<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg050.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Καὶ τοίνυν καὶ ἡμῖν ὁ μὲν πρὸς τοὺς ἐμπειρικούς <lb/>τε καὶ μεθοδικοὺς
                        ἀναβεβλήσθω λόγος, ἐπὶ δὲ τοὺς <lb/>ἑτέρους ἴωμεν, ὅσοι σὺν λογισμῷ φασι τὴν
                        τέχνην μεταχειρίζεσθαι. <lb/>καίτοι γε ἔνιοι τῶν νῦν εἰς τοσοῦτον ἥκουσι
                        τόλμης, <lb/>ὡς ἐπιγράφεσθαι μὲν ἑαυτοῖς αἱρέσεως ὀνόματα, γινώσκειν <lb/>δὲ
                        οὐδὲν οὐδὲ ἐκείνων (ἐστὶν) αὐτῶν. ἀκοῦσαι γοῦν <lb/>ἔστι πολλάκις πολλῶν ἐπὶ
                        μὲν τῶν ἀῤῥώστων λεγόντων, ὡς <lb/>μεστὸς ὁ ἄνθρωπός ἐστι καὶ φλεβοτομητέον
                        αὐτόν· αὖθις <lb/>δ’ ἐμπεσόντος λόγου, μεθοδικοὺς ἢ ἐμπειρικοὺς ὀνομαζόντων
                        <lb/>ἑαυτούς. ἀλλ’ ὅπερ ἔλεγον, ἐπὶ τοὺς ἀναλογισμῷ χρωμένους <lb/>ἐλθόντες,
                        τοῖς ἐξ αὐτῶν πρώτοις διαλεχθῶμεν, ὅσοι πρὸς <lb/>τὴν δύναμιν ἀεὶ ἐννοοῦσι
                        τὸ πολύ. κινδυνεύουσι γὰρ οὗτοι ﻿<pb n="518"/> μήτ’ ἀσκοὺς ἑωρακέναι, μήτε
                        θυλάκους ἀμέτρως πεπληρωμένους, <lb/>ἀλλὰ μηδὲ σιτίου ποτὲ προσενηνέχθαι
                        πλείω τοῦ δέοντος, <lb/>ὡς διατείνειν τὴν γαστέρα, μηδ’ οὖρον ἠθροικέναι
                        ποτὲ <lb/>ἐν τῇ κύστει περαιτέρω τοῦ προσήκοντος, ἢ κόπρον ἐν ἀπευθυσμένῳ·
                        <lb/>διατείνεται γὰρ ἐναργῶς ἐν πάσαις ταῖς τοιαύταις <lb/>περιστάσεσιν
                        ἕκαστον τῶν εἰρημένων ὀργάνων, ὡς ἀνιᾶσθαι <lb/>τὸν ἄνθρωπον, ἢν μὴ θᾶττον
                        ἐκκρίνῃ τὸ πλεονάζον. οὐ μὴν <lb/>οὐδ’ ἡ αὐτή γε αἴσθησις γίνεται τοῦ
                        βαρύνοντος ἢ δάκνοντος, <lb/>ἢ ἀῤῥήτῳ τινὶ ποιότητι λυποῦντος. ἀκοῦσαι γοῦν
                        ἔστι καὶ <lb/>τῶν ἰδιωτῶν αὐτὸ τὸ συμβαῖνον αὐτοῖς ἐναργῶς ἑρμηνευόντων,
                        <lb/>ἄνευ τῆς περὶ τὸ δόγμα φιλονεικίας, ἐνίοτε μὲν ὡς ὑπὸ <lb/>τροφῆς
                        βαρυνομένων καὶ θλιβομένων, καίτοι γε ἐλάχιστα <lb/>προσενηνεγμένων· ἐνίοτε
                        δ’ ὡς δάκνοιντό τε καὶ διαβιβρώσκοιντο· <lb/>πολλάκις δ’ οὐκ ἔχοντες ἀκριβῶς
                        ἑρμηνεῦσαι τὸ συμβαῖνον, <lb/>ἀσᾶσθαί φασιν. οὐδεμία γὰρ τῶν αἰσθήσεων
                        τούτων <lb/>ἡ αὐτὴ πρὸς τοῖς ἀνθρώποις γίγνεται, διὰ πλῆθος ἄμετρον
                        <lb/>ἐδεσμάτων ἐπὶ πλεῖστον ἐκτεταμένης τε καὶ διατεταμένης <lb/>τῆς
