<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg051.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΛΜΟΥ <lb/>ΚΑΙ ΣΠΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΡΙΓΟΥΣ ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Ἐπειδὴ Πραξαγόρας ὁ Νικάρχου, τά τε <lb/>ἄλλα τῆς ἰατρικῆς ἐν τοῖς ἀρίστοις
                        γενόμενος ἔν τε τοῖς περὶ <lb/>φύσιν λογισμοῖς δεινότατος, οὐκ ὀρθῶς μοι
                        δοκεῖ περί τε <lb/>σφυγμοῦ καὶ παλμοῦ καὶ σπασμοῦ <milestone unit="ed2page" n="200"/>καὶ τρόμου γινώσκειν, <lb/>ἀρτηριῶν μὲν ἅπαντα νομίζων εἶναι
                        πάθη, διαφέρειν <lb/>δὲ ἀλλήλων μεγέθει· διὰ τοῦτο ἔδοξέ μοι κοινῇ περὶ
                        πάντων <lb/>αὐτῶν ἐν τῷδε τῷ γράμματι διελθεῖν, οὐχ ἵνα ἐλέγξαιμι
                        <lb/>Πραξαγόραν ἐν οἷς σφάλλεται, τοῦτο μὲν γὰρ αὐτάρκως <pb n="585"/>
                        Ἡρόφιλος ἔπραξε, μαθητὴς αὐτοῦ γενόμενος, ἀλλ’ ἵν’ οἷς <lb/>ὀρθῶς ἐκεῖνος
                        ἔγραψε τὰ λείποντα προσθῶ. περὶ μὲν δὴ <lb/>τοῦ σφυγμοῦ, τί ποτ’ ἔστι καὶ
                        καθ’ ὅντινα τρόπον γίνεσθαι <lb/>πέφυκεν, ἔν τε τῇ περὶ σφυγμῶν πραγματείᾳ
                        δέδεικται καὶ <lb/>νῦν εἰρήσεται τοσοῦτον, ὅσον ἂν εἰς τὰ προκείμενα
                        χρήσιμον <lb/>εἶναι φαίνηται. περὶ δὲ τῶν ἄλλων ἐν τῷδε τῷ πράγματι
                        <lb/>δίειμι, τὴν ἀρχὴν ἐνθένδε ποιησάμενος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Αἰσθηταὶ κινήσεις ἐν τοῖς τῶν ζώων σώμασιν, <lb/>ὁπόταν ὑγιαίνωσι, διτταὶ τῷ
                        γένει φαίνονται· καθ’ <lb/>ὁρμὴν μὲν ἢ κατὰ προαίρεσιν, ἢ ὅπως ἂν ὀνομάζειν
                        ἐθέλωσιν <lb/>οἱ τὰ μὲν τοιαῦτα δεινοὶ, τῆς δὲ τῶν πραγμάτων ἐπιστήμης
                        <lb/>ἀμελοῦντες, αἱ διὰ νεύρων τε καὶ μυῶν γινόμεναι, καὶ ταύτας <lb/>ἔθος
                        ἐστὶ τοῖς ἰατροῖς ὀνομάζειν προαιρετικὰς ἐνεργείας· <lb/>ἕτεραι δὲ κινήσεις
                        εἰσὶν ἐν τοῖς τῶν ζώων σώμασιν αἱ κατὰ <lb/>τὰς ἀρτηρίας τε καὶ τὴν καρδίαν,
                        ἃς προσαγορεύουσι ζωτικὰς, <lb/>ὄντος καὶ ἄλλου τρίτου γένους κινήσεων ἐν
                        ταῖς φλεψὶν, <lb/>οὐκ αἰσθητοῦ, ὑπὲρ ὧν οὐδὲν ἐν τῷ παρόντι δέομαι λέγειν.
                        <lb/>ἀλλ’ ἥ γε διὰ τῶν μυῶν τε καὶ τῶν νεύρων γινομένη, καθ’ ἣν <pb n="586"/> καὶ τὰς χεῖρας καὶ τὰ σκέλη κινοῦμεν, ἐν τρόμοις καὶ σπασμοῖς <lb/>καὶ
                        ῥίγεσι νοσώδεσιν, ἐνίοτε δὲ καὶ τοῖς παλμοῖς φαίνεται. <lb/>πάντα γὰρ τὰ
                        τοιαῦτα παθήματα πλημμελεῖς κινήσεις εἰσὶ <lb/>τῶν αὐτῶν ὀργάνων, ἀφ’ ὧν
                        ὑγιαινόντων αἱ καθ’ ὁρμὴν ἐπιτελοῦνται <lb/>κινήσεις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ὁ τρόμος μὲν οὖν γίνεται τῆς ὀχούσης καὶ <lb/>κινούσης τὸ σῶμα δυνάμεως
                        ἀῤῥωστίᾳ. οὐ γὰρ ἐξ ἑαυτῶν <lb/>δήπου τὰ μόρια τῶν ζώων οὕτως ὄντα βαρέα καὶ
                        κάτω φέρεσθαι <lb/>πεφυκότα, τὰς εἰς ἅπαντα τόπον ἔχει κινήσεις, ἀλλ’ <lb/>ἡ
                        διὰ τῶν νεύρων τοῖς μυσὶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἐπιπεμπομένη δύναμις <lb/>οἷον ὄχημά
                        τι καὶ πτέρωμα τῆς κινήσεως αὐτοῖς ἐστιν, <lb/>ἣν ὅταν μὲν ἀπολέσῃ τελέως,
                        ἀπόλλυσι δὲ τὰ παραλελυμένα, <lb/>καταφέρεται καὶ πίπτει κάτω δίκην ὄρνιθος
                        πτεροῤῥυήσαντος, <lb/>ὅθεν οὐδεμία κίνησις ἀπολείπεται τοῖς οὕτω παθοῦσιν.
