<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg050.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Τὸ δὲ ἔρευθος, οὗ καὶ αὐτοῦ μνημονεύουσιν, <lb/>οὐ πλήθους μὲν ἁπλῶς, ἀλλ’
                        αἱματικοῦ πλήθους γνώρισμα. <lb/>δεήσεται δὲ καὶ αὐτὸ τῶν διορισμῶν, ὧνπερ ὁ
                        ὄγκος· <pb n="571"/> εἰ γὰρ διά τι τῶν ἔξωθεν, οἷον ἥλιον, ἢ λουτρὸν, ἢ
                        γυμνάσιον, <lb/>ἢ πορείαν, ἢ ἁπλῶς εἰπεῖν θερμασίαν, οὕτω δὲ καὶ <lb/>θυμὸν,
                        αἰδώ τε καὶ ὅσα τοιαῦτα, καὶ ὀξεῖς δὲ πυρετοὶ τούτου <lb/>τοῦ γένους εἰσίν.
                        ὅταν οὖν ὁμαλὴ μὲν ὅλου τοῦ σώματος <lb/>ἡ διάθεσις εἴη, μηδὲν δὲ ὧν εἴρηκα
                        παρῇ, τότ’ ἂν εἴη τὸ <lb/>ἔρευθος αἱματικοῦ πλήθους γνώρισμα τοῦ καθ’ ὅλον
                        τὸ <lb/>ζῶον· εἰ δὲ μὴ, ἀλλά γε κατ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἐν ᾧ φαίνεται·
                        <lb/>καὶ γὰρ καὶ ταῖς φλεγμοναῖς, εἴτ’ ἐν τοῖς μυσὶν εἴτ’ ἐν τοῖς
                        <lb/>δέρμασι συνίστανται, τὸ τοιοῦτον ἕπεται χρῶμα, πληθωρικοῖς
                        <lb/>ὑπάρχουσι νοσήμασιν. ἀλλὰ περὶ φλεγμονῶν αὐτάρκως <lb/>ἐν ἑτέρῳ
                        λέλεκται γράμματι, καθ’ ὃ περὶ τῶν παρὰ <lb/>φύσιν ὄγκων ἐπεσκεπτόμεθα,
                        δεικνύντες ἅπαντας αὐτοὺς ὑπὸ <lb/>πλήθους ὑγρῶν ἄλλοτε εἰς ἄλλο μέρος
                        κατασκηπτόντων <lb/>συνίστασθαι· νυνὶ δὲ οὐ περὶ τούτων, ἀλλ’ ὡς εἴρηται
                        πρόσθεν, <lb/>ὑπὲρ ἐκείνου τοῦ πλήθους ὁ λόγος ἐστὶν, ὃ καλεῖται
                        <lb/>πληθώρα, πλεονεξίας χυμῶν ἐν ὅλῳ τῷ σώματι <milestone unit="ed2page" n="343"/>συνισταμένης. <lb/>οὐχ οὕτω δέ φαμεν ἐν ὅλῳ τῷ σώματι
                        συνίστασθαι <pb n="572"/> πλῆθος, ὡς ἀμφότερα τὰ γένη τῶν σωμάτων βεβλάφθαι,
                        τό <lb/>τε τῶν ἀγγείων καὶ τῶν σαρκῶν· ἐγχωρεῖ γὰρ ἐνίοτε καὶ <lb/>μόνον
                        θάτερον, ὡς εἰ καὶ ὁπότερον ἂν καταληφθείη μέρος, <lb/>οὐ καθ’ ἕν τι μόριον
                        ἢ δύο τούτου συμβεβηκότος, ἀλλ’ ἤτοι <lb/>καθ’ ὅλον τὸ ζῶον, ἢ κατὰ τὰ
                        πλεῖστά τε καὶ κυριώτατα <lb/>μόρια. καὶ τοίνυν καὶ τὸν ὄγκον ὁποῖός τίς
                        ἐστιν ἐξευρεῖν, <lb/>ἱκανῶς γεγυμνασμένου περὶ τὰς διαγνώσεις ἀνδρὸς δεῖται.
