<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg050.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p><milestone unit="ed2page" n="335"/>Καὶ εἴπερ ταῦθ’ οὕτως ἔχει, καθάπερ οὖν
                        <lb/>ἔχει, καιρὸς ἤδη διορίσασθαι περί τινος ὧν ἔμπροσθεν ἀνεβαλλόμεθα,
                        <lb/>ἐπειδὴ ἐσκοπούμεθα μέχρι τοῦ δεῦρο τὰ ὑπ’ <lb/>Ἐρασιστράτου γεγραμμένα
                        σημεῖα. τὸ γάρτοι πλῆθος, εἴτ’ <lb/>οὖν πρὸς τὴν δύναμιν, εἴτε πρὸς τὴν τῶν
                        περιεχόντων χώραν <lb/>νοοῖτο, βέλτιον μὲν ἦν δήπου διορίσασθαι, πότερον ἐν
                        αἵματι <lb/>μόνῳ, ἢ καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασι χυμοῖς συνίστασθαι πέφυκε·
                        <lb/>παραλέλειπται δὲ καὶ τοῦτ’ αὐτοῖς ἀδιόριστον. ἐπεὶ <lb/>τοίνυν οὐ μόνον
                        ταῦτα τὰ παθήματα καταλαμβάνει τοὺς χυμοὺς, <lb/>ἔνδειά τε καὶ πλῆθος, ἀλλὰ
                        καὶ ποιότης ἄτοπος, πάντας <lb/>ἠρώτησα τοὺς ἰατροὺς, ὅσοι τε πρὸς τὴν
                        δύναμιν νοοῦσι <lb/>τὸ πλῆθος ὅσοι τε πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν ὑγρῶν, πότερον
                            <pb n="549"/> αὐξηθέντος μόνου τοῦ αἵματος τοσοῦτον, ὡς μὴ στέγεσθαι,
                        <lb/>τείνεσθαι συμβήσεται ταῖς φλεψί· εἰ δ’ ἤτοι φλέγμα εἰς ὁτιοῦν <lb/>ἄλλο
                        μόριον, ἢ καὶ αὐτὰς τὰς φλέβας, ἢ καὶ σὺν τούτῳ τε <lb/>καὶ χωρὶς τούτου
                        χολά τις, ἢ ἰχὼρ, ἢ πνεῦμα φυσῶδες ἐς <lb/>πλῆθος ἀθροισθείη τοσοῦτον, ὡς μὴ
                        χωρεῖσθαι μηκέτι πρὸς <lb/>τοῦ περιέχοντος, οὐχὶ καὶ νῦν ἀναγκαῖον ἔσται,
                        τάσεως αἰσθέσθαι <lb/>τὸ ζῶον; ἂν ὑπάρχῃ τὸ τεινόμενον μόριον αἰσθητικὸν,
                        <lb/>ἀναγκαῖόν ἐστιν ἐπὶ παντὶ τῷ διατείνοντι καὶ μὴ στεγομένῳ <lb/>τὴν
                        αἴσθησιν τῆς τάσεως τῷ ζώῳ γενέσθαι, καὶ τὸ <lb/>πάθημα αὐτὸ καταλαμβάνειν
                        τὰ μόρια, τὴν ὀνομαζομένην <lb/>τάσιν, ἧς ἐπὶ πλέον αὐξανομένης, ἀνάγκη τε
                        καὶ ῥαγῆναι τὸ <lb/>τεινόμενον. ἐμοὶ μὲν τοιοῦτον δοκεῖ τοῖς ἐναργῶς
                        φαινομένοις <lb/>ὁμολογεῖν. ὁρῶνται γὰρ οὐ νεῦρα μόνον, ἢ σχοινία