                        εἰ δὲ <lb/>περιγίνοιτο μὲν ἡ δύναμις, ὀλίγη δὲ καὶ ἀσθενὴς, ὡς μήθ’
                        <lb/>ἱκανῶς ὀχεῖν τε καὶ βαστάζειν τὰ μέρη τοῦ σώματος, ἢ ὥσπέρ <lb/>τι
                        φορτίον φέρειν μὴ δύνασθαι, ἀνάγκη τὸ διακείμενον οὕτω <lb/>μόριον ἐν τρόμῳ
                        καθορᾶσθαι. αἱ γὰρ ὑπὲρ τὴν δύναμιν τοῖς <pb n="587"/> ἀσθενέσι κινήσεις
                        βίαιοί τε καὶ πρὸς ἀνάγκην γιγνόμεναι τρομώδεις <lb/>εἰσίν. οἶμαί σε
                        πολλάκις ἑωρακέναι βαρὺ φορτίον <lb/>ᾑρημένον τινὰ, κᾄπειτα βαδίζειν
                        ἐπιχειροῦντα πρὸς βίαν, ὡς <lb/>τρομώδης γίνεται τοῖν σκελοῖν. καὶ γὰρ εἰ
                        καὶ ταῖν χεροῖν <lb/>ὑπέρβαρύ τι βαστάζειν ἐπιχειροίη, τρομώδης ἔσται ταῖν
                        χεροῖν. <lb/>οὕτω δὲ <milestone unit="ed2page" n="201"/>καὶ ἄνθρωπος ὅταν
                        φοβῆται, ἤν τέ τι <lb/>ταῖς χερσὶ δρᾷν, ἤν τε βαδίζειν ἐθέλῃ, τρομώδεις μὲν
                        αἱ χεῖρες <lb/>αὐτῷ τολμῶντι δι’ αὐτῶν ἐνεργεῖν, τρομώδη δὲ τὰ σκέλη
                        <lb/>βαδίζειν ἐπιχειροῦντι. καθαιρεῖ γὰρ ἰσχὺν δυνάμεως οὐδὲν <lb/>ἧττον τῶν
                        ἄλλων φόβος. ἢν δὲ ἅπαξ αὕτη καταπέσῃ καὶ <lb/>ἀῤῥωστήσῃ, πᾶν ἄχθος
                        γίγνεται, κᾂν παντελῶς ᾖ κουφότατον. <lb/>ὥστε καὶ τὸ σῶμα τοῦ ζώου, κοῦφον
                        ὂν πρότερον, οἷα <lb/>φορτίον αὐτὴν βαρύνει. γέροντες δ’ ὡσαύτως ἀπ’
                        ἀσθενείας <lb/>τὰ πολλὰ τρομώδεις εἰσὶ, ὅσοις τε διὰ νόσον ἡ τοῦ σώματος
                        <lb/>ἰσχὺς ἐπόνησεν, οὐδὲ τούτοις ἄνευ τρόμων αἱ κινήσεις. <lb/>ἐν πᾶσι γὰρ
                        τοῖς οὕτως ἔχουσιν ἡ κινοῦσα τὰ μέρη καὶ βαστάζουσα <lb/>δύναμις,
                        ἀῤῥωστήσασα νυνὶ, ὅσον ἐπεφύκει πρότερον <pb n="588"/> αἴρειν, οὐκέτι
                        δύναται, καθάπερ ὀκλάζουσα περὶ τὴν κίνησιν. <lb/>ἔνθα δ’ ἂν ὅλος ὁ τόνος
                        ἐνδῷ τῆς φύσεως, ἐνταῦθα <lb/>τοῦ κουφίζοντος ἀποροῦντα τὰ σώματα τῷ σφετέρῳ
                        βάρει <lb/>φέρεται κάτω, καὶ ἔμεινεν ἐνταῦθα. καθάπερ ἐν παραλύσεσιν,
                        <lb/>εἰ πᾶσαν τὴν δύναμιν ἡ ἰσχὺς ἐπελελοίπει τελέως· ὅσον <lb/>δὲ αὐτῆς
                        λείπεται, τοῦτο πάλιν ὀχεῖν ἐπιχειρεῖ. δύναται δὲ <lb/>οὐδὲ νῦν ὅσον
                            βούλε<milestone unit="ed1page" n="365"/>ται δι’ ἀσθένειαν· ἀλλ’ ὀλίγον
                        μέν <lb/>τι κουφίζει, τὸ πλέον δ’ ἀπολείπει, ἀτελῆ καὶ κολοβὴν
                        ἐγκαταλείπουσα <lb/>καὶ ταύτῃ τὴν κίνησιν. αὖθις οὖν ἐπιτρέπει τοῖς
                        <lb/>σώμασι φέρεσθαι κάτω. τούτου συνεχῶς ἀποτελουμένου, καὶ <lb/>τὴν ἄνω
                        φορὰν ἐκδεχομένης ἀεὶ τῆς κάτω, συναπτούσης δὲ αὖ <lb/>πάλιν τῆς ἄνω, διπλῆ
                        μὲν καὶ σύνθετος ἡ πᾶσα γίνεται κίνησις, <lb/>ἀμειβόντων ἀεὶ τῶν μορίων τοὺς
                        τόπους. ὄνομα δὲ τῷ <lb/>πάθει τρόμος, εἰς μὲν τὰ κάτω τῆς φορᾶς τοῖς σώμασι
                        τῷ <lb/>σφετέρῳ βάρει γινομένης, ἄνω δὲ αὖ πάλιν ὑπὸ τῆς δυνάμεως
                        <lb/>αἰρομένης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἀλλὰ καὶ παλμὸς, ἴσως φήσει τις, ὡσαύτως <lb/>τῷ τρόμῳ κίνησίς ἐστιν
                        ἀβούλητός τε καὶ ἀκούσιος ἐπαιρομένων ﻿<pb n="589"/> τε καὶ καταφερομένων
                        τῶν παλλομένων μερῶν. πῇ <lb/>ποτ’ οὖν διοίσει τρόμος παλμοῦ; μέχρι μὲν
                        τοῦδε φαίνονται μηδὲν <lb/>ἀλλήλων διαφέροντες, διενηνόχασι δὲ, οὔτε γὰρ
                        τόπον πάσχοντα <lb/>τὸν αὐτόν φημι εἶναι τοῖς παλλομένοις, οὔτ’ αἰτίαν, οὔτε
                        <lb/>σύμπτωμα. τρέμει μὲν γὰρ μὴ προελόμενος κινεῖν τὸ κῶλον <lb/>οὐδείς·
                        πάλλεται δὲ τὰ παλλόμενα, κᾂν ἀποκείμενα τύχῃ, κᾂν <lb/>μηδεμίαν κίνησιν
                        αὐτοῖς ἐπάγῃς. ἀπατῶνται δὲ κᾀνταῦθα <lb/>πολλοὶ, κεφαλάς τε τρομώδεις
                        ὁρῶντες, ἀκίνητόν τε χεῖρα, <lb/>καὶ σκέλος, ὡς ἂν δόξειεν, ἀποτεταμένον
                        ἐχόντων τινῶν, <lb/>ἔπειτ’ οὐδὲν ἧττον τρεμόντων. οὓς χρὴ διδάξαι τὸν λόγον
                        <lb/>τοῦτον, οὐχ ὑπ’ ἐμοῦ νῦν πρῶτον λεγόμενον, ἀλλὰ καὶ πολλοῖς <lb/>τῶν
                        παλαιῶν, οὐχ ὅσα φαίνεται κινεῖσθαι, ταῦτα κινεῖσθαι <lb/>φᾶσι μόνα. πολλὰ
                        γοῦν ἀκίνητα μὲν εἶναι δοκεῖ, ἕνα <lb/>καὶ τὸν αὐτὸν ἐπέχοντα τόπον, οὐδὲν
                        δὲ ἧττον κινεῖται. <lb/>τοὺς γοῦν ὄρνιθας οὐ μόνον ἄνω καὶ κάτω φερομένους,
                        ἀλλὰ <lb/>κᾂν ἕνα τόπον ἐν τῷ ἀέρι κατειληφότες ὦσιν, ἐν κινήσει καὶ
                        <lb/>τόθ’ ὑπάρχειν. ἐὰν γοῦν ἐν ἐκείνῳ τῷ τόπῳ νεκρὸν ὄρνιθος <pb n="590"/>
                        σῶμα τεθῇ, ῥᾳδίως ἐπὶ τὴν γῆν κατενεχθήσεται τῷ βάρει <lb/>ῥέψαν. <milestone unit="ed2page" n="202"/>ᾧ δῆλον ὅτι καὶ τὸ μένον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τόπου
                        <lb/>σῶμα κινήσει τινὶ προσχρώμενον ἐμετεωρίζετο, κατὰ <lb/>τοσοῦτον μέρος
                        γε κινήσεως, ὅσον ἔσχεν ἂν, εἰ μόνῳ τῷ βάρει <lb/>καταφερόμενον τετύχηκεν.
