<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg046.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Οὗτος ὁ λόγος ἐπιεικής ἐστι καὶ δεῖταί τινος <lb/>ἀγωνιστοῦ γενναίου πρὸς τὴν
                        ἀπάντησιν, ὃς ἐπιδείξει <lb/>ταῖς ἀρχαῖς τῶν νοσημάτων εἶδος ἴδιον ὑπάρχειν
                        ὥσπερ τοῖς <lb/>ζώοις διαπλαττομένοις, ἀνακείμενόν τε τούτῳ τὸν πρῶτον
                        <lb/>χρόνον ὅροις οἰκείοις περιγραφόμενον. ἐφ’ ὧν ἐστελ<milestone unit="ed1page" n="380"/>λόμην <lb/>ἂν ἤδη διδάσκων ἃ γινώσκω, εἰ μή με
                        κατά τινα δὴ τύχην <lb/>ἐν τῷδε τοῦ λόγου γενόμενον ὑπῆλθεν ἡ Ἀρχιγένους
                        διαίρεσις, <lb/>ὃς εἰς τοὺς πρώτους τε καὶ μεγίστους καιροὺς διαιρῶν <lb/>τὰ
                        νοσήματα μετὰ τὴν ἀρχὴν εὐθέως ἀκμὴν τάττει, τὸν μεταξὺ <lb/>καιρὸν
                        καταλιπὼν τὴν ἀνάβασιν. ὅπου γὰρ οὐκ εἶναι <pb n="410"/> δοκεῖ καιρὸς ἴδιος
                        τῆς ἀρχῆς ὅλης, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης εἰσβολῆς <lb/>ἄχρι τῆς ἀκμῆς, τὸ μεταξὺ
                        πᾶν ἐπίδοσις ᾖ, πῶς γε συγχωρήσειεν <lb/>ἄν τις Ἀρχιγένει τὸ μὲν
                        ὁμολογούμενον ὑπερβαίνοντι, <lb/>τὸ δ’ ἀμφισβητούμενον ὡς ὁμολογούμενον
                        ἑτοίμως <lb/>τιθεμένῳ; οὕτως μὲν οὖν φαίνεται προδιδοὺς ἐσχάτως τὸν
                        <lb/>λόγον, ἀγῶνος μεγάλου δεόμενον εἰς τὸ δεῖξαι τὴν ἀρχὴν τοῦ
                        <lb/>νοσήματος ἴδιον ἔχουσαν τύπον, οὐ σμικρότητι μόνον τῶν <lb/>ἐφεξῆς αὐτῇ
                        διαφέρουσαν· ἡμεῖς δὲ ἐπιχειρήσομεν ἤδη δεικνύειν <lb/>διαλλάττουσαν ἰδέᾳ
                        τινὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νοσήματος <lb/>τῆς μετ’ αὐτὴν ἀναβάσεως. ἡ δ’ ἀρχὴ τοῦ
                        λόγου τὴν ἀνάμνησιν <lb/>ἕξει ἐκ τῶν φαινομένων ἐναργῶς ἅπασιν ἡμῖν ἐπὶ
                        πολλῶν <lb/>νοσημάτων. ὅθενπερ, οἶμαι, καὶ κινηθέντες ἰατροὶ <lb/>σχεδὸν
                        ἅπαντες οἱ πρὸ Ἀρχιγένους ἀρχήν τινα λέγουσιν <lb/>ἑκάστου νοσήματος, οὐ τὴν
                        πρώτην εἰσβολὴν ἐκείνην μόνην <lb/>τὴν ἀπλατῆ, μῆκος δέ τι χρόνου καὶ πλάτος
                        αὐτῇ προσγράφουσιν <lb/>ἀξιόλογον ἔστιν ὅτε, καὶ μετὰ ταύτην τὴν ἀνάβασιν, <lb/>
                        <milestone unit="ed2page" n="294"/>εἶτ’ ἀκμὴν, ἐφ’ ᾗ δηλονότι τὴν καλουμένην
                        παρακμήν. <lb/>ἐθεασάμεθα γοῦν ἐνίους ἐν τῷ πράττειν ὁτιοῦν ﻿<pb n="411"/>
                        τῶν κατὰ τὸν βίον ἀτρέμα φρίξαντας τὸ πρῶτον, εἶτ’ αὖθίς <lb/>τε καὶ αὖθις
                        ἀνωμαλίας τέ τινος ἰσχυροτέρας, καὶ φρίκης <lb/>ἀξιολογωτέρας αἰσθανομένους,
                        ὡς μήτε πράττειν μήθ’ ὑπομένειν <lb/>ἃ πρότερον ἀμέμπτως ἔπραττον, ἀλλὰ καὶ
                        κατακλιθῆναί <lb/>τε καὶ δεῖσθαι σκεπασμάτων, καὶ τοῦτο παθόντας <lb/>ἐνίους
