᾳδίως τε καὶ <lb/>ἀκωλύτως. ταχεῖαν οὖν κένωσιν, ἢ πλήρωσιν, ἢ
                        διάστασιν, <lb/>ἢ συνίζησιν, ἢ θέσιν, ἤ ἔπαρσιν, ἤ τινα ἄλλην κίνησιν οὐδὲν
                        <lb/>ἂν τῶν ἁπάντων ἐργάσαιτο πλὴν πνεύματος. ὥστε καὶ <lb/>παλμῶν αἰτία
                        οὐσία μὲν τὸ πνεῦμα, ποιότης δὲ τῆς οὐσίας <lb/>ὑγρότης ἐστὶ καὶ παχύτης, ὡς
                        ὀλίγῳ πρόσθεν ἐλέγομεν, <lb/>ἡνίκα παχὺ καὶ ἀτμῶδες ὠνομάσαμεν αὐτό. εἰ γὰρ
                        αἰθερῶδες <lb/>εἴη καὶ λεπτὸν καὶ καθαρὸν, ἀκωλύτως διεξερχόμενον <lb/>οὔτε
                        πληρώσει ποτὲ οὔτε κενώσει τὰ μέρη. τὸ δὲ παχύτερον <lb/>ἢ κατὰ τοὺς πόρους
                        τῶν σωμάτων, ἐν οἷς ἀθροίζεται, <pb n="598"/> στεγόμενον ἐντὸς, εἰ μὲν ἔχοι
                        κοιλότητα τὸ σῶμα, ταύτην <lb/>πληρῶσαν ἤγειρέ τε καὶ διέστειλε τὸ περιέχον·
                        εἰ δ’ οὐκ <lb/>ἔχοι, μεταξὺ δυοῖν ἀθροιζόμενον σωμάτων ἀπὸ θατέρου
                        <lb/>θάτερον ἀφίστησιν, ἐπίκτητον ἑαυτῷ κοιλίαν ἐργαζόμενον. <lb/>οὗτος μὲν
                        ὁ τρόπος ὁ δεύτερος εἰρημένος καὶ περὶ τὸ δέρμα <lb/>παλμοὺς ἐργάζεται
                        πολλάκις, οὐκ αὐτοῦ τοῦ δέρματος ἐν <lb/>ἑαυτῷ κοιλότητά τινα κεκτημένου,
                        ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ <lb/>δέρματος καὶ τῶν ὑποκειμένων σωμάτων ἀθροίζεται
                        τηνικαῦτα <lb/>τὸ πνεῦμα. ὁ δὲ τρόπος ὁ πρότερον εἰρημένος ἐν μυσὶ
                        <lb/>μάλιστα γίνεται. κοιλότητες γὰρ ἐν τούτοις εἰσὶ πολλαί τε <lb/>καὶ
                        σμικραί. Πραξαγόρας δὲ καὶ ταῖς ἀρτηρίαις ἀνατίθησι <lb/>σφυγμὸν, ὥσπερ
                        ἀμέλει καὶ παλμὸν καὶ τρόμον καὶ σπασμὸν <lb/>ἀρτηριῶν πάθη· καὶ σφυγμὸν μὲν
                        ἐν τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν· <lb/>παλμὸν δὲ καὶ τρόμον καὶ σπασμὸν ἀλλήλων μὲν
                        διαφέρειν <lb/>μεγέθει, κινήσεις δὲ εἶναι παρὰ φύσιν. ὅτι δὲ οὐκ ὀρθῶς
                        <lb/>ἐγίνωσκε μόναις ἀρτηρίαις ἀναφέρων τὸν παλμὸν, οὐ χαλεπὸν
                        <lb/>ἐξελέγξαι. <milestone unit="ed2page" n="205"/>σαφῶς γὰρ ἔστιν ἰδεῖν
                        πολλάκις καὶ τὸ <lb/>δέρμα παλλόμενον καὶ τοὺς μῦς, οὐδεμιᾶς κατὰ τὸν τόπον
                            ﻿<pb n="599"/> ἀρτηρίας οὔσης, ἢ εἰ καὶ τυγχάνει τις οὖσα, κομιδῆ μικρᾶς
                        <lb/>ὑπαρχούσης, ὡς ἄν τινα φανερῶς γνῶναι δύνασθαι, τὴν τοσαύτην
                        <lb/>διάστασιν οὐκ εἶναι κατὰ τὸ τῆς ἀρτηρίας μέγεθος. <lb/>εἰ δὲ ὀρθῶς
                        ἔνιοι τοῖς μυώδεσι σώμασι μόνοις ἀνατιθέασι τὸν <lb/>παλμὸν, τοῦτό μοι δοκεῖ
                        μᾶλλον ἄξιον ἐπισκέψεως εἶναι. ἐγὼ <lb/>μὲν γὰρ καὶ πάνυ νομίζω σαφῶς τὴν
                        ἀρτηρίαν οὐ μόνον παλμῶδες <lb/>ἀλλὰ καὶ σπασμῶδές τι πολλάκις ἐμφαίνουσαν
                        εὑρίσκειν, <lb/>ὥσπερ καὶ ἄλλοι τῶν περὶ τοὺς σφυγμοὺς δεινῶν ὁμολογοῦσιν.
                        <lb/>ἀλλὰ περὶ μὲν τούτου μακρότερός τε ὁ λόγος ἐστὶ κᾀν <lb/>τοῖς περὶ
                        σφυγμῶν εἴρηται. κατὰ δὲ τὸ δέρμα μόνον ἐναργῶς <lb/>φαίνονται παλμοὶ
                        γινόμενοι πολλοῖς τῶν ἀνθρώπων οὐκ ὀλιγάκις, <lb/>ὅταν ἀτμῶδες πνεῦμα κατά
                        τι μόριον αὐτοῦ γεννηθὲν <lb/>ἴσχηταί τε καὶ βραδύνῃ κατὰ τὴν διέξοδον. οὕτω
                        δὲ κᾂν ἐν <lb/>μυσὶν ἢ ἄλλῳ τινὶ σώματι φυσῶδες πνεῦμα πλεονάσῃ, κατ’
                        <lb/>ἐκεῖνο παλμὸν ἐργάζεται. ὅτι δὲ πνεῦμα παχὺ καὶ ὁμιχλῶδες <lb/>ἢ
                        ἀχλυῶδες ἢ φυσῶδες, ἢ ὅπως ἂν ὀνομάζειν ἐθέλῃς, αἴτιον <lb/>γίνεται παλμοῦ,
                        καὶ διὰ τοῦτο τῶν ἡλικιῶν αἱ ψυχρότεραι <lb/>παλμῷ εὐάλωτοι, καὶ φύσις
                        σώματος ἡ ψυχροτέρα, καὶ χωρία <pb n="600"/> ψυχρὰ, καὶ ὥρα τοῦ ἔτους ἡ
                        χειμερινὴ, καὶ βίος ἀργὸς ἐν <lb/>πλησμοναῖς τε καὶ μέθαις, ἐδέσματά τε
                        ψυχρὰ καὶ φυσώδη, <lb/>καὶ πάνθ’ ἁπλῶς, ὅσα τὸ σῶμα καταψύχει· τὰ δ’ ἐναντία
                        <lb/>τῶνδε καθαιρετικά ἐστιν αὐτίκα τῶν παλμῶν. τὰ μὲν γὰρ <lb/>θερμαίνοντα
                        λεπτύνει τε τὸ πνεῦμα καὶ τὰ σώματα τίθησιν <lb/>ἀραιὰ καὶ μαλακά· τὰ δὲ
                        ψύχοντα πυκνοῖ μὲν καὶ <lb/>συνάγει καὶ μύειν ἀναγκάζει τῶν σωμάτων τοὺς
                        πόρους, παχύνει <lb/>δὲ καὶ πήγνυσι καὶ θολερὸν ἀποδείκνυσι τὸ πνεῦμα.
                        <lb/>ῥᾳδίως οὖν ἴσχεται, διαπνεῖσθαι μὴ δυνάμενον, τῷ θ’ ἑαυτοῦ <lb/>πάχει
                        καὶ τῇ τῶν περιεχόντων αὐτὸ σωμάτων πυκνότητι. <lb/>τὰ δὲ θερμαίνοντα πάλιν
                        ἐξ ὑπεναντίου τοῖς ψύχουσι χέοντα <lb/>καὶ χαλῶντα καὶ διανοίγοντα τῶν
                        σωμάτων τοὺς πόρους, <lb/>αὐτό τε τὸ πνεῦμα λεπτύνοντα καὶ πρὸς τὴν κίνησιν
                        ἐπεγείροντα <lb/>ῥᾳδίως, οὕτω καὶ εὐπετεῖς αὐτῷ τὰς διεξόδους ἐργάζεται.