                        ὥστε ἣν δοκεῖς ἀκινησίαν εἶναι, <lb/>σύνθετός ἐστι κίνησις ἐκ δύο τινῶν εἰς
                        ὑπεναντίους τόπους <lb/>ἀπάγειν τὸ σῶμα δυναμένων κινήσεων συγκειμένη. ὧν εἰ
                        τὴν <lb/>ἑτέραν ἀφέλοις τὴν ἄνω, τὴν λοιπὴν ὄψει ῥᾳδίως εἰς τὸν <lb/>κάτω
                        τόπον ἀπάγουσαν τὸ σῶμα. τοῦτ’ οὖν καὶ Ἱπποκράτης <lb/>διδάσκει εἰπών·
                        ἑστάναι ἕλκεσιν ἥκιστα συμφέρει. καὶ <lb/>ἄλλως, ἢν ἐν σκέλει ἔχῃ τὸ ἕλκος,
                        οὐδὲ καθῆσθαι, οὐδὲ πορεύεσθαι, <lb/>ἀλλὰ ἡσυχίην ἔχειν καὶ ἀτρεμίζειν
                        συμφέρει. τὸ <lb/>μὲν γὰρ ἀτρεμίζειν καὶ ἡσυχάζειν ὡς ὠφελοῦν ἐπαινεῖ· τὸ
                        <lb/>δὲ ἑστάναι καὶ καθῆσθαί, φησιν, ἥκιστα συμφέρει, ἕτερόν τι <lb/>τοῦ
                        ἀτρεμίζειν καὶ ἡσυχάζειν ὑπάρχον. ἐντέτανται γὰρ καὶ <lb/>τόθ’ οἱ μύες
                        βαστάζοντές τε καὶ ἀπὸ τῆς γῆς ἐξαίροντες καὶ <lb/>ὀρθοῦντες τὸ σῶμα. διὰ
                        τοῦτο τοῦ περιπατεῖν οὐδὲν ἧττον <lb/>τὸ ἑστάναι κοπῶδες, ὡς ἂν καὶ αὐτὸ
                        κίνησις ὄν. ἀρθείσης <pb n="591"/> γοῦν τῆς ψυχῆς τῆς κινούσης τε καὶ
                        ὀρθούσης τὸ σῶμα, ῥᾳδίως <lb/>ὄψει κείμενον ἐπὶ τῆς γῆς τὸ πρότερον ὂν
                        ὀρθῶς. ᾧ δῆλον <lb/>ὅτι καὶ ὁπόταν ὀρθὸν ᾖ, οὐκ ἦν ἀκίνητον, ἀλλ’ εἶχέ τι
                        <lb/>κουφίζον τε καὶ βαστάζον καὶ ἐξαῖρον αὐτό. ἐγὼ μὲν οὖν <lb/>οὐδὲ τὸν
                        κατακείμενον ἄνθρωπον, εἰ τὴν μὲν κεφαλὴν ὑψηλοτέραν <lb/>ἔχοι, τοὺς δὲ
                        πόδας ταπεινοτέρους, οὐδὲ τοῦτον ἀκίνητον <lb/>εἶναί φημι παντάπασιν.
                        ὑπέῤῥει γὰρ ἂν ῥᾳδίως ἐπὶ <lb/>πόδας ἀπὸ τῶν ὑψηλοτέρων εἰς τὸ κάταντες
                        ῥέπων, εἰ μή που <lb/>κινήσῃ τὴν ῥοπὴν ταύτην ἀντισηκοῦσαν. ταῦτ’ ἆρα καὶ ὁ
                        <lb/>Ἱπποκράτης ἔλεγεν· εἰ δὲ καὶ προπετὴς γένοιτο, καὶ καταῤῥέοι <lb/>ἀπὸ
                        τῆς κλίνης ἐπὶ πόδας, δεινότερόν ἐστι. τὸ γὰρ ἐπὶ <lb/>τοὺς πόδας ὑποῤῥεῖν
                        κατακείμενον ἀῤῥωστούσης ἐσχάτως δυνάμεως <lb/>βεβαιότατόν ἐστι γνώρισμα.
                        ἑστάναι μὲν γὰρ ἢ καθέζεσθαι <lb/>ἢ ἀνίστασθαι μὴ δύνασθαι δεινὸν μὲν, ἀλλ’
                        ἧττον <lb/>δεινὸν, ἀπολήγουσι γὰρ πρὸς ταῦτα πολλοὶ τῶν νοσούντων, <lb/>εἰς
                        ἔσχατον ἀσθενείας οὔπω προϊόντες· τὸ δὲ μὴ κατακεῖσθαι <lb/>δύνασθαι ζῶντος
                        τρόπον, ἀλλὰ κᾀνταῦθα καθάπερ νεκρὸν καὶ <lb/>ἄψυχον σῶμα καταφέρεσθαι,
                        κακῶν ἔσχατον. τοῦτο ἐν τῷ <pb n="592"/> περὶ χυμῶν ἔῤῥιψιν ἐκάλεσεν, ὅπερ
                        οἱ ἐξηγησάμενοι τὸ σύγγραμμα <lb/>μὴ νοήσαντες ἐλάλησαν πολλά. τὸ γὰρ
                        καταβεβλῆσθαι <lb/>δίκην ἀψύχου σώματος, παντὸς τοῦ τόνου τελείως
                        <lb/>ἐκλελυμένου τε καὶ ἀπολωλότος ἔῤῥιψιν εἶπεν, ὥστε μὴ <lb/>ταὐτὸν εἶναι
                        τὸ ἐῤῥίφθαι τῷ κατακεῖσθαι, ἀλλ’ ὃν ἔχει <lb/>λόγον τὸ καταπίπτειν πρὸς τὸ
                        κατακεῖσθαι. οὕτω κᾀπὶ <lb/>τῶν ὀρνίθων ἕτερον μέν ἐστιν ἐπὶ γῆν καταπτῆναι,
                        ἕτερον <lb/>δὲ πεσεῖν ἐπὶ τὴν γῆν. τὸ μὲν γὰρ ἐνέργεια, τὸ δὲ <lb/>πάθος.
                        ὡσαύτως οὖν τούτοις ἐνέργεια μὲν ἡ κατάκλισίς <lb/>ἐστι, πάθημα δὲ ἡ
                        ἔῤῥιψις. πρὸς τί δή μοι ταῦτα λέγεται; <lb/>ἵνα τοὺς ἐπηρκότας ἢ σκέλος ἢ
                        χεῖρα, κᾄπειτα φυλάττοντας, <lb/>ὡς ἔχουσι, μὴ δόξῃς ἀκινήτους εἶναι, μηδ’
                        ἂν <lb/>ὅτι μάλιστα τυγχάνωσιν. ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ἀεὶ κατέχοντες <lb/>τόπον.
