<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg043.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΩΝ <lb/>ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Τίνα μέν ἐστι καὶ πόσα τὰ σύμπαντα νοσήματα <lb/>κατ’ εἴδη τε καὶ γένη
                        διαιρουμένοις, ἁπλᾶ τε καὶ <lb/>σύνθετα, ὁπόσαι τε καθ’ ἕκαστον αὐτῶν αἰτίαι
                        τῆς γενέσεως, <lb/>ἐν ἑτέροις ὑπο<milestone unit="ed2page" n="30"/>μνήμασι
                        γέγραπται. λοιπὸν δ’ ἂν εἴη περὶ <lb/>τῶν συμπτωμάτων διελθεῖν, ἵν’ ᾖ
                        τέλειος ὁ περὶ πασῶν τῶν <lb/>παρὰ φύσιν διαθέσεων λόγος. ἅπασα γὰρ οὖν
                        διάθεσις <lb/>σώματος ἐξισταμένη τοῦ κατὰ φύσιν ἤτοι νόσημά ἐστιν, <lb/>ἢ
                        αἰτία νοσήματος, ἢ σύμπτωμα νοσήματος. ὅπερ ἔνιοι <pb n="43"/> τῶν ἰατρῶν
                        ἐπιγέννημα καλοῦσιν. ἀλλὰ τοῦτο μὲν οὐ πάνυ <lb/>τι σύνηθές ἐστι τοῖς Ἕλλησι
                        τοὔνομα, σύμπτωμα δὲ καὶ πάθημα <lb/>καὶ πάθος ὀνομάζουσι συνήθως ἅπαντα τὰ
                        τοιαῦτα. <lb/>σημαίνεται μὴν οὐ πάντῃ ταυτὸν ἐκ τῶν ὀνομάτων, ἀλλ’ ὡς
                        <lb/>ἐγὼ νῦν διαιρήσω περὶ πάντων ἑξῆς τῶν παρακειμένων ἀλλήλοις <lb/>κατὰ
                        τόνδε τὸν τρόπον ἐπεξιών. ἡ μὲν δὴ νόσος εἴρηται, <lb/>κατασκευή τις οὖσα
                        παρὰ φύσιν, ὑφ’ ἧς ἐνέργεια βλάπτεται <lb/>πρώτως. δῆλον δὲ ὡς εἰ καὶ
                        διάθεσίν τινα εἴποιμεν παρὰ <lb/>φύσιν, ὑφ’ ἧς ἐνέργεια βλάπτεται, ταυτὸν
                        ἐροῦμεν. ἕκαστον <lb/>γὰρ τῶν ὄντων διάκειται πως, εἴθ’ ὑγιεινὸν, ἄν τε
                        νοσῶδες, <lb/>ἄν τε μηδέτερον ὑπάρχῃ. παρὰ δὲ τὸ διακεῖσθαί πως τὸ τῆς
                        <lb/>διαθέσεως ὄνομα γέγονεν, εἰς ταύτην ἠγμένον τὴν χρῆσιν οὐχ <lb/>ὑπὸ τῶν
                        φιλοσόφων μόνων τῶν παλαιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων <lb/>Ἑλλήνων. ἡ μὲν οὖν
                        διάθεσις κοινὸν ἁπάντων, ὑγιαινόντων <lb/>καὶ νοσούντων καὶ οὐδετέρως
                        ἐχόντων. καὶ γὰρ <lb/>καὶ μέλους καὶ ἁρμονίας καὶ λόγου καὶ λέξεως διάθεσις
                        <lb/>εἴρηται παρὰ τοῖς Ἕλλησιν. ἡ νόσος δὲ τὸ ἐναντίον τῇ ὑγείᾳ. <pb n="44"/> διαφέρει δ’ ἀμφοῖν τὸ πάθος τε καὶ πάθημα προσαγορευόμενον, <lb/>ὥσπερ δὴ