                        <lb/>διὰ τοῦτο καὶ τὰ ἰάματα τῶν παλμῶν οἱ παλαιοὶ τῶν <lb/>ἰατρῶν ἐξεῦρον,
                        ὅσα λεπτύνειν τε καὶ θερμαίνειν δύναται, οἷά <lb/>ἐστι τά τε δι’ εὐφορβίου,
                        καὶ πυρέθρου, καὶ λι<milestone unit="ed1page" n="367"/>μνησίας, <lb/>καὶ
                        θείου, καὶ πεπέρεως, ὅσα τε ἄλλα τοιαῦτα συγκείμενα <pb n="601"/> φάρμακα,
                        καὶ τῶν ὑδάτων δὲ τὰ γῆθεν ἀνιόντα θερμὰ, καὶ <lb/>τούτων μάλιστα τὰ νιτρώδη
                        τε καὶ θειώδη, καὶ ἀσφαλτώδη <lb/>τε ταῦτα ἐπαινοῦσι. χρῶνται δὲ καὶ
                        θαλάττῃ, θερμαίνοντες <lb/>αὐτὴν, καὶ ἅλμῃ, εἰ θάλαττα μὴ παρείη. καὶ πίνειν
                        διδόασι <lb/>τὰ θερμαίνοντα φάρμακα, καὶ μάλιστ’ αὐτῶν τὰ διὰ καστορίου
                        <lb/>συγκείμενα· τοῦτο μέν γε καὶ ἔξωθεν ἐπιτιθέμενον, <lb/>οὐ μόνον
                        πινόμενον, ἀγαθὸν φάρμακον, ὡς ἂν ἐκθερμαίνειν <lb/>τε ἅμα καὶ λεπτύνειν καὶ
                        ξηραίνειν ἀκριβῶς δυνάμενον. παλμοῦ <lb/>μὲν δὴ παντὸς ἡ γένεσις ἐν τῷ
                        ψυχρῷ, τρόμου δ’ οὐδὲ <lb/>μία πρόφασις, οὐδὲ τὸ ψυχρὸν αἴτιον· ἀλλ’ ἡ μὲν
                        διάθεσις <lb/>ἀῤῥωστία τῆς κινούσης τὸ σῶμα δυνάμεως, τῆς δ’ εἰς τοῦτο
                        <lb/>ἄγειν αἰτίας δυναμένης οὐχ ἓν εἶδος, ἀλλ’ ἤτοι τροφῆς ἀπορίᾳ,
                        <lb/>καθάπερ ἐν χολέραις καὶ ῥεύμασι κοιλίας ἰσχυροῖς καὶ <lb/>σφοδραῖς
                        αἱμοῤῥαγίαις καὶ τοῖς ἀποκαρτεροῦσιν, ἢ λυθέντος <lb/>τοῦ ζωτικοῦ τόνου,
                        καθάπερ ἐν στομαχικαῖς καὶ καρδιακαῖς <lb/>ἐκλύσεσιν, ἢ βιαίας καὶ σφοδρᾶς
                        ψύξεως καταλαμβανούσης <lb/>ἢ πλήθους αὐτὴν οἷον φορτίου βαρύνοντος,
                        ἄῤῥωστος <lb/>εἰς τὰς <milestone unit="ed2page" n="206"/>κινήσεις γίνεται.
                        ὅθεν οὐδὲ τῶν ἰαμάτων <pb n="602"/> ἓν εἶδος τοῖς τρέμουσιν, ὥσπερ γε τοῖς
                        παλλομένοις, ἀλλ’ εἰ <lb/>μὲν ὑπὸ καταψύξεως τρέμοιεν, τὸ θερμὸν ἴαμα αὐτοῖς
                        ἐστιν. <lb/>ὡς ὅσοι γε χειμῶνος ὁδοιποροῦντες, εἶτα ἐν κρύει καρτερῷ
                        <lb/>καταληφθέντες ἡμιθνῆτές τε καὶ τρομώδεις οἴκαδε παρεγένοντο, <lb/>ῥᾷστα
                        τοῦ πάθους ἀπηλλάγησαν ἐκθερμανθέντες. ὁμοίως <lb/>τούτοις ἰώμεθα καὶ τοὺς
                        ἐπὶ πυρετῶν καταβολαῖς ψυχούσαις <lb/>ῥιγοῦντάς τε καὶ τρέμοντας. εἰ δὲ
                        διαφορούμενοι γίνοιντο <lb/>τρομώδεις, ὡς ἐν ἐκλύσεσι καρδιακαῖς τε καὶ
                        στομαχικαῖς, τὸ <lb/>θερμαίνειν τούτους κακῶν ἔσχατον, αὐτὸ γὰρ τοὐναντίον
                        ἐν <lb/>τοῖσδε πυκνῶσαι χρὴ τὴν ἐπιφάνειαν, ὅσα ψύχει καὶ στύφει <lb/>καὶ
                        συνάγει τοὺς πόρους προσφέροντας, οὐχ ὅσα θερμαίνει <lb/>καὶ χαλᾷ καὶ
                        ἀναπεπταμένους ἐργάζεται. εἰ δ’ ἀπορίᾳ τροφῆς <lb/>ὡς ἐν τοῖς ἀποκαρτεροῦσιν
                        ἢ ὑπερκενωθεῖσιν οἱ τρόμοι γίνοιντο, <lb/>τούτῳ μὲν οὐδὲ λόγου δεῖ, παντὶ
                        γὰρ δῆλον τοῦτο, <lb/>ὡς τροφῆς οὗτοί γε χρῄζουσιν. ὅσοι δὲ διὰ πλῆθος ὑγρῶν
                        <lb/>βεβαρημένης τῆς δυνάμεως τρέμουσιν, αἱ κενώσεις ἰάματα <lb/>τούτοις.
                        καθάπερ που καὶ Ἱπποκράτης διδάσκει λέγων· Ἐστυμάργεω <lb/>οἰκέτις, ᾗ οὐδὲ
                        αἷμα ἐγένετο, ὡς ἔτεκε θυγατέρα, <pb n="603"/> ἀπέστραπτο δὲ στόμα τῆς
                        μήτρας, καὶ ἐς ἰσχίον καὶ ἐς σκέλος <lb/>ὀδύνη, παρὰ σφυρὸν φλεβοτομηθεῖσα,
                        ἐῤῥῄισε, καί τοι <lb/>τρόμοι τὸ σῶμα πᾶν κατεῖχον. ἀλλ’ ἐπὶ τὴν πρόφασιν δεῖ
                        <lb/>ἐλθεῖν καὶ τῆς προφάσεως τὴν ἀφορμήν. γυναίου μέμνηται <lb/>μετὰ τόκον
                        οὐ καθαρθέντος τὴν λεγομένην τὰ δεύτερα λοχείαν <lb/>κάθαρσιν, εἶτα
                        τρομώδους γενομένου. τοῦτό, φησιν, ἰασάμην <lb/>φλεβοτομήσας ἀπὸ σφυροῦ, καί
                        τοι τρόμοι τὸ σῶμα πᾶν <lb/>εἶχον. τί δὴ ἕτερον αἰνίττεται ἐνταῦθα, ἢ ὅτι
                        ἕτερος οὐκ ἂν <lb/>ἐφλεβοτόμησε; ψυχρὸν γὰρ εἶναι πεπίστευται τὸ πάθος ὁ
                        τρόμος, <lb/>τὸ δ’ αἷμα θερμόν. οὔκουν ἐτόλμησεν ἄν τις αἵματος <lb/>κενοῦν
                        ἐν πάθει θερμαίνεσθαι δεομένῳ. ἀλλ’ ἐγώ, φησιν, <lb/>ἐτόλμησα, καὶ διδάσκει
                        καὶ διὰ τί. ἀλλ’ ἐπὶ τὴν πρόφασιν <lb/>δεῖ ἐλθεῖν καὶ τῆς προφάσεως τὴν
                        ἀφορμήν. τὸ ἐνοχλοῦν, <lb/>φησιν, ἠπιστάμην καὶ τοῦ ἐνοχλοῦντος τὴν αἰτίαν.
                        τὸ μὲν <lb/>οὖν ἐνοχλοῦν ἦν αἵματος πλῆθος, αἰτία δὲ αὐτοῦ τῆς μήτρας <lb/>ἡ
                        πρὸς τὸ ἰσχίον ἔγκλισις, δι’ ἣν οὐκ ἐκαθάρθη τὸ γύναιον. <lb/>ὅπερ οὖν ἐχρῆν
                        αἷμα κενωθῆναι, μὴ κενούμενον, ἀλλ’ <lb/>ἐν τῷ σώματι πλανώμενον, ἄχθος ἦν
                        τῇ φύσει, ὅθεν ἐπιγνοὺς ﻿<pb n="604"/> τοῦ τρόμου τὴν μὲν πρόφασιν αἵματος
                        πλῆθος, ἀφορμὴν <lb/>δὲ τῆς προφάσεως τῆς μήτρας τὸ πάθος, εἶτα τοῦ μὲν
                        <lb/>πλήθους ἐνδειξαμένου τὴν κένωσιν, τοῦ πεπονθότος δὲ μέρους <lb/>τὸν
                        τόπον δι’ οὗ χρὴ κενῶσαι, συνθεὶς ἄμφω ταῦτα, τὴν <lb/>ἀπὸ τοῦ σφυροῦ
                        φλεβοτομίαν μὲν ἐποιήσατο, φλεβοτομίαν <lb/>μὲν ὅτι κενοῦν αἷμα ἐβούλετο,
                        ἀπὸ σφυροῦ δὲ, μήτρα γὰρ <lb/>ἐπεπόνθει. ὅτι μὲν οὖν αἵματος πλεονάζοντος
                        φλεβοτομεῖν <lb/>χρὴ, δῆλον οἶμαι παντὶ, τὸ γὰρ αἷμα ἐν φλεψὶ περιέχεται·
                        <lb/>ὅτι δὲ μήτρας πασχούσης περὶ σφυρὸν ἢ κατ’ ἰγνύην χρὴ τέμνειν, <lb/>εἰ
                        μὴ πρότερον ἐξ ἀνατομῆς διδάξαιμι τὰς κοινωνίας <lb/>τῶν φλεβῶν, οὐκ ἂν
                        ἕπεσθαι δύναιο τῷ λόγῳ. ἄλλη γὰρ <lb/>ἄλλῳ μέρει τοῦ σώματος κοινωνεῖ φλὲψ,
                        καὶ χρὴ διὰ τῶν κοινῶν <lb/>ἀεὶ τὰς κενώσεις ποιεῖσθαι, ὡς εἴ γε τὰς μηδὲν
                        κοινωνούσας <lb/>τῷ πεπονθότι μέρει φλέβας ἐντέμοις, οὔτε τὸ πεπονθὸς
                        <lb/>ἰάσῃ, καὶ βλάψεις ἀεὶ τὸ ὑγιές. ἀναγκαῖον οὖν ἀεὶ φαίνεται <lb/>τῷ
                        μέλλοντι καλῶς ἰᾶσθαι τὴν αἰτίαν ἐπίστασθαι, δι’ ἣν <lb/>γίνεται τὸ πάθος.