                        εἰ δ’ οὐ βούλει συγχωρῆσαι κίνησιν ὑπάρχειν τοῖς <lb/>οὕτω διακειμένοις,
                        ἀλλ’ ἐνέργειάν τε πάντως αὐτοῖς συγχωρήσεις <lb/>ὑπάρχειν, καὶ διπλασίαν γε
                        τὴν ῥώμην ταύτην τῆς <lb/>ἁπλῆς ἐνεργείας. ἐν μὲν γὰρ ταῖς ἁπλαῖς ἓν γένος
                        ἐνεργεῖ <lb/>μυῶν, ἤτοι τῶν καμπτόντων, ἢ τῶν ἐντεινόντων τὸ <lb/>κῶλον·
                        ὅταν δὲ ἀποτείνας αὐτὸ διαφυλάττῃς, ἄμφω τὰ <pb n="593"/> γένη τῶν μυῶν
                        ἰσοσθενῶς ἐνεργεῖ. εἰ δὲ τούτου μνημονεύεις, <lb/>ἀληθῆ παραφυλάττων
                        εὑρήσεις ἀεὶ τὸν λόγον, ὅτι τῷ μηδεμίαν <lb/>ἐπιχειροῦντι <milestone unit="ed2page" n="203"/>κινεῖσθαι κίνησιν οὐκ ἐγγίνεται τρόμος.
                        <lb/>ἀδυνάτου γάρ ἐστι καὶ ἀσθενοῦς κινήσεως σύμπτωμα. <lb/>ὅθεν ὅτῳ
                        κινεῖσθαι σώματι μηδόλως ὑπάρχει, παντί που <lb/>δῆλον, ὡς οὐδὲ περὶ τὴν
                        κίνησιν ἀσθενὲς καὶ ἀδύνατον <lb/>ὑπάρξει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Παλμὸς δέ γε καὶ τοῖς ἀκινήτοις συμβέβηκε. <lb/>καὶ γὰρ ὀφρὺς καὶ βλέφαρον
                        καὶ ὀφθαλμὸς ἐπαίρονται <lb/>πολλάκις ἄνευ βουλήσεως ἁπάσης. ἔνθα καὶ τοῦτό
                        γε σαφῶς <lb/>οἶμαι θεάσασθαι μεγάλην ἔχον μοῖραν εἰς ἐπίγνωσίν τε τοῦ
                        <lb/>πάθους τῆς φύσεως ἀκριβῆ τε διάκρισιν ἀπὸ τῶν τρεμόντων. <lb/>αἱ μὲν
                        γὰρ ἐν τοῖς παλλομένοις μέρεσιν ἐπάρσεις τε καὶ θέσεις <lb/>φαινόμεναι
                        διατάσεις εἰσί τινες τῶν σωμάτων, οἷα πληρουμένων <lb/>αὖθίς τε πάλιν
                        κενουμένων συνιζήσεις· αἱ δὲ ἐπὶ <lb/>τῶν τρεμόντων ὅλου τοῦ κώλου κινήσεις
                        εἰσὶ, ποτὲ μὲν εἰς <lb/>τὸ κάτω ῥέποντος, αὖθις δ’ ἄνω φερομένου,
                        διαστέλλεται ﻿<pb n="594"/> δὲ οὐδὲν, οὐδὲ συστέλλεται. διὰ τοῦτο τρέμει μὲν
                        ὅλον τὸ <lb/>μέρος, ὁπόταν τι δρᾷν ἐπιχειρῶμεν, οὐδενὸς ἀκινήτου τῶν ἐν
                        <lb/>αὐτῷ μένοντος· ἀλλ’ ὁμοίως μὲν οἱ μύες, ὁμοίως δὲ τούτοις <lb/>ἀρτηρίαι
                        καὶ νεῦρα καὶ φλέβες καὶ αὐτὰ τὰ ὀστᾶ καὶ τὸ <lb/>δέρμα ποτὲ μὲν ἄνω
                        φέρεται, ποτὲ δὲ κάτω. πάλλεται δὲ οὐ <lb/>πάντα. νεῦρον γοῦν, ἢ ὀστοῦν, ἢ
                        χόνδρον, ἤ τι τοιοῦτον <lb/>ἕτερον οὐκ ἂν ἴδοις ποτὲ παλλόμενον. οὐ γὰρ ἔχει
                        κοιλίαν, <lb/>ἧς ἐν μέρει διαστελλομένης τε καὶ συστελλομένης, ἐπαίρεσθαι
                        <lb/>μὲν, ὅταν διαστέλληται, συμπίπτειν δὲ, ὅταν συστέλληται, <lb/>τοῖς
                        μέρεσιν ὑπάρξει. ἀλλ’ εἴτε μυῶν ἐστι πάθος μόνον ὁ <lb/>παλμὸς, ὡς Ἡρόφιλος
                        ἐνόμιζεν, ἤ καὶ τοῦ δέρματος, ἢ ἀρ<milestone unit="ed1page" n="366"/>τηριῶν,
                        <lb/>ὡς ὑπελάμβανε Πραξαγόρας, αὖθις τοῦτο σκεψόμεθα. <lb/>τῇ γὰρ παρὰ τῇ
                        τοῦ πεπονθότος τόπου ζητήσει <lb/>οἰκειοτέρα ἡ σκέψις. τὸ δέ γε νῦν εἶναι
                        τοσοῦτον λαβόντες <lb/>εἰς τὸ πρόσθεν ἴωμεν, ὅτι διάστασις μέν τίς ἐστι καὶ
                        συνίζησις <lb/>παρὰ φύσιν ὁ παλμὸς, ἀκούσιος δὲ κίνησις ἄνω τε καὶ <lb/>κάτω
                        τῶν μερῶν ἐναλλὰξ φερομένων ὁ τρόμος. ἔστι δὲ οὐ <pb n="595"/> ταὐτὸν οὔτε
                        τῷ ἄνω φέρεσθαι τὸ διαστέλλεσθαι οὔτε τῷ <lb/>κάτω τὸ συστέλλεσθαι. τὰ μὲν
                        γὰρ ἄνω καὶ κάτω φερόμενα, <lb/>τὸν πρότερον ἀπολείποντα τόπον, εἰς ἕτερον
                        μεθίσταται· <lb/>τὰ διαστελλόμενα δὲ καὶ συστελλόμενα, τὴν ἀρχαίαν
                        <lb/>ἕδραν φυλάττοντα, τὸ μὲν ἐπιλαμβάνει τοῦ πέριξ χωρίου, τὸ <lb/>δὲ
                        ἀπολείπει. ὥστε τὸ κινεῖσθαι μὲν ἀμφοτέροις κοινὸν, <lb/>ὅσα τε διαστέλλεται
                        καὶ συστέλλεται, καὶ μέν τοι καὶ ὅσα <lb/>κάτω τε καὶ ἄνω φέρεται· ἴδιον δὲ
                        τοῖς μὲν ἐλάττονα τόπον <lb/>ἤ πλέονα κατειληφέναι, τὸν ἐξ ἀρχῆς οὐκ
                        ἀπολείπουσι· <lb/>τοῖς δὲ ἀεὶ τοὺς τόπους ἀμείβειν, μή ποτε ἐν ταὐτῷ
                        μένουσι. <lb/>δεήσει δὲ, οἶμαι, κᾀνταῦθά μοι διορισμοῦ πρὸς τὸ πάντῃ
                        <lb/>τὸν λόγον ἀληθεύειν. πολλάκις γὰρ ἤδη, πλεόνων ἅμα μυῶν <lb/>ἤ τινος
                        ἑνὸς μεγάλου σφοδρῶς παλλομένου, συνεπαίρεται μὲν <lb/>διαστελλομένοις
                        αὐτοῖς τὸ κῶλον, αὖθις δὲ καταπίπτει συστελλομένοις. <lb/>ἐνθάδε τὴν
                        ἀκούσιον ἔπαρσίν τε καὶ θέσιν τοῦ <lb/>κώλου τρόμον οὐ χρὴ καλεῖν. ὄψει τε
                        γὰρ σαφῶς τοὺς παλλομένους <lb/>μύας, οἷς κινεῖται τὸ κῶλον, αὐτή τε
                            <milestone unit="ed2page" n="204"/>ἡ κίνησις <pb n="596"/> οὐχ οἵα τοῖς
                        τρέμουσιν. ἐπὶ μὲν γὰρ τῶν διὰ τοὺς παλλομένους <lb/>μῦς ἐν κινήσει τὸ κῶλον
                        ὅλον ἰσχόντων ἰδίοις καὶ αἰσθητοῖς <lb/>πέρασιν ἑκατέρα τῶν κινήσεων
                        περιγράφεται· τῶν <lb/>δὲ τρεμόντων τὸ πάθος οὐ τοιοῦτον, ἀλλὰ τῆς ἑτέρας
                        κινήσεως <lb/>ἔτ’ ἀρχομένης, ὡς ἄν τις φαίη, τὴν ἐναντίαν αὐτῇ
                        <lb/>συνάπτουσαν εὑρήσεις, ὥστε ἀεὶ μὲν τὴν ἄνω φορὰν ἐκδέχεσθαι <lb/>τὴν
                        κάτω, ταύτην δ’ ὑπ’ ἐκείνης πάλιν κωλύεσθαι συνεχῶς, <lb/>ἀτελευτήτου μὲν
                        ἀεὶ τῆς ἄνω φορᾶς, ἀτελευτήτου δὲ <lb/>τῆς κάτω ῥοπῆς ὑπαρχούσης. τάδε μέν
                        σοι τῶν παθῶν τὰ <lb/>γνωρίσματα καὶ τοῖσδε τοῖς συμπτώμασιν ἀλλήλων
                        διαφέρει. <lb/>τόπον δὲ πάσχοντα καὶ τὸ ποιοῦν αἴτιον ἐφεξῆς ἂν εἴη
                        σκοπεῖσθαι. <lb/>πνεῦμα παχὺ καὶ ἀτμῶδες οὐκ ἔχον διέξοδον αἴτιον <lb/>εἶναί
                        φημι παλμῶν. ἀθροίζεσθαι δὲ τοῦτό φημι χρῆναι <lb/>κατά τινα κοιλότητα μὴ
                        κομιδῆ μικρὰν, εἰ μέλλει τὴν διάστασιν <lb/>αἰσθητὴν ἕξειν τὸ μέρος. εἴρηται
                        μὲν δὴ τὸ πᾶν ἐν <lb/>κεφαλαίῳ. δεῖ δέ σε τῶν ἀποδείξεων ἔτι πνευματικὴν μὲν
                        <lb/>εἶναι τὴν οὐσίαν τῷ αἰτίῳ τιθέναι, διὰ τὸ τάχος τῆς κινήσεως <lb/>καὶ
                        τῆς γενέσεως καὶ τῆς λύσεως. τί γὰρ οὕτω ῥᾳδίως <pb n="597"/> ἀθροίζεσθαί τε
                        καὶ κενοῦσθαι δυνατὸν ἄλλο πλὴν πνεύματος; <lb/>ἔστι μὲν γὰρ τὰ συντιθέντα
                        τὸν ἄνθρωπον, ὡς Ἱπποκράτης <lb/>ἐδίδασκεν ἡμᾶς, στερεὰ, ὑγρὰ, καὶ πνεύματα.
                        μέμνηται δέ <lb/>πως αὐτῶν ὧδε, τὰ ἴσχοντα λέγων, καὶ τὰ ἐνισχόμενα, καὶ
                        <lb/>τὰ ἐνορμῶντα· ἴσχοντα μὲν τὰ στερεὰ καλῶν, περιέχει γὰρ <lb/>καὶ
                        ἀποστέγει τὰ ὑγρά· ἐνισχόμενα δὲ, τὰ ὑγρὰ, περιέχεται <lb/>γὰρ ὑπὸ τῶν
                        στερεῶν· ἐνορμῶντα δὲ τὰ πνεύματα, πάντῃ <lb/>γὰρ ἐξικνεῖται τοῦ σώματος ἐν
                        ἀκαρεῖ χρόνῳ ῥᾳδίως τε καὶ <lb/>ἀκωλύτως. ταχεῖαν οὖν κένωσιν, ἢ πλήρωσιν, ἢ
                        διάστασιν, <lb/>ἢ συνίζησιν, ἢ θέσιν, ἤ ἔπαρσιν, ἤ τινα ἄλλην κίνησιν οὐδὲν
                        <lb/>ἂν τῶν ἁπάντων ἐργάσαιτο πλὴν πνεύματος. ὥστε καὶ <lb/>παλμῶν αἰτία
                        οὐσία μὲν τὸ πνεῦμα, ποιότης δὲ τῆς οὐσίας <lb/>ὑγρότης ἐστὶ καὶ παχύτης, ὡς
                        ὀλίγῳ πρόσθεν ἐλέγομεν, <lb/>ἡνίκα παχὺ καὶ ἀτμῶδες ὠνομάσαμεν αὐτό. εἰ γὰρ
                        αἰθερῶδες <lb/>εἴη καὶ λεπτὸν καὶ καθαρὸν, ἀκωλύτως διεξερχόμενον <lb/>οὔτε
                        πληρώσει ποτὲ οὔτε κενώσει τὰ μέρη. τὸ δὲ παχύτερον <lb/>ἢ κατὰ τοὺς πόρους
                        τῶν σωμάτων, ἐν οἷς ἀθροίζεται, <pb n="598"/> στεγόμενον ἐντὸς, εἰ μὲν ἔχοι
                        κοιλότητα τὸ σῶμα, ταύτην <lb/>πληρῶσαν ἤγειρέ τε καὶ διέστειλε τὸ περιέχον·
                        εἰ δ’ οὐκ <lb/>ἔχοι, μεταξὺ δυοῖν ἀθροιζόμενον σωμάτων ἀπὸ θατέρου
