<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg043.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="34"/>Ἀναμνησθέντας οὖν πρῶτον χρὴ τὸ
                        <lb/>τριττὸν τῆς φύσεως αὐτῶν οὕτω τέμνειν ἐφεξῆς ἅπαντα, τὴν <lb/>ἀρχὴν ἀπὸ
                        τῆς βλάβης τῶν ἐνεργειῶν ποιησαμένους. τμητέον <lb/>δὴ ταύτην εἰς δύο τὰ
                        πρῶτα γένη, διότι καὶ τῶν ἐνεργειῶν <lb/>αὐτῶν δύο εἰσὶν αἱ πρῶται διαφοραί.
                        αἱ μὲν γὰρ <lb/>ψυχῆς, αἱ δὲ φύσεώς εἰσι. καὶ καλοῦνται διὰ τοῦτο ψυχικαὶ
                        <lb/>μὲν αἱ πρότεραι, φυσικαὶ δὲ αἱ δεύτεραι. αὖθις οὖν τὰς <lb/>ψυχικὰς
                        προτέρας τέμνοντες εἴς τε τὰς αἰσθητικὰς καὶ τὰς κινητικὰς <lb/>καὶ τρίτας
                        τὰς ἡγεμονικὰς, (οὐδὲν γὰρ χεῖρον οὕτως <lb/>αὐτὰς ὀνομάσαι διδασκαλίας
                        σαφοῦς ἕνεκα) καὶ πάλιν ἑκάστην <lb/>τῶν εἰρημένων διαιροῦμεν εἰς τὰς ἐν
                        αὐτῇ διαφοράς. ἡ μὲν <lb/>οὖν αἰσθητικὴ τῆς ψυχῆς ἐνέργεια πέντε τὰς πάσας
                        ἔχει διαφορὰς, <pb n="56"/> ὁρατὰς, καὶ ὀσφρητὰς, καὶ γευστὰς, καὶ ἀκουστὰς,
                        καὶ <lb/>ἁπτάς· ἡ δὲ κινητικὴ τὸ μὲν προσεχὲς ὄργανον ἓν ἔχει καὶ <lb/>τὸν
                        τρόπον αὐτοῦ τῆς κινήσεως ἕνα, (δέδεικται γὰρ οὕτως <lb/>ἐν τοῖς περὶ μυῶν
                        κινήσεως) ποικίλλεται δὲ ἐν τοῖς κατὰ <lb/>μέρος ὀργάνοις, ὡς φαίνεσθαι
                        πολυειδής. ἡ λοιπὴ δὲ ἐνέργεια <lb/>τῆς ψυχῆς ἡ κατ’ αὐτὸ τὸ ἡγεμονικὸν εἴς
                        τε τὸ φανταστικὸν <lb/>καὶ διανοητικὸν καὶ μνημονευτικὸν διαιρεῖται. καὶ
                        <lb/>τοίνυν αἱ βλάβαι τῶν αἰσθητικῶν ἐνεργειῶν κοιναὶ μὲν ἁπασῶν
                        <lb/>ἀναισθησίαι τινές εἰσιν, ἢ δυσαισθησίαι, (καλῶ δὲ <lb/>δυσαισθησίας μὲν
                        ἁπάσας τὰς μοχθηρὰς αἰσθήσεις) κατὰ <lb/>μέρος δὲ ἑκάστης ἐν ὀφθαλμοῖς μὲν
                        τυφλότητές τε καὶ ἀμβλυωπίαι <lb/>καὶ παροράσεις τινές· ἐν ὠσὶ δὲ κωφότητές
                        τε καὶ <lb/>βαρυηκοΐαι καὶ παρακούσεις τινές. οὕτω δὲ καὶ κατὰ τὴν
                        <lb/>γλῶτταν καὶ τὰς ῥῖνας καὶ τὴν ἁφὴν, εἰ καὶ μηδὲν ἴδιον ὄνομα
                        <lb/>κέκτηνται, ταῖς εἰρημέναις ἀνάλογον ἔχουσιν. ἢ γὰρ οὐδ’ <lb/>ὅλως