                        <lb/>κατὰ γοῦν τὸ σαρκῶδες γένος ἕτερος μὲν ὄγκος ὁ τῶν σαρκῶν <lb/>αὐτῶν
                        ἐστιν, ἕτερος δὲ ὁ τῶν ὑγρῶν, ὥσπερ ἐρίου τινὸς <lb/>ἢ σπογγιᾶς τῆς σαρκὸς
                        ἐμπεπλησμένης ὑγρότητος περιττῆς· <lb/>ἀλλὰ τὸ μὲν τοιοῦτον πλῆθος ἐν ταῖς
                        σαρξὶν ἀνάλογόν ἐστι <lb/>τῷ κατὰ τὸ ἔγχυμα καλουμένῳ ἐπὶ τῶν ἀγγείων, τὸ δὲ
                        ἕτερον <lb/>πλῆθος τῷ πρὸς τὴν δύναμιν, ἢ μετὰ βάρους· μεμνημένων <lb/>ἡμῶν,
                        ὅτι μηδὲν διήνεγκεν, ἢ περὶ συνθέτου σαρκὸς, ἢ περὶ <lb/>μυῶν διαλέγεσθαι,
                        καὶ ὡς εἴ ποτε περὶ πλήθους ὁ λόγος γίγνοιτο <lb/>τοῦ κατὰ τὰς σάρκας, τοὺς
                        μῦς ἀκουστέον ἐστὶν, οὐ <lb/>τὴν ἁπλῆν ἐκείνην σάρκα, τὴν ὑπό τινων
                        ὀνομαζομένην παρέγχυμα. <lb/>κατὰ μέντοι τὰς ἀρτηρίας καὶ τὰς φλέβας οὐχ
                            ﻿<pb n="573"/> ὁμοίως αἰσθητόν ἐστι τὸ πρὸς τὴν δύναμιν πλῆθος αὐτοῖς
                        <lb/>τοῖς κάμνουσιν, ἀλλ’ ὅσοι περ ἂν ὦσιν αἰσθητικώτατοι φύσει, <lb/>μόνοις
                        τοῖς τοιούτοις ἀμυδρόν τι καὶ βύθιον βάρος ἐμφαίνεται <lb/>κατὰ τὸ σῶμα· διὸ
                        χρὴ ζητεῖν ἕτερά τινα σαφέστερα τοῦ <lb/>τοιούτου πλήθους γνωρίσματα.
                        ῥᾳθύμως δὲ τῶν πλείστων <lb/>ἰατρῶν ἐσχηκότων ἀμφ’ αὐτὸ, καὶ τῶν μὲν οὐδ’
                        ὅλως ἐπισκεψαμένων, <lb/>ἐνίων δὲ ἐλλιπῶς, οὐδὲν εὕρηται βεβαιότερον
                        <lb/>γνώρισμα τῆς τῶν ἀρτηριῶν κινήσεως, ἣν ἐν ταῖς περὶ τῶν <lb/>σφυγμῶν
                        πραγματείαις αὐτάρκως ἐξηγησάμεθα. τὰ πολλὰ <lb/>μὲν γὰρ ὁμοῦ ταῖς ἀρτηρίαις
                        αἱ φλέβες ἐν πληθώρᾳ καθίστανται, <lb/>διὰ τὴν σύῤῥοιαν τῶν ἀγγείων, ἣν
                        πολλάκις ἐν ἑτέροις <lb/>ἀπεδείξαμεν· ἔστιν ὅτε δὲ χυμῶν γλίσχρων, ἢ παχέων
                        ἠσθροισμένων <lb/>ἐν ταῖς φλεψὶν, οὐκ εὐπετὴς ἡ μετάληψις αὐτῶν εἰς <lb/>τὰς
                        ἀρτηρίας γίγνεται, σπάνιον δέ ἐστι τὸ τοιοῦτον· εἰ μὴ <lb/>γὰρ ἐσχάτως εἶεν
                        παχεῖς, ἢ γλίσχροι χυμοὶ, μεταῤῥυήσονται <lb/>πάντως. ἐν μὲν δὴ ταῖς
                        τοιαύταις διαθέσεσιν οὐδὲν ἐναργὲς <lb/>γνώρισμα τοῦ κατὰ τὰς φλέβας
                        ἠθροισμένου πλήθους ἐκ (δὲ) <lb/>τῆς τῶν ἀρτηριῶν κινήσεως ἔνεστι λαβεῖν, εἰ
                        καὶ ὅτι μάλιστα <lb/>τῷ Νικάρχῳ καὶ Πραξαγόρᾳ δοκεῖ, καίτοι μὴ μεταδιδοῦσι
