<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg043.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἀλλὰ γὰρ ἐπειδὴ καὶ τὰ περὶ τοῦ τῆς ψυχῆς <lb/>ἡγεμονικοῦ εἴρηται συμπτώματα,
                        μεταβαίνειν καιρὸς ἤδη <lb/>ἐπὶ θάτερον γένος τῶν ἐνεργειῶν, ἃς ὀνομάζουσι
                        φυσικάς. <lb/>ἔσται δὴ κᾀνταῦθα καθ’ ἑκάστην αὐτῶν ἢ μὴ γινομένην ἢ κακῶς
                        <lb/>γινομένην συμπτώματα τούτου μὲν γένους εἰσὶ τῶν <lb/>συμπτωμάτων κατὰ
                        μὲν δὴ τὴν ὄρεξιν ἀνορεξίαι τε καὶ δυσορεξίαι <lb/>καὶ ἄμετροι σιτίων
                        ἐπιθυμίαι· κατὰ δ’ αὖ τὴν πέψιν <lb/>ἀπεψίαι τε καὶ βραδυπεψίαι καὶ
                        δυσπεψίαι. καὶ μὲν δὴ καὶ <lb/>περὶ τὴν ἀνάδοσιν ὡσαύτως, καὶ περὶ τὴν τοῦ
                        αἵματος γένεσιν, <lb/>ἢ μὴ γιγνομένην ἢ κακῶς γιγνομένην, συμπτώματα
                        <lb/>ἔσται. τούτου τοῦ γένους εἰσὶ τῶν συμπτωμάτων καὶ οἱ <lb/>ὕδεροι. καὶ
                        μέν γε κατὰ τὴν τῆς θρέψεως ἐνέργειαν <pb n="63"/> ἀτροφίαι μέν τινες καὶ
                        φθίσεις εἰσὶν αἱ ἀποτυχίαι· λευκᾶς δὲ <lb/>καὶ ὀφιάσεις καὶ ἀλωπεκίας καὶ
                        πᾶν ὅσον τι τοιοῦτον εἶδος <lb/>συμπτώματος αἱ μοχθηραὶ θρέψεις ἀποτελοῦσιν.
                        ἀσφυξίαι <lb/>δὲ καὶ κακοσφυξίαι περὶ τὴν τῶν σφυγμῶν ἐνέργειαν συμπτώματά
                        <lb/>εἰσι. καὶ μὲν δὴ καὶ κατὰ τὴν διάκρισιν τῶν περιττωμάτων <lb/>ἢ μηδ’
                        ὅλως ἢ μὴ καλῶς ἐπιτελουμένην συμπτώματα <lb/>συνίσταται, τὰ μὲν ἀποροῦντα
                        προσηγορίας οἰκείας, καθάπερ <lb/>τὰ περὶ τὴν μέλαιναν χολὴν, τὰ δὲ
                        ὠνομασμένα συνήθως, <lb/>ὥσπερ ὁ ἴκτερος. μέθοδος δὲ κᾀνταῦθα τῆς ἁπάντων
                        <lb/>εὑρέσεως ἡ γνῶσις τῶν φυσικῶν δυνάμεων, ἃς ἐν τῷ περὶ <lb/>αὐτῶν λόγῳ
                        τέτταρας ἐν ἑκάστῳ τῶν τοῦ σώματος μορίων <lb/>ἐδείξαμεν ὑπάρχειν, ἑλκτικήν
                        τε καὶ καθεκτικὴν καὶ ἀλλοιωτικὴν <lb/>καὶ ἀποκριτικήν. ἔσται δὴ καθ’
                        ἑκάστην αὐτῶν διττὸν <lb/>σύμπτωμα, θάτερον μὲν κακῶς γινομένης τῆς
                        ἐνεργείας, <lb/>θάτερον δὲ οὐδ’ ὅλως γινομένης. ὥστε καθ’ ἕκαστον ὄργανον