                        μὲν ὥραις τρισὶν, ἐνίους δὲ ἐλάττοσιν, ἢ πλείοσιν· <lb/>ἐντεῦθεν δ’ ἄρξασθαι
                        θερμασίας ἀηδοῦς τε καὶ παρὰ φύσιν <lb/>αἰσθάνεσθαι ταύτης κατ’ ὀλίγον
                        αὐξανομένης. ἐν αὐτοῖς <lb/>γὰρ τούτοις ἐναργῶς ὁρᾶται διαφέρουσα κατ’ ἰδέαν
                        ἐξαίρετον <lb/>ἡ ἀρχὴ τοῦ παροξυσμοῦ τῆς ἐπιδόσεως. εὔδηλον δὲ ὅτι τὴν
                        <lb/>αὔξησιν ἐπίδοσιν ὀνομάζουσιν ἔνιοι, καθάπερ ἄλλοι τινὲς <lb/>ἀνάβασιν·
                        ἡμεῖς δ’ ἅπασι τοῖς ὀνόμασιν, ὡς ἂν ἐπέλθῃ, <lb/>χρησόμεθα· δηλοῖ γὰρ ἓν
                        πρᾶγμα πάντα. τοῦτο οὖν τὸ <lb/>πρᾶγμα, ὃ τρισὶν ὀνόμασι προσαγορεύεται,
                        ἵσταταί ποτε καὶ <lb/>παύεται τῆς αὐξήσεως, καὶ φαίνεται διαμένον ἶσον ἑαυτῷ
                        <lb/>κατά τινα χρόνον, ἤτοι μακρότερον, ἢ βραχύτερον· εἶτ’ ἐντεῦθεν
                        <lb/>ἔλαττον ἑαυτοῦ γινόμενον, ἤτοι διὰ ταχέων, ἢ χρόνῳ <lb/>πλείονι· καὶ
                        ποτὲ μὲν εἰς ἀπυρεξίαν ἡ τοῦ πυρέξαντος οὕτως <pb n="412"/> φαίνεται
                        ἐπανερχομένη διάθεσις, ἔστι δ’ ὅτε ὑπὸ τῆς εἰσβολῆς <lb/>δευτέρου παροξυσμοῦ
                        καταλαμβανομένη τὴν αὐτὴν ἰδέαν <lb/>ἔχοντος τῇ προειρημένῃ. καὶ πάντως γ’
                        ἔστιν ὅτε τὰ προειρημένα <lb/>δεύτερον αὖθις ἐπιγίγνεται τῷ νοσοῦντι,
                        πολλάκις <lb/>δ’ ἔστιν ὅτε καὶ τρίτον, καὶ τέταρτον, καὶ πέμπτον δὲ,
                        <lb/>περιερχομένης τῆς νόσου κατά τινα κύκλον ἐκ τῶν αὐτῶν <lb/>ἐπὶ τὰ αὐτὰ
                        διὰ τῆς αὐτῆς τάξεως. ὀνομάζουσι δὲ τὸν τοιοῦτον <lb/>κύκλον ἕκαστοι οἱ
                        ἰατροὶ περίοδον. ἔνιοι μὲν οὖν <lb/>αὐτῶν ἐν τέτταρσι καὶ εἴκοσιν ὥραις
                        περιγράφονται, καὶ καλοῦσιν <lb/>αὐτὰς ἀμφημερινάς· ἔνιαι δὲ ἐν ὀκτὼ καὶ
                        τετταράκοντα, <lb/>τουτέστιν ἐν δυσὶν ἡμέραις καὶ νυξὶν, ἃς ὀνομάζουσι
                        <lb/>τριταίων πυρετῶν περιόδους· ἑτέρας δέ τινας ἑβδομήκοντα <lb/>καὶ δυοῖν
                        ὡρῶν περιγράφει χρόνος, ὧν τοὺς μὲν πυρετοὺς <lb/>αὐτοὺς ὀνομάζουσι
                        τεταρταίους, τὸν κύκλον δ’ ὅλον, ὃς <lb/>ἐπανέρχεται εἰς τὴν μίαν ἀρχὴν,
                        τεταρταίαν περίοδον· οὕτω <lb/>δὲ καὶ τριταίαν περίοδον ἅμα τριταίῳ πυρετῷ,
                        καὶ τὴν ἀμφημερινὴν <lb/>ἑκάστης ἡμέρας ἐπανακυκλοῦσαν ἅμα τοῖς ἀμφημερινοῖς
                        <lb/>πυρετοῖς· ἀλλ’ αἵ γε περίοδοι πᾶσαι ποτὲ μὲν εἰς ἀπυρεξίαν
                        <lb/>ἀφικνοῦνται, καθάπερ ἐν τοῖς προειρημένοις πυρετοῖς, <pb n="413"/>
                        ἀμφημερινῷ καὶ τριταίῳ καὶ τεταρταίῳ· ποτὲ δὲ εἰς παρακμὴν <lb/>μόνον, ἤτοι
                        πλησίον ἀπυρεξίας ἥκουσαν, ἢ καὶ <lb/>ποῤῥωτέρω. </p></div></div></body></text></TEI>