<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg050.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Εὐπορώτερον δ’ εἶναί μοι δοκεῖ, πάλιν ἀπὸ <lb/>βάρους ἄρξασθαι· φαίνεται γὰρ
                        τοῦτο τοῦ πρὸς τὴν αἰσθητικὴν <lb/>δύναμιν πλήθους ἐναργέστατον εἶναι
                        γνώρισμα. πότερον ﻿<pb n="533"/> οὖν ἀληθές ἐστιν ἀποφαίνεσθαι τῷ πλήθει
                        βάρος ἀκολουθεῖν <lb/>ἔξ ἀνάγκης, ἢ τὸ βάρος ἀνάγκῃ προηγεῖσθαι πλήθους;
                        <lb/>οὐ γὰρ δή γε ταὐτόν ἐστιν, ἢ ἀκολουθεῖν ἐν τῷ λόγῳ <lb/>τὸ βάρος, ἢ
                        προηγεῖσθαι. ἀληθὲς μὲν γὰρ, ὅτῳ πλῆθος <lb/>ὑγρῶν τινῶν ἐστιν ἐν τῷ σώματι,
                        τούτῳ βάρους αἴσθησιν <lb/>ὑπάρχειν, ἐν ἐκείνοις τοῖς μέρεσι δηλονότι, ἐν
                        οἷσπερ ἂν ᾖ <lb/>τὸ πλῆθος, αἰσθητικοῖς ὑπάρχουσιν· οὐκ ἀληθὲς δὲ τὸ, βάρους
                        <lb/>ὄντος ἔν τινι μέρει, πλῆθος ὑπάρχειν ἐν ἐκείνῳ χυμῶν. <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="330"/>ἐγχωρεῖ γὰρ, ὑπὸ τῶν στερεῶν μορίων
                        βαρύνεσθαι τὴν <lb/>δύναμιν ἀῤῥωστοῦσαν, ὡς ἐν ταῖς παραλύσεσιν. ὑπὸ γὰρ
                        <lb/>(τῆς) τῶν μυῶν (ἐν) ὅλου κώλου κινουμένου, τῶν μυῶν ἀῤῥώστων
                        <lb/>γινομένων κινεῖν καὶ μεταφέρειν αὐτὸ, βάρους αἴσθησις <lb/>γίγνεται
                        τοῖς παραλυομένοις. οὐ γὰρ ἑαυτῷ βαρὺ φαίνεται <lb/>τὸ ἀῤῥωστοῦν, οἷον ὁ
                        μῦς, ἢ τὸ νεῦρον, ἢ ὅλως ὅ τι <lb/>περ ἂν ᾖ σῶμα τὸ πρώτως κινοῦν τὰ μόρια,
                        ἀλλὰ τοῦτο τὸ <lb/>πάθημα τὸ λεγόμενον βάρος ἐξ ἑτέρου τε πέφυκεν ἑτέροις
                        <lb/>ἐγγίνεσθαι, αὐτό τε καθ’ ἑαυτὸ τὸ νεῦρον, ἢ ὁ τένων, ἢ <lb/>ὁ μῦς, ἢ ὅ
                        τι περ ἂν ᾖ τὸ κινοῦν ἡμᾶς, ἀτονώτερον μὲν αὐτοῦ <pb n="534"/> γίγνεσθαι καὶ
                        ἀσθενέστερον ἐγχωρεῖ, βαρύνειν δὲ ἑαυτὸ, τῶν <lb/>ἀδυνάτων ἐστίν.