                        ἀλλὰ περὶ μὲν αἰτίας τρόμου ἱκανὰ ταῦτα. <pb n="605"/> πεπονθὼς δὲ
                            <milestone unit="ed2page" n="207"/>τόπος εἷς οὐδείς ἐστιν ἐξ ἀνάγκης ἐν
                        τρόμοις, <lb/>καὶ μέμφομαί γε ἐνταῦθα Πραξαγόρᾳ καὶ Ἡροφίλῳ, <lb/>τῷ μὲν
                        ἀρτηριῶν πάθος εἰπόντι τὸν τρόμον, Ἡροφίλῳ δὲ φιλοτιμουμένῳ <lb/>δεῖξαι περὶ
                        τὸ νευρῶδες αὐτὸ γένος ἀεὶ συνιστάμενον. <lb/>ὁ μὲν οὖν Πραξαγόρας πόῤῥω τοῦ
                        ἀληθοῦς ἥκει· ὁ <lb/>δὲ Ἡρόφιλος ἠπατήθη τὸ τῆς δυνάμεως πάθος ἀναφέρων
                        <lb/>τοῖς ὀργάνοις. ὅτι μὲν γὰρ τὸ νευρῶδες γένος, οὐ τὸ ἀρτηριῶδες,
                        <lb/>ὑπηρετεῖ ταῖς κατὰ προαίρεσιν κινήσεσιν, ὀρθῶς ἐγίνωσκεν· <lb/>ὅτι δὲ
                        οὐκ αὐτὸ τὸ σῶμα τῶν νεύρων αἴτιον κινήσεως, <lb/>ἀλλὰ τοῦτο μὲν ὄργανον, ἡ
                        κινοῦσα δ’ αἰτία ἡ διήκουσα <lb/>δύναμις διὰ τῶν νεύρων ἐστὶν, ἐνταῦθα
                        μέμφομαι αὐτῷ μὴ <lb/>διορίσαντι δύναμίν τε καὶ ὄργανον. εἰ γὰρ διώρισεν,
                        εὐθὺς <lb/>ἂν ἔγνω διότι βλαβήσεται τοὖργον οὐκ ὀργάνων μόνων, ἀλλὰ <lb/>καὶ
                        δυνάμεων πάθει. ἐπὶ μὲν οὖν τῶν τεθνεώτων οὐδὲν οὔτε <lb/>τὰ νεῦρα πέπονθεν
                        οὔθ’ οἱ μύες, ὅσα πάθη πάσχειν αὐτὰ <lb/>νομίζουσιν Ἡρόφιλός τε καὶ
                        Πραξαγόρας· ἀπολέλοιπε δ’ <lb/>αὐτῶν πᾶσα κίνησις εὐθὺς ἅμα τῇ ψυχῇ, μύες δὲ
                        καὶ νεῦρα <pb n="606"/> ταύτης ὄργανα. οὔκουν μυὸς οὐδὲ νεύρου τὸ κινεῖν,
                        ἀλλὰ <lb/>ψυχῆς. οὐδὲ γὰρ αὐλῶν ἔργον ἡ αὔλησις, οὐδὲ κιθάρας ἡ
                        <lb/>κιθάρισις· ἀλλ’ αὔλησις μὲν ἔργον αὐλητοῦ δι’ ὀργάνων αὐλῶν,
                        <lb/>κιθάρισις δὲ τοῦ μουσικοῦ, τὸ δ’ ὄργανον ἡ κιθάρα. <lb/>διαφθαρήσεται
                        δὲ καὶ αὔλημα καὶ κιθάρισις πολλάκις μὲν <lb/>διὰ τοὺς τῶν ἔργων
                        δημιουργοὺς, ἔσθ’ ὅτε δὲ διὰ τὴν τῶν ὀργάνων <lb/>οἷς χρῶνται βλάβην. οὕτω
                        δὲ καὶ κινήσεως ἐν τῷ <lb/>ζώῳ τῆς κατὰ προαίρεσιν ὁ μὲν οὖν δημιουργὸς καὶ
                        τεχνίτης <lb/>ἡ διοικοῦσα τὸ ζῶόν ἐστι δύναμις, τὰ δὲ ὄργανα νεῦρα καὶ
                        <lb/>μύες. καὶ τὸ μὴ κινεῖσθαι τοιγαροῦν καὶ τὸ κακῶς κινεῖσθαι <lb/>γένοιτ’
                        ἂν ἢ διὰ τῶν ὀργάνων τὸ πάθος, ἢ διὰ τὴν <lb/>χρωμένην τοῖς ὀργάνοις
                        δύναμιν. παλμοὶ μὲν οὖν καὶ σπασμοὶ <lb/>καὶ παραλύσεις ὀργάνων βλάβαι,
                        τρόμοι δὲ δυνάμεως <lb/>ἀῤῥωστούσης πάθη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Τρόμος μὲν δὴ σαφῶς διώρισται παλμοῦ· <lb/>ῥίγους δὲ τρόμον διορίσαις ἂν ὧδε.
                        χρὴ δὲ πρότερον, οἷόν <lb/>τι τὸ ῥιγοῦν ἐστιν ἐπισκέπτεσθαι. καὶ γὰρ οὖν καὶ
                        τοῦτο <lb/>δοκεῖ μὲν εἶναι τῶν πάνυ γνωρίμων, ἔστι δ’ οὐδενὸς ἧττον <pb n="607"/> δυσδιάγνωστον οὐ ταύτῃ μόνον, ὅτι τὴν αἰτίαν εὑρεῖν ἢ <lb/>τὴν
                        ἀπ’ αὐτῆς περὶ τὸ σῶμα γινομένην διάθεσιν οὐκ εὐπετὲς, <lb/>ἀλλ’ ἔτι τούτων
                        πρότερον, ὅτι ἐν αὐτῇ δοκοῦσί μοι τῇ τῆς <lb/>ἐννοίας ὑπογραφῇ σφάλλεσθαι.
                        ῥῖγος γὰρ εἰ μὲν οὕτως <lb/>ἁπλῶς κατάψυξιν εἴποις, ὥς τινες ἀπεφήναντο,
                        κατάφωρον <lb/>τὸ σφάλμα, πολλῶν μὲν ἰσχυρῶς καταψυχομένων, οὐ μὴν <lb/>καὶ
                        ῥιγούντων· ἀλλ’ οὐδ’ εἰ κατάψυξιν ἰσχυρὰν, οὐδὲ τοῦτ’ <lb/>ἀληθές· οἱ γοῦν
                            <milestone unit="ed1page" n="368"/>στομαχικῶς ἀλγοῦντες, ἢ καρδιακῶς,
                        <lb/>ἰσχυρῶς μέν εἰσι κατεψυγμένοι, ῥιγοῦσι δὲ οὔ. τὸ δὲ σὺν τρόμῳ
                        <lb/>λέγειν κατάψυξιν τὸ ῥῖγος, εἰς ὅπερ οἱ πολλοὶ τῶν ἰατρῶν
                        <lb/>ἀπηνέχθησαν, ἀφορμὴν ἔσχηκε τῆς ἀπάτης τὸν βρασμὸν καὶ τὸν <lb/>κλόνον
                        τὸν τοῖς σφοδροῖς ῥίγεσιν <milestone unit="ed2page" n="208"/>ἐζευγμένον.
