<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg050.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἀπολιπόντες οὖν καὶ τούτους αὖθις λέγωμεν, <lb/>ὡς τὸ μὲν διατείνεσθαι καὶ
                        ῥήγνυσθαι διὰ πλῆθος <lb/>αὐτῶν τῶν περιεχόντων ἀγγείων ἐστὶ πάθος, οὐ
                        δυνάμεώς <lb/>τινος· τὸ δὲ βαρύνεσθαι δυνάμεως αἰσθητικῆς· οὐ γὰρ δὴ
                        <lb/>ἁπλῶς γε ταύτης πάσης οὐδὲ τοῦτο, τῆς γέ τοι φυσικῆς δυνάμεως <lb/>οὐκ
                        ἔστι πάθος τὸ βαρύνεσθαι. εἴπερ οὖν ὀρθῶς ἀπεδείξαμεν <lb/>ἐν τῇ τῶν φυσικῶν
                        δυνάμεων πραγματείᾳ, τὴν μέν <lb/>τινα τῶν οἰκείων ἑλκτικὴν εἶναι δύναμιν,
                        ἑτέραν δὲ αὐτῶν <lb/>τούτων ἀλλοιωτικὴν, ἄλλην δὲ καθεκτικὴν εἶναι δύναμιν,
                        καὶ τετάρτην <lb/>ἀποκριτικὴν τῶν ἀλλοτρίων, ἕτερ’ ἄττα χρὴ ζητεῖν
                        γνωρίσματα <lb/>τοῦ πρὸς ἑκάστην τῶν εἰρημένων δυνάμεων πλήθους, <lb/>ὡς οὐχ
                        ἱκανοῦ τοῦ βάρους ὑπάρχοντος. οὐ γὰρ ὥσπερ ἡ <lb/>ἄῤῥωστος γαστὴρ αἰσθάνεται
                        τῶν βαρυνόντων αὐτὴν, διὰ τὸ <lb/>περιττὸν τῆς αἰσθήσεως, οὕτω καὶ ἡ φλὲψ
                        καὶ ἡ ἀρτηρία <lb/>τὴν αὐτὴν αἴσθησιν ἔχουσιν, ἀλλ’ ἑτέραν. εἴπερ ἄρα γένος
                        <lb/>οὐ ταὐτὸν κατὰ τὰ νεῦρα, μακροτέρου λόγου δεόμενον εἰς <lb/>δήλωσίν τε
                        καὶ πίστιν. τοῦ μὲν οὖν κατὰ τὰς ἀρτηρίας πλήθους, <lb/>ὡς πρὸς τὴν δύναμιν
                        αὐτῶν, ἐπιστημονικὰ γνωρίσματα <pb n="530"/> διὰ τῆς περὶ τῶν σφυγμῶν
                        εἴρηται πραγματείας, ἴσασι δὲ <lb/>οὐδὲ τούτων οὐδὲν οἱ ῥᾳδίως ὀνομάζοντες
                        ὁσημέραι πλῆθος· <lb/>οὐ μὴν τοῦ γε πρὸς τὰς φλέβας αὐτὸς ἐξεῦρον
                        ἐπιστημονικόν <lb/>τι σημεῖον, ἢ παρ’ ἑτέρῳ γεγραμμένον εὑρεῖν ἠδυνήθην,
                        ὅπου <lb/>γε τὴν ἀρχὴν οὐδὲ διωρίσατό τις ἡμῶν πρότερος οὐδ’ αὐτὰς <lb/>τὰς
                        δυνάμεις ἐπιστημονικῶς. ἐπ’ ὀλίγον μὲν γὰρ ἥψαντο τῆς <lb/>θεωρίας αὐτῶν οἱ
                        περὶ Φίλιππόν τε καὶ Ἀρχιγένην, τελέως <lb/>δὲ οὐδὲ τούτων οὐδεὶς
                        ἐξειργάσατο. ζητεῖ δὲ ὁ λόγος ὁ νῦν <lb/>ἐνεστηκὼς οὐ ταῦτα μόνον, ἀλλὰ καὶ
                        τὸ καθ’ ἕκαστον μόριον <lb/>πλῆθος, οἷον τὸ καθ’ ἧπαρ, ἢ καρδίαν, ἢ νεφροὺς,
                        ἢ κῶλον, <lb/>ἢ ἐγκέφαλον, ἢ ὀστοῦν. <milestone unit="ed2page" n="329"/>ὅσα
                        μὲν οὖν αὐτῶν <lb/>ἤτοι δυσαίσθητά ἐστιν ἢ ἀναίσθητα, ταῦτα μὲν οὐκ ἂν
                        ὡσαύτως <lb/>αἰσθητὰ γαστρὶ καὶ κύστει τῶν ἐν αὐτοῖς περιττῶν, ἀλλὰ <lb/>τὰ
                        μὲν οὐδ’ ὅλως, τὰ δὲ ἤτοι παντάπασιν ἀμυδρῶς, ἢ οὐδ’ <lb/>ὅλως· παντάπασι
                        μὲν ἀμυδρῶς, ὡς ἐπὶ παμπόλλῳ πλήθει, <lb/>οὐδ’ ὅλως δ’, ὡς ἐπ’ ὀλίγῳ. καὶ