                        γαστρός. ἐπὶ μὲν οὖν τῶν τοιούτων καταστάσεων κινδυνεύειν <pb n="519"/>
                        ῥαγῆναί φασιν αὐτῶν τὴν κοιλίαν, σὺν τῷ καὶ ἡμᾶς <lb/>ὁρᾷν ἐπὶ πλεῖστον
                        αὐτὴν τεταμένην· ἔνθα <milestone unit="ed1page" n="343"/>δὲ βαρύνεσθαι
                        <lb/>λέγουσι, προσεσταλμένην ὁρῶμεν ἐνίοτε τὴν γαστέρα. <lb/>οὕτω δὲ κᾀπὶ
                        τῆς κύστεως ἄλλη μὲν διάθεσίς ἐστι πλεῖστον <lb/>ὑγρὸν περιεχούσης, ἄλλη δὲ
                        ὀλίγον, ἢ βαρυνομένης. καὶ τοίνυν <lb/>καὶ τὴν ἔκκρισιν ἐπὶ μὲν τῆς διὰ τὸ
                        πεπληρῶσθαι τεινομένης <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="325"/>παμπόλλην ἔστιν ἰδεῖν, ἐπὶ δὲ τῆς
                        βαρυνομένης <lb/>ὀλιγίστην μὲν, ἀλλὰ πυκνοτάτην· οὐ γὰρ ἀναμένει <lb/>τὸν
                        τῆς πληρώσεως χρόνον, ἀλλὰ εὐθὺς ἀποῤῥῖψαι <lb/>ποθεῖ τὸ λυποῦν, ὥσπερ
                        κᾀπειδὰν ὑπὸ τῆς ποιότητος <lb/>αὐτοῦ δάκνηται. καὶ γὰρ τότε συνεχῆ ποιεῖται
                        τὴν ἔκκρισιν. <lb/>καὶ γὰρ οὖν καὶ ὁπότε βαρύνεται καθάπερ ὑπὸ φορτίου
                        <lb/>τοῦ περιεχομένου, τότε οὐκ ἄν τις ὀρθῶς φαίη φαύλως μὲν
                        <lb/>διακεῖσθαι, εἶναι δὲ αὐτῇ τὸ βαρῦνον πολὺ, κᾂν μηδ’ ὅλως <lb/>διατείνει
                        τὸν χιτῶνα. ταῦτα πάντως δ’ εἴ τί φασιν οἱ ταύτης <lb/>τῆς δόξης ἡγεμόνες,
                        ἀρνουμένων τῶν τἀναντία γιγνωσκόντων, <lb/>αὖθις ἐρωτητέον ἀμφοτέρους, εἰ
                        τὴν αὐτὴν ἀνίαν ἡ <lb/>κύστις ἀνιᾶται διατεινομένη πανταχόσε καὶ
                        κινδυνεύουσα <pb n="520"/> ῥαγῆναι, τῷ μηκέτι στέγειν τὸ περιεχόμενον, καὶ
                        βαρυνομένη <lb/>τε καὶ δακνομένη. ἐνταῦθα γὰρ πάλιν οἱ μὲν πρὸς τὰς
                        εὐρυχωρίας <lb/>τῶν ἀγγείων ἀεὶ τὸ πλῆθος νοοῦντες ἑτοίμως συγχωροῦσιν·
                        <lb/>οἱ δ’ ὡς πρὸς τὴν δύναμιν, ἄχθονταί τε πρὸς τοῖς <lb/>τοιούτοις
                        ἐρωτήμασιν, ὀργίζονταί τε πολυειδῶς ἀντιτείνοντες <lb/>ἄνω καὶ κάτω, διὰ τὸ
                        μὴ βούλεσθαι συγχωρῆσαι καὶ τοῦτ’ <lb/>εἶναι πλῆθος. ἡμεῖς οὖν ἀμφοτέρους τε
                        εὐξάμενοι παύσασθαι <lb/>τῆς φιλονεικίας, εἰς ὁμόνοιαν παρεκαλέσαμεν τοὺς
                        ὅσοι μὲν <lb/>οὐχ ἡγοῦνται λέγεσθαι τὸ πλῆθος οὐδέποτε πρὸς τὴν χώραν