                        <lb/>φυσικὸν ὀκτὼ τὰ πάντα ἔσται συμπτώματα. εἴπερ <lb/>οὖν ἐκ τῆς ἀνατομῆς
                        ἔγνωσται τὸ πλῆθος τῶν τοῦ <lb/>ζώου μορίων, εὑρεθήσεται ταχέως ἐξ αὐτοῦ τὸ
                        πλῆθος <pb n="64"/> τῶν ἁπάντων συμπτωμάτων. ὅσα μὲν γὰρ τῆς φύσεως μόνης
                        <lb/>ἐστὶν ὄργανα, τοῖς ὀκτὼ συμπτώμασιν ἁλώσεται μόνοις· <lb/>ὅσα δὲ τῆς
                        ψυχῆς, καὶ τούτοις μὲν, ἐξ ἐπιμέτρου δὲ ἑτέροις <lb/>δυσί. δέδεικται γὰρ
                        ὀλίγον ἔμπροσθεν, ὡς καθ’ ἑκάστην <lb/>τῶν ψυχικῶν ἐνεργειῶν διττὸν εἶδος
                        ἔσται συμπτώματος, ἤτοι <lb/>μηδ’ ὅλως αὐτῶν ἢ κακῶς γινομένων. εἴρηται δὲ
                        καὶ ὡς τὸ <lb/>κακῶς τοῦτο διττόν ἐστι, τὸ μὲν οἷον ἀμυδρῶς, τὸ δὲ <lb/>ὡς
                        ἄν τις εἴποι πλημμελῶς. ὥστε πάλιν εἰ καὶ μὴ δύο τὰ <lb/>συμπτώματα
                            <milestone unit="ed2page" n="37"/>καθ’ ἑκάστην ἐνέργειάν τε καὶ δύναμιν
                        εἶναι <lb/>λέγεις, ἀλλὰ τρία πάντα, θάτερον τῶν πρώτων δυοῖν <lb/>τέμνων
                        δίχα, δώδεκα μὲν ἔσται τὰ πάντα καθ’ ἕκαστον ὄργανον <lb/>φυσικὸν,
                        πεντεκαίδεκα δὲ ἐν τοῖς ψυχικοῖς. ἡ δ’ εἰς τὰς <lb/>πρώτας δύο διαφορὰς τομὴ
                        ὀκτὼ μὲν τὰ τῶν φυσικῶν, δέκα <lb/>δὲ ἀπεργάζεται τὰ τῶν ψυχικῶν. εἰ δὲ καὶ
                        κατὰ διττὸν εἴη <lb/>λόγον ὄργανόν τι ψυχικὸν αἰσθητικόν τε ἅμα καὶ
                        κινητικὸν, <lb/>ὀκτωκαίδεκα μὲν ἔσται τὰ συμπτώματα κατὰ τὴν δευτέραν
                        <lb/>τομὴν, δώδεκα δὲ κατὰ τὴν προτέραν. ἐφ’ ἑνὸς οὖν ἢ <pb n="65"/>
                        δευτέρου μορίου δείξαντες τὸ λεγόμενον, ὅπερ ἐπὶ τούτων <lb/>ἡμεῖς, τοῦτ’
                        ἐπὶ πάντων ἀξιώσομεν ποιῆσαι τὸν βουλόμενον <lb/>ἐξαριθμήσασθαι τὰ
                        συμπτώματα, μὴ τοῖς ὀνόμασι προσέχοντα <lb/>τὸν νοῦν, (οὐ γὰρ εὑρήσει
                        πανταχόθι συνήθεις προσηγορίας) <lb/>ἀλλ’ εἰς αὐτὴν ἀποβλέποντα τῶν
                        πραγμάτων τὴν <lb/>φύσιν. ἔστω δ’ ἡ γαστὴρ ὄργανον τῆς πέψεως ἕλκον μὲν,
                        <lb/>ὡς ἐδείκνυμεν, εἰς ἑαυτὸ τὴν οἰκείαν τροφὴν, ἀποκρῖνον δὲ <lb/>πᾶν ὅσον
                        ἀλλότριον· ἀλλὰ καὶ κατέχον τουτὶ τὸ ἑλχθὲν καὶ <lb/>ἀλλοιοῦν τὸ κατασχεθέν.