                        γὰρ καὶ πνεύμονι καὶ ἥπατι <lb/>καὶ νεφροῖς ἐγγίνεται βάρους αἴσθησις
                        ἐνίοτε, καί τις ὀστοῦν <lb/>ᾔσθετο βαρυνόμενος, ἀμυδρᾷ καὶ αὐτὸς αἰσθήσει·
                        κατὰ τὸν <pb n="531"/> ἐγκέφαλον δὲ βάρη διασημαίνει πολλάκις οὐκ ἀμυδρὰ
                        μόνον, <lb/>ἀλλ’ ἔστιν ἐνίοτε καὶ πάνυ σαφῆ. τοῖς δὲ ἀναισθήτοις μορίοις
                        <lb/>οὐκ ἐνδέχεται γίγνεσθαί τινα αἴσθησιν οὔτε βάρους <lb/>οὔτ’ ἄλλου
                        συμπτώματος οὐδενός· ἀναίσθητα δ’ ἔοικεν ὑπάρχειν <lb/>ἔνια τῶν ὀστῶν, καὶ ἡ
                        πιμελὴ, καί τινες τῶν ἀδένων, <lb/>εἰ μὴ ἄρα καὶ οἱ μυελοὶ πάντες ἐκ τῶν
                        ἀναισθήτων εἰσίν· <lb/>ἐγκέφαλος γοῦν καὶ νωτιαῖος, ὡς ἔνιοί φασιν, ἐκ τῶν
                        αἰσθητικῶν <lb/>εἰσι. βεβαίως δ’ ἄν τις ἀποφαίνοιτο κατὰ τῆς περὶ τὰ
                        <lb/>κυρτὰ τοῦ ἥπατος σαρκὸς, ἣν οἱ πολλοὶ τῶν ἰατρῶν παρ<milestone unit="ed1page" n="345"/>έγχυμα <lb/>προσαγορεύουσιν· οὐδὲ γὰρ ὅλως εἰς
                        αὐτὴν οὐδαμόθεν <lb/>ἐμφύεται νεῦρον· ἀπορήσειε δ’ ἄν τις καὶ περὶ τῆς
                        <lb/>ἐν τοῖς σιμοῖς. οὕτω γάρ ἐστι βραχέα τὰ κατὰ τὰς πύλας ἐμφυόμενα
                        <lb/>τῷ ἥπατι, ὥστε φαίνεσθαι τὸν ὑμένα μόνον αὐτοῦ <lb/>διαπλέκοντα. καὶ
                        μὴν καὶ κατὰ σπλῆνα καὶ νεφροὺς ὡσαύτως <lb/>ἀπορήσειεν ἄν τις, ἔτι τε
                        μᾶλλον ἐν πνεύμονι, καὶ τάχα <lb/>ἄν τις ἐν τούτοις τοῖς σπλάγχνοις ᾖ τοῦ
                        βάρους αἴσθησις, οὐκ <lb/>αὐτῶν τῶν σπλάγχνων, ἀλλὰ τῶν περιεχόντων αὐτὰ
                        χιτώνων <lb/>καὶ ὑμένων εἶναι λεχθείη, καὶ μάλιστα ἐπὶ πνεύμονός τε καὶ <pb n="532"/> ἥπατος, ἐξηρτημένων τε καὶ κρεμαμένων, καὶ οὐχ ἑδραίως
                        <lb/>ἐστηριγμένων. ἐναργῶς γὰρ οἱ κάμνοντες αἰσθάνονται πολλάκις <lb/>ἄνω
                        πρὸς τῇ κλειδὶ τάσεώς τινος, ὡς ἐπὶ τοῖς κατὰ τὸ <lb/>ἧπαρ ὄγκοις, αὐτοῦ τε
                        τοῦ σπλάγχνου βαρέος· ὡς εὐτυχὴς <lb/>δέ τις, ὃς οὐκ ᾔσθετο καθ’ ὅλον ἑαυτοῦ
                        τὸν βίον, οὕτω <lb/>συνεχῶς ἅπασι γιγνομένου. λέγει δέ που καὶ Ἱπποκράτης,
                        <lb/>ἐς νεφρὸν ὀδύνη βαρείη, ὥσπέρ γε καὶ κατὰ πνεύμονα γίγνεται <lb/>βάρος·
                        εἴρηται δὲ σχεδὸν ἅπασι τοῖς ἰατροῖς, ὅταν ἁλῷ <lb/>φλεγμονῇ τὸ σπλάγχνον.
                        ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἐζητηκότες οἱ <lb/>πλεῖστοι τῶν ἰατρῶν, ἔνιοι δὲ οὐδ’ ὅτι
                        δύναται μὲν ποτὲ <lb/>καθ’ ὅλον τὸ ζῶον εἶναι τὸ πλῆθος, ἐγχωρεῖ δὲ καὶ περὶ
                        ἔν <lb/>ὁτιοῦν μόριον ἢ καὶ πλείω, προπετῶς ἀποφαίνονται περὶ <lb/>πλήθους.
                        ἀλλ’ εἰ βούλει κατὰ τὸ παρὸν ἐάσαντες ἁπάσας <lb/>ταύτας τὰς ἀπορίας, ἐν
                        τοῖς εὐπορωτέροις γυμνασθῶμεν. </p></div></div></body></text></TEI>