                        <lb/>ῥηγνύμενα τῷ βιαίῳ τῆς τάσεως, ἀλλὰ καὶ πίθοι πολλάκις <lb/>ὑπὸ
                        γλεύκους πνευματωθέντος. ἔναγχος γοῦν ἀγγεῖον κασσιτέρινον <lb/>εἰς τοσοῦτον
                        διεφυσήθη πρὸς τοῦ περιεχομένου κατ’ <lb/>αὐτὸ φαρμάκου τοῦ διὰ τῶν ἐχιδνῶν,
                        ὥστε καὶ τὸ περικείμενον <lb/>αὐτῷ δέρμα καὶ τὸ σχοινίον ᾧ κατεδέδετο
                        ῥαγῆναι καὶ <pb n="550"/> τὸ πῶμα κυρτωθῆναι. καὶ μὲν δὴ καὶ ὅτι μεγίσταις
                        ὀδύναις <lb/>ἐνίοτε καταλαμβάνονταί τινες, ὑπὸ φυσώδους πνεύματος
                        καταληφθέντος <lb/>ἔν τισι τοῦ ζώου μέρεσι, καὶ ὡς ἕν τῷ κώλῳ <lb/>μάλιστα
                        συμβαίνειν εἴωθε τοῦτο, γινώσκειν ἡγοῦμαι πάντας, <lb/>οἷς ἐπιμελές ἐστιν
                        ἀκολουθεῖν τε καὶ διασκέπτεσθαι τὰ καθ’ <lb/>ἑκάστην ἡμέραν ἐπὶ τῶν
                        καμνόντων ὁρώ<milestone unit="ed1page" n="348"/>μενα. βέλτιον <lb/>οὖν ὑπὸ
                        πάσης οὐσίας ὑγρᾶς καὶ πνευματώδους εἰς τονώδη <lb/>διάθεσιν ἄγεσθαι
                        νομίζειν τὰ μόρια, ἢ μόνῳ τῶν χυμῶν αἵματι <lb/>πληθύνοντι τοιοῦτον ἕπεσθαι
                        πάθημα. μεταβῶμεν οὖν <lb/>αὖθις πρὸς τοὺς ὡς πρὸς τὴν δύναμιν ἡγουμένους
                        ἀεὶ συνίστασθαι <lb/>τὸ πλῆθος, ἐρωτήσωμέν τε καὶ τούτους ἕν τι τῶν
                        <lb/>προχειροτάτων, ὑποθέμενοι τοιάνδε τινα ὑπόθεσιν, ὡς ἐπὶ
                        <lb/>παραδείγματι. (μόρια) βασταζέτωσαν ἄνθρωποι δύο κατὰ <lb/>τῶν ὤμων
                        ἀναθέμενοι ὁ μὲν ξύλον, ἢ λίθον, ἤ τι φορτίον <lb/>βαρύτατον, ὁ δὲ ἕτερος
                        ἀκάνθας ὀλιγίστας, ὀξυτάτας· εἶτ’ <lb/>ἐρωτήσωμεν ἐπὶ τῷ τοιούτῳ θεάματι
                        τοὺς πρὸς τὴν δύναμιν <lb/>ἀεὶ νοοῦντας τὸ πλῆθος, εἰ καὶ τὰς ὀλίγας ἀκάνθας
                        ὀνομάζουσι <lb/>φορτίον, ἢ τὸ μὲν ἀνιᾶσθαι πρὸς ἑκατέρου τῶν βασταζομένων
                            <pb n="551"/> κοινόν τι σύμπτωμα τοῖς ἀνθρώποις ἐστὶν, ἡ δὲ <lb/>τῆς
                        ἀνίας ἰδέα πάμπολυ διαλλάττουσα· τῷ μὲν γὰρ βαρύνεσθαι <lb/>χωρὶς τοῦ