                        εὐτονώτερον μὲν οὖν γιγνόμενον, ἰσχυροτέρας <lb/>τὰς ἐνεργείας ποιήσεται τῶν
                        ἔμπροσθεν· ἀτονώτερον δὲ <lb/>ἀσθενεστέρας. οἷον ὁ μῦς, εἴπέρ γε οὗτός ἐστιν
                        ὁ κινῶν τὸ <lb/>σκέλος, ὑγιαίνων μὲν ἐπισπάσεται σφοδρῶς ἐκεῖνο τοῦ κώλου
                        <lb/>τὸ μέρος, εἰς ὃ καταπέφυκεν, εὐεκτῶν δὲ σφοδρότατα, καὶ <lb/>νοσῶν μὲν,
                        ἀσθενῶς, ἔκλυτος δὲ τὴν δύναμιν ὑπάρχων, <lb/>ἀμυδρῶς. εἰ δὲ οὐχ ὁ μῦς
                        ἐστιν, ἀλλὰ τὸ νεῦρόν γε τὸν μῦν <lb/>αὐτὸν κινοῦν, ἐκείνου πάλιν ὑγεία καὶ
                        νόσος, εὐεξία τε καὶ <lb/>ἀῤῥωστία, ταῦτα ἐργάσεται περὶ τὸ κῶλον, ἅπερ ὁ
                        μῦς ἐλέχθη <lb/>ποιεῖν. οὕτω δὲ εἰ καὶ τὸ πνεῦμα τὸ πρῶτόν ἐστι τῶν
                        <lb/>κινούντων τὸ σκέλος, ἐπ’ ἐκείνου ταῦτα λεχθήσεται. φέρε <lb/>τοιγαροῦν
                        ἕνεκα σαφηνείας κείσθω ταῦθ’ ἡμῖν, ὑπὸ μὲν τοῦ <lb/>πνεύματος τοῦ διὰ τῶν
                        νεύρων φερομένου κινεῖσθαι τὸν μῦν, <lb/>ὑπὸ δὲ τοῦ μυὸς, πρώτην μὲν τὴν
                        κνήμην, εἰς ἣν ὁ μῦς ἐμπέφυκεν, <lb/>εἶτα δι’ ἐκείνης τὴν κατὰ γόνυ
                        διάρθρωσιν, ἐφ’ ἣν <lb/>τὸ σκέλος ὅλον ἐμπέφυκεν. ἀληθῶς γὰρ ἄν τις ἐπὶ
                        ταύταις <lb/>ταῖς ὑποθέσεσι λέγοι καὶ τὸν μῦν αὐτὸν βάρος γίγνεσθαι τῷ
                        <lb/>ἀῤῥώστῳ πνεύματι, καὶ σὺν αὐτῷ τὸ κῶλον ὅλον, οἷον εἰ <pb n="535"/>
                        τύχοι τὴν κνήμην· εἰ δέ γε τὸ νεῦρον ὑποθώμεθα κινεῖσθαι <lb/>πρὸς τοῦ
                        πνεύματος, ὑπὸ νεύρου δὲ τὸν μῦν, εἶτ’ αὖθις ὑπὸ <lb/>τοῦ μυὸς τὴν κνήμην,
                        ὑπὸ πάντων τῶν εἰρημένων βαρυνθήσεται <lb/>τὸ πνεῦμα τὸ ἄῤῥωστον. ὥστ’ ἤδη
                        μὲν κᾀνταῦθα δῆλον, <lb/>ὡς οὐχ οἷόν τε διαγνῶναι τὸ πρῶτον βαρῦνόν τε καὶ
                        <lb/>βαρυνόμενον, ἄνευ τοῦ προεγνωκέναι τὸ πρῶτον κινοῦν ἕκαστον <lb/>τῶν ἐν
                        ἡμῖν μορίων. ἀλλὰ καὶ τοῦτο μὲν αὖθις ἀκριβέστερον <lb/>ἐπισκεψόμεθα, ὑπὲρ
                        οὗ δὲ ὁ λόγος ἦν περαινέσθω. <lb/>γενήσεται δὲ ἕνεκα σαφηνείας ἡ διέξοδος
                        ἅπασα μεθ’ ὑποθέσεως. <lb/>ὑποκείσθω τοίνυν ὁ μῦς εἶναι τὸ πρῶτον κινοῦν
                        ἑαυτόν <lb/>τε καὶ τὸ τῆς κνήμης ὀστοῦν. ἑαυτῷ μὲν οὖν οὐδὲ πώποτ’ <lb/>ἐστὶ
                        βαρὺς, οὐδ’ ὅταν ἀτονώτατος ὑπάρχῃ, βαρύνει δὲ <lb/>αὐτὸν ἡ κνήμη· πότερον
                        δὲ κινεῖσθαι μόνον ἐφιέμενον, ἢ <lb/>κᾂν ἡσυχάζῃ, σκέψεως ἑτέρας οὐ μικρᾶς