                        ὅταν οὖν ἤτοι μηδ’ ὅλως ἕλκειν, <lb/>ἢ κακῶς ἕλκειν αὐτῇ συμβῇ, δύο μὲν
                        ταυτὶ δή μοι νόει περὶ <lb/>τὴν ἑλκτικὴν δύναμιν τὰ συμπτώματα. τέμνεται δὲ
                        αὖθις <lb/>διχῆ θάτερον αὐτῶν τὸ μοχθηρῶς, εἰ καὶ μὴ τοῖς ὀνόμασιν
                        <lb/>ἔχεις ἐνδείξασθαι σαφῶς· οὐ γὰρ κεῖταί τι κατ’ αὐτῶν οὐδὲν <lb/>ὄνομα·
                        λόγῳ γοῦν ὡς οἷόν τε πειρώμενος ἑρμηνεύειν, ὅτι <lb/>καὶ κατ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ
                        μοχθηρῶς, τὸ μὲν οἷον ἀῤῥώστως <lb/>ἔσται, τὸ δὲ οἷον πλημμελῶς. ἀῤῥώστως
                        μὲν τὸ μόγις καὶ <lb/>δυσχερῶς καὶ σὺν χρόνῳ πολλῷ· πλημμελῶς δὲ, τὸ οἷον
                        <lb/>παλμωδῶς, ἢ τρομωδῶς, ἢ σπασμωδῶς, ἢ κλονωδῶς. ἐπὶ <pb n="66"/> δέ γε
                        τῆς ἀλλοιωτικῆς δυνάμεως ἐν τῇ γαστρὶ τὸ μὲν μηδ’ <lb/>ὅλως ἐστὶν, ὅταν
                        οἷάπερ ἐλήφθη τὰ σιτία τοιαῦτα διαμένῃ <lb/>κατὰ πᾶσαν ποιότητα· τὸ δ’
                        ἀῤῥώστως, ἴδιον ὄνομα κέκτηται <lb/>τὴν βραδυπεψίαν· ὥσπερ καὶ τὸ πλημμελῶς,
                        εἰς ἀλλόκοτον <lb/>ποιότητα τῶν σιτίων μεταβολήν· ὥστε γενέσθαι τὰ
                        <lb/>σύμπαντα συμπτώματα τρία περὶ τὴν μίαν ἐνέργειαν ἀποτυγχανομένην.
                        <lb/>καλεῖται δὲ ἡ μὲν ἐνέργεια, πέψις, ἀλλοίωσις <lb/>οὖσα τῶν σιτίων εἰς
                        τὴν οἰκείαν τῷ ζώῳ ποιότητα· βραδυπεψία <lb/>δὲ ἡ ἐν χρόνῳ πλείονι καὶ μόγις
                        εἰς τὴν αὐτὴν ποιότητα <lb/>μεταβολή· τὸ δ’ ἀλλοιοῦσθαι μὲν εἰς ἑτέραν
                        ποιότητα, <lb/>μὴ μέντοι κατὰ φύσιν, ἀπεψίαν ὀνομάζουσιν· ὁμωνύμως δὲ
                        <lb/>αὐτῇ προσαγορεύεται καὶ ἡ στέρησις τῆς ἐνεργείας. καί τοι
                        <lb/>σαφέστερον ἦν ταύτην μὲν μόνην ἀπεψίαν ὀνομάζεσθαι, <lb/>δυσπεψίαν δὲ
                        τὴν πλημμελῆ μεταβολὴν, βραδυπεψίαν δὲ τὴν <lb/>ἄῤῥωστον ἀλλοίωσιν· ἀλλὰ
                        γὰρ, ὅπερ ὁ Πλάτων ἔλεγεν, <lb/>ἀγνοοῦντες οἱ παλαιοὶ τὰ πλεῖστα τῶν
                        πραγμάτων τὰ μὲν <lb/>οὐδ’ ὅλως, τὰ δὲ οὐκ ὀρθῶς ὠνόμασαν. οὔκουν