                        ἐξελέγχεται <lb/>δ’ ἐναργῶς ἐκ τοῦ μήθ’ ἅπασι τοῖς ῥιγοῦσι συμβεβηκέναι,
                        μόνοις <lb/>δὲ τοῖς σφοδρῶς, μήθ’ οἷς συμβέβηκε, τρόμου τοῦ γινομένου
                        <lb/>πάθους ὄντος, ἀλλά τινος οἷον σεισμοῦ τε καὶ κλόνου. τρόμος <lb/>μὲν
                        γὰρ, ὡς ἀπεδείξαμεν, ἄνευ τοῦ προελέσθαι κινεῖν τὸ <lb/>μέρος οὐ γίνεται, ὁ
                        δὲ τοῖς σφοδροῖς ῥίγεσι συνεδρεύων κλόνος <pb n="608"/> οὕτω βίαιός τε καὶ
                        μετ’ ἀνάγκης ἐμπίπτει τοῖς σώμασιν, <lb/>ὥστε ἀμήχανον ἡσυχάζειν, κᾂν πάνυ
                        τις ἀνδρείως ἀντιτάξηται. <lb/>καὶ τρόμος μὲν ἑνὸς πάθος μέρους, ὅλου δὲ τοῦ
                        σώματος <lb/>τὸ ῥῖγος. ὅθεν ἔμοιγε καὶ Πλάτωνος ἐπέρχεται θαυμάζειν, <lb/>εἰ
                        ταὐτὸν ἡγεῖται τρόμον τε καὶ ῥῖγος. εἰ γὰρ οἱ σὺν <lb/>τρόμῳ κατάψυξιν
                        εἰπόντες τὸ ῥῖγος ἥμαρτον, ποῦ γ’ ἂν αὐτὸς <lb/>ταὐτὸν εἶναι νομίζων τὸ
                        τρέμειν τῷ ῥιγοῦν ἀληθεύοι; <lb/>πρὸς μὲν γὰρ οἷς εἴπομεν ἀτόποις, ἔτι καὶ
                        τοῦτο αὐτῷ μάχεται, <lb/>τὸ τρέμειν μέν τινας, οὐδεμίαν αἴσθησιν ἔχοντας
                        ψύξεως, <lb/>ἀμήχανον γὰρ εἶναι ῥιγοῦν ἄνευ τοῦ δοκεῖν κατεψύχθαι. <lb/>διὰ
                        τοῦτ’ οὖν οὐδ’ ἐκεῖνοί μοι δοκοῦσι πόῤῥω τῆς ἐννοίας <lb/>ἔρχεσθαι τοῦ
                        πάθους, ὅσοι καταψύξεως αἴσθησιν ἔφασαν εἶναι <lb/>τὸ ῥῖγος. οὐ γὰρ ταὐτὸν
                        δήπου φαίης ἂν ἐψῦχθαί τε καὶ <lb/>ψύξεως αἰσθάνεσθαι. τὰ μέν τοι παρειμένα
                        τε καὶ τὰ ναρκώδη <lb/>καὶ δυσαίσθητα καὶ τὰ παντελῶς ἀναίσθητα κατέψυκται
                        <lb/>πάντα, καὶ τὸ τρομῶδες, καὶ τὸ παράπληκτον, καὶ τὸ ἐπίληπτον,
                        <lb/>ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ φυσῶδες, καὶ τὸ ὑδαρῶδες, καὶ ﻿<pb n="609"/> τὸ
                        ἐμφυσηματῶδες, καὶ τὸ οἰδηματῶδες ἅπαν ψυχρόν· ἀλλ’ <lb/>οὐδὲν τούτων
                        αἰσθάνεται τῆς ἐν αὐτῷ ψύξεως, ὅθεν οὐδὲ <lb/>ῥιγοῖ· εἰ δ’ αἴσθοιτο, πάντως
                        εὐθὺς καὶ ῥιγώσει. διὰ ταῦτα <lb/>τοίνυν φημὶ μὴ καλῶς ὑπολαμβάνειν τὸν
                        Πλάτωνα, ταὐτὸν <lb/>εἶναι ῥῖγός τε καὶ τρόμον· οὔτε ἑνός ἐστι μέρους τὸ
                        πάθος <lb/>τὸ ῥιγοῦν, ὡς τὸ τρέμειν, οὔτ’ αἴσθησις ψύξεως τοῖς
                        <lb/>τρέμουσιν, ὡς τοῖς ῥιγοῦσιν, ἥ τε κίνησις ἐπὶ μὲν τῶν, ἄνευ <lb/>τοῦ
                        κινεῖν ἐθέλειν τὰ μέρη, παντάπασιν ἀκούσιος· ἐπὶ δὲ <lb/>τῶν τρεμόντων, οὐκ
                        ἄνευ τοῦ περὶ τὸ κινεῖν ὁρμῆς. ἀλλὰ. <lb/>Πλάτωνι μὲν ἴσως καὶ συγχωρήσειεν
                        ἄν τις ἐν οὕτω λεπτοῖς <lb/>καὶ ἰατρικοῖς πράγμασιν ἁμαρτάνειν, καί τοι τῶν
                        γε ἄλλων <lb/>παθῶν τῶν κατὰ τὸ σῶμα σχεδὸν ἁπάντων τὴν γένεσιν ἀκριβῶς
                        <lb/>διεξῆλθεν· Ἀθηναίου δὲ ἄξιον θαυμάζειν τοῦ Ἀτταλέως, <lb/>πολὺ γὰρ ἔτι
                        καὶ Πλάτωνος ὕστερος γενόμενος οὐκ ἐν τοῖς <lb/>περὶ τῆς αἰτίας λογισμοῖς
                        μόνον ἕπεται τῷ Πλάτωνι, τοῦτο <lb/>μὲν γὰρ ἀνεκτὸν, ἀλλὰ καὶ περὶ τὴν
                        ἔννοιαν ὁμοίως ἐκείνῳ <lb/>φαίνεται συγκεχυμένος. οὔτε γὰρ διωρίσατο ῥίγους
                        καὶ τρόμου <lb/>τὴν ἔννοιαν, ὑπογράφων τε τὸ ῥῖγος ὧδέ πώς φησι· <pb n="610"/> τῇ δὴ μάχῃ καὶ τῷ σεισμῷ τούτῳ τρόμος καὶ ῥῖγος ἕπεται, <lb/>ψυχρὸν δὲ τὸ
                        πάθος ἅπαν. τοῦτο καὶ τὸ δρῶν αὐτὸ ἔσχεν <lb/>ὄνομα, ὥς πού, φησι, καὶ ὁ
                        Πλάτων λέγει. οὗτος γὰρ <lb/>αὐτὴν τὴν λέξιν εἴρηκε τοῦ Πλάτωνος. ἔχει δὲ ἡ
                        σύμπασα <lb/>τόνδε τὸν τρόπον· τὰ γὰρ δὴ τῶν περὶ τὸ σῶμα ὑγρῶν
                        μεγαλομερέστερα <lb/>εἰς τὰς ἐκείνων οὐ δυνάμενα ἕδρας ἐνδῦναι,
                        <lb/>συνωθοῦντα ἡμῶν τὰ νοσερὰ (εἰσὶ δὲ τὰ σμικρότατα) ἔξωθεν <lb/>τὸν
                        ἕτερον ἐξ ἀνωμάλου κεκινημένον, (οὔτ’) ἀκίνητον δι’ ὁμαλότητα <lb/>καὶ τὴν
                        ξύνωσιν ἐπεργαζόμενα πήγνυσι. τὸ δὲ παρὰ <lb/>φύσιν συναγόμενον μάχεται κατὰ
                        φύσιν αὐτὸ ἑαυτῷ εἰς τὸ <lb/>ἐναντίον ἀπωθοῦν. τῇ δὲ μάχῃ καὶ τούτῳ τῷ
                        σεισμῷ τρόμος <lb/>καὶ ῥῖγος ἐτέθη. ψυχρὸν δὲ τὸ πάθος ἅπαν, τοῦτο καὶ τὸ
                        <lb/>δρῶν αὐτὸ ἔσχεν ὄνομα. ὅτι μὲν οὔτε τῷ τρόμῳ ταὐτόν ἐστι <lb/>τὸ
                        ῥιγοῦν, ἀλλ’ οὐδὲ κατάψυξις <milestone unit="ed2page" n="209"/>ἁπλῶς, οὐ μὴν
                        οὐδὲ <lb/>κατάψυξις ἰσχυρὰ, σαφῶς ἐπιδέδεικται. τὸ δ’ ὀλίγῳ πρόσθεν
                        <lb/>ῥηθὲν, ὡς ἄρα κατάψυξίς ἐστιν, ἀλλ’ αἰσθητὴ, βασανίσωμεν, <lb/>εἰ μὴ
                        ψευδῶς εἴρηται. τινὲς γὰρ οὐκ αἰσθητὴν ψύξιν <lb/>τὸ ῥῖγος, ἀλλὰ ὀδυνηρὰν
                        εἶναι νομίζουσι. καταψύχεσθαι <pb n="611"/> μὲν γάρ φασιν ἰσχυρῶς πολλοὶ καὶ
                        τῶν ὑγιαινόντων, οἱ μὲν <lb/>ἑκόντες, ἐμψύξεως ἐπιθυμίᾳ διατρίψαντες ἐπὶ
                        πλέον ἐν ὕδατι <lb/>ψυχρῷ, τινὲς δὲ καὶ χρείᾳ τούτου χρονίζουσιν ἐν τῷ
                        ψυχρῷ, <lb/>ῥιγοῦσι δ’ οὐκ εὐθὺς, ὥσπερ οὐδ’ ὁ λελουμένος, εἶθ’ <lb/>ἑαυτὸν
                        ἐμβαλὼν εἰς ὕδωρ ψυχρόν. οὐδὲ γὰρ οὗτος εἰ μὴ <lb/>χρονίσειεν ἐπὶ πολὺ,
                        ῥιγοῖ, καίτοι τῆς γε τοῦ ψυχροῦ ποιότητος <lb/>αἰσθάνεται σαφῶς. ὥσθ’ ὅσον
                        οὖν τῷ τῆς ψύξεως <lb/>αἰσθάνεσθαι πάντες ἂν εὐθέως ἐῤῥίγουν οὗτοι, εἴπερ ἦν
                        <lb/>αἰσθητὴ ψύξις τὸ ῥῖγος. ἀλλ’ οὐ ῥιγοῦσιν, εἰκότως· οὐ <lb/>γάρ ἐστιν
                        ἅπασι μετ’ ὀδύνης ἡ ψύξις, ἀλλά τινες αὐτῶν, ὅσοι <lb/>θέρους ὥρᾳ μάλιστα μὴ
                        φέροντες τὸ πνῖγος εἰς ψυχρὸν ὕδωρ <lb/>ἑαυτοὺς ἐμβάλλουσιν, οὕτω φιληδοῦσι
                        πρὸς τὴν ψύξιν, ὥστε <lb/>διατρίβουσιν εἰς τοσοῦτον ἐν αὐτῷ, μέχρις ἂν
                        ἁπτομένῳ <lb/>σοι δόξωσιν ἀπεψῦχθαι δίκην κρυστάλλου. ἆρ’ οὖν ἔχοιμεν
                        <lb/>ἂν ἤδη τὸ πᾶν, ὀδυνηρὰν ψύξιν ὁρισάμενοι τὸ ῥῖγος, ἤ τινος <lb/>ἔτι
                        προσδεῖ; τάχα γὰρ οὐ πᾶν ῥῖγος οὕτως ὁριστέον. ἐπί γέ <lb/>τοι τῶν νοσούντων
                        οὐ ταὐτὸν μὲν δοκεῖ τὸ ῥιγοῦν τῷ φρίττειν <lb/>ἢ καταψύχεσθαι. λέγομεν οὖν
                        πολλάκις, εἰσβολὴν <pb n="612"/> παροξυσμοῦ τῷδε μέν τινι μετὰ ῥίγους, ἑτέρῳ
                        δέ τινι μετὰ <lb/>φρίκης, ἄλλῳ δὲ μετὰ καταψύξεως μόνης γεγονέναι, κᾀν
                        <lb/>τοῖς τῶν ἰατρῶν ἁπάντων συγγράμμασιν ἡ αὐτὴ χρῆσίς ἐστι <lb/>τῶν
                        ὀνομάτων. ὡς ὅταν μὴ μετὰ βρασμοῦ καὶ κλόνου καταψύχηταί <lb/>τις, οὐ ῥιγοῖ
                        οὗτος, ἀλλὰ δεῖ, εἴπερ μέλλει τὸ <lb/>πάθος ῥῖγος καλεῖσθαι, τὴν ἀνώμαλόν τε
                        καὶ ἀπροαίρετον <lb/>αὐτῷ κίνησιν προσεῖναι. τὸ δ’ ἄνευ ταύτης, εἴγε μηδὲ
                        τὴν <lb/>ἐπιφάνειαν ἀνωμάλως κινεῖ, κατάψυξιν καλοῦσιν· εἰ δὲ ταύτην
                        <lb/>μὲν ταράττοι τε καὶ σείοι κατά τινας ἐμβολὰς, τὸ δὲ ὅλον <lb/>σῶμα μὴ
                        συγκινοῖ, φρίκην ὀνομάζουσιν, ὡς εἶναι τὴν φρίκην <lb/>τοῦ δέρματος μόνου
                        πάθος τοιοῦτον, οἷον τοῦ παντὸς <lb/>σώματος τὸ ῥῖγος. ἐπὶ δέ γε τῶν
                        ὑγιαινόντων ἑτέρως τὸ <lb/>ῥιγοῦν λέγομεν, ἐκτείνοντες ἐπὶ πᾶσαν ὀδυνηρὰν
                        κατάψυξιν. <lb/>εἰ δὲ νοσήματος λόγῳ γίγνοιτο ῥῖγος, οὐκ ἀρκεῖ μόνον τοῦτο
                        <lb/>φάναι, προσθεῖναι δὲ χρὴ τὴν παντὸς τοῦ σώματος ταραχὴν, <lb/>ὃ
                        ἐπαγόμενοί τινες, μετὰ τρόμου κατάψυξιν εἶπον αὐτὸ, <lb/>σαφῶς δὲ οὐχ
                        ἡρμήνευσαν. οὐ γὰρ χρὴ τρόμον καλεῖν, ἀλλὰ <pb n="613"/> βρασμόν τινα
                        ἀπροαίρετον ἢ κλόνον, ἢ σεισμὸν, ἢ τοιοῦτον <lb/>ἕτερον ἐξευρίσκειν ὄνομα.