                        ᾖ, διωρισμένης ἡμῖν <lb/>ἐν τοῖς περὶ μυῶν κινήσεως, ἧς ἄνευ σκέψεως οὔτε
                        διάθεσιν <lb/>οὔτε πεπονθότα τόπον ἀκριβῶς ἔστι διαγνῶναι κατὰ τὰς τοῦ
                        <lb/>βάρους αἰσθήσεις, αὐτίκα γέ τοι τισὶ μὲν ἤτοι κῶλον ἕν ἢ καὶ <pb n="536"/> σύμπαν τὸ σῶμα βαρύνεται κινεῖσθαι προῃρημένοις, ἡσυχάζουσι
                        <lb/>δὲ οὐδεμία βάρους αἴσθησις γίγνεται· τινὲς δὲ καὶ πρὸ <lb/>τοῦ
                        κινεῖσθαι βαρύνεσθαί φασι. τίς οὖν ἑκατέρων τούτων <lb/>ἡ διάθεσις, ἀμήχανον
                        γνῶναι, πρὶν ἐξευρεῖν τὰ κινοῦντά τε <lb/>καὶ κινούμενα σώματα καθ’ ὅλον τὸ
                        σκέλος. εἰ μὲν γὰρ αἱ <lb/>τῶν νεύρων ἶνες αἱ κατὰ τὸν μῦν εἰσιν αἱ πρῶται
                        κινούμεναι, <lb/>συγκινεῖται δὲ ταύταις ἐν αὐτῷ τό τε ὑμενῶδες γένος
                        <lb/>καὶ τὸ φλεβῶδες καὶ τὸ ἀρτηριῶδες, ἔτι δ’ οἱ σύνδεσμοι, <lb/>βάρους μὲν
                        αἴσθησις αὐτῷ γενήσεται καὶ διὰ ταῦτα καὶ δι’ <lb/>ἄλλα πάντα τὰ καθ’ ὅλον
                        τὸ κῶλον. ἐπισκεψόμεθα δὲ καὶ <lb/>διοριούμεθα, πότε μὲν ἐνεργοῦντος καὶ
                        κινουμένου τοῦ κώλου <lb/>τὸ βάρος ἔσται, πότε δ’ ἡσυχάζοντος. εἰ δὲ καὶ τὸ
                        τῶν συνδέσμων <lb/>ἐν αὐτῷ γένος ἅμα τῷ <milestone unit="ed2page" n="331"/>σαρκώδει κινεῖται, <lb/>ταῦτα γάρ ἐστιν ἡ οἰκεία τοῦ μυὸς οὐσία, δι’ οὐδὲν
                        μὲν τούτων <lb/>οὐδέποτε γένοιτ’ ἂν ἡ τοῦ βάρους αἴσθησις· ἤτοι δὴ ἐκ
                        <lb/>τῶν φλεβῶν, ἢ ἐκ τῶν ἀρτηριῶν, ἢ ἐκ τῆς πιμελῆς, ἢ ἐκ <lb/>τῶν ὀστῶν, ἢ
                        ἔκ τινων, ἢ ἐκ πάντων γενήσεται. δῆλον δὲ <lb/>ὡς εἰ καὶ παραλίποιμέν ποτε
                        κατὰ τὰς τοιαύτας διαιρέσεις <lb/>τὸ ἔκ τινων, ἢ ἐκ πάντων, αὐτὸ χρὴ
                        προσυπακούειν τοὺς <pb n="537"/> ἀναγινώσκοντας τὸ βιβλίον, εἰδότας ὅτι κατὰ
                        τοὺς τοιούτους <lb/>ἅπαντας λόγους οἱ σύνδεσμοι οὐ διαζευκτικῶς, ἀλλὰ
                        παραδιαζευκτικῶς <lb/>εἰσιν. ἐκ μὲν δὴ τῶν εἰρημένων εὔδηλον, ὡς <lb/>ὅστις
                        βούλεται διαγνωστικὸς εἶναι πληθωρικοῦ μορίου, τοῦτον <lb/>τῶν τε διοικουσῶν
                        ἡμᾶς δυνάμεων ἐπιστήμην ἔχειν ἀναγκαῖόν <lb/>ἐστιν, ἀνατομῆς τε καὶ φύσεως
                        ἁπάντων ἀκριβῶς τῶν <lb/>τοῦ ζώου μορίων· ἐκ τούτου γὰρ ὁρμώμενος ἴσως ἄν
                        ποτε <lb/>ἐξεύροιτο σημεῖα μορίου πληθωρικοῦ. </p></div></div></body></text></TEI>