                        ἐξαπατᾶσθαι <lb/>χρὴ τοῖς ὀνόμασιν, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν ἀποβλέπειν τῶν πραγμάτων
                            ﻿<pb n="67"/> τὴν οὐσίαν. εἴπερ οὖν τοῦτο ποιοῖμεν, εὑρήσο<milestone unit="ed1page" n="216"/>μεν <lb/>ὡσαύτως καὶ τῆς καθεκτικῆς δυνάμεως
                        ἐνέργειαν μὲν τὴν <lb/>κατὰ φύσιν, ὅταν ἐξισῶται ὁ χρόνος τῆς περιστολῆς τῷ
                        χρόνῳ <lb/>τῆς πέψεως, καὶ σφίγγηται πανταχόθεν ἀκριβῶς τὰ σιτία·
                        <lb/>στέρησιν δὲ παντελῆ τῆς ἐνεργείας, ὅταν μηδ’ ὅλως περιλαμβάνῃ·
                        <lb/>γίνεται δὲ τοῦτο ἐν ταῖς λειεντερίαις· ἀῤῥωστίαν δὲ <lb/>ὁπόταν ἢ μὴ
                        περιστέλληται καλῶς, ἢ μὴ μέχρι τῆς παντελοῦς <lb/>πέψεως, ἢ ἅμα ἄμφω
                        συμπίπτῃ. ἐπειδὴ γὰρ ἐν δυοῖν τούτοιν <lb/>ὑπῆρχε τὸ καλῶς ἐνεργεῖν τὴν
                        περισταλτικὴν δύναμιν, <lb/>τῷ τε μηδεμίαν ἀπολιπεῖν χώραν κενὴν μεταξὺ τῆς
                        τε γαστρὸς <lb/>καὶ τῶν σιτίων, τῷ τ’ ἐξισοῦσθαι τὸν χρόνον τῆς περιστολῆς
                        <lb/>τῷ χρόνῳ τῆς πέψεως, ἤτοι κατὰ θάτερον <milestone unit="ed2page" n="38"/>αὐτῶν μόνον <lb/>ἐνεργήσει κακῶς, ἢ κατ’ ἄμφω, καὶ συμπτώματα ἀκολουθήσει,
                        <lb/>κλύδωνες μὲν καὶ πνευματώσεις ἀῤῥώστοις περιστολαῖς, ἐκκρίσεις <lb/>δὲ
                        ταχεῖαι καὶ διαφθορὰ τῶν σιτίων ἐν τῇ κάτω <lb/>γαστρὶ, ταῖς ὀλιγοχρονίοις.
                        ἔνθα σε καὶ τούτῳ κελεύω <lb/>προσέχειν τὸν νοῦν, ὡς ἕπεται πολλάκις ἕτερον
                        ἑτέρῳ <lb/>συμπτώματι. τῇ μὲν γὰρ ἀῤῥώστῳ περιστολῇ ποτὲ μὲν <pb n="68"/> οἱ
                        κλύδωνες ἕπονται, ποτὲ δὲ αἱ πνευματώσεις· τῇ δ’ ὀλιγοχρονίῳ <lb/>πάντως μὲν
                        αἱ ἐλλιπεῖς πέψεις, ἐφεξῆς δὲ ἤτοι ταχεῖα <lb/>διέξοδος τῶν σιτίων, ἢ
                        διαφθορὰ κατὰ τὴν κάτω γαστέρα. <lb/>ταχείας μὲν οὖν διεξόδου συμπτώματα
                        ἀχώριστα <lb/>διαχωρήσεως ὑγρότης καὶ ἀνάδοσις ἐλλιπής· διαφθορᾶς δὲ
                        <lb/>δυσωδία μὲν ἐν τοῖς διαχωρουμένοις ἐξ ἀνάγκης, οὐκ ἐξ ἀνάγκης <lb/>δὲ
                        δήξεις ἢ πνευματώσεις, ἀλλ’ ἔστιν ὅτε μὲν οὐδέτερον <lb/>αὐτῶν, ἔστιν ὅτε δὲ