                        καὶ Πλάτων αὐτὸς διοριζόμενος ἔλεγε· <lb/>πᾶν γὰρ ὅ τι περ ἂν πάσχῃ τις
                        πάθος προσρητέον. ὅθεν, οἶμαι, <lb/>καὶ τὰς τῶν αἰσθήσεων ἀλλοιώσεις
                        παθήματα προσαγορεύει, <lb/>κατὰ μὲν τὴν ὄψιν τὰς ἀπὸ λευκοῦ καὶ μέλανος
                        <lb/>καὶ ξανθοῦ καὶ τῶν ἄλλων χρωμάτων, κατὰ δὲ τὴν ἁφὴν <lb/>τὰς ἀπὸ θερμοῦ
                        καὶ ψυχροῦ καὶ ξηροῦ καὶ ὑγροῦ καὶ <lb/>σκληροῦ καὶ μαλακοῦ καὶ τῶν τοιούτων
                        ἁπάντων. οὕτω <lb/>δὲ καὶ καθ’ ἑκάστην τῶν ἄλλων αἰσθήσεων. ὀνομάζει δὲ καὶ
                        <lb/>τὴν ἡδονὴν πάθημα, καὶ ὅλως ἅπασαν κίνησιν ἡντιναοῦν <lb/>τὴν ὑφ’
                        ἑτέρου γινομένην ἐν ἑτέρῳ. ἡ μὲν γὰρ τοῦ ποιοῦντος <lb/>κίνησις ἐνέργεια,
                        πάθημα δὲ καὶ πάθος ἡ τοῦ διατιθεμένου <lb/>πως ὑπ’ αὐτοῦ. καὶ γὰρ καθόλου
                        τὸ διατίθεσθαί <lb/>πως ταυτὸν τῷ πάσχειν ἐστί. καὶ διήνεγκε τῆς διαθέσεως
                        τὸ <lb/>πάθημα κινήσει· παυσαμένου γὰρ τοῦ ἀλλοιοῦντος, ἡ περὶ <lb/>τὸ παθὸν
                        ἀλλοίωσις ὑπομένουσα, διάθεσίς ἐστι τοῦ παθόντος. <lb/>ὥστε ἐν αὐτῷ μὲν τῷ
                        τρέπεσθαι καὶ μεταβάλλεσθαι <lb/>καὶ ἀλλοιοῦσθαι καὶ κινεῖσθαι τὸ πάθος ἔχει
                        τὴν γένεσιν, <lb/>ἐν δὲ τῷ μένοντι καὶ σωζομένῳ περὶ τὸ ὑποκείμενον σῶμα <pb n="45"/> τὴν διάθεσιν. ἤδη δὲ μένουσαν διάθεσιν οἱ Ἕλληνες ὀνομάζουσι
                        <lb/>πάθος, ὥσπερ καὶ τὸ πεποιηκὸς, οὐκ ἔτι δὲ τὸ <lb/>ποιοῦν, αἴτιον. καί
                        τοί γε οὐδὲ τοῦτο ἁπλῶς αἴτιον οὔθ’ <lb/>ἡ μένουσα διάθεσις ἁπλῶς ἐστι
                        πάθος, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ κατά <lb/>γε τὸν ἀκριβῆ λόγον γεγονὸς μὲν πάθος ἐστὶν,
                        ὂν δὲ οὐκέτι. <lb/>ὅτι δ’ οὕτως σύνηθες ὀνομάζειν τοῖς Ἕλλησιν ἐν τῇ τῶν
                        <lb/>ἰατρικῶν ὀνομάτων πραγματείᾳ δέδεικται. καὶ χρὴ μεμνημένους <lb/>ὅπερ
                        ἀεὶ λέγεται πρὸς ἡμῶν ὑπὲρ μὲν τῶν ὀνομάτων <lb/>ὅτι τάχιστα συντίθεσθαι
                        πρὸς ἀλλήλους, ἐπὶ δὲ τὰ πράγματα <lb/>σπεύδειν αὐτὰ, καὶ διατρίβειν τε καὶ
                        χρονίζειν ἐν ἐκείνοις. <lb/>ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι τῶν πεπαιδεῦσθαι φασκόντων