                        <lb/>τοῦ περιέχοντος, οἷς δὴ καὶ πρώτοις ὑπηρξάμεθα διαλέγεσθαι,
                        <lb/>συγχωρῆσαι τοῖς ἀληθέσι παρακαλοῦντες, ἀναμνησθέντας τοῦ <lb/>ἐν τῷ
                        διατείνεσθαι τὰ πεπληρωμένα μόρια λυπεῖσθαι· ὅσοι δὲ <lb/>οὕτω μόνον
                        συνίστασθαι πλῆθος νομίζουσι, συγχωρῆσαι τὸ <lb/>βαρῦνον εἶναι τῷ βαρυνομένῳ
                        πολύ. πάλιν δὲ ἑκατέρους τοῖς <lb/>ἐναργῶς φαινομένοις δυσωποῦντες,
                        ἀναμνήσωμεν ἰδίᾳ μὲν <lb/>τοὺς ὡς πρὸς τὴν δύναμιν μόνον νοεῖσθαι φάσκοντας
                        τὸ πολὺ, <lb/>τοῦ περιτοναίον ῥαγέντος ἢ ἀνευρυνθέντες ὑπὸ πλήθους
                        ἐδεσμάτων, <lb/>ὑποδείξωμέν τε κᾀπὶ τῶν ἐκτὸς ἀσκοὺς καὶ κύστεις <pb n="521"/> τοῦτο πάσχοντας, ἐνίοτε δὲ καὶ τοὺς πίθους αὐτοὺς, ὅταν <lb/>πνευματικὸν
                        βίαιον ᾖ τὸ πλῆθος. ἐρωτήσωμεν δὲ περὶ τῶν <lb/>ἀναβηξάντων ἐκ πνεύμονος
                        αἷμα καὶ διὰ ῥῆξιν ἀγγείου, χωρὶς <lb/>πληγῆς, ἢ καταπτώσεως, ἤ τινος ἑτέρας
                        ἔξωθεν βίας τοιαύτης, <lb/>εἰ μηδὲ οὗτοι δοκοῦσιν αὐτοῖς ὑπὸ πλήθους
                        παμπόλλου <lb/>διατείνοντος τὸ ἀγγεῖον οὕτω παθεῖν. ἰδίᾳ δ’ αὖ πάλιν
                        <lb/>ἀναμνήσωμεν τοὺς ἑτέρους, ὡς οὐ ταὐτὸ δύναται βάρος βαστάζειν
                        <lb/>εὐέκτης νεανίσκος καὶ παιδίον κομιδῇ μικρόν· ὃ γὰρ <lb/>ἂν, οἶμαι,
                        βαρύτατον ᾖ τῷ παιδίῳ, κουφότατόν ἐστι τῷ <lb/>νεανίσκῳ· πότερον οὖν οὔτε
                        φορτίον ὅλως ἐροῦμεν, ὃ μὴ <lb/>δύναταί τις βαστάζειν, οὐδὲ πολὺ τὸ οὕτως
                        βαρῦνον; ἢ φορτίον <lb/>μὲν καὶ βαρὺ, πλῆθος δ’ ὀνομάζειν οὐ συγχωρήσομεν;
                        <lb/>ἀλλ’ οὕτως μὲν οὐχ ὑπὲρ πράγματος, ἀλλ’ ὑπὲρ ὀνόματος ἡ
                        <lb/>ἀμφισβήτησις ἔσται. κατὰ δὲ τὸν ἕτερον τρόπον οὐδ’ ἄνθρωπος <lb/>εἶναί
                        σοι δόξειεν ὁ μηδ’ ὅλως φάσκων βαρύνεσθαι <lb/>μηδέποτε, μηδ’ ἂν εἴκοσι
                        τάλαντα κατὰ τὸν ὦμον ἐπιθῇς <lb/>αὐτοῦ. πρὸς δὲ τοὺς ἑαυτοὺς ὑποθέντας
                        δουλείῳ δόγματι <lb/>οὐδὲν ἱκανόν. ἐάσαντες οὖν ἤδη τούτους, μᾶλλον δ’, εἰ
                        χρὴ <pb n="522"/> τἀληθὲς εἰπεῖν, ἀπαλλάττεσθαι παρακελεύσαντες, ὅστις ἂν
                        <lb/>ἐλεύθερος ᾖ καὶ ἀληθείας ἑταῖρος, ἐκείνῳ διαλεξώμεθα. </p></div></div></body></text></TEI>