                            <pb n="574"/> ταῖς ἀρτηρίαις αἵματος· κατὰ μέντοι τὰς ἄλλας διαθέσεις
                        τῆς <lb/>πληθώρας πιστεύειν χρὴ τοῖς ἐκ τῶν σφυγμῶν σημείοις, ἃ <lb/>διὰ τῆς
                        οἰκείας εἴρηται πραγματείας, τὰς δὲ ἰδέας τοῦ πλήθους, <lb/>ὅταν γε ὁμαλῶς
                        ἐκτεταμένον εἰς ὅλον τὸ σῶμα ᾖ, κατὰ <lb/>τάδε διαιρεῖσθαι. ἐξέρυθρον μὲν
                        γὰρ τὸ τοῦ αἵματος πλῆθός <lb/>ἐστιν, ὕπωχρον δὲ τὸ τῆς ξανθῆς χολῆς, ἐπὶ δὲ
                        τὸ λευκότερον <lb/>ἐκτρέπεται τοῦ κατὰ φύσιν, ὅταν τὸ φλέγμα κρατῇ,
                        <lb/>καθάπερ ἐπὶ τὸ μελάντερον, ἢν ἡ μέλαινα χολή. καθ’ ἕκαστον <lb/>δὲ τῶν
                        εἰρημένων συνηυξῆσθαι χρὴ καὶ τὸ αἷμα· μόνη <lb/>γὰρ εἴ ποτε πλεονάσειεν ἡ
                        ὠχρὰ καὶ ξανθὴ προσαγορευομένη <lb/>χολὴ, καθάπερ ἐν ἰκτερικοῖς, οὐκ ἔτι
                        πλῆθος, οὐδὲ πληθωρικὴ <lb/>διάθεσις, ἀλλὰ κακοχυμία τὸ τοιοῦτόν ἐστι
                        πάθημα. <lb/>κατὰ ταὐτὰ δὲ καὶ ἐπὶ τῆς μελαίνης χολῆς καὶ τοῦ φλέγματος.
                        <lb/>ὅταν δὲ, ὡς εἴρηται πρόσθεν, ἢ βάρος, ἢ ὄγκος ὑπὲρ τὸ <lb/>κατὰ φύσιν
                        ᾖ, πληθωρικὴ μὲν ἡ τοιαύτη διάθεσις εἴρηται, <lb/>ἐκ δὲ τῆς χρόας γινώσκειν
                        χρὴ τὴν ἰδέαν τοῦ κρατοῦντος <lb/>χυμοῦ. μόνη δὲ χολὴ τῶν ἀχωρίστων τοῦ
                        πλήθους <pb n="575"/> συμπτωμάτων <milestone unit="ed2page" n="344"/>οὐδέτερον ἐργάσασθαι δύναται, οὔτ’ <lb/>οὖν τὸν ὄγκον οὔτε τὸ βάρος·
                        ἕτερον γάρ τι πρὸς ταύτης <lb/>ἔσται πάθημα πρὶν ἐς τοσοῦτον αὐξηθῆναι.
                        μόνον <lb/>δ’, εἴπερ ἄρα, τὸ φλέγμα, καὶ τοῦτο οὐχ ἅπαν ἁπλῶς, <lb/>ἀλλὰ τὸ
                        κατὰ τοὺς λευκοφλεγματίας ὀνομαζομένους ὑδέρους <lb/>ἐν ὅλῳ τῷ σώματι
                        δυνήσεται πλεονάσαι. δῆλον δὲ ὡς καὶ <lb/>τὸν ὠμὸν ὀνομαζόμενον χυμὸν ἕν τι
                        τῶν φλέγματος εἰδῶν <lb/>ἔν γε τῷ νῦν λόγῳ τίθεσθαι χρὴ, ὡς εἴγε ἕτερον
                        ἐκείνου <lb/>θήσομεν πρὸς αἷς εἴπομεν ἄρτι πλήθους διαφοραῖς, ἀναγκαῖόν
                        <lb/>ἐστι προσθεῖναι καὶ τὴν ἐκ τοῦ τοιούτου χυμοῦ· <lb/>παχύτερος δὲ τοῦ
                        ἄλλου φλέγματος ὁ χυμὸς οὗτος, ἧττόν <lb/>τε πνευματικὸς, οἷος ἐν τοῖς
                        οὔροις ὑφίσταται μά<milestone unit="ed1page" n="352"/>λιστα <lb/>τοῖς ἐξ