                        αἰσθήσονται τῶν οἰκείων αἰσθητῶν, ἢ κακῶς. καὶ τὸ <lb/>κακῶς τοῦτο διττὸν
                        ἔσται, θάτερον μὲν ἀμυδρῶς, θάτερον <lb/>δὲ παρατυπωτικῶς. ἴδιον δὲ
                        ἐξαίρετον ἡ κατὰ τὴν ἁφὴν ﻿<pb n="57"/> ἐνέργεια παρὰ τὰς ἄλλας αἰσθήσεις
                        κέκτηται σύμπτωμα τὴν <lb/>ὀδύνην, ἐγγινομένην μὲν καὶ ταῖς ἄλλαις
                        αἰσθήσεσιν ἀπὸ <lb/>τῶν ἔξωθεν οἰκείων αἰσθητῶν· ἐπὶ δέ γε ταύτης οὐκ ἀπὸ
                        <lb/>τῶν ἔξωθεν μόνον, ἀλλὰ καὶ πολὺ δὴ μᾶλλον ἀπὸ τῶν ἐν <lb/>αὐτῷ τῷ
                        σώματι διαθέσεων, καὶ πολλάκις γε οὕτως ἰσχυρῶς, <lb/>ὥστ’ ἀποκτεῖναί τινας
                        σφᾶς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ πόνου <lb/>βιασθέντας. ἐγγίνεται μὲν οὖν καὶ τοῖς
                        ὀφθαλμοῖς ὀδυνηρόν <lb/>τι πάθος ὑπὸ φωτὸς λαμπροῦ, καὶ τοῖς ὠσὶν ὑπὸ
                        μεγάλου <lb/>τινὸς ἢ τραχέος ψόφου. καὶ δὴ καὶ κατὰ τὰς γεύσεις <lb/>καὶ τὰς
                        ὀσμὰς ἕτερα τοιαῦτα παθήματα συνίσταται λυπηρὰ, <lb/>πρὸς τῶν ἰδίων αἰσθητῶν
                        ἑκάστης τῶν αἰσθήσεων ὀδυνηρῶς <lb/>διατιθεμένης. μέγισται δὲ ὀδύναι
                        συμπίπτουσι τῇ τῆς ἁφῆς <lb/>αἰσθήσει. καὶ γὰρ ὅσα διὰ φλεγμονὴν ὤτων, ἤ
                        τινα ἄλλην <lb/>ἐν αὐτοῖς διάθεσιν ἀλγοῦμεν ἰσχυρῶς, οὐ τῆς ἀκουστικῆς
                        <lb/>ἐστιν, ἀλλὰ τῆς ἁπτικῆς αἰσθήσεως ἴδια. κοινὴ γὰρ αὕτη <lb/>πάντων
                        αἰσθανομένων ὀργάνων, αἱ δ’ ἄλλαι τέτταρες ἑκάστου <lb/>κατὰ μόνας. οὕτω δὲ
                        κᾀν τοῖς ὀφθαλμοῖς πολλάκις <lb/>ὀδύναι γίγνονται σφοδραὶ, τῆς ἐν αὐτοῖς
                        ἁπτικῆς αἰσθήσεως <lb/>ἀνιωμένης. ὥσπερ δὲ καὶ κατὰ τοὺς ὀδόντας ἐστὶ καὶ τὸ
                            <pb n="58"/> κῶλον ἀλγήματα. καὶ μὲν δὴ καὶ τὸ κνηστιᾷν ἐκ τούτου
                        <lb/>τοῦ γένους ἐστὶ τῶν συμπτωμάτων. μὴ τοίνυν ἔτι ζήτει καθ’ <lb/>ἕκαστον
                        μόριον ἴδιον ὄνομα τοιοῦτον, οἷον κεφαλαλγίας τε <lb/>καὶ καρδιαλγίας καὶ
                        ὠταλγίας· οὐ γὰρ εὑρήσεις κείμενον· <lb/>ἀλλ’ ἀρκεῖ λόγῳ πάνθ’ ἑρμηνεύειν τὰ
                        τοιαῦτα, κύστεως ἀλγήματα <lb/>λέγοντα, ἀτὰρ καὶ νεφρῶν καὶ σπληνὸς καὶ