                        νύττεσθαι, τῷ δὲ νύττεσθαι χωρὶς τοῦ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="336"/>βαρύνεσθαι συμβέβηκεν. ὅλως δ’ ἄν τις τὸ
                        νύττεσθαι, <lb/>ἢ δάκνεσθαι, ἢ ὁπωσοῦν ἀνιῶν φορτίον καλῇ καὶ πλῆθος,
                        <lb/>ἀναγκασθήσεταί ποτε καὶ μίαν ἄκανθαν ἢ βελόνην λεπτοτάτην <lb/>καλεῖν
                        φορτίον, οὗ τί ἂν εἴη γελοιότερον; ἔστιν οὖν ἄτοπα <lb/>ταῦτα καὶ παρὰ τὰς
                        κοινὰς ἁπάντων ἀνθρώπων ἐννοίας. <lb/>ἡμῖν δὲ οὐκ ἀνατρέπειν, ἀλλὰ φυλάττειν
                        τὰς κοινὰς ἐννοίας <lb/>πρόκειται. πολὺ μὲν οὖν ἡγούμεθα τὸ βαρῦνον, ἀνιαρὸν
                        δὲ <lb/>τὸ δάκνον, ἢ νύττον, ἢ ὅπως ἄν τις ὀνομάζειν ἐθέλῃ. καὶ <lb/>μὴν ὅτι
                        δακνώδεις πολλοὶ τῶν χυμῶν εἰσιν, οἱ μὲν ἐν ἡμῖν <lb/>αὐτοῖς τὴν γένεσιν
                        ἔχοντες, οἱ δὲ ἔξωθεν ἡμῖν ἐπιφερόμενοι, <lb/>παντὶ τοῦτο πρόδηλον. εἰσὶ δ’
                        αὐτῶν τέτταρες ἐν τῷ μᾶλλόν <lb/>τε καὶ ἧττον διαφοραί· μετρίως μὲν γὰρ
                        δάκνοντες <lb/>κνησμώδεις εἰσὶν, ὥσπερ ἡ σκίλλα· σφοδρότερον δὲ, δακνώδεις,
                        <lb/>ὥσπερ τὸ κρόμμυον· εἰ γὰρ ἐπὶ πλέον ὁμιλήσειεν <lb/>ἡμῶν τὸ σῶμα
                        τοιαύτῃ φύσει σώματος, ἑλκωθήσεται· <pb n="552"/> τὰ δὲ ἔτι μᾶλλόν ἐστι
                        τούτου δριμέα, καὶ μάλιστα ὅταν ἡλκωμένοις <lb/>προσφέρηται, φρίκην
                        ἐργάζεται. φρίκης δὲ ἐκταθείσης <lb/>τε καὶ αὐξηθείσης τὸ σύμπτωμα ῥῖγος
                        ὀνομάζεται. <lb/>κατὰ δὲ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν ἐν ἡμῖν συνίστανται δακνώδεις
                        <lb/>χυμοὶ κατὰ τέτταρας ἰδέας· κνησμώδεις μὲν γὰρ ἐξ αὐτῶν εἰσιν <lb/>οἱ
                        μετρίως ἀμύττοντες, ἑλκώδη δὲ αἴσθησιν ἐμποιοῦσιν οἱ <lb/>τούτων
                        δακνωδέστεροι, φρίκην δὲ οἱ τούτων μᾶλλον δάκνοντες, <lb/>οἱ δ’ ἱκανῶς
                        δακνώδεις τὸ ῥῖγος. λέλεκται δὲ περὶ τούτων <lb/>ἐν πολλαῖς πραγματείαις,
                        ἀλλ’ ἱκανὰ τῷ βουληθέντι <lb/>σύνοψίν τινα λαβεῖν αὐτῶν τὰ ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν
                        ἐν τοῖς <lb/>συμπτώμασιν αἰτιῶν εἰρημένα καὶ τῷ τετάρτῳ τῶν ὑγιεινῶν·