                        ἀδδηφαγίας πολλὴν ὑπόστασιν ἔτνει τε κυάμων <lb/>ὁμοίαν ἔχουσι· καὶ μὴν καὶ
                        διεχώρησε κάτω πολλάκις ὁ <lb/>τοιοῦτος ἀθρόως χυμὸς ἐκείνοις τῶν σωμάτων,
                        ὅσα γυμνασίων <lb/>μὲν ἀπείχετο, παμπόλλοις δὲ ἐδέσμασιν ἐχρᾶτο, καὶ
                        <lb/>λουτροῖς ἐπὶ τροφαῖς· ἀλλὰ καὶ τούτῳ τῷ χυμῷ, καθάπερ <lb/>καὶ τῷ
                        φλέγματι, λευκή τις ἄχροια καθ’ ὅλον τὸ σῶμα <lb/>συνυπάρχει. τὰ δ’ ἄλλα τοῦ
                        φλέγματος εἴδη τὸ μέν <pb n="576"/> ἐστι γλυκὺ, τὸ δὲ ὀξὺ, τὸ δὲ ἁλυκόν· καὶ
                        ὑπνώδεις μὲν <lb/>γίνονται ἐπὶ τοῦ γλυκέος, πεινώδεις δὲ ἐπὶ τοῦ ὀξέος
                        πλεονάζοντος, <lb/>ὥσπερ δὴ διψώδεις, ὅταν ἐπικρατῇ τὸ ἁλυκόν·
                        <lb/>ἀνόρεκτοι δὲ ἐπὶ τῷ προειρημένῳ τῷ ὠμῷ. τὰ δὲ τῶν <lb/>ὕπνων ἐπὶ μὲν
                        τοῖς ἄλλοις φλέγμασι τοῖς προειρημένοις <lb/>βραχὺ πλείω τοῦ κατὰ φύσιν· ὁ
                        δ’ ὠμὸς χυμὸς, ὥσπερ τὸ <lb/>γλυκὺ φλέγμα, σαφῶς ὑπνώδεις ἀποτελεῖ·
                        δέδεικται γὰρ ἑτέρωθι, <lb/>τῆς αἰσθητικῆς ἀρχῆς ὑγραινομένης τε καὶ
                        ψυχομένης, <lb/>τὴν κωματώδη ἕπεσθαι διάθεσιν, ὥσπέρ γε καὶ τὴν ἀγρυπνίαν,
                        <lb/>ξηραινομένης καὶ θερμαινομένης. ταῦτ’ ἄρα καὶ οἱ <lb/>χολῶντες ἄγρυπνοι
                        πάντες ἐφ’ ἑκατέρᾳ τῇ χολῇ· σύνεστι δὲ <lb/>ἐξαίρετον ἐπὶ τῆς μελαίνης τὸ
                        σκυθρωπόν τε καὶ δύσθυμον <lb/>ἄνευ λόγου. εἰ δὲ μὴ καθ’ ὅλον σῶμα
                        πλεονάζοιεν οἱ προειρημένοι <lb/>χυμοὶ, καθ’ ἕν τι δὲ μόριον ἀθροισθεῖεν,
                        ὄγκους <lb/>ἐργάζονται παρὰ φύσιν αὐτοῖς τοῖς σώμασιν, ὑπὲρ ὧν ἑτέρωθι
                        <lb/>δείκνυται. καὶ αὐτὰ δὲ τὰ νῦν αὐτῶν εἰρημένα συμπτώματα, <lb/>πλὴν τῆς
                        ἀχροίας, ἐγκέφαλόν τε καὶ στόμαχον <pb n="577"/> κατειληφότων ἐστίν·
                        ἀγρυπνίαι μὲν γὰρ καὶ ὕπνοι διὰ τὸν <lb/>ἐγκέφαλον, ὀρέξεις δὲ καὶ ἀνορεξίαι
                        διὰ τὸν στόμαχον ἄλλοτε <lb/>ἀλλοίως διατιθέμενον γίγνονται. δῆλον δ’ ὅτι τὸ
                        στόμα τῆς <lb/>γαστρὸς εἴρηται νῦν στόμαχος, ἐν ᾧ τὸ μὲν φλέγμα τὸ
                        ἀθροισθὲν, <lb/>ὡς ὀλίγον ἔμπροσθεν εἴρηται, τὰς ὀρέξεις ἐποίησε· <lb/>τῶν