                        τὸ γὰρ τοῦ τρόμου κατὰ πάθους <lb/>ἰδίου κεῖται· ἐοίκασιν οὖν οἱ τὸ νοσερὸν
                        ῥῖγος ὁριζόμενοι κατάψυξιν <lb/>ἄλλο μηδὲν εἰπόντες, ἀλλὰ τὸ τοῖς ὑγιαίνουσι
                        γινόμενον. <lb/>καί τοι τὸ νοσερὸν ῥῖγος, ὑπὲρ οὗ τοῖς ἰατροῖς ὁ <lb/>πᾶς
                        λόγος; ὁρίζεσθαι προὔκειτο καὶ τοῖς εἰρημένοις ἀνδράσι. <lb/>νοσερὸν δὲ
                        καλοῦμεν, ὅταν ἀπὸ μηδενὸς ἔξωθεν αἰτίας βιαίας, <lb/>ἀλλ’ ἐξ ἑαυτοῦ τὸ σῶμα
                        τοιαύτην ἴσχει διάθεσιν. οὕτω γὰρ <lb/>δὴ, οἶμαι, καὶ Ἱπποκράτης ἔλεγεν· ὑπὸ
                        καύσου ἐχομένῳ, ῥίγεος <lb/>ἐπιγενομένου, λύσις. οὔκουν ψυχρὸν ὕδωρ καταχέας
                        τῷ <lb/>πυρέττοντι ποιήσεις ῥῖγος, ἀλλ’ ὅταν ἐξ αὐτῆς ἐγείρηται τῆς <lb/>ἐν
                        τῷ σώματι διαθέσεως. κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον εἴρηται <lb/>καὶ ταῦτα· μετὰ
                        ῥίγους ἄγνοια, κακόν. κακὸν δὲ καὶ λήθη. <lb/>τὰ ἑκταῖα ῥίγεα δύσκριτα.
                        ῥίγεα δ’ ἄρχεται γυναιξὶν ἐξ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="210"/>ὀσφύος διὰ νώτου μᾶλλον, ἀτὰρ καὶ ἀνδράσι
                        μᾶλλον <lb/>ὄπισθεν ἢ ἔμπροσθεν. ἐν ἅπασι γὰρ τούτοις οὐ τὸ τοῖς
                            <lb/>ὑγιαί<milestone unit="ed1page" n="369"/>νουσι γινόμενον, ἀλλὰ τὸ
                        νοσῶδες εἴρηται ῥῖγος, ﻿<pb n="614"/> ὅπερ ἐστι κατάψυξις ἀλγεινὴ μετά τινος
                        ἀνωμάλου σεισμοῦ καὶ <lb/>κλόνου παντὸς τοῦ σώματος. ὁπότ’ οὖν τί ποτέ ἐστι
                        ῥῖγος <lb/>ἐγνώκαμεν, ἑξῆς ἴδωμεν καὶ τίς μὲν ἡ ποιοῦσα τὸ πάθος αἰτία,
                        <lb/>τίσι δὲ μάλιστα προηγουμέναις αἰτίαις ἕπεται, καὶ τίσιν <lb/>ἐπιγίνεται
                        διαθέσεσιν, ὑπὲρ ἁπάσης τε τῆς γενέσεως αὐτοῦ. <lb/>ὅτι μὲν γὰρ τὸ ῥιγοῦν
                        πάθος ἐστὶ τοῦ κατὰ φύσιν θερμοῦ, <lb/>σχεδὸν ἅπασιν ὡμολόγηται. δεῖται δὲ
                        πᾶς ὁ λόγος οὗτος ἀκριβοῦς <lb/>ἀκροατοῦ καὶ πολὺν μάλιστα νοῦν ἔχοντος. ἐγὼ
                        μὲν γὰρ <lb/>εἶπον τοῦ κατὰ φύσιν θερμοῦ πάθος εἶναι τὸ ῥῖγος, ἵνα μή
                        <lb/>τις τοῦ ἔξωθεν νομίσας εἰρῆσθαι, καταψεύδεσθαί με δόξειεν
                        <lb/>Ἐρασιστράτου καὶ Πραξαγόρου καὶ Φιλοτίμου καὶ Ἀσκληπιάδου <lb/>καὶ
                        μυρίων ἄλλων, ὅσοι τὸ θερμὸν οὐκ ἔμφυτον, <lb/>ἀλλ’ ἐπίκτητον εἶναι
                        νομίζουσι. πῶς γὰρ. οὖν οὗτοι πάθος <lb/>ἐμφύτου θερμοῦ λέγοιεν, οἱ μηδὲ τὴν
                        ἀρχὴν ἔμφυτον εἰδότες <lb/>θερμόν; ἀλλ’ ἔμφυτον μὲν, ὥσπερ εἴπομεν, οὐ
                        πάντες ὁμολογοῦσι <lb/>τὸ θερμὸν ὑπάρχειν, γένεσιν δὲ ἐπίκτητον αὐτῷ
                        <lb/>τεχνώμενοι, διαφερόντως ἄλλος ἄλλην, ἕν τοῦτο πάντες ὁμολογοῦσιν,
                        <lb/>ὡς ἔσται τι κατὰ φύσιν ἐν ἑκάστῳ ζώῳ θερμὸν, <pb n="615"/> ἐν τῷ
                        προσήκοντι μέτρῳ θεωρούμενον. καὶ δὴ περὶ τοῦτο <lb/>ῥῖγός τε καὶ φρίκην
                        φασὶν ἅπασάν τε γίνεσθαι κατάψυξιν. <lb/>Ἀσκληπιάδης γοῦν οὐ μόνον τὸ
                        θερμὸν, ἀλλ’ οὐδ’ ἄλλην τινὰ <lb/>τιθεὶς ἔμφυτον δύναμιν, ἅπαντα πυρετὸν ἐπί
                        τισιν ἐμφράξεσιν <lb/>ὄγκων ἐν πόροις ἀεὶ συνίστασθαι λέγων, ἐν μεγέθεσι
                        πόρων <lb/>τὴν διαφορὰν τιθέμενος αὐτοῦ, οὕτω φιλοτεχνεῖ, δείκνυσί <lb/>τε,
                        τίσι μὲν ἀνάγκη ῥῖγος ἐζεῦχθαι, τίσι δ’ οὔ. καὶ <lb/>ἔγωγ’ ἂν εἰ μὴ
                        μακρότερόν τε τοῦ καιροῦ τὸν λόγον ἤλπιζον <lb/>ἔσεσθαι καὶ ἄλλως οὐ δίκαιον
                        ἡγοῦμαι ὑπὲρ Ἀσκληπιάδου <lb/>μὲν ἐπισκέψασθαι μόνου, παρελθεῖν δὲ τὰ τῶν
                        ἄλλων, ἢ πάλιν <lb/>ἁπάντων ἐπιχειρῶν μνημονεύειν, εἰς μακρὸν καὶ ἀπέραντον
                        <lb/>ἐμπεσεῖν λόγου μῆκος, ἑξῆς ἂν ὑπὲρ ἁπασῶν τῶν δοξῶν <lb/>ἐπισκεψάμενος,
                        ἀφ’ ὅτου γε πιθανὸν τὴν ἀφορμὴν ἔσχηκεν <lb/>ἑκάστη, καὶ τί μάλιστα τὸ
                        ἀπατῆσαν, ὅπῃ τε σφάλλονται <lb/>δείξας, οὕτως ἂν ἐπὶ τὴν ἡμετέραν ἧκον
                        δόξαν. ἀλλὰ τοῦτο <lb/>μὲν εἰς ἕτερον ἀναβεβλήσθω καιρόν. οὐδὲ γὰρ Ἀθήναιον
                        <lb/>ἐπαινῶ περὶ μὲν Ἀσκληπιάδου καὶ Ἡρακλείδου τοῦ Ποντικοῦ <pb n="616"/>
                        καὶ Στράτωνος τοῦ φυσικοῦ λέγοντά τι, τῶν δ’ ἄλλων οὐδενὸς
                        <lb/>μνημονεύοντα, καί τοί γε οὐ τὰς τούτων δόξας μόνον <lb/>περὶ ῥίγους,
                        ἀλλ’ ἑτέρας πολὺ πλείους οὐδὲν ἧττον ἐνδόξους <lb/>τε καὶ πιθανὰς εἶχεν
                        εἰπεῖν. ἡμεῖς οὖν ἀρχὴν ὁμολογουμένην <lb/>λαβόντες, ὡς ἔστι τοῦ κατὰ φύσιν
                        ἐν ἑκάστῳ ζώῳ θερμοῦ <lb/>πάθος τὸ ῥῖγος, ἴδωμεν ὅπως γίνεται. προκόψει δ’ ὁ
                        λόγος <lb/>ἐπὶ ταῖς Ἱπποκράτους ἀρχαῖς οὐκ ὄγκους καὶ πόρους ἡμῶν
                        <lb/>στοιχεῖα τιθεμένων τοῦ σώματος, οὐδὲ κινήσεως ἢ παρατρίψεως <lb/>ἤ
                        τινος ἄλλης αἰτίας ἔκγονον τὸ θερμὸν ἀποφαινόντων, <lb/>ἀλλὰ τὸ μὲν ὅλον
                        σῶμα σύμπνουν τε καὶ σύῤῥουν <lb/>ἡγουμένων, τὸ θερμὸν δ’ οὐκ ἐπίκτητον οὐδ’
                        ὕστερον τοῦ <lb/>ζώου τῆς γενέσεως, ἀλλ’ αὐτὸ πρῶτόν τε καὶ ἀρχέγονον καὶ