                        γονάτων <lb/>καὶ ποδὸς <milestone unit="ed2page" n="35"/>καὶ τῶν ἄλλων
                        ὡσαύτως. τοιαῦτα <lb/>μὲν δὴ καὶ τοσαῦτα τῶν αἰσθητικῶν ἐνεργειῶν τὰ
                        συμπτώματα. <lb/>καὶ πρὸς τούτοις ἔτι δύο ἐξαίρετα, τὸ μὲν ἀγρυπνία, <lb/>τὸ
                        δὲ κῶμα, κατ’ αὐτὸ τὸ πρῶτον αἰσθητικὸν, ὃ δὴ καὶ κοινὸν <lb/>ἁπασῶν ἐστι
                        τῶν αἰσθήσεων, συνιστάμενα. τῶν δ’ αὖ <lb/>κινητικῶν ἐνεργειῶν ἀκινησία μὲν
                        καὶ δυσκινησία τὰ πρῶτα <lb/>συμπτώματα. δυσκινησίας δὲ τὸ μὲν ἀμυδρὰ καὶ
                        ἄῤῥωστος <lb/>κίνησις, τὸ δὲ μοχθηρά· καὶ τῆς μοχθηρᾶς ἡ μὲν τρομώδης,
                        <lb/>ἡ δὲ σπασμώδης, ἡ δὲ παλμώδης, ἡ δὲ κλονώδης. ἔνια δὲ <lb/>τῶν
                        εἰρημένων συμπτωμάτων, ἐπειδὰν ἐν ὅλῳ τῷ σώματι <lb/>γένηται, διαφόρου
                        τυγχάνει προσηγορίας, ὡς ἐμπροσθότονός <lb/>τε καὶ ὀπισθότονος καὶ τέτανος.
                        εἰ δὲ μὴ μόνον σπασμὸς <pb n="59"/> εἴη τοῦ παντὸς σώματος, ἀλλὰ καὶ τῶν
                        ἡγεμονικῶν ἐνεργειῶν <lb/>ἐπίσχεσις, ἐπιληψία τὸ τοιοῦτον προσαγορεύεται,
                        καθάπερ <lb/>γε καὶ ἀποπληξία ἡ παντὸς τοῦ σώματος παράλυσις ἅμα <lb/>ταῖς
                        ἡγεμονικαῖς ἐνεργείαις. αὗται μὲν αἱ τῶν κινητικῶν <lb/>ἐνεργειῶν βλάβαι· εἰ
                        δέ τις ἴδιον ἐξαίρετον ὄνομα οὐ κέκτηται, <lb/>οὐ χρὴ τούτου χάριν
                        ἐξαπατηθέντας οἰηθῆναι παραλελεῖφθαί <lb/>τι σύμπτωμα, καθάπερ οὐδὲ τὴν
                        ἄπνοιάν τε καὶ <lb/>δύσπνοιαν, ἢ τὴν ἰσχουρίαν τε καὶ δυσουρίαν, ἢ τὴν
                        ἀφωνίαν <lb/>τε καὶ κακοφωνίαν καὶ δυσφωνίαν, ἀλλὰ χρὴ τὰ τοιαῦτα <lb/>πάντα
                        αὐτὸν τὸν ἰατρὸν ἐξευρίσκειν καθ’ ἑκάστην ἐνέργειαν <lb/>ψυχικὴν, ὥσπέρ γε
                        καὶ τὰς καθ’ ἕκαστον αὐτῶν διαφορὰς, <lb/>οἷον εἰ τύχοι τῆς δυσπνοίας ἑνὸς
                        οὔσης συμπτώματος <lb/>ἔργου ψυχικοῦ, τῆς ἀναπνοῆς, αἱ πᾶσαι πόσαι γίνονται
                        διαφοραὶ, <lb/>καθάπερ ἐν τῷ περὶ δυσπνοίας ἐδείξαμεν· ἢ τῆς κακοφωνίας
                        <lb/>αἱ κατὰ μέρος πόσαι διαφοραὶ, καθάπερ ἐν τοῖς <lb/>περὶ φωνῆς διῄρηται.
                        πολλαχόθι δὲ καὶ ἀπορήσειεν ἄν τις <lb/>ἐκ ποίου γένους ἐστὶ τὸ σύμπτωμα,
                        καθάπερ ἐπὶ τοῦ <lb/>σκορδινᾶσθαι καὶ χασμᾶσθαι καὶ πτάρνυσθαι καὶ βήττειν.
                            <pb n="60"/> ἀλλὰ περὶ μὲν τῶν τοιούτων ἁπάντων ἐπὶ πλέον ἐν τῷ μετὰ
                        <lb/>ταῦτα λόγῳ τῷ περὶ τῶν ἐν τοῖς συμπτώμασιν αἰτιῶν εἰρήσεται.
                        <lb/>ἐφεξῆς δ’ ἂν εἴη τὰς τῶν ἡγεμονικῶν ἐνεργειῶν βλάβας <lb/>διελθεῖν, καὶ
                        πρώτης γε τῆς φανταστικῆς. ἔστι δὲ καὶ <lb/>ταύτης τὸ μὲν οἷον παράλυσίς
                        τις, ὃ δὴ κάρος καὶ κατάληψις <lb/>ὀνομάζεται, τὸ δὲ οἷον μοχθηρά τις ἢ
                        πλημμελὴς κίνησις, <lb/>ὅπερ δὴ παραφροσύνη καλεῖται, τὸ δὲ οἷον ἐλλιπὴς καὶ
                        ἄτονος, <lb/>ὡς ἐν κώμασί τε καὶ ληθάργοις. καὶ μέν γε καὶ αὐτῆς <lb/>τῆς
                        διανοητικῆς ἐνεργείας ἡ μὲν οἷον παράλυσις, ἄνοια, ἡ δ’ <lb/>οἷον ἐλλιπὴς
                        κίνησις, μωρία τε καὶ μώρωσις, ἡ δ’ οἷον <lb/>πλημμελὴς, παραφροσύνη
                        καλεῖται. τὰ πολλὰ μὲν γὰρ ἐπ’ <lb/>ἀμφοῖν ἅμα συνίσταται τὸ παραφρονεῖν, ἔν
                        τε τῷ μὴ καλῶς <lb/>φαντασιοῦσθαι κᾀν τῷ μὴ δεόντως λογίζεσθαι, <milestone unit="ed1page" n="215"/>ἔστι <lb/>δ’ ὅτε καὶ κατὰ τὸ ἕτερον αὐτῶν μόνον,
                        ὥσπερ γε καὶ Θεοφίλῳ <lb/>τῷ ἰατρῷ νοσοῦντι τὰ μὲν ἄλλα σωφρόνως ὑπῆρχε
                        <lb/>διαλέγεσθαί τε καὶ γνωρίζειν ἀκριβῶς τοὺς παρόντας, αὐλητὰς <lb/>δέ
                        τινας κατειληφέναι τὴν γωνίαν τοῦ οἰκήματος ἐν ᾧ <lb/>κατέκειτο, καὶ
                        διαπαντὸς αὐλεῖν τε ἅμα καὶ κτυπεῖν ἐνόμιζε <pb n="61"/> καὶ τούτους βλέπειν
                        ᾤετο, τοὺς μὲν ἑστῶτας αὐτόθι, τοὺς <lb/>δὲ καθημένους, οὕτω διηνεκῶς
                        αὐλοῦντας, ὡς μήτε νύκτωρ <lb/>ἀνιέναι τι, μήτε δι’ ὅλης ἡμέρας ἡσυχάζειν μὴ