                        <lb/>εἰ δὲ καὶ τὸ περὶ τῆς τῶν φαρμάκων δυνάμεως ἀναλέξαιτό τις <lb/>γράμμα
                        καὶ τὴν προηγουμένην αὐτῶν πραγματείαν τὴν περὶ <lb/>κράσεων,
                        ἐπιστημονικώτερον ἂν οὕτως πεισθείη περὶ τῆς τῶν <lb/>δακνωδῶν φύσεως. ἀλλὰ
                        οἱ πολλοὶ τῶν ἰατρῶν ὅμοιόν τι <lb/>πεπόνθασι τῷ πρὸς Ἱπποκράτους εἰρημένῳ
                        περὶ τῶν ἐπὶ <lb/>κατάγμασιν ἢ τοιούτοις τισὶ παθήμασι τὰ προσταττόμενα μὴ
                        <lb/>ποιούντων· καὶ γὰρ κᾀκεῖνοι, καίτοι ὑγιεῖς ἐθέλοντες γενέσθαι, ﻿<pb n="553"/> τὸν ἐν τῇ θεραπείᾳ κάματον οὐχ ὑπομένουσιν, ὥσπερ οὗτοι
                        <lb/>τὸν ἐν τῷ μανθάνειν. ἀλλ’ οὔτε ἐξαίφνης ὑγιεῖς οἷόν τε γενέσθαι
                        <lb/>μόνῳ τῷ βούλεσθαι τυχόντας τοῦ τέλους, οὔτε τούτους
                        <lb/>ἐπιστημονικοὺς, ἄνευ τοῦ διελθεῖν ἅπασαν τὴν ὁδὸν, ἣν <lb/>ἀρτίως
                        ἐδήλωσα. γνώσονται γὰρ, εἰ βουληθεῖεν, ὡς ἡ ἑλκώδης <lb/>ὅλου τοῦ σώματος
                        αἴσθησις, ἥ τε ἐπὶ πλέοσι γυμνασίοις <lb/>ἀήθως παραληφθεῖσι γιγνομένη καὶ ἡ
                        χωρὶς γυμνασίων ἄφνω <lb/>συστᾶσα, δακνώδους ἔγγονος ὑπάρχει χυμοῦ. καὶ διὰ
                        τοῦτο <lb/>τοὺς πλέον γυμνασαμένους ἐλαίῳ τε πλείονι καὶ τρίψει μαλακῇ
                        <lb/>καὶ λουτροῖς γλυκέων ὑδάτων θερμοῖς ἀκριβῶς εὐκράτοις <lb/>οἱ γυμνασταὶ
                        θεραπεύουσιν, ὡς διαφορηθῆναι τοὺς <lb/>δακνώδεις χυμοὺς, ὅσοι γυμνασαμένων
                        ἀμετρότερον ἐγεννήθησαν <lb/>ἐπὶ συντήξει πιμελῆς καὶ σαρκὸς μαλακῆς, ἢ δι’
                        αὐτοὺς <lb/>τοὺς ἐν τῷ σώματι χυμοὺς ἰσχυρῶς θερμανθέντας. εἴ τις οὖν
                        <lb/>ὑπομείνειε τὰς τούτων ἀποδείξεις ἐκμανθάνειν, ἐκεῖνος ἂν μόνος
                        <lb/>πεισθείη βεβαίως, τὴν μὲν ἑλκώδη διάθεσιν ἐπὶ δακνώδεσι <lb/>γίγνεσθαι
                        χυμοῖς, τὴν δὲ τοῦ βάρους ἐπὶ πολλοῖς πρὸς τὴν <lb/>δύναμιν, τὴν δὲ τῆς
                        τάσεως ἐπὶ πολλοῖς μὲν καὶ ταύτην, ἀλλ’ <pb n="554"/> ὡς πρὸς τὴν
                        περιέχουσαν ἑαυτοὺς χώραν, οὐ τὴν δύναμιν τῶν <lb/>(περιεχομένων) σωμάτων.