                        <lb/>ἔμφυτον. καὶ ἥ γε φύσις καὶ ἡ ψυχὴ οὐδὲν ἄλλο ἢ τοῦτ’ <lb/>ἔστιν, ὥστ’
                        οὐσίαν αὐτοκίνητόν τε καὶ ἀεικίνητον αὐτὸ νοῶν <lb/>οὐκ ἂν ἁμάρτοις. ἕκαστον
                        δὲ τούτων ἰδίᾳ βεβασάνισται, <lb/>καί τοι μαθεῖν ἔνεστιν ὑπὲρ αὐτῶν ἑτέρωθι,
                            <milestone unit="ed2page" n="211"/>τὸ νῦν δὲ <lb/>εἶναι τοῦ λόγου τὸ
                        συνεχὲς ἐρευνητέον. ἅτε γὰρ ἀεικίνητον <pb n="617"/> ὂν τὸ ἔμφυτον θερμὸν,
                        οὔτ’ εἴσω μόνον οὔτ’ ἔξω κινεῖται, <lb/>διαδέχεται δ’ ἀεὶ τὴν ἑτέραν αὐτοῦ
                        κίνησιν ἡ ἑτέρα. ταχὺ <lb/>γὰρ ἂν ἡ μὲν ἔσω μονὴ κατέπαυσεν εἰς ἀκινησίαν, ἡ
                        δὲ ἐκτὸς <lb/>ἐσκέδασέ τε καὶ ταύτῃ διέφθειρεν αὐτό. μέτρια δὲ σβεννύμενον
                        <lb/>καὶ μέτρια ἀναπτόμενον, ὡς Ἡράκλειτος ἔλεγεν, ἀεικίνητον <lb/>οὕτω
                        μένει. ἀνάπτεται μὲν οὖν τῇ κάτω συννεύσει, <lb/>τῆς τροφῆς ὀρεγόμενον·
                        αἰρόμενον δὲ καὶ πάντῃ σκιδνάμενον <lb/>σβέννυται. ἀλλὰ τὴν μὲν ἄνω τε καὶ
                        ἔξω φορὰν καὶ ὡς ἄν <lb/>τις εἴποι ἐξάπλωσιν ἀπὸ τῆς ἰδίας ἀρχῆς, διότι
                        φύσει θερμόν <lb/>ἐστι, κέκτηται· τὴν δ’ εἴσω τε καὶ κάτω, τουτέστιν ἐπὶ τὴν
                        <lb/>ἰδίαν ἀρχὴν ὁδὸν, ὅτι ψυχροῦ τι μετέχει· μικτὸν γὰρ ἐκ θερμοῦ <lb/>καὶ
                        ψυχροῦ γέγονε. κατὰ μὲν τὸν πρῶτον λόγον τοῦ <lb/>θερμοῦ, τοῦτ’ ἔστι
                        αὐτοκίνητον αὐτοῦ, καὶ τούτου μάλιστα <lb/>δεῖται πρὸς τὰς ἐνεργείας·
                        μεγάλην δ’ ὅμως αὐτῷ χρείαν καὶ <lb/>τὸ ψυχρὸν παρέχει. πέφυκε γὰρ τὸ μὲν
                        θερμὸν εἰς ὕψος αἴρεσθαι <lb/>καὶ συμπροσάγειν αὐτῷ τὴν τροφήν· εἰ δὲ μὴ τὸ
                        ψυχρὸν <lb/>ἐμποδὼν ἐγένετο, καὶ ἐπὶ μήκιστον προῆκε. γίνεται δ’
                        <lb/>ἐμποδὼν τὸ ψυχρὸν τῇ τοιαύτῃ τοῦ θερμοῦ κινήσει, ὡς μὴ <pb n="618"/>
                        ἀπόλοιτο ἐκτεινόμενον. κίνδυνος γὰρ ὑπὸ κουφότητος καὶ <lb/>τῆς πρὸς τὸ ἄνω
                        ὁρμῆς ἀποστῆναι τῶν σωμάτων αὐτό. ἀλλὰ <lb/>τὸ ψυχρὸν ἐπέχει τε καὶ κωλύει,
                        καὶ τῆς ἄγαν ταύτης κινήσεως <lb/>ἀφαιρεῖ τὸ σφοδρόν. ἐπανέλθωμεν οὖν ἐφ’
                        ἅπερ ἐξ ἀρχῆς <lb/>ὑπεθέμεθα, δεικνύντες οἷόν τι πάθος ἐστὶ τῆς ἐμφύτου
                        <lb/>θερμασίας τὸ ῥῖγος. ὅτι μὲν γὰρ ἐπειδὰν ἐν τοῖς κατὰ φύσιν <lb/>ὅροις
                        μένῃ τῆς κράσεως, ὑγιαίνει τὸ ζῶον, οὐ δεῖται λόγου, <lb/>τουτέστιν ὅταν, ὡς
                        Ἱπποκράτης ἔλεγε, μετρίως ἔχῃ τὸ θερμὸν <lb/>καὶ τὸ ψυχρὸν τῆς πρὸς ἄλληλα
                        κράσεως· ἢν δὲ τὸ ἕτερον τοῦ <lb/>ἑτέρου κρατήσῃ, νοσεῖν ἀνάγκη τὸ ζῶον
                        εἶδος νοσήματος <lb/>ἐοικὸς τῇ φύσει τοῦ κρατήσαντος αἰτίου. φλεγμοναὶ μὲν
                        οὖν <lb/>καὶ ἐρυσιπέλατα καὶ ἕρπητες καὶ ἄνθρακες καὶ τὰ καυσώδη <lb/>καὶ
                        φλογώδη καὶ πάντα τὰ πυρετώδη πάθη, ὅταν ἡ τοῦ <lb/>θερμοῦ δύναμις ἐπικρατῇ·
                        σπασμοὶ δ’ αὖ πάλιν καὶ τέτανοι <lb/>καὶ παλμοὶ καὶ νάρκαι καὶ παραλύσεις,
                        ἐπιληψίαι τε καὶ <lb/>παραπληγίαι, τοῦ ψυχροῦ κρατοῦντος πάθη. ἕν τι τῶν
                        <lb/>τοιούτων παθῶν ἐστι καὶ τὸ ῥῖγος τουτὶ, οὐχ ἁπλῶς ὂν κατάψυξις,
                        <lb/>ἀλλὰ συναίσθησις, ὅθεν αὐτῷ δεῖ προσθεῖναι καὶ ﻿<pb n="619"/> τὸ
                        ἀθρόον· ἔτι δὲ σφοδρὰν εἶναι χρὴ τὴν κατάψυξιν καὶ <lb/>βιαίαν, ὡς εἶναι
                        σαφῶς διοριζόμενον ἀληθεύειν, κατάψυξιν <lb/>ἀθρόαν καὶ βίαιον εἶναι τὸ
                        ῥῖγος τοῦ ἐμφύτου θερμοῦ. <lb/>πάλιν γὰρ, ὡς ὁ Πλάτων ἔλεγε, τὸ μὲν ἠρέμα
                        καὶ κατὰ μικρὸν <lb/>ἀναίσθητον· εἰ δὲ αἰσθητὸν, ἀνάγκη τοῦτο μεγάλως
                        κινεῖν, <lb/>καὶ τρέμειν ἀθρόως. ὥστ’ ἔμψυξις ἡ μὲν ἀναίσθητος ἐν <lb/>χρόνῳ
                        πλείονι καὶ κατὰ βραχὺ γένοιτ’ ἄν· ἡ δὲ ταχεῖά τε <lb/>καὶ μεγάλως ἐξαίρουσα
                        πάντως σὺν αἰσθήσει. οὐδὲ γὰρ <lb/>ἂν τὸ τοιοῦτον πάθος διαλάθοι. τὸ δὲ
                        τοιοῦτον πάθος σὺν <lb/>αἰσθήσει τῆς ψύξεως οὐχ ἅπαν ὀδυνηρὸν, ἀλλ’ ἔστιν
                        ὅτε καὶ <lb/>ἥδιστον. ἔλεγε γὰρ αὖ πάλιν ὁ Πλάτων, ὅτι τὸ μὲν παρὰ
                        <lb/>φύσιν καὶ βίαιον γινόμενον ἀθρόον ἐν ἡμῖν πάθος ἀλγεινὸν, <lb/>τὸ δὲ
                        εἰς φύσιν ἀπιὸν αὖ πάλιν ἀθρόον ἡδύ. ὥστε <lb/>τὸ μὲν ἀθρόον κοινὸν ἀμφοῖν,
                        ἡδέος τε καὶ ἀλγεινοῦ, τοῦ μὴ <lb/>λαθεῖν τὸ πάθος ἕνεκεν ἀναγκαίως
                        ἐζευγμένον· ἐπὶ τούτῳ δὲ <lb/>τὸ μὲν πρὸς τῷ μὴ λανθάνειν εἰς τὴν φύσιν
                        ἐπανάγον ἡδὺ, <lb/>τὸ δ’ ἐξιστὰν τοῦ κατὰ φύσιν ἀλγεινόν. ὅθεν ἓν καὶ ταὐτὸ
                            <pb n="620"/>
                        <milestone unit="ed2page" n="212"/>τῷ πλήθει ψυχρὸν, τὸ μὲν ἧσε, τὸ δ’
                        ἠνίασεν. εἰ μὲν <lb/>ὑπερτεθερμασμένῳ σώματι προσάγοιτο, πάντως ἧσε τὸ γὰρ
                        <lb/>ἄμετρον, τῇ θερμασίᾳ πονούμενον, ἐπὶ τῇ τοῦ λείποντος <lb/>εἰσόδῳ
                        ψυχροῦ παρηγορηθὲν, ἥσθη μὲν, ὅτε παρηγορήθη· <lb/>τὴν δ’ ἑαυτοῦ φύσιν ἔχον
                        ἢν ἀθρόως ἐμψύχοις, ἀνιάσεις, <lb/>πονήσει γὰρ ἐπὶ τῷ τῆς κράσεως ἀμέτρῳ.