                        τὸ σμικρότατον· <lb/>ἐκεκράγει δὲ διὰ παντὸς, ἐκβληθῆναι κελεύων αὐτοὺς
                        <lb/>τῆς οἰκίας. καὶ τοῦτ’ ἦν αὐτῷ τὸ τῆς παραφροσύνης εἶδος. <lb/>καὶ ὡς
                        ἐῤῥώσθη γε τελέως καὶ ἀπέφυγε τὸ νόσημα, τά τε <lb/>ἄλλα πάντα τὰ ὑπὸ τῶν
                        εἰσιόντων ἑκάστου ῥηθέντα καὶ <lb/>πραχθέντα διηγεῖτο καὶ τοῦ περὶ τοὺς
                        αὐλητὰς ἐμέμνητο <lb/>φαντάσματος. ἐνίοις δὲ φάντασμα μὲν οὐδὲν φαίνεται,
                        <lb/>λογίζονται δ’ οὐκ ὀρθῶς, <milestone unit="ed2page" n="36"/>τοῦ
                        διανοητικοῦ τῆς ψυχῆς <lb/>αὐτοῖς πεπονθότος· ὥσπερ καὶ τῷ φρενιτικῷ τῷ
                        κλείσαντι <lb/>μὲν τὰς θύρας ἔνδοθεν, ἕκαστον δὲ τῶν σκευῶν προτείνοντι
                        <lb/>διὰ τῶν θυρίδων, εἶτα ἐρωτῶντι τοὺς παριόντας, εἰ κελεύοιεν
                        <lb/>ῥίπτειν. οὗτος γὰρ ἑκάστου μὲν τῶν σκευῶν ἀκριβῶς ἔλεγε <lb/>τοὔνομα,
                        κᾀν τῷδε δῆλος ἦν οὔτ’ ἐν τῇ φαντασίᾳ τῇ περὶ <lb/>αὐτὰ βεβλαμμένος οὔτ’ ἐν
                        τῇ τῶν ὀνομάτων μνήμῃ. τί <lb/>δὴ βούλεται αὐτῷ τὸ πάντα ῥίπτειν ἀφ’ ὑψηλοῦ
                        καὶ <lb/>καταγνύναι; τοῦτ’ οὐκέθ’ οἷός τ’ ἦν συμβαλεῖν, ἀλλ’ ἐν <lb/>αὐτῷ δὴ
                        τῷ ἔργῳ τῷδε κατάδηλος ἐγίνετο παραπαίων. ﻿<pb n="62"/> ὅτι δὲ καὶ περὶ τὸ
                        μνημονευτικὸν τῆς ψυχῆς γίνεται συμπτώματα <lb/>καὶ νοσοῦσιν ἔτι καὶ ἤδη
                        πεπαυμένοις τῶν νοσημάτων, <lb/>τοῦτο μὲν καὶ παρὰ Θουκυδίδου μαθεῖν ἔνεστιν
                        ἐνίους <lb/>τῶν διασωθέντων ἐκ τοῦ λοιμοῦ μέχρι τοσούτου τῶν ἔμπροσθεν
                        <lb/>ἁπάντων ἐπιλαθέσθαι λέγοντος, ὡς μὴ μόνον τοὺς <lb/>ἰδίους, ἀλλὰ καὶ
                        σφᾶς αὑτοὺς ἀγνοῆσαι. </p></div></div></body></text></TEI>