                        Ἐρασίστρατος δὲ ἐν τῷ προτέρῳ <lb/>τῶν ὑγιεινῶν, αὐτὴν μὲν τὴν γένεσιν τῆς
                        πληθώρας διερχόμενος, <lb/>ἐναργέστατα διδάσκει τὴν τρίτην τῶν εἰρημένων <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="337"/>διάθεσιν, ἑξῆς δὲ ἐπὶ τὰ γνωρίσματα
                        τρεπόμενος, οὐ <lb/>μᾶλλόν τι ταύτης ἢ τὰ τῶν ἄλλων ἔγραψεν. ἡ μὲν γὰρ
                        <lb/>τάσις ταύτης μόνης, ὅπερ ἐκεῖνος ὠνόμασε παρεμπίμπλασθαι· <lb/>τὸ δὲ
                        ἑλκώδη γενέσθαι τὴν αἴσθησιν οὔτε τοῦ προειρημένου <lb/>πλήθους οὔτε τοῦ
                        πρὸς τὴν δύναμιν ἴδιον γνώρισμα· <lb/>πολὺ δὲ μᾶλλον οὐδὲ τὸ βαρυτέρους τε
                        καὶ δυσκινητοτέρους <lb/>ἀποτελεῖσθαι· καὶ γὰρ καὶ τοῦτο ἴδιόν ἐστι τοῦ πρὸς
                        τὴν <lb/>δύναμιν πλήθους. ὀλίγου τοίνυν ἐδέησεν αὐτῷ πᾶσαν ἡμῖν <lb/>γράψαι
                        τὴν τῶν ἐμπειρικῶν συνδρομήν· ἀμέλει καὶ μέρος τι <lb/>τῆς τριχρόνου
                        λεγομένης σημειώσεως, ἣν οἱ περὶ τὸν Ἡρόφιλον <lb/>εἰσήγαγον ὁμοίως τοῖς
                        ἐμπειρικοῖς, ἔγραψεν ἐν τῷ οὕτω φάναι· <lb/>τῆς γὰρ ἀναδιδομένης τροφῆς μήτε
                        καταπεττομένης μήτε ἐκπονουμένης <lb/>κατὰ τὸ εἰθισμένον ἑκάστῳ, μήτε ἄλλως
                        πως ἐκκρινομένης <lb/>οὐδὲν γὰρ διήνεγκεν ἢ ταῦτα εἰπεῖν, ἢ ὡς ἐκεῖνοι
                        λέγουσιν, <pb n="555"/> ἀργὸν βίον, ἐπίσχεσίν τε συνήθων ἐκκρίσεων. ἀργὸν
                        μὲν γὰρ <lb/>τὸν ἔμπροσθεν βίον ἐνεδείξατο, μήτε ἐκπονουμένης, φήσας,
                        <lb/>κατὰ τὸ εἰθισμένον ἑκάστῳ· τὴν δὲ τῶν ἐκκρίσεων ἐπίσχεσιν <lb/>ἐν τῷ
                        προσγράψαι, μήτε ἄλλως ἐκκρινομένης, (ἡ διὰ χρόνον <lb/>σημείωσις τοῦ
                        πλήθους) ἐκ μὲν τοῦ προγεγονότος χρόνου <lb/>λαμβάνων τὸν ἀργὸν βίον ἅμα τῇ
                        τῶν ἐκκρίσεων ἐπισχέσει· <lb/>ἐκ δὲ τοῦ νῦν ἐνεστῶτος τό τε παρεμπίμπλασθαι
                        καὶ τὴν <lb/>ἑλκώδη διάθεσιν, ὄκνον τε πρὸς τὰς κινήσεις, καὶ βάρος ὅλου
                        <lb/>τοῦ σώματος, ὅσα τε ἄλλα τοιαῦτα προστιθέασιν· ἐκ δὲ τοῦ