                        θάτερον, ὁτὲ δ’ ἀμφότερα. διὰ τί δὲ <lb/>κᾀν τούτοις κᾀν τοῖς ἔμπροσθεν
                        εἰρημένοις τινὰ μὲν ἐξ <lb/>ἀνάγκης ἕπεται, τινὰ δ’ οὐκ ἐξ ἀνάγκης, ἐν τῷ
                        μετὰ τοῦτον <lb/>διέξιμεν λόγῳ τῷ περὶ τῶν ἐν τοῖς συμπτώμασιν αἰτιῶν. ἐν
                        <lb/>δὲ τῷ παρόντι μετιέναι καιρὸς ἐπὶ τὴν λοιπὴν διαφορὰν τῶν
                        <lb/>συμπτωμάτων τῆς καθεκτικῆς δυνάμεως. ὅταν οὖν περιστέλληται <lb/>ἡ
                        γαστὴρ τοῖς σιτίοις, ἀλλὰ μετὰ παλμοῦ τινος, ἢ <lb/>οἷον σπασμοῦ τε καὶ
                        τρόμου καὶ κλόνου, πλημμελὲς ἂν εἴη <lb/>τὸ τοιοῦτον τῆς περιστολῆς ἔργον.
                        τοῦ μὲν οὖν παλμοῦ τῆς <lb/>γαστρὸς σαφῶς αἰσθανόμεθα, καὶ μέν γε καὶ τοῦ
                        σπασμοῦ, <pb n="69"/> λυγμὸς γὰρ ὀνομάζεται τὸ σύμπτωμα· τοῦ δὲ οἷον τρόμον,
                        <lb/>παθήματος αὐτῆς, οὐκέτ’ ἐναργῶς, ἀλλ’ εἰ προσέχοις τῷ <lb/>λόγῳ τὸν
                        νοῦν, οὐκ ἂν οὐδὲ τοῦτο φωράσαις χαλεπῶς. <lb/>ὅταν οὖν ἐδηδοκότι σοι μήτε
                        κλύδων τις ἐνοχλῇ, μήτε πνευμάτωσις, <lb/>ἀλλὰ μήτε παλμός τις εἴη, μήτε
                        λὺγξ, ἀήθους δ’ <lb/>ἀπορίας αἴσθησις ὑπάρχῃ κατὰ τὴν γαστέρα, καὶ οἷον
                        βαρύνηταί <lb/>τε καὶ κάμνῃ καὶ ποθῇ θᾶττον ὑπελθεῖν κάτω τὸ <lb/>βάρος ἢ
                        ἄνω ἅμα τῷ τινα ἐρυγὴν προσγενέσθαι, καί που <lb/>καὶ δυσχέρεια περὶ τὴν
                        ἀναπνοὴν δύσφορος δή τις καὶ δύσφραστος <lb/>ἕπηται, τόθ’ ἡγοῦ τὴν γαστέρα
                        περιεστάλθαι μὲν τοῖς <lb/>σιτίοις, ἀλλ’ οἷον τρομωδῶς. ἡ δὲ οἷον κλονώδης
                        κίνησις ἐν <lb/>τοῖς ῥίγεσι μάλιστα καταφανής ἐστιν, ἅπαντα τοῦ ζώου
                        καταλαμβάνουσα <lb/>τὰ μόρια. περὶ μὲν δὴ τούτων ἐπιπλέον ἐν <lb/>τοῖς μετὰ
                        τοῦτο λεχθήσεται γράμμασι· νυνὶ δὲ ἐπὶ τὴν τετάρτην <lb/>ἤδη τῆς γαστρὸς
                        μετέλθωμεν δύναμιν, τὴν ἀποκριτικήν <lb/>τε καὶ προωστικὴν ὀνομαζομένην, ἧς
                        ἡ μὲν οἷον στέρησις <lb/>ἔν τισιν ἰδέαις εἰλεῶν γίνεται· ἡ δὲ ἀῤῥωστία