                        ἔμπαλιν δρῶσιν, <lb/>ἅπαντα κατατρίβοντες τὸν ἑαυτῶν βίον εἰς τὴν περὶ
                        <lb/>τῶν ὀνομάτων ἔριν, ὡς μηδέποτε δυνηθῆναι τοῦ τέλους τῆς <lb/>τέχνης
                        ἐφικέσθαι. τί δὴ οὖν χρὴ ποιεῖν τὸν ἀληθείας ἐραστήν; <lb/>ἐπιδεικνύναι τὰ
                        παραπλήσια ταῖς ἀλλήλων φύσεσι πράγματα, <lb/>καὶ διὰ τοῦτο παρορώμενα,
                        κᾄπειτα τίθεσθαι κατὰ τούτων <lb/>τὰ ὀνόματα, μάλιστα μὲν, εἰ οἷός τε εἴη,
                        τὰ συνηθέστατα <lb/>τοῖς Ἕλλησιν· εἰ δ’ ἀγνοοίη <milestone unit="ed2page" n="31"/>ταῦτα, ποιεῖν ἴδια, <pb n="46"/> πρὸ πάντων δὲ καθ’ ἑκάστου
                        πράγματος ἓν ὄνομα, ἵνα μήτε <lb/>παρὰ τὴν ὁμωνυμίαν ἀσάφειά τις γένηται καὶ
                        σοφίσματα <lb/>συνίστηται κατὰ τὸν λόγον, μήτε παραλείπηταί τι πρᾶγμα·
                        <lb/>τὸ δ’ εἴτ’ ὀρθῶς, εἴτε οὐκ ὀρθῶς, εἴτε κυρίως, εἴτ’ ἀκύρως <lb/>κεῖται
                        τοὔνομα, κατὰ πολλὴν ἐπισκέπτεσθαι σχολὴν, ὅταν <lb/>ἤδη τὰ πράγματα
                        μεμαθηκότες ὑπάρχωμεν. ἐν γὰρ τῇ τούτων <lb/>γνώσει τὸ κατορθοῦν ἐστιν, οὐκ
                        ἐν τοῖς ὀνόμασιν. <lb/>ἡμεῖς μὲν οὖν, ὡς ἔφην, τὰ συνήθη τε τοῖς Ἕλλησιν
                        ὀνόματα <lb/>τιθέμεθα καὶ τὰ παρακείμενα ἀλλήλοις πράγματα διοριζόμεθα,
                        <lb/>τοῖς δ’ ἄλλοις ὀνομάζειν μὲν ὡς ἂν ἐθέλωσι <lb/>συγχωροῦμεν, ἀδιόριστον
                        δέ τι πρᾶγμα παραλιπεῖν οὐ συγχωροῦμεν. <lb/>ἐν αὐτοῖς γοῦν τούτοις τοῖς νῦν
                        προκειμένοις <lb/>ἡμῖν, ἐπειδὴ τὸ μὲν ἐν τῷ τρέπεσθαι καὶ μεταβάλλεσθαι τὸ
                        <lb/>σῶμα καὶ ὁπωσοῦν ἀλλοιοῦσθαι γινόμενον ἕτερόν ἐστι τοῦ <lb/>γεγονότος
                        ἤδη καὶ μένοντος, αὐτοῦ δὲ τοῦ γεγονότος τὸ μὲν <lb/>ἐνεργείας τῆς κατὰ
                        φύσιν ἐστὶ ποιητικὸν, τὸ δὲ βλαπτικὸν, <lb/>τὸ μὲν ἐν τῷ γίνεσθαι τὸ εἶναι
                        κεκτημένον ἐνέργειαν ἢ πάθος <lb/>ὠνομάσαμεν, τὸ δ’ ἐν τῷ διαμένειν ἐπί τινα
                        χρόνον ﻿<pb n="47"/> ὑγείαν ἢ νόσον. ἐνεργείας δὲ διώρισται πάθος, ὡς ποιοῦν
                        <lb/>ποιουμένου καὶ νόσος ὑγείας, ὡς τὸ μὲν παρὰ φύσιν ὂν, <lb/>τὸ δὲ κατὰ
                        φύσιν. αὖθις οὖν αὐτῶν εἰπόντες ὅλους τοὺς <lb/>λόγους, ἐχώμεθα τῶν ἐφεξῆς.
                        ὑγεία μὲν οὖν ἐστι διάθεσις <lb/>κατὰ φύσιν ἐνεργείας ποιητική. διαφέρει δ’
                        οὐδὲν, ὡς ἔφαμεν, <lb/>εἴτε κατασκευὴν, ἢ διάθεσιν εἴποιμεν, εἴτε ποιητικὴν
                        <lb/>ἐνεργείας, εἴτ’ αἰτίαν ἐνεργείας. ὡσαύτως δὲ καὶ εἰ τὸ κατὰ <lb/>φύσιν
                        ἀφέλοιμεν, οὐδὲν διοίσει. συσσημαίνεται γὰρ ἐν τῷ <lb/>λοιπῷ λόγῳ. οὕτω δὲ
                        καὶ νόσος, ἡ παρὰ φύσιν κατασκευὴ <lb/>τοῦ σώματος, καὶ αἰτία τοῦ βεβλάφθαι
                        τὴν ἐνέργειαν. ἢ <lb/>συντομώτερον οὕτως, νόσος ἐστὶ διάθεσις παρὰ φύσιν,
                        <lb/>ἐνεργείας ἐμποδιστική. πάθος δ’ ἐστὶν ἡ περὶ τὴν ὕλην <lb/>ἀπὸ τοῦ
                        δρῶντος κίνησις. αὕτη δὲ ἡ τοῦ δρῶντος κίνησις <lb/>ἐνέργεια. τὸ δ’ ἐκ τῆς
                        ἑαυτοῦ φύσεως εἰσφερόμενόν τινα <lb/>τῷ γινομένῳ μοῖραν τῆς γενέσεως αἴτιον
                        αὐτοῦ λέγεται. <lb/>πλείω δ’ ἐστὶ ταῦτα κατὰ γένος· ἥ τε γὰρ ὕλη καὶ <lb/>ἡ
                        χρεία καὶ ὁ σκοπὸς καὶ τὸ ὄργανον καὶ τὸ ὅθεν ἡ <lb/>ἀρχὴ τῆς κινήσεως.
                        ἕκαστον γὰρ τούτων εἰσφέρεταί τινα <pb n="48"/> τῷ γενομένῳ συντέλειαν· τὰ
                        δ’ οὐδὲν μὲν εἰσφερόμενα, μὴ <lb/>χωριζόμενα δὲ τῶν εἰσφερομένων, τὸν ὧν οὐκ
                        ἄνευ λόγον <lb/>ἐπέχει. τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐνδέχεταί τινα στίχον αἰτιῶν
                        <lb/>γενέσθαι πολλάκις ἀλλήλας διαδεχομένων, ὡς εἰ καὶ ψηφίδων <lb/>ἐφεξῆς
                        ἀλλήλαις κει<milestone unit="ed1page" n="213"/>μένων πλειόνων κινήσειέ τις
                        τὴν <lb/>πρώτην, αὕτη δὲ τὴν δευτέραν, κᾀκείνη τὴν τρίτην, καὶ <lb/>οὕτω
                        κατὰ τὸ ἑξῆς ἑκάστη τὴν μεθ’ ἑαυτήν. ἐν γὰρ τοῖς <lb/>τοιούτοις ἅπασιν, εἰ
                        μή τις διορίζοιτο τοῦ κατὰ συμβεβηκὸς <lb/>ποιεῖν λεγομένου τὸ καθ’ ἑαυτὸ,
                        πάμπολλά τε καὶ ἀτοπώτατα <lb/>συμπεσεῖται τοῖς λόγοις ἁμαρτήματα. σημαίνει
                        δὲ ταυτὸν <lb/>τὸ μὲν καθ’ ἑαυτὸ τῷ πρώτως, κᾂν εἴ τινες τῶν ἀττικιζόντων
                        <lb/>φυλάττοιντο τοὔνομα, τὸ δὲ κατὰ συμβεβηκὸς τῷ <lb/>δευτέρως. ὁ μὲν οὖν
                        τὸν δάκτυλον προσενεγκὼν τῇ πρώτῃ <lb/>ψηφῖδι πρώτως μὲν ταύτην ἐκίνησε,
                        κατὰ συμβεβηκὸς δὲ καὶ <lb/>δευτέρως τὴν ἐφεξῆς αὐτῇ, καὶ οὕτως ἤδη καὶ τὰς
                        ἄλλας <lb/>ἁπάσας. οὕτως δὲ καὶ ἡ πρώτη καθ’ ἑαυτὴν μὲν τὴν δευτέραν,
                        <lb/>κατὰ συμβεβηκὸς δὲ τὴν τρίτην καὶ τὰς ἄλλας τὰς <lb/>ἐφεξῆς. καὶ ἡ
                        δευτέρα δὲ κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον πρώτως <pb n="49"/> μὲν τὴν τρίτην, δευτέρως
                        δὲ τὴν τετάρτην καὶ τὴν πέμπτην <lb/>καὶ τὰς ἐφεξῆς. εἰ δὲ ἀκριβέστερον ἔτι
                        διαιρεῖσθαι βού<milestone unit="ed2page" n="32"/>λοιο, <lb/>πρὸς γὰρ τὴν τῶν
                        πραγμάτων ἀκρίβειαν οὕτω χρησιμώτερον, <lb/>ἑκάστη τῶν ψηφίδων πρώτως μὲν
                        κινεῖ τὴν ἐφεξῆς, <lb/>δευτέρως δὲ τὴν μετ’ ἐκείνην, καὶ τρίτως τὴν ἔτι μετ’
                        ἐκείνην, <lb/>καὶ τετάρτως τὴν ἐφεξῆς αὐτῇ. τούτων οὕτως ἐχόντων καὶ
                        <lb/>διωρισμένων, ἐπειδὴ τὸ νόσημα διάθεσίς τις ἦν παρὰ φύσιν <lb/>τὴν
                        ἐνέργειαν βλάπτουσα, τῆς νόσου δ’ αὐτῆς ἐνδέχεταί τινα <lb/>προηγεῖσθαι
                        διάθεσιν ἑτέραν, παρὰ φύσιν μὲν καὶ ταύτην, <lb/>οὐ μὴν κατά γε τὸν ἑαυτῆς
                        λόγον βλάπτουσαν τὴν ἐνέργειαν, <lb/>ἀλλὰ διὰ μέσου τοῦ νοσήματος, τὴν
                        τοιαύτην διάθεσιν οὐ <lb/>νόσημα καλέσομεν, ἀλλ’ αἰτίαν προηγουμένην
                        νοσήματος, <lb/>ἀκριβῶς τε τὸν νοῦν ἐνταῦθα προσέξομεν τοῖς κᾀκείνην τὴν·
                        <lb/>διάθεσιν αἰτίαν εἶναι φάσκουσι τοῦ βλάπτεσθαι τὴν ἐνέργειαν. <lb/>οὐδὲ
                        γὰρ καθ’ ἑαυτὴν, οὐδὲ πρώτως, ἀλλὰ κατὰ <lb/>συμβεβηκός τε καὶ δευτέρως
                        ἐμποδίζεσθαί τε καