<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg050.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΠΛΗΘΟΥΣ ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Οὔτε πολλάκις ὀνομάζοντας ἕτερον ὄνομα <lb/>τοῦ πλήθους μᾶλλον ἔστιν εὑρεῖν
                        ἅπαντας τοὺς νῦν σχεδὸν <lb/>ἰατροὺς, οὔτ’ ἀγνοοῦντας ἕτερόν τι τούτου
                        μᾶλλον. ὅσοι <lb/>γοῦν αὐτῶν οἷοί τέ εἰσι καὶ δοῦναι καὶ λαβεῖν λόγον, οἱ
                        <lb/>πλεῖστοι μὲν ἀποκρίνονται τοῖς <milestone unit="ed2page" n="323"/>ἐρομένοις ὅ τι ποτ’ οὖν <lb/>ὀνομάζουσι πλῆθος, ὡς ἐν τῷ πρὸς τὶ λέγεται
                        τοὔνομα, καθάπερ <lb/>τὸ πολύ τε καὶ τὸ ὀλίγον, ὥστε οὐκ εἶναι δυνατὸν ἐν
                        <lb/>μέτρῳ περιλαβεῖν αὐτό· τὸ γὰρ ἑτέρῳ πολὺ, τοῦτ’ ἐνίοτε <lb/>ὑπάρχει
                        ὀλιγώτερον ἑτέρῳ. καὶ ἐπειδὰν ἐρωτήσῃς αὐτοὺς, <lb/>ἀξιῶν ἀποκρίνεσθαι τὸ
                        πρᾶγμα πρὸς ὃ τὸ πλῆθος εἶναι <pb n="514"/> λέγουσι, τινὲς μὲν ἰχθύων
                        ἀφωνότεροι γίγνονται, τινὲς δὲ <lb/>οὕτω μακρά τε καὶ ἀλλόκοτα ληροῦσιν, ὡς
                        μὴ παρακολουθῆσαι <lb/>δύνασθαι τοῖς ὑπ’ αὐτῶν λεγομένοις. ὀλίγιστοι δὲ
                        ἀποκρίνονται, <lb/>τὸ πολὺ καὶ ὀλίγον ὡς πρὸς τὴν δύναμιν νοεῖσθαι· <lb/>καὶ
                        εἰ αὖθις αὐτοὺς ἐπανέροιο, τί λέγουσι δύναμιν, <lb/>ἔνιοι μὲν οὐδ’ ὅλως
                        ἀποκρίνονται· τῶν δὲ τολμησάντων ἀποφήνασθαί <lb/>τι λέγει μὲν οὐδεὶς οὐδενὶ
                        ταὐτὸν, οἱ πλεῖστοι δὲ <lb/>πάντα μᾶλλον ἢ δύναμιν ἑρμηνεύουσιν. εἰ δέ τις
                        ἐν αὐτοῖς <lb/>εὑρεθείη μέχρι τοσούτου φρόνιμος, ὡς ἤτοι δραστικὴν οὐσίαν,
                        <lb/>ἢ αἰτίαν δραστικὴν εἰπεῖν εἶναι τὴν δύναμιν, εἶτ’ ἐρωτηθείη,
                        <lb/>πρῶτον μὲν εἰ ἔστι τις οὐσία τοιάδε διοικοῦσα τὸ ζῶον, ἔπειτα
                        <lb/>εἴπερ ἔστι, καὶ τί ποτέ ἐστιν αὕτη, διελθεῖν, οὐκέτι οὐδ’ <lb/>οὗτος
                        ἀποκρίνεται ἐρωτώμενος τὸ ἀπορούμενον, ἀλλ’ ἤτοι <lb/>σιωπᾷ τελέως, ἢ
                        ἐκτοπίζει τὸν λόγον εἰς τοιοῦτον, ὡς βέλτιον <lb/>ἂν εἴη σιωπᾷν. εἰ δὲ κᾀν
                        τούτοις τις εὑρεθείη μέχρι τοσούτου <lb/>σωφρονῶν, ὡς ἥτις μέν ἐστιν ἡ οὐσία
                        τῆς δυνάμεως <lb/>οὐκ ἔχειν εἰπεῖν, ὅτι δὲ ἔστι, ἐκ τῶν ἔργων τεκμαίρεσθαι,
                        <lb/>πάλιν αὖ καὶ αὐτὸς οὗτος ἐρωτηθεὶς, εἰ τὰ γεγραμμένα τε <pb n="515"/>
                        πρὸς Ἀσκληπιάδου καὶ πολλῶν Ἀσκληπιαδείων τε καὶ μεθοδικῶν <lb/>ὑπὲρ τοῦ
                        μηδεμίαν εἶναι δύναμιν ἐν τοῖς ζώοις, ἀνεσκέψατό <lb/>τε καὶ διελύσατο,
                        φαίνεται μηδ’ εἰ λέλεκται πρὸς <lb/>αὐτῶν ἐπιστάμενος. ἐκείνων δὲ αὖ πάλιν
                        αὐτῶν, ὅσοι τὴν <lb/>δύναμιν οὐκ εἶναί φασιν, ὅτι μὲν ὡς πρὸς ταύτην
                        ἀρνοῦνται <lb/>νοεῖσθαί τε καὶ συνίστασθαι τὸ πλῆθος, μᾶλλον εὔδηλον·
                        <lb/>ἀδύνατον γάρ ἐστι πρὸς τὴν μηδ’ ὅλως ὑπάρχουσαν σχέσιν <lb/>συστῆναί τε
                        καὶ νοηθῆναι τὸ πλῆθος· ὡς πρὸς τὰς χώρας δὲ <lb/>τῶν ἀγγείων μόνας
                        ὑπολαμβάνουσι τὸ πολύ τε καὶ ὀλίγον <lb/>ὑπάρχειν· ἐνίοτε δὲ οὐδὲ τὴν ἀρχὴν
                        ὅλως ὀνομάζουσι πλῆθος, <lb/>οὐδὲ ἀπ’ αὐτοῦ τινα κενώσεως ἔνδειξιν
                        λαμβάνουσι, ἀλλὰ ἀπὸ <lb/>μόνης στεγνώσεως, ἣν ὅτι μηδεὶς αὐτῶν ὡσαύτως
                        ἐξηγεῖται, <lb/>δέδεικται δι’ ἑτέρων. καὶ μὴν καὶ τρίτος τις ἄλλος ἐστὶ
                        χορὸς, <lb/>οὔτε γινώσκων, εἴτε ἔστιν, εἴτε οὐκ ἔστι τις δύναμις, οὔτε
                        <lb/>ζητεῖν ὁμολογῶν, ἀλλ’ ἐπί τισιν ἐναργῶς φαινομένοις σημείοις <lb/>περὶ
                        τὸν κάμνοντα συνισταμένοις, ἐκ πείρας μακρᾶς εὑρῆσθαι <lb/>φάσκων ἑαυτῷ τὴν
                        κένωσιν· εἶτ’ ἐρωτώμενος ἅττα ποτέ <pb n="516"/> ἐστι τὰ σημεῖα ταῦτα,
                        διάτασιν ἀγγείων φησὶ, καὶ ἔρευθος <lb/>καὶ βάρος ὅλου τοῦ σώματος, ὄκνον τε
                        πρὸς τὰς κινήσεις καὶ <lb/>τάσεις τῶν μελῶν. ἔνιοι δὲ αὐτῶν καὶ τὴν ἑλκώδη
                        καὶ κοπώδη <lb/>προστιθέασιν αἴσθησιν, ἀργόν τε τὸν ἔμπροσθεν βίον <lb/>ἐν
                        προσφοραῖς ἐδεσμάτων τε καὶ πομάτων πλείοσι, καὶ συνήθων <lb/>ἐκκρίσεων
                        ἐποχῇ. ἐπὶ ταύτῃ γοῦν τῇ συνδρομῇ, καλοῦσι <lb/>γὰρ οὕτω τὸ ἄθροισμα τῶν
                        συμπτωμάτων, τετηρῆσθαι φλεβοτομίαν <lb/>ὠφελοῦσαν. οὗτοι μὲν οὖν οὐ μόνον
                        ἑαυτοὺς, ἀλλὰ <lb/>καὶ τοὺς ἄλλους ἅπαντας ἀνθρώπους ἀφαιροῦνται τὸν λόγον,
                        <lb/>ἐκ πείρας εὑρῆσθαι πάντα φάσκοντες· οἱ δ’ ἄλλοι, καθάπερ <lb/>εἴρηται
                            <milestone unit="ed2page" n="324"/>νῦν δὴ, λόγῳ τε χρῆσθαί φασι, καὶ τὴν
                        δύναμιν <lb/>οἱ μὲν ὡς οὐδ’ ὅλως ἔστιν, οἱ δὲ ὡς ἔστι μὲν, ἥτις δ’
                        <lb/>αὐτῆς ἡ οὐσία, μὴ γινώσκεσθαί φασιν· ὡς ὀλιγίστους εἶναι <lb/>τοὺς
                        ἀποφήνασθαι τολμῶντας ὕπαρξίν τε καὶ οὐσίαν δυνάμεως. <lb/>ἀλλὰ καὶ τούτων
                        οὔτε τὸν ἀριθμὸν οὔτε τὴν οὐσίαν <lb/>ἅπαντες ἀποφαίνονται τὴν αὐτήν· ἀλλὰ
                        καὶ τῶν ἀπολιπόντων <lb/>ἡμῖν συγγράμματα τινὲς μὲν ἀταλαιπωρότερον ὡς
                        <lb/>περὶ μιᾶς ἀεὶ διαλέγονται τῆς τὸ ζῶον διοικούσης δυνάμεως, <pb n="517"/> οὐδένα λογισμὸν προστιθέντες· ἔνιοι δὲ ἀποδεικνύειν ἐπιχειροῦσι, <lb/>καὶ
                        πλείους μιᾶς οὐκ εἶναί φασιν. ὥστ’ ἀναγκαῖον <lb/>ὅστις ἀποφαίνεται πλῆθος
                        εἶναι κατὰ τὸ σῶμα τοῦ κάμνοντος, <lb/>ἀποκεχωρηκέναι μὲν ἤδη τοῦτον ἀπό τε
                        τῶν ἐμπειρικῶν ὀνομαζομένων <lb/>ἰατρῶν ἀπό τε τῶν μεθοδικῶν· ἤτοι δ’ ὡς
                        πρὸς <lb/>τὴν δύναμιν, ἢ ὡς τὰ ἀγγεῖα λέγειν τὸ πολύ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Καὶ τοίνυν καὶ ἡμῖν ὁ μὲν πρὸς τοὺς ἐμπειρικούς <lb/>τε καὶ μεθοδικοὺς
                        ἀναβεβλήσθω λόγος, ἐπὶ δὲ τοὺς <lb/>ἑτέρους ἴωμεν, ὅσοι σὺν λογισμῷ φασι τὴν
                        τέχνην μεταχειρίζεσθαι. <lb/>καίτοι γε ἔνιοι τῶν νῦν εἰς τοσοῦτον ἥκουσι
                        τόλμης, <lb/>ὡς ἐπιγράφεσθαι μὲν ἑαυτοῖς αἱρέσεως ὀνόματα, γινώσκειν <lb/>δὲ
                        οὐδὲν οὐδὲ ἐκείνων (ἐστὶν) αὐτῶν. ἀκοῦσαι γοῦν <lb/>ἔστι πολλάκις πολλῶν ἐπὶ
                        μὲν τῶν ἀῤῥώστων λεγόντων, ὡς <lb/>μεστὸς ὁ ἄνθρωπός ἐστι καὶ φλεβοτομητέον
                        αὐτόν· αὖθις <lb/>δ’ ἐμπεσόντος λόγου, μεθοδικοὺς ἢ ἐμπειρικοὺς ὀνομαζόντων
                        <lb/>ἑαυτούς. ἀλλ’ ὅπερ ἔλεγον, ἐπὶ τοὺς ἀναλογισμῷ χρωμένους <lb/>ἐλθόντες,
                        τοῖς ἐξ αὐτῶν πρώτοις διαλεχθῶμεν, ὅσοι πρὸς <lb/>τὴν δύναμιν ἀεὶ ἐννοοῦσι
                        τὸ πολύ. κινδυνεύουσι γὰρ οὗτοι ﻿<pb n="518"/> μήτ’ ἀσκοὺς ἑωρακέναι, μήτε
                        θυλάκους ἀμέτρως πεπληρωμένους, <lb/>ἀλλὰ μηδὲ σιτίου ποτὲ προσενηνέχθαι
                        πλείω τοῦ δέοντος, <lb/>ὡς διατείνειν τὴν γαστέρα, μηδ’ οὖρον ἠθροικέναι
                        ποτὲ <lb/>ἐν τῇ κύστει περαιτέρω τοῦ προσήκοντος, ἢ κόπρον ἐν ἀπευθυσμένῳ·
                        <lb/>διατείνεται γὰρ ἐναργῶς ἐν πάσαις ταῖς τοιαύταις <lb/>περιστάσεσιν
                        ἕκαστον τῶν εἰρημένων ὀργάνων, ὡς ἀνιᾶσθαι <lb/>τὸν ἄνθρωπον, ἢν μὴ θᾶττον
                        ἐκκρίνῃ τὸ πλεονάζον. οὐ μὴν <lb/>οὐδ’ ἡ αὐτή γε αἴσθησις γίνεται τοῦ
                        βαρύνοντος ἢ δάκνοντος, <lb/>ἢ ἀῤῥήτῳ τινὶ ποιότητι λυποῦντος. ἀκοῦσαι γοῦν
                        ἔστι καὶ <lb/>τῶν ἰδιωτῶν αὐτὸ τὸ συμβαῖνον αὐτοῖς ἐναργῶς ἑρμηνευόντων,
                        <lb/>ἄνευ τῆς περὶ τὸ δόγμα φιλονεικίας, ἐνίοτε μὲν ὡς ὑπὸ <lb/>τροφῆς
                        βαρυνομένων καὶ θλιβομένων, καίτοι γε ἐλάχιστα <lb/>προσενηνεγμένων· ἐνίοτε
                        δ’ ὡς δάκνοιντό τε καὶ διαβιβρώσκοιντο· <lb/>πολλάκις δ’ οὐκ ἔχοντες ἀκριβῶς
                        ἑρμηνεῦσαι τὸ συμβαῖνον, <lb/>ἀσᾶσθαί φασιν. οὐδεμία γὰρ τῶν αἰσθήσεων
                        τούτων <lb/>ἡ αὐτὴ πρὸς τοῖς ἀνθρώποις γίγνεται, διὰ πλῆθος ἄμετρον
                        <lb/>ἐδεσμάτων ἐπὶ πλεῖστον ἐκτεταμένης τε καὶ διατεταμένης <lb/>τῆς
                        γαστρός. ἐπὶ μὲν οὖν τῶν τοιούτων καταστάσεων κινδυνεύειν <pb n="519"/>
                        ῥαγῆναί φασιν αὐτῶν τὴν κοιλίαν, σὺν τῷ καὶ ἡμᾶς <lb/>ὁρᾷν ἐπὶ πλεῖστον
                        αὐτὴν τεταμένην· ἔνθα <milestone unit="ed1page" n="343"/>δὲ βαρύνεσθαι
                        <lb/>λέγουσι, προσεσταλμένην ὁρῶμεν ἐνίοτε τὴν γαστέρα. <lb/>οὕτω δὲ κᾀπὶ
                        τῆς κύστεως ἄλλη μὲν διάθεσίς ἐστι πλεῖστον <lb/>ὑγρὸν περιεχούσης, ἄλλη δὲ
                        ὀλίγον, ἢ βαρυνομένης. καὶ τοίνυν <lb/>καὶ τὴν ἔκκρισιν ἐπὶ μὲν τῆς διὰ τὸ
                        πεπληρῶσθαι τεινομένης <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="325"/>παμπόλλην ἔστιν ἰδεῖν, ἐπὶ δὲ τῆς
                        βαρυνομένης <lb/>ὀλιγίστην μὲν, ἀλλὰ πυκνοτάτην· οὐ γὰρ ἀναμένει <lb/>τὸν
                        τῆς πληρώσεως χρόνον, ἀλλὰ εὐθὺς ἀποῤῥῖψαι <lb/>ποθεῖ τὸ λυποῦν, ὥσπερ
                        κᾀπειδὰν ὑπὸ τῆς ποιότητος <lb/>αὐτοῦ δάκνηται. καὶ γὰρ τότε συνεχῆ ποιεῖται
                        τὴν ἔκκρισιν. <lb/>καὶ γὰρ οὖν καὶ ὁπότε βαρύνεται καθάπερ ὑπὸ φορτίου
                        <lb/>τοῦ περιεχομένου, τότε οὐκ ἄν τις ὀρθῶς φαίη φαύλως μὲν
                        <lb/>διακεῖσθαι, εἶναι δὲ αὐτῇ τὸ βαρῦνον πολὺ, κᾂν μηδ’ ὅλως <lb/>διατείνει
                        τὸν χιτῶνα. ταῦτα πάντως δ’ εἴ τί φασιν οἱ ταύτης <lb/>τῆς δόξης ἡγεμόνες,
                        ἀρνουμένων τῶν τἀναντία γιγνωσκόντων, <lb/>αὖθις ἐρωτητέον ἀμφοτέρους, εἰ
                        τὴν αὐτὴν ἀνίαν ἡ <lb/>κύστις ἀνιᾶται διατεινομένη πανταχόσε καὶ
                        κινδυνεύουσα <pb n="520"/> ῥαγῆναι, τῷ μηκέτι στέγειν τὸ περιεχόμενον, καὶ
                        βαρυνομένη <lb/>τε καὶ δακνομένη. ἐνταῦθα γὰρ πάλιν οἱ μὲν πρὸς τὰς
                        εὐρυχωρίας <lb/>τῶν ἀγγείων ἀεὶ τὸ πλῆθος νοοῦντες ἑτοίμως συγχωροῦσιν·
                        <lb/>οἱ δ’ ὡς πρὸς τὴν δύναμιν, ἄχθονταί τε πρὸς τοῖς <lb/>τοιούτοις
                        ἐρωτήμασιν, ὀργίζονταί τε πολυειδῶς ἀντιτείνοντες <lb/>ἄνω καὶ κάτω, διὰ τὸ
                        μὴ βούλεσθαι συγχωρῆσαι καὶ τοῦτ’ <lb/>εἶναι πλῆθος. ἡμεῖς οὖν ἀμφοτέρους τε
                        εὐξάμενοι παύσασθαι <lb/>τῆς φιλονεικίας, εἰς ὁμόνοιαν παρεκαλέσαμεν τοὺς
                        ὅσοι μὲν <lb/>οὐχ ἡγοῦνται λέγεσθαι τὸ πλῆθος οὐδέποτε πρὸς τὴν χώραν
                        <lb/>τοῦ περιέχοντος, οἷς δὴ καὶ πρώτοις ὑπηρξάμεθα διαλέγεσθαι,
                        <lb/>συγχωρῆσαι τοῖς ἀληθέσι παρακαλοῦντες, ἀναμνησθέντας τοῦ <lb/>ἐν τῷ
                        διατείνεσθαι τὰ πεπληρωμένα μόρια λυπεῖσθαι· ὅσοι δὲ <lb/>οὕτω μόνον
                        συνίστασθαι πλῆθος νομίζουσι, συγχωρῆσαι τὸ <lb/>βαρῦνον εἶναι τῷ βαρυνομένῳ
                        πολύ. πάλιν δὲ ἑκατέρους τοῖς <lb/>ἐναργῶς φαινομένοις δυσωποῦντες,
                        ἀναμνήσωμεν ἰδίᾳ μὲν <lb/>τοὺς ὡς πρὸς τὴν δύναμιν μόνον νοεῖσθαι φάσκοντας
                        τὸ πολὺ, <lb/>τοῦ περιτοναίον ῥαγέντος ἢ ἀνευρυνθέντες ὑπὸ πλήθους
                        ἐδεσμάτων, <lb/>ὑποδείξωμέν τε κᾀπὶ τῶν ἐκτὸς ἀσκοὺς καὶ κύστεις <pb n="521"/> τοῦτο πάσχοντας, ἐνίοτε δὲ καὶ τοὺς πίθους αὐτοὺς, ὅταν <lb/>πνευματικὸν
                        βίαιον ᾖ τὸ πλῆθος. ἐρωτήσωμεν δὲ περὶ τῶν <lb/>ἀναβηξάντων ἐκ πνεύμονος
                        αἷμα καὶ διὰ ῥῆξιν ἀγγείου, χωρὶς <lb/>πληγῆς, ἢ καταπτώσεως, ἤ τινος ἑτέρας
                        ἔξωθεν βίας τοιαύτης, <lb/>εἰ μηδὲ οὗτοι δοκοῦσιν αὐτοῖς ὑπὸ πλήθους
                        παμπόλλου <lb/>διατείνοντος τὸ ἀγγεῖον οὕτω παθεῖν. ἰδίᾳ δ’ αὖ πάλιν
                        <lb/>ἀναμνήσωμεν τοὺς ἑτέρους, ὡς οὐ ταὐτὸ δύναται βάρος βαστάζειν
                        <lb/>εὐέκτης νεανίσκος καὶ παιδίον κομιδῇ μικρόν· ὃ γὰρ <lb/>ἂν, οἶμαι,
                        βαρύτατον ᾖ τῷ παιδίῳ, κουφότατόν ἐστι τῷ <lb/>νεανίσκῳ· πότερον οὖν οὔτε
                        φορτίον ὅλως ἐροῦμεν, ὃ μὴ <lb/>δύναταί τις βαστάζειν, οὐδὲ πολὺ τὸ οὕτως
                        βαρῦνον; ἢ φορτίον <lb/>μὲν καὶ βαρὺ, πλῆθος δ’ ὀνομάζειν οὐ συγχωρήσομεν;
                        <lb/>ἀλλ’ οὕτως μὲν οὐχ ὑπὲρ πράγματος, ἀλλ’ ὑπὲρ ὀνόματος ἡ
                        <lb/>ἀμφισβήτησις ἔσται. κατὰ δὲ τὸν ἕτερον τρόπον οὐδ’ ἄνθρωπος <lb/>εἶναί
                        σοι δόξειεν ὁ μηδ’ ὅλως φάσκων βαρύνεσθαι <lb/>μηδέποτε, μηδ’ ἂν εἴκοσι
                        τάλαντα κατὰ τὸν ὦμον ἐπιθῇς <lb/>αὐτοῦ. πρὸς δὲ τοὺς ἑαυτοὺς ὑποθέντας
                        δουλείῳ δόγματι <lb/>οὐδὲν ἱκανόν. ἐάσαντες οὖν ἤδη τούτους, μᾶλλον δ’, εἰ
                        χρὴ <pb n="522"/> τἀληθὲς εἰπεῖν, ἀπαλλάττεσθαι παρακελεύσαντες, ὅστις ἂν
                        <lb/>ἐλεύθερος ᾖ καὶ ἀληθείας ἑταῖρος, ἐκείνῳ διαλεξώμεθα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="326"/>Δύο γὰρ ἐννοίας τε καὶ σχέσεις ὑπεθέμεθα
                        <lb/>τοῦ πλήθους, τὴν μὲν ὡς πρὸς ἰσχὺν καὶ δύναμιν <lb/>τοῦ βαστάζοντος
                        αὐτὸ, τὴν δὲ ὡς πρὸς τὴν ὑποδεχομένην <lb/>χώραν. καὶ ὑποθέμενοι δὲ ταῦτα,
                        ὁπόσαι τέ εἰσιν ἅπασαι <lb/>τοῦ ζώου δυνάμεις, ὅπως τε τὸ καθ’ ἑκάστην αὐτῶν
                        πλῆθος <lb/>ἢ γνωριοῦμεν, ἢ θεραπεύσομεν, ἐπισκεψώμεθα· πρὸς τούτοις <lb/>δ’
                        ἔτι πόσα τὰ σύμπαντά ἐστιν εἴδη τῶν ὑγρῶν αὐτῶν, <lb/>ἤτοι τῶν βαρυνόντων
                        τὴν δύναμιν, ἢ μὴ στεγόντων ἐν τοῖς <lb/>ἀγγείοις. ἐν τούτοις γὰρ εἶναι χρὴ
                        φιλόπονόν τε καὶ μέγαν <lb/>τὸν ἰατρὸν, οὐκ ἐν τῷ καταφρονεῖν τῶν ἐναργῶν, ἃ
                        πάσης <lb/>ἀποδείξεώς εἰσιν ἀρχαί. ἀλλ’ οὐδὲν ἴσως θαυμαστὸν ἀγνοεῖσθαι
                        <lb/>καὶ αὐτὸ τοῦτο τοῖς μηδὲν ὑπὲρ ἀποδείξεως ἐξητακόσι, <lb/>μήτε εὑροῦσι,
                        μήτε μαθοῦσι, μήτε ἀσκήσασιν. οὕτω γοῦν <lb/>εὐήθεις εἰσὶν, ὥστε καὶ νῦν
                        ὁμιλῶν τις τοῖσδε τοῖς γράμμασιν <lb/>ἐλπίζει πρῶτον μὲν ἀποδεῖξαί με κατὰ
                        τόνδε τὸν λόγον <lb/>ἃ χρὴ πάντως ἐπίστασθαι τὸν μέλλοντά τι περὶ πλήθους
                            ﻿<pb n="523"/> ἀκριβῶς ἐπισκέψασθαι· δεύτερον δὲ διάγνωσίν τε καὶ
                        θεραπείαν <lb/>ἑκάστου πλήθους εὑρεῖν· μὴ γινώσκων, ὡς εἴπερ οὕτω
                        <lb/>μεγάλα πράγματα δι’ ἑνὸς γράμματος ἀποδείκνυσθαι φύσεως <lb/>εἶχεν, οὐκ
                        ἂν ἦν ἡ τέχνη μακρά. ἐγὼ δὲ, ὅτι μὲν ἑτέρα τίς <lb/>ἐστιν ἡ κατὰ τὰς
                        ἀρτηρίας δύναμις τῆς κατὰ τὰ νεῦρά τε καὶ <lb/>φλέβας, ἐν τοῖς περὶ τῶν
                        Ἱπποκράτους καὶ Πλάτωνος δογμάτων <lb/>ἀπέδειξα. διὰ δὲ τῆς αὐτῆς
                        πραγματείας ἐδίδαξα καὶ ὅτι <lb/>τῆς μὲν τῶν ἀρτηριῶν δυνάμεως οἷον πηγή τίς
                        ἐστιν ἡ καρδία, <lb/>τῆς δὲ τῶν νεύρων ὁ ἐγκέφαλος, τῆς δὲ τῶν φλεβῶν τὸ
                        ἧπαρ. <lb/>ἐν δὲ τῷ περὶ τῶν καθ’ Ἱπποκράτην στοιχείων ἀπέδειξα, τὴν
                        <lb/>ὑποβεβλημένην οὐσίαν γενέσει καὶ φθορᾷ δι’ ὅλης αὐτῆς ἀλλοιοῦσθαι,
                        <lb/>κατὰ τὰς τέτταρας ποιότητας, ὑγρότητα καὶ ξηρότητα, <lb/>θερμότητά τε
                        καὶ ψυχρότητα, καὶ εἶναι τὴν ἑκάστου <lb/>τῶν σωμάτων ἴδιον οὐσίαν ἐν τῇ
                        ποιᾷ τούτων κράσει, καὶ <lb/>διὰ τοῦτο καὶ τῶν διοικουσῶν αὐτὰ δυνάμεων ἡ
                        τῆς κράσεως <lb/>ἰδιότης ἐστὶν οὐσία. δέδεικται δέ μοι καὶ ἐν τῷ περὶ
                        φυσεκῶν <lb/>δυνάμεων, ἰδίᾳ δὲ διά τινος ἑτέρας πραγματείας. εἴρηται <lb/>δὲ
                        καὶ διαγνωστικὰ σημεῖα πολλάκις ἐν πολλαῖς ἤδη <pb n="524"/> πραγματείαις,
                        ἑκατέρου τε τοῦ κατὰ τὸ πλῆθος γένους, ἑκάστου <lb/>δὲ τῶν καθ’ ἑκάτερον
                        ἰδίᾳ. ἑκατέρου μὲν οὖν λέγω, τοῦ <lb/>τε πρὸς τὴν δύναμιν καὶ τοῦ κατὰ τὸ
                        ἔγχυμα· καλοῦσι γὰρ <lb/>οὕτω τὸ ἕτερον γένος τοῦ πλήθους, ὃ τῇ περιεχούσῃ
                        χώρᾳ <lb/>μετρεῖται, συνιστάμενον οὐκ ἐν τοῖς ζώοις μόνον, ἀλλὰ καὶ <lb/>ἐν
                        τοῖς ἀψύχοις οὐδὲν ἧττον, ὑφάσμασί τε καὶ πλοκάμοις, <lb/>καὶ δέρμασι, καὶ
                        ἀγγείοις κεραμέοις τε καὶ χαλκέοις καὶ σιδηροῖς, <lb/>ὅσα τ’ ἐκ χαλκοῦ καὶ
                        ἀργύρου καὶ κασσιτέρου γίγνεται. <lb/>καὶ γὰρ καὶ ταῦτα ῥήγνυται,
                        κατακλεισθείσης ἐν αὐτοῖς <lb/>πνευματώδους οὐσίας πολλῆς, εἰ μὴ ἄρα τις
                        ἐθέλοι καὶ τὸ <lb/>τοιοῦτον πλῆθος ὡς πρὸς τὴν συνεκτικὴν συνίστασθαι
                        δύναμιν, <lb/>ἐπιλαθόμενος ἧς κατ’ ἀρχὰς ἐννοίας ἐμνημονεύσαμεν ἐπὶ <lb/>τῷ
                        τῆς δυνάμεως ὀνόματι, φάσκοντες αὐτὴν αἰτίαν εἶναι δραστικὴν, <lb/>ὡς οὐδὲν
                        διαφέρον εἰπεῖν ἤτοι δραστικὴν, ἢ ποιητικήν. <lb/>οὐδ’ εἴ τις οὐσίαν ἐθέλοι
                        λέγειν οὐκ αἰτίαν εἶναι <lb/>ποιητικὴν τὴν δύναμιν, ἀντιλέγομεν, ἀλλ’
                            <milestone unit="ed2page" n="327"/>ἐκεῖνο μόνον <lb/>ἐν τῷ λόγῳ
                        φυλάττεσθαι βουλόμεθα τὸ δραστικήν τε καὶ <lb/>ποιητικὴν λέγεσθαι, μὴ
                        παθητικήν τε καὶ ὑλικὴν ἤτοι γε <pb n="525"/> αἰτίαν ἢ οὐσίαν εἶναι τὴν
                        δύναμιν. εἰ γὰρ δὴ τοῦτό γε φυλάττοιτο, <lb/>πρόδηλον, ὡς ἐνεργείας τινὸς ἡ
                        δύναμις αἰτία γενήσεται· <lb/>τὴν δ’ ἐνέργειαν ἀνάγκη δήπου καὶ αὐτὴν
                            <milestone unit="ed1page" n="344"/>εἶναι <lb/>κίνησιν ἐκ τοῦ ποιοῦντος
                        εἰς τὸ πάσχον, ὥσπέρ γε καὶ τὸ πάθος <lb/>τὴν ἐν τῷ πάσχοντι κίνησιν ἐκ τοῦ
                        ποιοῦντος· (εἰς τὸ <lb/>πάσχον) ὥσθ’ ἣ γε νόησις ἐν τῷ πρὸς τὶ τῆς δυνάμεως,
                        ἣ θ’ <lb/>ὕπαρξις ἐν τῇ πρὸς ἕτερον σχέσει. ποιεῖν δ’ εἰς ἑαυτὸ λέγειν
                        <lb/>ὁτιοῦν, ἢ ἐνεργεῖν εἰς ἑαυτὸ, παρὰ τὴν ἔννοιάν ἐστιν· οὕτως <lb/>οὖν
                        καὶ συνέχειν ἑαυτό. καὶ γὰρ οἱ μάλιστα εἰσηγησάμενοι <lb/>τὴν συνεκτικὴν
                        δύναμιν, ὡς οἱ Στωϊκοὶ, τὸ μὲν συνέχον <lb/>ἕτερον ποιοῦσι, τὸ συνεχόμενον
                        δὲ ἄλλο· τὴν μὲν γὰρ πνευματικὴν <lb/>οὐσίαν τὸ συνέχον, τὴν δὲ ὑλικὴν τὸ
                        συνεχόμενον, <lb/>ὅθεν ἀέρα μὲν καὶ πῦρ συνέχειν φασὶ, γῆν δὲ καὶ ὕδωρ
                        συνέχεσθαι. <lb/>καίτοι γε ἔνιοι τῶν νῦν Ἡροφιλείους ἑαυτοὺς ὀνομαζόντων,