                        δὲ χολωδῶν, ἐπὶ μὲν τῆς ξανθῆς διψώδεις τε καὶ ἀσώδεις <lb/>ἔσονται, καὶ τὸ
                        στόμα πικρὸν αὐτοῖς ἐστιν· ἐπὶ δὲ τῇ <lb/>μελαίνῃ, δύσθυμοι, καὶ σκυθρωποὶ,
                        καὶ φοβεροὶ, καὶ ἄδιψοι, <lb/>καὶ σιέλου μεστοὶ, ἀπόσιτοι δὲ οὐ πάντες, ἀλλά
                        τινες αὐτῶν. <lb/>ἱκανῶς δὲ πεινώδεις εἰσὶν οἷς ἂν ἡ μέλαινα τὴν ὀξεῖαν
                        <lb/>ποιότητα κρατοῦσαν ἔχῃ· γίγνεται δὲ τοῦτο, κακοηθεστέρας <lb/>αὐτῆς
                        ἀποτελουμένης. ἔστ’ ἂν δὲ μόνον οἷον ἰλὺς αἵματος <lb/>ᾖ, μήπω δ’ ἀκριβῶς
                        ὀξεῖα, κάλλιον ἴσως (μελαγχολικὸς χυμὸς <lb/>ἕως οὗ λέγεται) μηδὲ καλεῖν
                        μηδέπω τὸν τοιοῦτον χυμὸν <lb/>μέλαιναν χολὴν, ἀλλ’, ὥσπερ εἴωθα,
                        μελαγχολικὸν, ὅτι τοῦ <lb/>γενέσθαι μέλαιναν χολὴν πλησίον ἥκει. ἀλλ’ οὐ νῦν
                        καιρὸς <lb/>ὑπὲρ τῆς ἐν ταῖς κακοχυμίαις διεξέρχεσθαι διαφορᾶς, <lb/>ὅτι
                        μηδὲ πλῆθος εἶπον ὀνομάζεσθαι αὐτάς· ἡμῖν δὲ οὐχ <lb/>ἁπλῶς τὸ πλεονάζον
                        ὁπωσοῦν ἐξευρεῖν, ἀλλὰ περὶ πλήθους ﻿<pb n="578"/> σκέψασθαι προὔκειτο·
                        πλεονεξία δέ ἐστι τοῦτο τῶν καθ’ <lb/>ὅλον τὸ σῶμα τοῦ ζώου χυμῶν. οὔτ’ οὖν
                        τῶν κατὰ <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="345"/>μέρος ὄγκων οὔτε κακοχυμίας ἀκούειν χρὴ
                        ποθεῖν ἐν <lb/>τῷ λόγῳ τῷδε τὰς ἰδέας, ἀλλ’ ὅταν ἤτοι κατὰ τὴν ἀρχαίαν
                        <lb/>ἀναλογίαν αὐξηθῶσιν ἅπαντες, ἤ τινα βραχεῖαν ὑπεροχὴν ἐξ <lb/>αὐτῶν εἷς
                        λάβῃ. τὸ μὲν οὖν αἷμα παμπόλλην ὑπεροχὴν δύναται <lb/>λαβεῖν ἐν ταῖς
                        πληθωρικαῖς διαθέσεσι, τῶν δὲ ἄλλων <lb/>χυμῶν οὐδείς· κακοχυμία γὰρ ἤδη τό
                        γε τοιοῦτον, οὐκ ἔτι <lb/>πλῆθος, οὐδὲ πληθώρα καλεῖται. διὸ καὶ σφυγμοὶ
                        κατὰ <lb/>μὲν τὰς κακοχυμίας οἰκεῖοι τῇ φύσει τῶν χυμῶν ἀκριβῶς εἰσιν·
                        <lb/>ἐπὶ δὲ τοῖς εἰρημένοις πλήθεσιν οὐχ ὁμοίως ἐναργεῖς <lb/>ἀποσώζουσι τὰς
                        διαφορὰς, ὅτι σὺν αἵματι δαψιλεῖ πάντως <lb/>ἐστὶν ὁ πλεονάζων χυμός· ὅταν
                        δὲ κρατήσῃ σφοδρῶς, ἐπὶ μὲν <lb/>τῇ ξανθῇ χολῇ τοιούτους ἀνάγκη γενέσθαι
                        σφυγμοὺς, οἵους <lb/>εἴπομεν ἕπεσθαι, ξηραινομένης τε καὶ θερμαινομένη τῆς
                        καρδίας· <lb/>ἐπὶ δὲ τῇ μελαίνῃ τοιούτους αὖ πάλιν, οἵους ἔφαμεν, <lb/>εἰ
                        ψύχοιτό τε καὶ ξηραίνοιτο, γίγνεσθαι· κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν <pb n="579"/> λόγον,
                        εἰ νικήσειέν ποτε τὸ φλέγμα τοὺς ἄλλους, ψυχρᾶς καὶ <lb/>ὑγρᾶς διαθέσεως
                        ἐκγόνους ἀποτελέσει σφυγμούς. αἵματι δὲ <lb/>τῷ μὲν ἀκριβῶς κατὰ φύσιν
                        οὐδεμία τῆς ἀρχαίας καταστάσεως <lb/>ἀλλοίωσις ἕπεται· τῷ δὲ ὑγροτέρῳ
                        πλεονάζοντι καὶ οἱ <lb/>σφυγμοὶ συναλλοιοῦνται, καθάπερ εἰ θερμότερόν τε καὶ
                        ψυχρότερον <lb/>ἑαυτοῦ γένοιτο. διῄρηται δὲ ἐν τῇ περὶ τῶν σφυγμῶν
                        <lb/>πραγματείᾳ τὰ τοιαῦτα σύμπαντα· νῦν δὲ ἀρκέσει τό γε <lb/>τοσοῦτον
                        εἰπεῖν, ὡς ἐξ ἀργίας μὲν καὶ διαίτης ὑγρᾶς ὑγρότερον <lb/>ἑαυτοῦ γένοιτ’ ἂν
                        τὸ αἷμα, πλεονεξίᾳ τῶν ὑδατωδῶν <lb/>περιττωμάτων· ἐπὶ θυμῷ δὲ καὶ
                        γυμνασίοις, ἐγκαύσεσί τε <lb/>καὶ τρίψεσι, καὶ φαρμάκῳ θερμαίνοντι, καὶ
                        τροφῇ τοιαύτῃ, <lb/>καὶ οἴνοις ἀκρατεστέροις καὶ παλαιοτέροις θερμότερον,
                        <lb/>ὥσπέρ γε καὶ διά τινα ψύξιν ὑπόγυιον ψυχρότερον. εἰ δὲ <lb/>ἐπὶ πλέον
                        ἐδέσμασι χρήσαιτό τις ξηροτέροις τὴν κρᾶσιν, οὐ <lb/>μὴν ἄλλην τινὰ ἔχουσι
                        δυσκρασίαν, ξηρότερον ἐκεῖνο γένοιτ’ <lb/>ἂν τὸ αἷμα. καὶ δὴ καὶ κατὰ
                        συζυγίαν ὑγρότερόν τε καὶ <lb/>ψυχρότερον, ἢ ψυχρότερόν τε καὶ ξηρότερον,
                        θερμότερόν τε <lb/>καὶ ὑγρότερον, ἢ θερμότερόν τε καὶ ξηρότερον ἐπὶ τοῖς
                        εἰρημένοις <pb n="580"/> αἰτίοις ἀποτελεσθήσεται, χωρὶς τοῦ τῶν ἄλλων τινὰ
                        <lb/>πλεονεκτῆσαι χυμῶν. εἰ δὲ καὶ διὰ τὴν ἐκείνων μίξιν εἰς <lb/>δυσκρασίαν
                        ἀφίκοιτο, μετὰ κακοχυμίας ἂν ἡ τοιαύτη δυσκρασία <lb/>συσταίη, λεγομένου μὲν
                        ἔτι καὶ νῦν ἤτοι θερμοτέρου γεγονέναι <lb/>τοῦ αἵματος, ἢ ψυχροτέρου τε καὶ
                        ὑγροτέρου, καὶ <lb/>κατὰ τὰς ἑτέρας δυσκρασίας ἓξ, ὀκτὼ γὰρ ἦσαν αἱ
                        σύμπασαι, <lb/>καθ’ ἕτερον δέ τοι τρόπον, οὐχ ὡς ὁπότε μόνον αὐτὸ καθ’
                        <lb/>ἑαυτὸ τοιοῦτον ὑπῆρχεν. οἱ σφυγμοὶ δὲ κατὰ τὰς δυσκρασίας <lb/>τὰς ὀκτὼ
                        τὴν ἰδέαν ἐκείνην ἕξουσιν, οἵαν ἐν τῇ τῶν <lb/>σφυγμῶν πραγματείᾳ διήλθομεν·