                        συνεχῶς ἐγγίγνεται <lb/>ἐν βραδείαις τισὶ περιττωμάτων διεξόδοις· ἡ δ’ οἷον
                            <pb n="70"/> πλημμελὴς κίνησις, ὅταν ἤτοι πρὶν τελειωθῆναι τὴν πέψιν
                        <lb/>ἐξορμήσῃ πρὸς τὴν ἐνέργειαν, ἢ βραδύνῃ καὶ μέλλῃ τελειωθείσης, <lb/>ἢ
                        μετά τινος ἤδη τῶν εἰρημένων γίνεται συμπτωμάτων, <lb/>ἢ ἄλλως πως ἀνωμάλως,
                        ἢ οἷον ἀκρατῶς αὐτοῖς ἐμπίπτει <lb/>τοῖς σιτίοις ἡ γαστὴρ, ἀταμίευτον ἔχουσα
                        τὴν κίνησιν <lb/>ὁμοίως τοῖς εἰς τὸ κάταντες θέουσιν, εἶτα στῆναι μὴ
                        δυναμένοις. <lb/>ἐπὶ μὲν δὴ τῆς γαστρὸς, ὡς ὀργάνου πέψεως, εἴρηται <lb/>τὰ
                        συμπτώματα· καθότι δὲ καὶ τρέφεσθαι δεῖται, καὶ <lb/>τὸ θρέψον ἕλκειν εἰς
                        ἑαυτὴν, καὶ κατέχειν γε, μέχρι περ ἂν <lb/>ἀλλοιώσῃ καὶ ἀποκρίνῃ τὸ
                        περιττὸν, ἕτερον ἶσον ἀριθμὸν <lb/>κτήσεται συμπτωμάτων, ὡς ὁμοιομερὲς σῶμα.
                        τάχα οὖν ἂν <lb/>εἴη κάλλιον ἅπαντα <milestone unit="ed2page" n="39"/>τὰ
                        περὶ τὴν θρεπτικὴν ἐνέργειαν <lb/>διελθεῖν συμπτώματα, τῷ τε γαστρὸς σώματι
                        καὶ τοῖς ἄλλοις <lb/>ἅπασι μορίοις ὑπάρχοντα κοινά· σαφέστερος γὰρ ὁ λόγος
                        <lb/>οὕτως ἂν γένοιτο τοῖς ἐντυγχάνουσιν, ἐναργέστερόν τ’ ἄν τις
                        <lb/>διδάξειε τὸ μικρῷ πρόσθεν εἰρημένον, ὡς ἔστι καὶ σύμπτωμα
                        <lb/>συμπτώματος αἴτιον. ἑνὸς γοῦν συμπτώματος τῆς ἀτροφίας, <lb/>εἴτε καθ’
                        ὅλον αὕτη γίνοιτο τὸ ζῶον, εἴτε καθ’ ἕν τι μόριον <pb n="71"/> αὐτοῦ, πλείω
                        προηγεῖται συμπτώματα. δεομένου γὰρ τοῦ <lb/>μέλλοντος θρέψεσθαι καλῶς
                        ἕλκειν τε πρὸς ἑαυτὸ τὴν οἰκείαν <lb/>τροφὴν καὶ κατέχειν αὐτὴν ἄχρις ἂν
                        ἀλλοιῶσαν ἐξομοιώσῃ, <lb/>καὶ μέντοι καὶ ἀποκρίνειν τὸ περιττόν· ὄντος δὲ
                        <lb/>καὶ αὐτοῦ τοῦ περιττοῦ διττοῦ κατὰ γένος, ἢ γὰρ τῷ ποσῷ <lb/>περιττόν
                        ἐστιν, ἢ τῷ ποιῷ, ἀνάγκη πᾶσα τὸ ἀτροφοῦν μόριον <lb/>ἢ δι’ ἕν τι τῶν
                        εἰρημένων τοῦτο πάσχειν, ἢ διὰ πλείω. <lb/>εἴτε γὰρ ἐλλιπῶς ἕλκει τὸ θρέψον,
                        ἢ μηδ’ ὅλως, ἢ μοχθηρῶς <lb/>ἀτροφήσει τὸ μόριον· εἴτε τοῦτο μὲν ὅσον τε
                        ἐχρῆν <lb/>εἶναι καὶ οἷον ἐπάρδοιτο, σύμπτωμα δέ τι περὶ τὴν καθεκτικὴν
                        <lb/>δύναμιν εἴη τοῖς ἐπὶ τῆς γαστρὸς εἰρημένοις ἀνάλογον, <lb/>ἀτροφήσει
                        καὶ οὕτως. εἰ δὲ καὶ τούτων τῶν δυνάμεων ἀμέμπτως <lb/>ἐνεργουσῶν ἡ
                        ἀποκριτικὴ σφάλλοιτο πλέον ἢ προσῆκε <lb/>κενοῦσα, καὶ οὕτως ἂν ἰσχνὸν καὶ
                        ἄτροφον ἀποδειχθείη τὸ <lb/>μόριον. ἀλλὰ μὴν καὶ τῆς ἀλλοιωτικῆς δυνάμεως τὰ
                        συμπτώματα, <lb/>τὸ μὲν οἷον στέρησις, ὅπερ ἀπεψίαν ἔφαμεν ὀνομάζεσθαι,
                        <lb/>ἄντικρυς δῆλον, ὡς ἰσχνὸν ἐργάζεται τὸ μόριον· ﻿<pb n="72"/> τὸ δ’ οἷον
                        ἀῤῥωστία τις, ὅπερ καλοῦμεν βραδυπεψίαν, ἐν <lb/>χρόνῳ μὲν πλείονι, σαφῆ δ’
                        οὖν καὶ αὐτὴ ποιήσει ποτὲ τὴν <lb/>ἰσχνότητα· τῷ δὲ τρίτῳ συμπτώματι, τῆς
                        δυσπεψίας ἀνάλογον, <lb/>οὐκ ἰσχνὸν καὶ ἄτροφον, ἀλλ’ ἐξηλλαγμένον τὴν ἰδέαν
                        <lb/>ἀποδείξει τὸ μόριον, ὥσπερ ἔν τε ταῖς λεύκαις καὶ ταῖς ἐλεφαντιάσεσι
                        <lb/>φαίνεται. προσέχειν δὲ ἐνταῦθα χρὴ τὸν νοῦν καὶ <lb/>διορίζειν, πότερον
                        χυμοῦ τινος ἐπιῤῥυέντος, ἢ τῶν στερεῶν <lb/>αὐτῶν οὕτω διακειμένων
                        ἐξήλλακται τὰ τῆς χροιᾶς. εἰ μὲν γὰρ <lb/>διὰ χυμὸν, ἐξ ἑτέρου γένους τὸ
                        σύμπτωμά ἐστι, καὶ οὐ τῆς <lb/>ἀλλοιωτικῆς δυνάμεως τὸ σφάλμα· εἰ δ’ ὅλον
                        δι’ ὅλου τὸ μόριόν <lb/>ἐστιν οἷον οὐκ ἐχρῆν εἶναι, τῆς ἀλλοιωτικῆς
                        δυνάμεως. <lb/>γίνεται μὲν γὰρ κᾀν τοῖς ἰκτερικοῖς ἐξάλλαξις τοῦ κατὰ φύσιν
                        <lb/>χρώματος, ἀλλὰ τοῦτο μὲν σύμπτωμά ἐστι τῆς διακριτικῆς <lb/>ἐνεργείας,
                        πλὴν εἰ μὴ τῶν φλεβῶν αὐτῶν πάθος ποθ’ ὑπάρχει, <lb/>τηνικαῦτα γὰρ τῆς
                        ἀλλοιωτικῆς ἐστιν· ἡ δὲ καθ’ ἕκαστον <lb/>μόριον ἴδιος ἄχροια, εἰ μὴ διά
                        τινα χυμὸν ἔξωθεν ἐπίῤῥυτον <lb/>γίνεται, οἷον δυσπεψία τίς ἐστι τῆς ἐν αὐτῷ
                        δυνάμεως ἀλλοιωτικῆς <lb/>τε καὶ πεπτικῆς. ἐξέλωμεν δὴ ταύτην ἐν τῷ <pb n="73"/> παρόντι λόγῳ τὴν ἀτροφίαν κακοτροφίαν τινὰ οὖσαν· ἐπὶ <lb/>δὲ
                        τὴν στερητικὴν τῆς θρέψεως ὀνομαζομένην ἀτροφίαν ἐπανελθόντες
                        <lb/>ἀναμνήσωμεν, ὡς αὕτη τε σύμπτωμά ἐστι καὶ <lb/>ἕπεται συμπτώμασιν
                        ἄλλοτ’ ἄλλοις, ἤτοι περὶ τὴν ἑλκτικὴν, <lb/>ἢ περὶ τὴν καθεκτικὴν, ἢ τὴν
                        ἀποκριτικὴν δύναμιν, ἢ καὶ <lb/>περὶ τὴν ἀλλοιωτικὴν αὐτὴν γιγνομένοις.
                        ἁπάντων δὲ τούτων <lb/>τῶν συμπτωμάτων αἴτια τὰ νοσήματα. φέρε γὰρ ἐλλιπῶς
                        <lb/>ἐπί τι μόριον ἕλκεσθαι τὴν τροφὴν, καὶ διὰ τοῦτ’ ἀτροφεῖν <lb/>αὐτὸ,
                            νόση<milestone unit="ed1page" n="217"/>μα ἐξανάγκης προηγεῖταί τι ταύτης
                        τῆς <lb/>ἐλλιποῦς ἕλξεως· εἴρηται γὰρ ὅταν αὐτὸ τὸ μόριον ἀῤῥωστότερον
                        <lb/>ἐφ’ ἑαυτὸ τὴν τροφὴν ἐπισπᾶται, πάντως δή που <lb/>δύσκρατον ὑπάρχειν·
                        νόσος δὲ ἡ δυσκρασία· εἰ δ’ εὔκρατον <lb/>μὲν εἴη τὸ μόριον, ἔμφραξις δέ τις
                        ἐν τοῖς τῆς ἀναδόσεως <lb/>ὀργάνοις ὑπάρχουσα παρεμποδίζει τὴν ἀνάδοσιν, ἡ
                        μὲν ἔμφραξις <lb/>νόσημα, <milestone unit="ed2page" n="40"/>σύμπτωμα δ’
                        αὐτῆς ἡ βλάβη τῆς ἀναδόσεως. <lb/>οὐ μόνον δὲ ἐπερχόμενος ἕκαστον τῶν
                        συμπτωμάτων, <lb/>ὅσα διά τινα βλάβην ἐνεργείας γίνεται, μάθοις ἂν ὡς
                        <lb/>προηγεῖταί τι νόσημα πάντως αὐτῶν, ἀλλὰ κᾀξ αὐτῆς τῆς <pb n="74"/>
                        οὐσίας τῶν πραγμάτων ἔνεστί σοι χωρὶς ἐπαγωγῆς συλλογίζεσθαι. <lb/>τὴν μὲν
                        γὰρ ὑγείαν αἰτίαν ἐνεργείας ἐθέμεθα, τὴν <lb/>δὲ νόσον αἰτίαν ἐνεργείας
                        βλάβης· ἀλλὰ καὶ τὰ συμπτώματα, <lb/>περὶ ὧν δὴ νῦν τὸν λόγον ποιούμεθα,
                        βλάβας ἐνεργειῶν <lb/>ὑπάρχειν ἔφαμεν. ἐκ δὲ τούτων ὑποκειμένων συμβαίνει,
                        <lb/>τοῦ τοιούτου γένους τῶν συμπτωμάτων αἰτίας εἶναι τὰς <lb/>νόσους. </p></div></div></body></text></TEI>