                            <milestone unit="ed1page" n="370"/>τοῖς γὰρ <lb/>κατὰ τὴν φύσιν, ὡς
                        Ἱπποκράτης ἔλεγε, διαλλασσομένοισι καὶ <lb/>διαφθειρομένοισιν αἱ ὀδύναι
                        γίνονται. οὐ μόνον οὖν ἀθρόαν <lb/>χρὴ καὶ σφοδρὰν εἶναι τὴν ψύξιν, ἵνα
                        ῥῖγος γένηται, ἀλλ’ ἔτι <lb/>τούτῳ προσεῖναι δεῖ τὸ βίαιον τοῦ πάθους,
                        τουτέστι τὸ <lb/>παρὰ φύσιν, ὥστε ἀθρόαν ψύξιν εἰς τὸ παρὰ φύσιν ἄγουσαν
                        <lb/>εἶναι τὸ ῥῖγος. καί μοι δοκεῖ τοῦτο χρῆναι διαφυλάττειν ἐν <lb/>τούτῳ
                        τῷ λόγῳ μάλιστα περὶ τὴν τοῦ πάθους γένεσιν, εἰ <lb/>μέλλοι τις ἀληθεύειν
                        εἰπὼν, ψύξιν ἀθρόαν καὶ βίαιον ἐν τῷ <lb/>ῥίγει γίνεσθαι τοῦ ἐμφύτου θερμοῦ.
                        ψύχεται μὲν οὖν καὶ <lb/>διαφορούμενον, ἐπιλείποντος αὐτὸ τοῦ συνέχοντος
                        τόνου, καὶ <lb/>τροφῆς ἀποροῦν, ὅθεν ἀνήπτετο· ἀλλ’ οὐδέτερον τούτων <pb n="621"/> αὐτοῦ τῶν παθημάτων ῥῖγος ἐργάζεται, ἢ πάντες ἂν οἱ
                        ἀποθνήσκοντες <lb/>ἐῤῥίγουν. ὥστε τὸ διαφθείρεσθαι τὸ θερμὸν ἑνί <lb/>γε
                        τρόπῳ κοινὸν ἅπασι τοῖς ἀποθνήσκουσιν· ἀλλ’ οὐ ῥιγοῦσιν, <lb/>οὐ γὰρ ἁπλῶς
                        φημι χρῆναι ψύχεσθαι τὸ θερμὸν, ἀλλ’ <lb/>ἀθρόως τε καὶ βιαίως, τουτέστιν
                        ἐῤῥωμένον αὐτὸ μένον, οὔτε <lb/>τὴν οὐσίαν οὔτε τὸν τόνον βεβλαμμένον, ὑπό
                        τινος τῶν ἔξω <lb/>αἰτίων ἀνιᾶσθαι. φλόγα δή μοι νόησον ἐκτὸς ποτὲ μὲν
                        <lb/>ἀπορίᾳ τῆς ὕλης ὅθεν ἀνήπτετο διαφθειρομένην, ποτὲ δὲ <lb/>ἐν ἡλίῳ
                        λαμπρῷ μαραινομένην, αὖθις δ’ ὑφ’ ὕδατος πολλοῦ <lb/>κατασβεννυμένην, ἤ
                        πλήθει ξύλων ἐπ’ αὐτῆς σωρευθέντων <lb/>καταπνιγομένην. τέτταρες αὗται ἐπ’
                        αἰτίοις τέτταρσιν οὐ <lb/>τὸν αὐτὸν ἅπασαι τρόπον ἀδικοῦσαι τὴν φλόγα. τῆς
                        μὲν <lb/>γὰρ ἐν ἡλίῳ μαραινομένης ὁ τόνος σκίδναται, βίᾳ τοῦ περιέχοντος
                        <lb/>διαφορούμενος, ἰσχυροτέρα γὰρ ἡ τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων <lb/>ῥώμη καὶ
                        διαρκεστέρα τοῦ πυρός· ὅταν δὲ ὕλης ἀποροῦσα <lb/>μηκέτι ἀνάπτηται, τῆς
                        οὐσίας ἀπολλυμένης, διαφθείρεται. <lb/>τὸ μὲν γὰρ ἀναφθὲν ἀεὶ διαφορεῖται
                        κατὰ τὴν ἔξω <lb/>κίνησιν· ἔσω δὲ νεύουσα τοῦ τραφῆναι χάριν, εἶτ’ ἀποροῦσα
                            <pb n="622"/> τοῦ θρέψαντος, ἀσθενῶς οὕτω τὸ δεύτερον ἀποτείνεται.
                        <lb/>ὕλης δὲ πλήθει βαρυνθεῖσα καὶ τῆς ἀναπνοῆς στερηθεῖσα, <lb/>πνίγεται.