                        εἴτε δ’, ὡς εἵρηται, μόνου <lb/>τοῦ αἵματός ἐστιν, εἴτε διά τινα ἐπιμιξίαν
                        χυμοῦ, διορίζεσθαι <lb/>χρὴ τῇ τε συνούσῃ χρόᾳ παντὸς τοῦ σώματος καὶ τοῖς
                        ἄλλοις <lb/>συμπτώμασιν, ὅσα περὶ ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως, ἢ ὀρέξεως <lb/>καὶ
                        ἀνορεξίας, ἢ εἴτι τοιοῦτον, μικρὸν ἔμπροσθεν εἴρηται, <lb/>καὶ τῇ
                        προηγησαμένῃ διαίτῃ, καὶ τοῖς γυμνασίοις, καὶ τοῖς <lb/>αὐτῷ τῷ κάμνοντι
                        συμπίπτειν εἰθισμένοις, ἔτι τε τῇ ὥρᾳ καὶ <lb/>τῇ χώρᾳ καὶ τῇ φυσικῇ
                        πυκνότητι καὶ ἀραιότητι τοῦ σώματος· <lb/>ἄμεινον γὰρ ἐκ πάντων τὸ πιστὸν τῇ
                        διαγνώσει λαμβάνειν, <lb/>οὐκ ἐξ ἑνὸς ἢ δυοῖν, εὖ εἰδότας ὡς αὐτὸ μόνον ἐν
                        τῇ <pb n="581"/> τέχνῃ πλεῖστα κεκοινώνηκε τοῦ στοχάζεσθαι, λέγω δὴ τὸ μέρος
                        <lb/>τῆς τέχνης τοῦτο τὸ διαγνωστικὸν ἅπαν, οὐ μόνον τὸ <lb/>κατὰ τὴν
                        κακοχυμίαν, ἢ τὸ πλῆθος, ἃ νῦν ἡμῖν διορίζεσθαι <lb/>πρόκειται· τὰ γὰρ περὶ
                        τὰς ἐνεργείας, ἢ τὰς τῶν νοσημάτων <lb/>αἰτίας, ἢ τὰς ἰάσεις, <milestone unit="ed2page" n="346"/>ἐπιστημονικώτερον ἔχει τὴν γνῶσιν. <lb/>εἴρηται
                        δ’ ἐπὶ πλέον ὑπὲρ αὐτῶν τούτων ἑτέρωθι, καὶ <lb/>νῦν ἀρκέσει τὸ προστεθὲν
                        αὐτάρκως διορισαμένους, αὐτόθι <lb/>που καταπαῦσαι τὸ γράμμα. γίγνοιτο δ’ ἂν
                        αὐτάρκης ὁ λόγος <lb/>ἐπὶ παραδείγματι ἐξετασθείς. ἔστω δὴ τὸν μὲν ἄνθρωπον
                        <lb/>ἀπύρεκτον ὑπάρχειν, ἐν ὄγκῳ δὲ μείζονι τὰς φλέβας <lb/>αὐτῷ καὶ τὸ
                        σύμπαν σῶμα ἐρυθρότερον. σκεπτέον οὖν, εἰ <lb/>μηδὲν τούτῳ τῶν θερμαινόντων
                        αἰτίων ἐπλησίασεν· εἰ γάρ <lb/>τοι φαίνοιτο, βέλτιον ἀναβάλλεσθαι τὴν
                        διάγνωσιν, ἄχρι περ <lb/>ἂν ἡ ἐξ ἐκείνου κίνησις ἐν ὅλῳ τῷ σώματι καταστῇ,
                        διότι μήτε <lb/>θυμούμενον, ἢ λελουμένον, ἢ λουόμενον, ἢ γεγυμνασμένον,
                        <lb/>ἢ οἴνου προσενηνεγμένον ἀρτίως, ἢ ἄλλως <milestone unit="ed1page" n="353"/>ὁπωσοῦν <lb/>τεθερμασμένον εἰς τὴν διάγνωσιν ἄγειν προσήκει,
                        ἀλλ’ ἐν ἡσυχίᾳ <lb/>πασῶν τῶν ἔξωθεν ὑπάρχοντα κινήσεων· εἰ γὰρ ἐν ἐκείνῳ
                            <pb n="582"/> τῷ καιρῷ φαίνοιτο τοιοῦτος, αἷμα πλεονάζει τῷ ἀνθρώπῳ.