                        <lb/>μέλλοντος, ὅτι περ κενωθέντες οἱ οὕτως ἔχοντες καλῶς ὤνηνται, <lb/>ὅπερ
                        Ἐρασιστράτῳ παραλέλειπται. μαρτύριον μὲν γὰρ <lb/>τοῦτο τῆς ὀρθῆς διαγνώσεώς
                        τε ἅμα καὶ θεραπείας ἐστί· διαγνώσεως <lb/>δὲ, ἢ ὡς ἐκεῖνοι καλοῦσι,
                        σημειώσεως, οὐδὲν ἂν εἴη <lb/>μέρος, εἴ γε διὰ τῆς σημειώσεως σημειοῦσθαι
                        βουλόμεθα τὰς <lb/>διαθέσεις, ἵνα ἐξεύρωμεν τὴν προσήκουσαν θεραπείαν. ὥστε
                        <lb/>εἴ γε ἐξ ἄλλου τινὸς οἷόν τ’ ἦν ὁρμηθέντας θεραπεῦσαι <lb/>προσηκόντως,
                        ἡ σημείωσις ἂν ἦν περιττή. τοῦ δ’ ἐνεστῶτος <lb/>χρόνου μεμνημένος, ἔρευθός
                        τε καὶ διάτασιν ἀγγείων <pb n="556"/> παραλέλοιπεν, ἃ καὶ αὐτὰ προστιθέασιν
                        οἱ ἐμπειρικοὶ σχεδὸν <lb/>ἅπαντες, οὐκ ὀλίγοι δὲ τῶν δογματικῶν, ὥσπερ καὶ
                        ἄλλα <lb/>τινὰ, καθάπερ εἴρηται. καίτοι γε ὧν ὡς ἐν αἵματι μόνῳ τὴν <lb/>τῆς
                        πληθώρας ὑποτίθεται γένεσιν, οὐ κακῶ, ἐπ’ ἐκείνων <lb/>πρόσκειται τῇ
                        διαγνώσει τὸ ἔρευθος ἥ τε διάτασις τῶν ἀγγείων· <lb/>ἔτι γε μὴν μᾶλλον, ὡς
                        τὸ παρεμπίμπλασθαι φάναι <lb/>βραχίονάς τε καὶ χεῖρας καὶ κνήμας, οὐ μᾶλλον
                        τοῦ κατὰ τὰς <lb/>σάρκας τε καὶ ὅλους τοὺς μύας πλήθους, ἢ τοῦ τῶν φλεβῶν
                        <lb/>θήσεται, ἰδίαις ὑποθέσεσιν ἑπόμενος. ἀλλά τοι καὶ οὕτως <lb/>ἀναγκαῖον
                        ἦν διττὴν ποιήσασθαι διάγνωσιν, ἑτέραν μὲν τοῦ <lb/>τῶν αἰσθητῶν τούτων
                        φλεβῶν, ἃς ἅπαντες ἄνθρωποι βλέπομεν· <lb/>ἑ<milestone unit="ed1page" n="349"/>τέραν δὲ, ἣν ἐκεῖνος ἐθεάσατο μόνος. οἶμαι <lb/>τοίνυν ἤδη
                        πρόδηλον γεγονέναι τοῖς γε προσέχουσι τὸν νοῦν, <lb/>ὡς οὐ μικρὸν εἴη πρᾶγμα
                        διαγνῶναι πλῆθος. ὅπου δ’ ἂν <lb/>οὐδ’ ἄχρι λόγου διαγνῶναι ῥᾴδιον, ἀλλ’
                        ἄπορον παντοίως <lb/>ἐστὶ, σχολῇ γ’ ἂν ἐπὶ τῶν ἔργων ἀπὸ ταὐτομάτου
                        κατορθωθείη <lb/>μήτε προδιασκεψαμένοις τι περὶ αὐτοῦ μήτ’ <lb/>ἐξευροῦσιν.
                    </p></div></div></body></text></TEI>