                        <lb/>θάτερον ἀφίστησιν, ἐπίκτητον ἑαυτῷ κοιλίαν ἐργαζόμενον. <lb/>οὗτος μὲν
                        ὁ τρόπος ὁ δεύτερος εἰρημένος καὶ περὶ τὸ δέρμα <lb/>παλμοὺς ἐργάζεται
                        πολλάκις, οὐκ αὐτοῦ τοῦ δέρματος ἐν <lb/>ἑαυτῷ κοιλότητά τινα κεκτημένου,
                        ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ <lb/>δέρματος καὶ τῶν ὑποκειμένων σωμάτων ἀθροίζεται
                        τηνικαῦτα <lb/>τὸ πνεῦμα. ὁ δὲ τρόπος ὁ πρότερον εἰρημένος ἐν μυσὶ
                        <lb/>μάλιστα γίνεται. κοιλότητες γὰρ ἐν τούτοις εἰσὶ πολλαί τε <lb/>καὶ
                        σμικραί. Πραξαγόρας δὲ καὶ ταῖς ἀρτηρίαις ἀνατίθησι <lb/>σφυγμὸν, ὥσπερ
                        ἀμέλει καὶ παλμὸν καὶ τρόμον καὶ σπασμὸν <lb/>ἀρτηριῶν πάθη· καὶ σφυγμὸν μὲν
                        ἐν τῷ κατὰ φύσιν ἔχειν· <lb/>παλμὸν δὲ καὶ τρόμον καὶ σπασμὸν ἀλλήλων μὲν
                        διαφέρειν <lb/>μεγέθει, κινήσεις δὲ εἶναι παρὰ φύσιν. ὅτι δὲ οὐκ ὀρθῶς
                        <lb/>ἐγίνωσκε μόναις ἀρτηρίαις ἀναφέρων τὸν παλμὸν, οὐ χαλεπὸν
                        <lb/>ἐξελέγξαι. <milestone unit="ed2page" n="205"/>σαφῶς γὰρ ἔστιν ἰδεῖν
                        πολλάκις καὶ τὸ <lb/>δέρμα παλλόμενον καὶ τοὺς μῦς, οὐδεμιᾶς κατὰ τὸν τόπον
                            ﻿<pb n="599"/> ἀρτηρίας οὔσης, ἢ εἰ καὶ τυγχάνει τις οὖσα, κομιδῆ μικρᾶς
                        <lb/>ὑπαρχούσης, ὡς ἄν τινα φανερῶς γνῶναι δύνασθαι, τὴν τοσαύτην
                        <lb/>διάστασιν οὐκ εἶναι κατὰ τὸ τῆς ἀρτηρίας μέγεθος. <lb/>εἰ δὲ ὀρθῶς
                        ἔνιοι τοῖς μυώδεσι σώμασι μόνοις ἀνατιθέασι τὸν <lb/>παλμὸν, τοῦτό μοι δοκεῖ
                        μᾶλλον ἄξιον ἐπισκέψεως εἶναι. ἐγὼ <lb/>μὲν γὰρ καὶ πάνυ νομίζω σαφῶς τὴν
                        ἀρτηρίαν οὐ μόνον παλμῶδες <lb/>ἀλλὰ καὶ σπασμῶδές τι πολλάκις ἐμφαίνουσαν
                        εὑρίσκειν, <lb/>ὥσπερ καὶ ἄλλοι τῶν περὶ τοὺς σφυγμοὺς δεινῶν ὁμολογοῦσιν.
                        <lb/>ἀλλὰ περὶ μὲν τούτου μακρότερός τε ὁ λόγος ἐστὶ κᾀν <lb/>τοῖς περὶ
                        σφυγμῶν εἴρηται. κατὰ δὲ τὸ δέρμα μόνον ἐναργῶς <lb/>φαίνονται παλμοὶ
                        γινόμενοι πολλοῖς τῶν ἀνθρώπων οὐκ ὀλιγάκις, <lb/>ὅταν ἀτμῶδες πνεῦμα κατά
                        τι μόριον αὐτοῦ γεννηθὲν <lb/>ἴσχηταί τε καὶ βραδύνῃ κατὰ τὴν διέξοδον. οὕτω
                        δὲ κᾂν ἐν <lb/>μυσὶν ἢ ἄλλῳ τινὶ σώματι φυσῶδες πνεῦμα πλεονάσῃ, κατ’
                        <lb/>ἐκεῖνο παλμὸν ἐργάζεται. ὅτι δὲ πνεῦμα παχὺ καὶ ὁμιχλῶδες <lb/>ἢ
                        ἀχλυῶδες ἢ φυσῶδες, ἢ ὅπως ἂν ὀνομάζειν ἐθέλῃς, αἴτιον <lb/>γίνεται παλμοῦ,
                        καὶ διὰ τοῦτο τῶν ἡλικιῶν αἱ ψυχρότεραι <lb/>παλμῷ εὐάλωτοι, καὶ φύσις
                        σώματος ἡ ψυχροτέρα, καὶ χωρία <pb n="600"/> ψυχρὰ, καὶ ὥρα τοῦ ἔτους ἡ
                        χειμερινὴ, καὶ βίος ἀργὸς ἐν <lb/>πλησμοναῖς τε καὶ μέθαις, ἐδέσματά τε
                        ψυχρὰ καὶ φυσώδη, <lb/>καὶ πάνθ’ ἁπλῶς, ὅσα τὸ σῶμα καταψύχει· τὰ δ’ ἐναντία
                        <lb/>τῶνδε καθαιρετικά ἐστιν αὐτίκα τῶν παλμῶν. τὰ μὲν γὰρ <lb/>θερμαίνοντα
                        λεπτύνει τε τὸ πνεῦμα καὶ τὰ σώματα τίθησιν <lb/>ἀραιὰ καὶ μαλακά· τὰ δὲ
                        ψύχοντα πυκνοῖ μὲν καὶ <lb/>συνάγει καὶ μύειν ἀναγκάζει τῶν σωμάτων τοὺς
                        πόρους, παχύνει <lb/>δὲ καὶ πήγνυσι καὶ θολερὸν ἀποδείκνυσι τὸ πνεῦμα.
                        <lb/>ῥᾳδίως οὖν ἴσχεται, διαπνεῖσθαι μὴ δυνάμενον, τῷ θ’ ἑαυτοῦ <lb/>πάχει
                        καὶ τῇ τῶν περιεχόντων αὐτὸ σωμάτων πυκνότητι. <lb/>τὰ δὲ θερμαίνοντα πάλιν
                        ἐξ ὑπεναντίου τοῖς ψύχουσι χέοντα <lb/>καὶ χαλῶντα καὶ διανοίγοντα τῶν
                        σωμάτων τοὺς πόρους, <lb/>αὐτό τε τὸ πνεῦμα λεπτύνοντα καὶ πρὸς τὴν κίνησιν
                        ἐπεγείροντα <lb/>ῥᾳδίως, οὕτω καὶ εὐπετεῖς αὐτῷ τὰς διεξόδους ἐργάζεται.