                        <lb/>τοὐντεῦθεν ἐπισκέπτεσθαι τἄλλα, πρῶτα μὲν ὅσα μεγίστην ἔχει
                        <lb/>δύναμιν, εἶτα ἑξῆς τὰ λοιπά· ἐδείχθη δὲ βάρος καὶ τάσις, ὅ τε <lb/>πρὸς
                        τὰς κινήσεις ὄκνος, εἶθ’ ἑξῆς τὰ κατὰ τοὺς σφυγμοὺς, <lb/>ἀγρυπνίας τε καὶ
                        ὕπνους, ὀρέξεις τε καὶ ἀνορεξίας, ὅσα τ’ <lb/>ἄλλα τοιαῦτα. μετὰ δὲ ταῦτα
                        τῶν προηγησαμένων ἕκαστον, <lb/>ὅσα πλῆθος ἐργάζεται, μή τις συνήθης
                        ἔκκρισις ἐπέσχηται, μὴ <lb/>γυμνάσιον ἠμέληται, μὴ πλείω καὶ πολύτροφα σιτία
                        συνεχῶς <lb/>προσενήνεκται, μὴ μετὰ τροφὴν ἀήθεσι χρῆται λουτροῖς, καὶ
                        <lb/>πρὸς τούτοις ἔτι μὴ πολλάκις ὁ τοιοῦτος ἄνθρωπος ἁλίσκεται
                        <lb/>νοσήμασι πληθωρικοῖς. ἐπὶ τούτοις ἅπασι καὶ τὰ παρὰ <lb/>τῆς χώρας, καὶ
                        ὥρας, ἢ εἴτι τοιοῦτον ἄλλο προσθεὶς, οὐκ <lb/>ἴσην ἅπασι νέμων τὴν αἰτίαν,
                        ὥσπερ οὐδ’ ἐν τοῖς ἄλλοις μέρεσι <lb/>τῆς τέχνης· ἔνια μὲν γὰρ τῶν
                        γνωρισμάτων ἐστὶν ἐπιστημονικὰ, <lb/>καθάπερ ἡ τάσις, καὶ τὸ βάρος, ὅ τε
                        ὄγκος τῶν <lb/>φλεβῶν, ὅ τε ὄκνος, καὶ τὸ χρῶμα, καὶ ἡ τῶν σφυγμῶν κίνησις,
                        <lb/>ἁπασῶν δηλονότι τῶν προσφάτων κινήσεων ἀφωρισμένων· <lb/>ἔνια δὲ
                        ἀπολείπεται τούτων, οἷον ἡ τῶν, ἐκκρίσεων <pb n="583"/> ἐπίσχεσις, ὅ τε
                        ἀργὸς βίος, ἐδέσματά τε πλείω καὶ τρόφιμα, <lb/>καὶ μετὰ τροφὴν λουτρά·
                        συνιόντα μέντοι τὰ σύμπαντα τοῖς <lb/>ἐπιστημονικοῖς ἐγγὺς ἥκει. τρίτην ἐπὶ
                        τούτοις ἔχει τάξιν, εἰ <lb/>συνήθως ἁλίσκεται πληθωρικοῖς νοσήμασιν ὁ
                        ἄνθρωπος· <lb/>ἐφεξῆς δὲ τὰ κατὰ χώρας καὶ ὥρας συστατικὰ πάντων αὐτῶν·
                        <lb/>ἐν μὲν γὰρ χειμῶνι καὶ ἦρι ψυχραῖς τε καὶ εὐκράτοις χώραις <lb/>μᾶλλον
                        ἀθροίζουσι τὸ πλῆθος· ἐν δὲ ταῖς θερμαῖς καὶ ξηραῖς <lb/>ὥραις καὶ χώραις
                        ἧττον· οὕτως δὲ καὶ οἱ μὲν πυκνοὶ τὴν <lb/>ἐπιφάνειαν μᾶλλον, οἱ δ’ ἀραιοὶ
                        σπανιώτερον. </p></div></div></body></text></TEI>