                        ἐπὶ δὲ τῆς ἀφ’ ὕδατος βλάβης οὐδὲ λόγου δεῖ· <lb/>μάχη γὰρ ἰσχυρὰ φλογὶ πρὸς
                        ἅπασαν εἰλικρινῆ τε καὶ πολλὴν <lb/>ὑγρότητα, ὡς εἰ καὶ τοὔλαιον αὐτῇ
                        προσάγῃς ἀθρόον, ἀνάγκη <lb/>ψόφον καὶ σεισμόν τινα γενέσθαι, μονονουχὶ φωνῇ
                        τοῦ <lb/>πυρὸς ἐνδεικνυμένου τὸ βίαιον. τοιοῦτον δή τι πάθος περὶ <lb/>τὴν
                        ἔμφυτον θερμασίαν νόει τὸ ῥῖγος. οὔτε γὰρ ὅταν δι’ <lb/>ὕλης ἔνδειαν
                        ἀτροφοῦν τὸ θερμὸν μαραίνηται, οὔθ’ ὅταν ὑπὸ <lb/>τοῦ πλήθους αὐτῆς
                        βαρυνόμενον, οὔθ’ ὅταν ἀῤῥωστῆσαν <lb/>ὀκλάζῃ, ῥῖγος εὑρήσεις γινόμενον,
                        ἀλλ’ ὅταν ἰσχυρὸν ὂν ἀποτείνεσθαι <lb/>δυνάμενον, εἶτα κωλύηται. δι’ αὐτὸ δὲ
                        τοῦτο καὶ <lb/>τὸ κλονεῖσθαι τῷ σώματι συμβέβηκε, διπλῆς κᾀνταῦθα καὶ
                        <lb/>συνθέτου κινήσεως γενομένης, ὡς ἐπὶ τῶν τρεμόντων, ἕτερον <lb/>δὲ
                        τρόπον. ἐκεῖ μὲν γὰρ ἀσθενείᾳ τῆς κινούσης τὸ <lb/>σῶμα δυνάμεως ἡ μικτὴ
                        κίνησις ἐγίνετο, καθ’ ὅσον ἂν ἐνδῷ <lb/>τοῦ τόνου διαίρουσα τὸ κῶλον,
                        ὑποῤῥέοντος ἀεὶ τοῦ μέρους <pb n="623"/> εἰς τὸ κάτω· νυνὶ δὲ τῆς φυσικῆς
                            <milestone unit="ed2page" n="213"/>τοῦ θερμοῦ κινήσεως <lb/>ἰσχομένης
                        βίᾳ, τὸ ῥῖγος ἀπαντᾷ. βούλεται μὲν γὰρ ἅτε μήτε <lb/>τὴν οὐσίαν μήτε τὸν
                        τόνον βεβλαμμένον, ἀποτείνεσθαί τε καὶ <lb/>πάντῃ τοῦ σώματος φέρεσθαι·
                        κωλυόμενον δὲ καὶ βίᾳ συνωθούμενον <lb/>εἰς τὸ βάθος, ἐπὶ τὴν ἰδίαν ἀρχὴν
                        καταφεύγει. <lb/>μένειν δὲ ἐνταῦθα μὴ δυνάμενον, ἀεικινήτῳ γὰρ οὐσίᾳ τὸ
                        <lb/>στῆναι θάνατος, ἀθροῖσαν ἑαυτὸ καὶ οἷον συνεσπειραμένον <lb/>γεγονὸς,
                        ὁμαλῶς μὲν οὐκ ἔσω τὴν ἀβίαστον ἀποτείνεται· <lb/>σφοδρᾷ δὲ τῇ φορᾷ χρώμενον
                        καὶ οἷον ἀπὸ ὕσπληγγος ἐξαλλόμενον, <lb/>ἐνίοτε ἐνίσταται τοῖς ἐνισταμένοις
                        αὐτοῦ τῇ πρόσω <lb/>κινήσει, διώσασθαι μὲν ταῦτα, καθαρὰς δὲ αὐτῷ τὰς ὁδοὺς
                        <lb/>ἀπεργάσασθαι σπεῦδον. προσκροῦον δ’ αὐτοῖς ἐπεσχέθη <lb/>μὲν ἐξ ἀνάγκης
                        τῆς ῥοιζώδους φορᾶς, ἐκλόνησε δὲ κατὰ τὴν <lb/>ἔμπτωσιν ὅλον τὸ σῶμα. τά τε
                        γὰρ ἄλλα καὶ ἀτμῶδες νῦν <lb/>γεγονὸς, ἐν τῷ προσκρούειν τοῖς ἐνισταμένοις
                        εἴσω πάλιν <lb/>ἀποπάλλεται, πληγῇ τι πάσχον ἐοικός· ἐπὶ δὲ τὴν ἀρχὴν
                        <lb/>ἀνέρχεται τὸ δεύτερον· ἐντεῦθεν δὲ πάλιν ὁρμηθὲν, ἐμπίπτει
                        <lb/>βιαιότερον, αὖθις δ’ ἀποπάλλεται καὶ κατὰ τήνδε τὴν ἔμπτωσιν· ﻿<pb n="624"/> καὶ τοῦτο πολλάκις ἐκ διαδοχῆς γίνεται, ἐφ’ ὅσον μένει <lb/>τὰ
                        λυποῦντα. ὀδυνηρόν τε οὖν ταύτῃ τὸ πάθος, ἅτε τοῦ <lb/>σώματος ταῖς πληγαῖς
                        πονοῦντος, ἥ τε κίνησις ἀνωμάλως <lb/>ἐπάγουσα κατ’ ἀμφοτέρας τὰς κινήσεις
                        τὸ ζῶον. ἐν μὲν γὰρ <lb/>τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν τὸ συγγενὲς ἡμῶν θερμὸν ὁμαλέσι
                        τε <lb/>καὶ ἀκωλύτοις ταῖς διεξόδοις ἐκέχρητο, καιρῷ καὶ μέτρῳ κινήσεως
                        <lb/>εἰς αὐτὸ συννεῦον, εἶτ’ ἐξαπλούμενον· ἐν δὲ τῷ ῥιγοῦν <lb/>οὔτε
                        συννεύσεις οὔτ’ ἐξαπλώσεις αἱ κινήσεις εἰσὶ, δικαιότερον <lb/>δ’ ἂν φαίης
                        εἴσω μὲν ἰὸν αὐτὸ, χρήσομαι δ’ ὀνόμασιν <lb/>οὐκ ἐμοῖς, ἀλλ’ ἀνδρῶν παλαιῶν,
                        καθάλλεσθαί τε καὶ <lb/>συνωθεῖσθαι καὶ ἀναστέλλεσθαι καὶ συντρέχειν, ἔξω δὲ
                        φερόμενον, <lb/>ἐκρήγνυσθαί τε καὶ ἐνσείεσθαι καὶ ἐκπίπτειν καὶ
                        <lb/>ἐξάλλεσθαι. καὶ γὰρ αὖ καὶ ταῦτα παλαιῶν ἀνδρῶν ὀνόματα, <lb/>καλῶς
                        ἅπαντα κείμενα, καὶ τὸ συμβαῖνον πάθος, ὡς <lb/>ἔνι μάλιστα, σαφῶς
                        ἑρμηνεύοντα. τὸ κλονεῖσθαι δέ φημι <lb/>πάντα τὰ ἐν τῷ σώματι, καὶ τὸ
                        σείεσθαι, καὶ τὸ βράττεσθαι, <lb/>καὶ πᾶσα ἡ κατὰ τὸ ῥιγοῦν ἀνώμαλός τε καὶ
                        ἄτακτος καὶ <lb/>ἀβούλητος κίνησις ἐπὶ ταῖς ἀνωμάλοις τε καὶ σφοδραῖς καὶ
                            <pb n="625"/> βιαίοις ἐμπτώσεσί τε καὶ ἀποπάλσεσι τῆς ἐμφύτου θερμασίας
                        <lb/>ἀτμώδους γεγενημένης ἐπιτελεῖται. διὰ τοῦτο ἐπὶ τοῖς ῥίγεσιν
                        <lb/>ἀναθερμαίνεται πλέον τὸ σῶμα ἢ ὅτε κατὰ φύσιν ἔχον <lb/>θερμὸν ἦν.
                        ἐκχέονται δὲ καὶ ἱδρῶτες. ὅταν γὰρ κατὰ πολλὰς <lb/>ἐμπτώσεις διώσηται
                        ἀκωλύτως τὰ λυποῦντα καὶ τελέως <lb/>ἀναπνεύσῃ, διὰ τρεῖς αἰτίας ἀνάγκη τὸ
                        σῶμα θερμανθῆναι, <lb/>ὅτι τε πολλάκις ἀποκλεισθὲν τὸ θερμὸν τῆς ἔξω
                        διαπνοῆς <lb/>ἠθροίσθη κατὰ τὸ βάθος· ὅτι τε νῦν ἔξω πᾶν ἐτάθη σφοδρῶς·
                        <lb/>καὶ τρίτον ὅτι ταῖς ἐμπτώσεσι καὶ πληγαῖς καὶ βιαίοις <lb/>κινήσεσιν
                        ἀνάπτεσθαι πέφυκεν ἡ θερμασία. καὶ ξύλον μὲν <lb/>ἢ λίθον παρατρίβων ἐφάψεις
                        ποτὲ πῦρ· τὸ δ’ ἔμφυτον <lb/>πνεῦμα, φύσει θερμὸν ὑπάρχον, ἢν σφοδρῶς τύχῃ
                        κινηθὲν, <lb/>οὐ πολὺ μᾶλλον ἐξαφθήσεται; ἀλλὰ τοῦτο κᾀπὶ τῶν κατὰ
                        <lb/>φύσιν κινήσεων ἐναργῶς ἔστιν ἰδεῖν, ὡς δραμόντες ἄνθρωποι, <lb/>καὶ
                        διαπαλαίσαντες, καὶ τριψάμενοι, καί πως ἄλλως κινηθέντες <lb/>ἐθερμάνθησαν
                        οὐδὲν ἧττον ἢ εἴ τις ἐν ἡλίῳ θερινῷ καὶ παρὰ <lb/>πυρὶ θαλφθείη. πολλάκις δὴ
                        καὶ κατὰ τὴν τοιαύτην ἐκ τοῦ <lb/>βάθους ἐπάνοδον οἷον ζέον τὸ θερμὸν ἀποχεῖ
                        τι τῶν ὑγρῶν <pb n="626"/> ἀθρόον, ὃ δὴ καλοῦμεν ἱδρῶτα. διὰ τοῦτο ἐπὶ ῥίγει
                        ψυγέντα <lb/>μηκέτι ἀναθερμανθῆναι, πονηρόν· ἡττήθη γὰρ ἐν τῇ <lb/>διαμάχῃ
                        τὸ θερμόν. ἡττᾶται δὲ ποτὲ μὲν τῇ ῥώμῃ τοῦ λυποῦντος <lb/>αἰτίου κρατηθὲν,
                        ποτὲ δ’ αὐτὸ τυγχάνον ἀσθενέστερον. <lb/>οὕτω γοῦν <milestone unit="ed2page" n="214"/>εἴρηται κᾀκεῖνο· αἱ ἐκ ῥίγεος καταψύξιες <lb/>μὴ
                        ἀναθερμαινόμεναι, κακόν. αὖθις δὲ τὰς διαθέσεις <lb/>ἑκατέρας, ἐφ’ αἷς
                        ὀλέθρια γίνεται ῥίγη, διδάσκων ἐρεῖ· <lb/>ἐπ’ ὀμμάτων διαστροφῇ, πυρετῷ
                        κοπιώδει, ῥῖγος ὀλέθριον. <lb/>τοῦτο μὲν δὴ τὸ ῥῖγος ἰσχυρᾶς αἰτίας ἔκγονον·
                        ἕτερον δὲ δι’ <lb/>ἀῤῥωστίαν δυνάμεως ὀλέθριον· ἢν ῥῖγος ἐμπέσῃ πυρετῷ μὴ
                        <lb/>διαλείποντι, ἤδη ἀσθενέος ἐόντος, θανάσιμον. ἀλλὰ περὶ <lb/>μὲν τούτων
                        ἐπιπλέον <milestone unit="ed1page" n="371"/>ἑτέρωθι λέγεται. </p></div></div></body></text></TEI>