                        <lb/>διὰ τοῦτο καὶ τὰ ἰάματα τῶν παλμῶν οἱ παλαιοὶ τῶν <lb/>ἰατρῶν ἐξεῦρον,
                        ὅσα λεπτύνειν τε καὶ θερμαίνειν δύναται, οἷά <lb/>ἐστι τά τε δι’ εὐφορβίου,
                        καὶ πυρέθρου, καὶ λι<milestone unit="ed1page" n="367"/>μνησίας, <lb/>καὶ
                        θείου, καὶ πεπέρεως, ὅσα τε ἄλλα τοιαῦτα συγκείμενα <pb n="601"/> φάρμακα,
                        καὶ τῶν ὑδάτων δὲ τὰ γῆθεν ἀνιόντα θερμὰ, καὶ <lb/>τούτων μάλιστα τὰ νιτρώδη
                        τε καὶ θειώδη, καὶ ἀσφαλτώδη <lb/>τε ταῦτα ἐπαινοῦσι. χρῶνται δὲ καὶ
                        θαλάττῃ, θερμαίνοντες <lb/>αὐτὴν, καὶ ἅλμῃ, εἰ θάλαττα μὴ παρείη. καὶ πίνειν
                        διδόασι <lb/>τὰ θερμαίνοντα φάρμακα, καὶ μάλιστ’ αὐτῶν τὰ διὰ καστορίου
                        <lb/>συγκείμενα· τοῦτο μέν γε καὶ ἔξωθεν ἐπιτιθέμενον, <lb/>οὐ μόνον
                        πινόμενον, ἀγαθὸν φάρμακον, ὡς ἂν ἐκθερμαίνειν <lb/>τε ἅμα καὶ λεπτύνειν καὶ
                        ξηραίνειν ἀκριβῶς δυνάμενον. παλμοῦ <lb/>μὲν δὴ παντὸς ἡ γένεσις ἐν τῷ
                        ψυχρῷ, τρόμου δ’ οὐδὲ <lb/>μία πρόφασις, οὐδὲ τὸ ψυχρὸν αἴτιον· ἀλλ’ ἡ μὲν
                        διάθεσις <lb/>ἀῤῥωστία τῆς κινούσης τὸ σῶμα δυνάμεως, τῆς δ’ εἰς τοῦτο
                        <lb/>ἄγειν αἰτίας δυναμένης οὐχ ἓν εἶδος, ἀλλ’ ἤτοι τροφῆς ἀπορίᾳ,
                        <lb/>καθάπερ ἐν χολέραις καὶ ῥεύμασι κοιλίας ἰσχυροῖς καὶ <lb/>σφοδραῖς
                        αἱμοῤῥαγίαις καὶ τοῖς ἀποκαρτεροῦσιν, ἢ λυθέντος <lb/>τοῦ ζωτικοῦ τόνου,
                        καθάπερ ἐν στομαχικαῖς καὶ καρδιακαῖς <lb/>ἐκλύσεσιν, ἢ βιαίας καὶ σφοδρᾶς
                        ψύξεως καταλαμβανούσης <lb/>ἢ πλήθους αὐτὴν οἷον φορτίου βαρύνοντος,
                        ἄῤῥωστος <lb/>εἰς τὰς <milestone unit="ed2page" n="206"/>κινήσεις γίνεται.
                        ὅθεν οὐδὲ τῶν ἰαμάτων <pb n="602"/> ἓν εἶδος τοῖς τρέμουσιν, ὥσπερ γε τοῖς
                        παλλομένοις, ἀλλ’ εἰ <lb/>μὲν ὑπὸ καταψύξεως τρέμοιεν, τὸ θερμὸν ἴαμα αὐτοῖς
                        ἐστιν. <lb/>ὡς ὅσοι γε χειμῶνος ὁδοιποροῦντες, εἶτα ἐν κρύει καρτερῷ
                        <lb/>καταληφθέντες ἡμιθνῆτές τε καὶ τρομώδεις οἴκαδε παρεγένοντο, <lb/>ῥᾷστα
                        τοῦ πάθους ἀπηλλάγησαν ἐκθερμανθέντες. ὁμοίως <lb/>τούτοις ἰώμεθα καὶ τοὺς
                        ἐπὶ πυρετῶν καταβολαῖς ψυχούσαις <lb/>ῥιγοῦντάς τε καὶ τρέμοντας. εἰ δὲ
                        διαφορούμενοι γίνοιντο <lb/>τρομώδεις, ὡς ἐν ἐκλύσεσι καρδιακαῖς τε καὶ
                        στομαχικαῖς, τὸ <lb/>θερμαίνειν τούτους κακῶν ἔσχατον, αὐτὸ γὰρ τοὐναντίον
                        ἐν <lb/>τοῖσδε πυκνῶσαι χρὴ τὴν ἐπιφάνειαν, ὅσα ψύχει καὶ στύφει <lb/>καὶ
                        συνάγει τοὺς πόρους προσφέροντας, οὐχ ὅσα θερμαίνει <lb/>καὶ χαλᾷ καὶ
                        ἀναπεπταμένους ἐργάζεται. εἰ δ’ ἀπορίᾳ τροφῆς <lb/>ὡς ἐν τοῖς ἀποκαρτεροῦσιν
                        ἢ ὑπερκενωθεῖσιν οἱ τρόμοι γίνοιντο, <lb/>τούτῳ μὲν οὐδὲ λόγου δεῖ, παντὶ
                        γὰρ δῆλον τοῦτο, <lb/>ὡς τροφῆς οὗτοί γε χρῄζουσιν. ὅσοι δὲ διὰ πλῆθος ὑγρῶν
                        <lb/>βεβαρημένης τῆς δυνάμεως τρέμουσιν, αἱ κενώσεις ἰάματα <lb/>τούτοις.
                        καθάπερ που καὶ Ἱπποκράτης διδάσκει λέγων· Ἐστυμάργεω <lb/>οἰκέτις, ᾗ οὐδὲ
                        αἷμα ἐγένετο, ὡς ἔτεκε θυγατέρα, <pb n="603"/> ἀπέστραπτο δὲ στόμα τῆς
                        μήτρας, καὶ ἐς ἰσχίον καὶ ἐς σκέλος <lb/>ὀδύνη, παρὰ σφυρὸν φλεβοτομηθεῖσα,
                        ἐῤῥῄισε, καί τοι <lb/>τρόμοι τὸ σῶμα πᾶν κατεῖχον. ἀλλ’ ἐπὶ τὴν πρόφασιν δεῖ
                        <lb/>ἐλθεῖν καὶ τῆς προφάσεως τὴν ἀφορμήν. γυναίου μέμνηται <lb/>μετὰ τόκον
                        οὐ καθαρθέντος τὴν λεγομένην τὰ δεύτερα λοχείαν <lb/>κάθαρσιν, εἶτα
                        τρομώδους γενομένου. τοῦτό, φησιν, ἰασάμην <lb/>φλεβοτομήσας ἀπὸ σφυροῦ, καί
                        τοι τρόμοι τὸ σῶμα πᾶν <lb/>εἶχον. τί δὴ ἕτερον αἰνίττεται ἐνταῦθα, ἢ ὅτι
                        ἕτερος οὐκ ἂν <lb/>ἐφλεβοτόμησε; ψυχρὸν γὰρ εἶναι πεπίστευται τὸ πάθος ὁ
                        τρόμος, <lb/>τὸ δ’ αἷμα θερμόν. οὔκουν ἐτόλμησεν ἄν τις αἵματος <lb/>κενοῦν
                        ἐν πάθει θερμαίνεσθαι δεομένῳ. ἀλλ’ ἐγώ, φησιν, <lb/>ἐτόλμησα, καὶ διδάσκει
                        καὶ διὰ τί. ἀλλ’ ἐπὶ τὴν πρόφασιν <lb/>δεῖ ἐλθεῖν καὶ τῆς προφάσεως τὴν
                        ἀφορμήν. τὸ ἐνοχλοῦν, <lb/>φησιν, ἠπιστάμην καὶ τοῦ ἐνοχλοῦντος τὴν αἰτίαν.
                        τὸ μὲν <lb/>οὖν ἐνοχλοῦν ἦν αἵματος πλῆθος, αἰτία δὲ αὐτοῦ τῆς μήτρας <lb/>ἡ
                        πρὸς τὸ ἰσχίον ἔγκλισις, δι’ ἣν οὐκ ἐκαθάρθη τὸ γύναιον. <lb/>ὅπερ οὖν ἐχρῆν
                        αἷμα κενωθῆναι, μὴ κενούμενον, ἀλλ’ <lb/>ἐν τῷ σώματι πλανώμενον, ἄχθος ἦν
                        τῇ φύσει, ὅθεν ἐπιγνοὺς ﻿<pb n="604"/> τοῦ τρόμου τὴν μὲν πρόφασιν αἵματος
                        πλῆθος, ἀφορμὴν <lb/>δὲ τῆς προφάσεως τῆς μήτρας τὸ πάθος, εἶτα τοῦ μὲν
                        <lb/>πλήθους ἐνδειξαμένου τὴν κένωσιν, τοῦ πεπονθότος δὲ μέρους <lb/>τὸν
                        τόπον δι’ οὗ χρὴ κενῶσαι, συνθεὶς ἄμφω ταῦτα, τὴν <lb/>ἀπὸ τοῦ σφυροῦ
                        φλεβοτομίαν μὲν ἐποιήσατο, φλεβοτομίαν <lb/>μὲν ὅτι κενοῦν αἷμα ἐβούλετο,
                        ἀπὸ σφυροῦ δὲ, μήτρα γὰρ <lb/>ἐπεπόνθει. ὅτι μὲν οὖν αἵματος πλεονάζοντος
                        φλεβοτομεῖν <lb/>χρὴ, δῆλον οἶμαι παντὶ, τὸ γὰρ αἷμα ἐν φλεψὶ περιέχεται·
                        <lb/>ὅτι δὲ μήτρας πασχούσης περὶ σφυρὸν ἢ κατ’ ἰγνύην χρὴ τέμνειν, <lb/>εἰ
                        μὴ πρότερον ἐξ ἀνατομῆς διδάξαιμι τὰς κοινωνίας <lb/>τῶν φλεβῶν, οὐκ ἂν
                        ἕπεσθαι δύναιο τῷ λόγῳ. ἄλλη γὰρ <lb/>ἄλλῳ μέρει τοῦ σώματος κοινωνεῖ φλὲψ,
                        καὶ χρὴ διὰ τῶν κοινῶν <lb/>ἀεὶ τὰς κενώσεις ποιεῖσθαι, ὡς εἴ γε τὰς μηδὲν
                        κοινωνούσας <lb/>τῷ πεπονθότι μέρει φλέβας ἐντέμοις, οὔτε τὸ πεπονθὸς
                        <lb/>ἰάσῃ, καὶ βλάψεις ἀεὶ τὸ ὑγιές. ἀναγκαῖον οὖν ἀεὶ φαίνεται <lb/>τῷ
                        μέλλοντι καλῶς ἰᾶσθαι τὴν αἰτίαν ἐπίστασθαι, δι’ ἣν <lb/>γίνεται τὸ πάθος.
                        ἀλλὰ περὶ μὲν αἰτίας τρόμου ἱκανὰ ταῦτα. <pb n="605"/> πεπονθὼς δὲ
                            <milestone unit="ed2page" n="207"/>τόπος εἷς οὐδείς ἐστιν ἐξ ἀνάγκης ἐν
                        τρόμοις, <lb/>καὶ μέμφομαί γε ἐνταῦθα Πραξαγόρᾳ καὶ Ἡροφίλῳ, <lb/>τῷ μὲν
                        ἀρτηριῶν πάθος εἰπόντι τὸν τρόμον, Ἡροφίλῳ δὲ φιλοτιμουμένῳ <lb/>δεῖξαι περὶ
                        τὸ νευρῶδες αὐτὸ γένος ἀεὶ συνιστάμενον. <lb/>ὁ μὲν οὖν Πραξαγόρας πόῤῥω τοῦ
                        ἀληθοῦς ἥκει· ὁ <lb/>δὲ Ἡρόφιλος ἠπατήθη τὸ τῆς δυνάμεως πάθος ἀναφέρων
                        <lb/>τοῖς ὀργάνοις. ὅτι μὲν γὰρ τὸ νευρῶδες γένος, οὐ τὸ ἀρτηριῶδες,
                        <lb/>ὑπηρετεῖ ταῖς κατὰ προαίρεσιν κινήσεσιν, ὀρθῶς ἐγίνωσκεν· <lb/>ὅτι δὲ
                        οὐκ αὐτὸ τὸ σῶμα τῶν νεύρων αἴτιον κινήσεως, <lb/>ἀλλὰ τοῦτο μὲν ὄργανον, ἡ
                        κινοῦσα δ’ αἰτία ἡ διήκουσα <lb/>δύναμις διὰ τῶν νεύρων ἐστὶν, ἐνταῦθα
                        μέμφομαι αὐτῷ μὴ <lb/>διορίσαντι δύναμίν τε καὶ ὄργανον. εἰ γὰρ διώρισεν,
                        εὐθὺς <lb/>ἂν ἔγνω διότι βλαβήσεται τοὖργον οὐκ ὀργάνων μόνων, ἀλλὰ <lb/>καὶ
                        δυνάμεων πάθει. ἐπὶ μὲν οὖν τῶν τεθνεώτων οὐδὲν οὔτε <lb/>τὰ νεῦρα πέπονθεν
                        οὔθ’ οἱ μύες, ὅσα πάθη πάσχειν αὐτὰ <lb/>νομίζουσιν Ἡρόφιλός τε καὶ
                        Πραξαγόρας· ἀπολέλοιπε δ’ <lb/>αὐτῶν πᾶσα κίνησις εὐθὺς ἅμα τῇ ψυχῇ, μύες δὲ
                        καὶ νεῦρα <pb n="606"/> ταύτης ὄργανα. οὔκουν μυὸς οὐδὲ νεύρου τὸ κινεῖν,
                        ἀλλὰ <lb/>ψυχῆς. οὐδὲ γὰρ αὐλῶν ἔργον ἡ αὔλησις, οὐδὲ κιθάρας ἡ
                        <lb/>κιθάρισις· ἀλλ’ αὔλησις μὲν ἔργον αὐλητοῦ δι’ ὀργάνων αὐλῶν,
                        <lb/>κιθάρισις δὲ τοῦ μουσικοῦ, τὸ δ’ ὄργανον ἡ κιθάρα. <lb/>διαφθαρήσεται
                        δὲ καὶ αὔλημα καὶ κιθάρισις πολλάκις μὲν <lb/>διὰ τοὺς τῶν ἔργων
                        δημιουργοὺς, ἔσθ’ ὅτε δὲ διὰ τὴν τῶν ὀργάνων <lb/>οἷς χρῶνται βλάβην. οὕτω
                        δὲ καὶ κινήσεως ἐν τῷ <lb/>ζώῳ τῆς κατὰ προαίρεσιν ὁ μὲν οὖν δημιουργὸς καὶ
                        τεχνίτης <lb/>ἡ διοικοῦσα τὸ ζῶόν ἐστι δύναμις, τὰ δὲ ὄργανα νεῦρα καὶ
                        <lb/>μύες. καὶ τὸ μὴ κινεῖσθαι τοιγαροῦν καὶ τὸ κακῶς κινεῖσθαι <lb/>γένοιτ’
                        ἂν ἢ διὰ τῶν ὀργάνων τὸ πάθος, ἢ διὰ τὴν <lb/>χρωμένην τοῖς ὀργάνοις
                        δύναμιν. παλμοὶ μὲν οὖν καὶ σπασμοὶ <lb/>καὶ παραλύσεις ὀργάνων βλάβαι,
                        τρόμοι δὲ δυνάμεως <lb/>ἀῤῥωστούσης πάθη. </p></div></div></body></text></TEI>