                        <lb/>οὐδ’ ὄναρ ἀκηκοότες ταῦτα, τολμηρῶς ἀποφαίνονται <lb/>(τε) περὶ τῆς
                        συνεκτικῆς δυνάμεως· εἰ μὲν ἀὴρ, ἢ πῦρ, <lb/>ἢ τὸ συναμφότερόν ἐστι τὸ
                        συνέχον τοὺς λίθους τε καὶ τὰ <lb/>ξύλα, καὶ τἄλλα ὅσα τοιαῦτα, μὴ γινώσκειν
                        ὁμολογοῦντες· <pb n="526"/> ἀποφαινόμενοι δὲ ἁπλῶς, ὅτι δύναμίς τίς ἐστιν ἡ
                        συνέχουσα <lb/>τὰ τοιαῦτα πάντα, διαλυθῆναι γὰρ ἂν καὶ διαῤῥυῆναι, μηδενὸς
                        <lb/>αὐτὰ συνάγοντός τε καὶ σφίγγοντος· εἶτ’ ἐρωτηθέντες εἰ <lb/>καὶ τοιούτῳ
                        τινὶ τολμῶσιν ἀξιώματι χρήσασθαι κατὰ τὸν λόγον, <lb/>ὡς ἅπαντα τὰ ὄντα
                        δεῖται τοῦ συνέχοντος, ἢ μὴ, παραχρῆμα <lb/>μὲν ἑτοίμως ἀποφαίνονταί τε καὶ
                        καταφάσκουσι τὴν <lb/>ἐρώτησιν· ἀπαχθέντες δ’ ἐντεῦθεν ἐπ’ ἄτοπον,
                        ἀνατίθενται <lb/>εἰς τὰ εἰρημένα, καὶ ἀγανακτοῦσι τοῖς ἐρωτῶσιν ὡς
                        περιέργοις <lb/>τε καὶ σοφισταῖς. ἤσκηται γὰρ εἴ πέρ τι ἄλλο καὶ τοῦτο τοῖς
                        <lb/>νῦν ἰατροῖς, ἀποφαίνεσθαι μὲν ὑπὲρ τῶν μεγίστων δογμάτων <lb/>ἑτοίμως,
                        ἐξελεγχομένοις δὲ ἄχθεσθαί τε καὶ τοὺς ἐλέγχοντας <lb/>ἀποκαλεῖν σοφιστάς.
                        ὅπως τοίνυν ἀναγκαῖόν ἐστιν εἰς ἄτοπόν <lb/>τι λόγον ἀχθῆναι, θεμένων ἡμῶν
                        ἅπαν τὸ ὂν δεῖσθαι <lb/>συνεκτικῆς αἰτίας, ἤδη σοι δίειμι τὴν συνεκτικὴν
                        αἰτίαν, ἥτις <lb/>ποτ’ ἐστὶν, οὐ γὰρ ὁμολογοῦσιν αὐτὴν οἱ Ἡροφίλειοι
                        γιγνώσκειν, <lb/>ἆρά γε ἐκ τῶν ὄντων τὶ καὶ αὐτοὶ ὑπολαμβάνουσιν ἢ <lb/>τῶν
                        οὐκ ὄντων; εἰ μὲν γὰρ τῶν οὐκ ὄντων τὶ, θαυμάζω τὴν <pb n="527"/> σοφίαν τῶν
                        ἀνδρῶν, εἰ καὶ τῶν ὄντων ἕκαστον δεῖσθαί φασι <lb/>τῶν οὐκ ὄντων τινός· εἰ
                        δὲ τῶν ὄντων τίθενται τὴν συνεκτικὴν <lb/>αἰτίαν, ἀναμνησθήτωσαν, ὡς ἅπαν τὸ
                        ὂν ἔφασαν αἰτίας δεῖσθαι <lb/>συνεκτικῆς εἰς τὸ εἶναι. συμβήσεται γὰρ οὕτως
                        καὶ αὐτὴν <lb/>τὴν αἰτίαν αἰτίας ἑτέρας, ἵνα ὑπάρχῃ, δεηθῆναι, κᾀκείνην
                        <lb/>αὖθις ἄλλης, καὶ τοῦτο εἰς ἄπειρον. εἰ δὲ τῶν ὄντων <lb/>τὰ μὲν ἑτέρου
                        τινὸς αἰτίου δεῖσθαι πρὸς τὸ εἶναι, τὰ δὲ ἐξ <lb/>αὐτῶν ἔχειν τὸ εἶναι
                        φήσουσι, πρῶτον μὲν ἴστωσαν οὐκέτι <lb/>διαφυλάττοντες τὸ ἐξ ἀρχῆς ἀξίωμα, ὃ
                        παντὸς μᾶλλον ἀληθὲς <lb/>ἔλεγον, ὡς ἅπαν τὸ ὂν αἰτίας δεῖται συνεκτικῆς εἰς
                        τὸ εἶναι· <lb/>δεύτερον δὲ, μακροτάτου χρῄζοντες λόγου, διὰ τί τὰ μὲν
                        δεῖται, <lb/>τὰ δὲ οὐ δεῖται, ἢ καὶ ὁποῖα ἐκ τούτων ἐστὶν αὐτῶν ἑκάτερα.
                        <lb/>οὐδὲ γὰρ οὐδ’ οἱ πολλοὶ τῶν Ἡροφιλείων, οὐδ’ οἱ νεώτεροι <lb/>Στωϊκοὶ
                        λέγουσί τινα ἀπόδειξιν τοῦ τὸ μὲν πνεῦμα καὶ τὸ <lb/>πῦρ συνέχειν ἑαυτό τε
                        καὶ τὰ ἄλλα, τὸ δὲ ὕδωρ καὶ τὴν <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="328"/>γῆν ἑτέρου δεῖσθαι τοῦ συνέξοντος. ὅσον
                        μὲν γὰρ <lb/>ἐπὶ τῇ προχείρῳ φαντασίᾳ, τὸ μὲν σκληρὸν καὶ ἀντίτυπον <lb/>καὶ
                        πυκνὸν ἑαυτὸ συνέχειν λέγοιτο, τὸ δ’ ἀραιόν τε ﻿<pb n="528"/> καὶ μαλακὸν
                        καὶ ὑπεῖκον ἑτέρου δεῖσθαι τοῦ συνέξοντος. <lb/>οὐ μόνον δὲ οὐδεμίαν
                        ἀπόδειξιν εἰπόντες οἱ ἄνδρες ἀξιοῦσι <lb/>πιστεύεσθαι τὴν ὑπόθεσιν αὐτῶν,
                        ἀλλὰ καὶ πρὸς ἑαυτὴν <lb/>ὑποτιθέμενοι μαχομένην οὐκ ἔτι αἰσθάνονται. τὰ γὰρ
                        ἁπάντων <lb/>λεπτομερέστερα καὶ μαλακώτερα καὶ εἰκτικώτερα, τὸ πῦρ <lb/>καὶ
                        ἀέρα, ταῦτ’ αἴτια τῇ γῇ τῆς σκληρότητός τε καὶ ἀντιτυπίας <lb/>εἶναί φασιν,
                        ὡς ἐνδεχόμενον ἕτερον ἑτέρῳ τινὶ μεταδοῦναι <lb/>δυνάμεως, ἢ φύσεως, ἢ
                        ἐνεργείας, ἢ ποιότητος, ἧς οὐ <lb/>μετείληφεν αὐτό. καὶ γὰρ αὖ καὶ φαίνεται
                        σαφῶς οὐ μόνον <lb/>οὐδὲν ὑπὸ τοῦ πυρὸς συνεχόμενον, ἀλλὰ καὶ διαλυόμενα
                        <lb/>πάντα. πρὸς μὲν δὴ τὴν τῶν Στωϊκῶν ὑπόθεσιν ἑτέρωθι <lb/>λέλεκται διὰ
                        πλειόνων· ἐπὶ δὲ τοὺς Ἡροφιλείους ἐπάνειμι, <lb/>καὶ πρὸς τούτους ἀρκέσει
                        μοι κατά γε τὸ παρὸν εἰπεῖν, ὡς <lb/>προστάτης αὐτῶν ἐναντιώτατα πέπονθεν,
                        ἀπορῶν μὲν ἐν <lb/>παμπόλλοις ἀποδείξεις προχείρους ἔχουσιν, ἀποφαινόμενος
                        <lb/>δὲ ἐν ἄλλοις, ὧν αἵ τ’ ἀποδείξεις ἀδύνατοι ἥ θ’ ὑπόθεσις <lb/>ψευδής.
                    </p></div><pb n="529"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἀπολιπόντες οὖν καὶ τούτους αὖθις λέγωμεν, <lb/>ὡς τὸ μὲν διατείνεσθαι καὶ
                        ῥήγνυσθαι διὰ πλῆθος <lb/>αὐτῶν τῶν περιεχόντων ἀγγείων ἐστὶ πάθος, οὐ
                        δυνάμεώς <lb/>τινος· τὸ δὲ βαρύνεσθαι δυνάμεως αἰσθητικῆς· οὐ γὰρ δὴ
                        <lb/>ἁπλῶς γε ταύτης πάσης οὐδὲ τοῦτο, τῆς γέ τοι φυσικῆς δυνάμεως <lb/>οὐκ
                        ἔστι πάθος τὸ βαρύνεσθαι. εἴπερ οὖν ὀρθῶς ἀπεδείξαμεν <lb/>ἐν τῇ τῶν φυσικῶν
                        δυνάμεων πραγματείᾳ, τὴν μέν <lb/>τινα τῶν οἰκείων ἑλκτικὴν εἶναι δύναμιν,
                        ἑτέραν δὲ αὐτῶν <lb/>τούτων ἀλλοιωτικὴν, ἄλλην δὲ καθεκτικὴν εἶναι δύναμιν,
                        καὶ τετάρτην <lb/>ἀποκριτικὴν τῶν ἀλλοτρίων, ἕτερ’ ἄττα χρὴ ζητεῖν
                        γνωρίσματα <lb/>τοῦ πρὸς ἑκάστην τῶν εἰρημένων δυνάμεων πλήθους, <lb/>ὡς οὐχ
                        ἱκανοῦ τοῦ βάρους ὑπάρχοντος. οὐ γὰρ ὥσπερ ἡ <lb/>ἄῤῥωστος γαστὴρ αἰσθάνεται
                        τῶν βαρυνόντων αὐτὴν, διὰ τὸ <lb/>περιττὸν τῆς αἰσθήσεως, οὕτω καὶ ἡ φλὲψ
                        καὶ ἡ ἀρτηρία <lb/>τὴν αὐτὴν αἴσθησιν ἔχουσιν, ἀλλ’ ἑτέραν. εἴπερ ἄρα γένος
                        <lb/>οὐ ταὐτὸν κατὰ τὰ νεῦρα, μακροτέρου λόγου δεόμενον εἰς <lb/>δήλωσίν τε
                        καὶ πίστιν. τοῦ μὲν οὖν κατὰ τὰς ἀρτηρίας πλήθους, <lb/>ὡς πρὸς τὴν δύναμιν
                        αὐτῶν, ἐπιστημονικὰ γνωρίσματα <pb n="530"/> διὰ τῆς περὶ τῶν σφυγμῶν
                        εἴρηται πραγματείας, ἴσασι δὲ <lb/>οὐδὲ τούτων οὐδὲν οἱ ῥᾳδίως ὀνομάζοντες
                        ὁσημέραι πλῆθος· <lb/>οὐ μὴν τοῦ γε πρὸς τὰς φλέβας αὐτὸς ἐξεῦρον
                        ἐπιστημονικόν <lb/>τι σημεῖον, ἢ παρ’ ἑτέρῳ γεγραμμένον εὑρεῖν ἠδυνήθην,
                        ὅπου <lb/>γε τὴν ἀρχὴν οὐδὲ διωρίσατό τις ἡμῶν πρότερος οὐδ’ αὐτὰς <lb/>τὰς
                        δυνάμεις ἐπιστημονικῶς. ἐπ’ ὀλίγον μὲν γὰρ ἥψαντο τῆς <lb/>θεωρίας αὐτῶν οἱ
                        περὶ Φίλιππόν τε καὶ Ἀρχιγένην, τελέως <lb/>δὲ οὐδὲ τούτων οὐδεὶς
                        ἐξειργάσατο. ζητεῖ δὲ ὁ λόγος ὁ νῦν <lb/>ἐνεστηκὼς οὐ ταῦτα μόνον, ἀλλὰ καὶ
                        τὸ καθ’ ἕκαστον μόριον <lb/>πλῆθος, οἷον τὸ καθ’ ἧπαρ, ἢ καρδίαν, ἢ νεφροὺς,
                        ἢ κῶλον, <lb/>ἢ ἐγκέφαλον, ἢ ὀστοῦν. <milestone unit="ed2page" n="329"/>ὅσα
                        μὲν οὖν αὐτῶν <lb/>ἤτοι δυσαίσθητά ἐστιν ἢ ἀναίσθητα, ταῦτα μὲν οὐκ ἂν
                        ὡσαύτως <lb/>αἰσθητὰ γαστρὶ καὶ κύστει τῶν ἐν αὐτοῖς περιττῶν, ἀλλὰ <lb/>τὰ
                        μὲν οὐδ’ ὅλως, τὰ δὲ ἤτοι παντάπασιν ἀμυδρῶς, ἢ οὐδ’ <lb/>ὅλως· παντάπασι
                        μὲν ἀμυδρῶς, ὡς ἐπὶ παμπόλλῳ πλήθει, <lb/>οὐδ’ ὅλως δ’, ὡς ἐπ’ ὀλίγῳ. καὶ
                        γὰρ καὶ πνεύμονι καὶ ἥπατι <lb/>καὶ νεφροῖς ἐγγίνεται βάρους αἴσθησις
                        ἐνίοτε, καί τις ὀστοῦν <lb/>ᾔσθετο βαρυνόμενος, ἀμυδρᾷ καὶ αὐτὸς αἰσθήσει·
                        κατὰ τὸν <pb n="531"/> ἐγκέφαλον δὲ βάρη διασημαίνει πολλάκις οὐκ ἀμυδρὰ
                        μόνον, <lb/>ἀλλ’ ἔστιν ἐνίοτε καὶ πάνυ σαφῆ. τοῖς δὲ ἀναισθήτοις μορίοις
                        <lb/>οὐκ ἐνδέχεται γίγνεσθαί τινα αἴσθησιν οὔτε βάρους <lb/>οὔτ’ ἄλλου
                        συμπτώματος οὐδενός· ἀναίσθητα δ’ ἔοικεν ὑπάρχειν <lb/>ἔνια τῶν ὀστῶν, καὶ ἡ
                        πιμελὴ, καί τινες τῶν ἀδένων, <lb/>εἰ μὴ ἄρα καὶ οἱ μυελοὶ πάντες ἐκ τῶν
                        ἀναισθήτων εἰσίν· <lb/>ἐγκέφαλος γοῦν καὶ νωτιαῖος, ὡς ἔνιοί φασιν, ἐκ τῶν
                        αἰσθητικῶν <lb/>εἰσι. βεβαίως δ’ ἄν τις ἀποφαίνοιτο κατὰ τῆς περὶ τὰ
                        <lb/>κυρτὰ τοῦ ἥπατος σαρκὸς, ἣν οἱ πολλοὶ τῶν ἰατρῶν παρ<milestone unit="ed1page" n="345"/>έγχυμα <lb/>προσαγορεύουσιν· οὐδὲ γὰρ ὅλως εἰς
                        αὐτὴν οὐδαμόθεν <lb/>ἐμφύεται νεῦρον· ἀπορήσειε δ’ ἄν τις καὶ περὶ τῆς
                        <lb/>ἐν τοῖς σιμοῖς. οὕτω γάρ ἐστι βραχέα τὰ κατὰ τὰς πύλας ἐμφυόμενα
                        <lb/>τῷ ἥπατι, ὥστε φαίνεσθαι τὸν ὑμένα μόνον αὐτοῦ <lb/>διαπλέκοντα. καὶ
                        μὴν καὶ κατὰ σπλῆνα καὶ νεφροὺς ὡσαύτως <lb/>ἀπορήσειεν ἄν τις, ἔτι τε
                        μᾶλλον ἐν πνεύμονι, καὶ τάχα <lb/>ἄν τις ἐν τούτοις τοῖς σπλάγχνοις ᾖ τοῦ
                        βάρους αἴσθησις, οὐκ <lb/>αὐτῶν τῶν σπλάγχνων, ἀλλὰ τῶν περιεχόντων αὐτὰ
                        χιτώνων <lb/>καὶ ὑμένων εἶναι λεχθείη, καὶ μάλιστα ἐπὶ πνεύμονός τε καὶ <pb n="532"/> ἥπατος, ἐξηρτημένων τε καὶ κρεμαμένων, καὶ οὐχ ἑδραίως
                        <lb/>ἐστηριγμένων. ἐναργῶς γὰρ οἱ κάμνοντες αἰσθάνονται πολλάκις <lb/>ἄνω
                        πρὸς τῇ κλειδὶ τάσεώς τινος, ὡς ἐπὶ τοῖς κατὰ τὸ <lb/>ἧπαρ ὄγκοις, αὐτοῦ τε
                        τοῦ σπλάγχνου βαρέος· ὡς εὐτυχὴς <lb/>δέ τις, ὃς οὐκ ᾔσθετο καθ’ ὅλον ἑαυτοῦ
                        τὸν βίον, οὕτω <lb/>συνεχῶς ἅπασι γιγνομένου. λέγει δέ που καὶ Ἱπποκράτης,
                        <lb/>ἐς νεφρὸν ὀδύνη βαρείη, ὥσπέρ γε καὶ κατὰ πνεύμονα γίγνεται <lb/>βάρος·
                        εἴρηται δὲ σχεδὸν ἅπασι τοῖς ἰατροῖς, ὅταν ἁλῷ <lb/>φλεγμονῇ τὸ σπλάγχνον.
                        ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἐζητηκότες οἱ <lb/>πλεῖστοι τῶν ἰατρῶν, ἔνιοι δὲ οὐδ’ ὅτι
                        δύναται μὲν ποτὲ <lb/>καθ’ ὅλον τὸ ζῶον εἶναι τὸ πλῆθος, ἐγχωρεῖ δὲ καὶ περὶ
                        ἔν <lb/>ὁτιοῦν μόριον ἢ καὶ πλείω, προπετῶς ἀποφαίνονται περὶ <lb/>πλήθους.
                        ἀλλ’ εἰ βούλει κατὰ τὸ παρὸν ἐάσαντες ἁπάσας <lb/>ταύτας τὰς ἀπορίας, ἐν
                        τοῖς εὐπορωτέροις γυμνασθῶμεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Εὐπορώτερον δ’ εἶναί μοι δοκεῖ, πάλιν ἀπὸ <lb/>βάρους ἄρξασθαι· φαίνεται γὰρ
                        τοῦτο τοῦ πρὸς τὴν αἰσθητικὴν <lb/>δύναμιν πλήθους ἐναργέστατον εἶναι
                        γνώρισμα. πότερον ﻿<pb n="533"/> οὖν ἀληθές ἐστιν ἀποφαίνεσθαι τῷ πλήθει
                        βάρος ἀκολουθεῖν <lb/>ἔξ ἀνάγκης, ἢ τὸ βάρος ἀνάγκῃ προηγεῖσθαι πλήθους;
                        <lb/>οὐ γὰρ δή γε ταὐτόν ἐστιν, ἢ ἀκολουθεῖν ἐν τῷ λόγῳ <lb/>τὸ βάρος, ἢ
                        προηγεῖσθαι. ἀληθὲς μὲν γὰρ, ὅτῳ πλῆθος <lb/>ὑγρῶν τινῶν ἐστιν ἐν τῷ σώματι,
                        τούτῳ βάρους αἴσθησιν <lb/>ὑπάρχειν, ἐν ἐκείνοις τοῖς μέρεσι δηλονότι, ἐν
                        οἷσπερ ἂν ᾖ <lb/>τὸ πλῆθος, αἰσθητικοῖς ὑπάρχουσιν· οὐκ ἀληθὲς δὲ τὸ, βάρους
                        <lb/>ὄντος ἔν τινι μέρει, πλῆθος ὑπάρχειν ἐν ἐκείνῳ χυμῶν. <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="330"/>ἐγχωρεῖ γὰρ, ὑπὸ τῶν στερεῶν μορίων
                        βαρύνεσθαι τὴν <lb/>δύναμιν ἀῤῥωστοῦσαν, ὡς ἐν ταῖς παραλύσεσιν. ὑπὸ γὰρ
                        <lb/>(τῆς) τῶν μυῶν (ἐν) ὅλου κώλου κινουμένου, τῶν μυῶν ἀῤῥώστων
                        <lb/>γινομένων κινεῖν καὶ μεταφέρειν αὐτὸ, βάρους αἴσθησις <lb/>γίγνεται
                        τοῖς παραλυομένοις. οὐ γὰρ ἑαυτῷ βαρὺ φαίνεται <lb/>τὸ ἀῤῥωστοῦν, οἷον ὁ
                        μῦς, ἢ τὸ νεῦρον, ἢ ὅλως ὅ τι <lb/>περ ἂν ᾖ σῶμα τὸ πρώτως κινοῦν τὰ μόρια,
                        ἀλλὰ τοῦτο τὸ <lb/>πάθημα τὸ λεγόμενον βάρος ἐξ ἑτέρου τε πέφυκεν ἑτέροις
                        <lb/>ἐγγίνεσθαι, αὐτό τε καθ’ ἑαυτὸ τὸ νεῦρον, ἢ ὁ τένων, ἢ <lb/>ὁ μῦς, ἢ ὅ
                        τι περ ἂν ᾖ τὸ κινοῦν ἡμᾶς, ἀτονώτερον μὲν αὐτοῦ <pb n="534"/> γίγνεσθαι καὶ
                        ἀσθενέστερον ἐγχωρεῖ, βαρύνειν δὲ ἑαυτὸ, τῶν <lb/>ἀδυνάτων ἐστίν.
                        εὐτονώτερον μὲν οὖν γιγνόμενον, ἰσχυροτέρας <lb/>τὰς ἐνεργείας ποιήσεται τῶν
                        ἔμπροσθεν· ἀτονώτερον δὲ <lb/>ἀσθενεστέρας. οἷον ὁ μῦς, εἴπέρ γε οὗτός ἐστιν
                        ὁ κινῶν τὸ <lb/>σκέλος, ὑγιαίνων μὲν ἐπισπάσεται σφοδρῶς ἐκεῖνο τοῦ κώλου
                        <lb/>τὸ μέρος, εἰς ὃ καταπέφυκεν, εὐεκτῶν δὲ σφοδρότατα, καὶ <lb/>νοσῶν μὲν,
                        ἀσθενῶς, ἔκλυτος δὲ τὴν δύναμιν ὑπάρχων, <lb/>ἀμυδρῶς. εἰ δὲ οὐχ ὁ μῦς
                        ἐστιν, ἀλλὰ τὸ νεῦρόν γε τὸν μῦν <lb/>αὐτὸν κινοῦν, ἐκείνου πάλιν ὑγεία καὶ
                        νόσος, εὐεξία τε καὶ <lb/>ἀῤῥωστία, ταῦτα ἐργάσεται περὶ τὸ κῶλον, ἅπερ ὁ
                        μῦς ἐλέχθη <lb/>ποιεῖν. οὕτω δὲ εἰ καὶ τὸ πνεῦμα τὸ πρῶτόν ἐστι τῶν
                        <lb/>κινούντων τὸ σκέλος, ἐπ’ ἐκείνου ταῦτα λεχθήσεται. φέρε <lb/>τοιγαροῦν
                        ἕνεκα σαφηνείας κείσθω ταῦθ’ ἡμῖν, ὑπὸ μὲν τοῦ <lb/>πνεύματος τοῦ διὰ τῶν
                        νεύρων φερομένου κινεῖσθαι τὸν μῦν, <lb/>ὑπὸ δὲ τοῦ μυὸς, πρώτην μὲν τὴν
                        κνήμην, εἰς ἣν ὁ μῦς ἐμπέφυκεν, <lb/>εἶτα δι’ ἐκείνης τὴν κατὰ γόνυ
                        διάρθρωσιν, ἐφ’ ἣν <lb/>τὸ σκέλος ὅλον ἐμπέφυκεν. ἀληθῶς γὰρ ἄν τις ἐπὶ
                        ταύταις <lb/>ταῖς ὑποθέσεσι λέγοι καὶ τὸν μῦν αὐτὸν βάρος γίγνεσθαι τῷ
                        <lb/>ἀῤῥώστῳ πνεύματι, καὶ σὺν αὐτῷ τὸ κῶλον ὅλον, οἷον εἰ <pb n="535"/>
                        τύχοι τὴν κνήμην· εἰ δέ γε τὸ νεῦρον ὑποθώμεθα κινεῖσθαι <lb/>πρὸς τοῦ
                        πνεύματος, ὑπὸ νεύρου δὲ τὸν μῦν, εἶτ’ αὖθις ὑπὸ <lb/>τοῦ μυὸς τὴν κνήμην,
                        ὑπὸ πάντων τῶν εἰρημένων βαρυνθήσεται <lb/>τὸ πνεῦμα τὸ ἄῤῥωστον. ὥστ’ ἤδη
                        μὲν κᾀνταῦθα δῆλον, <lb/>ὡς οὐχ οἷόν τε διαγνῶναι τὸ πρῶτον βαρῦνόν τε καὶ
                        <lb/>βαρυνόμενον, ἄνευ τοῦ προεγνωκέναι τὸ πρῶτον κινοῦν ἕκαστον <lb/>τῶν ἐν
                        ἡμῖν μορίων. ἀλλὰ καὶ τοῦτο μὲν αὖθις ἀκριβέστερον <lb/>ἐπισκεψόμεθα, ὑπὲρ
                        οὗ δὲ ὁ λόγος ἦν περαινέσθω. <lb/>γενήσεται δὲ ἕνεκα σαφηνείας ἡ διέξοδος
                        ἅπασα μεθ’ ὑποθέσεως. <lb/>ὑποκείσθω τοίνυν ὁ μῦς εἶναι τὸ πρῶτον κινοῦν
                        ἑαυτόν <lb/>τε καὶ τὸ τῆς κνήμης ὀστοῦν. ἑαυτῷ μὲν οὖν οὐδὲ πώποτ’ <lb/>ἐστὶ
                        βαρὺς, οὐδ’ ὅταν ἀτονώτατος ὑπάρχῃ, βαρύνει δὲ <lb/>αὐτὸν ἡ κνήμη· πότερον
                        δὲ κινεῖσθαι μόνον ἐφιέμενον, ἢ <lb/>κᾂν ἡσυχάζῃ, σκέψεως ἑτέρας οὐ μικρᾶς
                        ᾖ, διωρισμένης ἡμῖν <lb/>ἐν τοῖς περὶ μυῶν κινήσεως, ἧς ἄνευ σκέψεως οὔτε
                        διάθεσιν <lb/>οὔτε πεπονθότα τόπον ἀκριβῶς ἔστι διαγνῶναι κατὰ τὰς τοῦ
                        <lb/>βάρους αἰσθήσεις, αὐτίκα γέ τοι τισὶ μὲν ἤτοι κῶλον ἕν ἢ καὶ <pb n="536"/> σύμπαν τὸ σῶμα βαρύνεται κινεῖσθαι προῃρημένοις, ἡσυχάζουσι
                        <lb/>δὲ οὐδεμία βάρους αἴσθησις γίγνεται· τινὲς δὲ καὶ πρὸ <lb/>τοῦ
                        κινεῖσθαι βαρύνεσθαί φασι. τίς οὖν ἑκατέρων τούτων <lb/>ἡ διάθεσις, ἀμήχανον
                        γνῶναι, πρὶν ἐξευρεῖν τὰ κινοῦντά τε <lb/>καὶ κινούμενα σώματα καθ’ ὅλον τὸ
                        σκέλος. εἰ μὲν γὰρ αἱ <lb/>τῶν νεύρων ἶνες αἱ κατὰ τὸν μῦν εἰσιν αἱ πρῶται
                        κινούμεναι, <lb/>συγκινεῖται δὲ ταύταις ἐν αὐτῷ τό τε ὑμενῶδες γένος
                        <lb/>καὶ τὸ φλεβῶδες καὶ τὸ ἀρτηριῶδες, ἔτι δ’ οἱ σύνδεσμοι, <lb/>βάρους μὲν
                        αἴσθησις αὐτῷ γενήσεται καὶ διὰ ταῦτα καὶ δι’ <lb/>ἄλλα πάντα τὰ καθ’ ὅλον
                        τὸ κῶλον. ἐπισκεψόμεθα δὲ καὶ <lb/>διοριούμεθα, πότε μὲν ἐνεργοῦντος καὶ
                        κινουμένου τοῦ κώλου <lb/>τὸ βάρος ἔσται, πότε δ’ ἡσυχάζοντος. εἰ δὲ καὶ τὸ
                        τῶν συνδέσμων <lb/>ἐν αὐτῷ γένος ἅμα τῷ <milestone unit="ed2page" n="331"/>σαρκώδει κινεῖται, <lb/>ταῦτα γάρ ἐστιν ἡ οἰκεία τοῦ μυὸς οὐσία, δι’ οὐδὲν
                        μὲν τούτων <lb/>οὐδέποτε γένοιτ’ ἂν ἡ τοῦ βάρους αἴσθησις· ἤτοι δὴ ἐκ
                        <lb/>τῶν φλεβῶν, ἢ ἐκ τῶν ἀρτηριῶν, ἢ ἐκ τῆς πιμελῆς, ἢ ἐκ <lb/>τῶν ὀστῶν, ἢ
                        ἔκ τινων, ἢ ἐκ πάντων γενήσεται. δῆλον δὲ <lb/>ὡς εἰ καὶ παραλίποιμέν ποτε
                        κατὰ τὰς τοιαύτας διαιρέσεις <lb/>τὸ ἔκ τινων, ἢ ἐκ πάντων, αὐτὸ χρὴ
                        προσυπακούειν τοὺς <pb n="537"/> ἀναγινώσκοντας τὸ βιβλίον, εἰδότας ὅτι κατὰ
                        τοὺς τοιούτους <lb/>ἅπαντας λόγους οἱ σύνδεσμοι οὐ διαζευκτικῶς, ἀλλὰ
                        παραδιαζευκτικῶς <lb/>εἰσιν. ἐκ μὲν δὴ τῶν εἰρημένων εὔδηλον, ὡς <lb/>ὅστις
                        βούλεται διαγνωστικὸς εἶναι πληθωρικοῦ μορίου, τοῦτον <lb/>τῶν τε διοικουσῶν
                        ἡμᾶς δυνάμεων ἐπιστήμην ἔχειν ἀναγκαῖόν <lb/>ἐστιν, ἀνατομῆς τε καὶ φύσεως
                        ἁπάντων ἀκριβῶς τῶν <lb/>τοῦ ζώου μορίων· ἐκ τούτου γὰρ ὁρμώμενος ἴσως ἄν
                        ποτε <lb/>ἐξεύροιτο σημεῖα μορίου πληθωρικοῦ. </p></div></div></body></text></TEI>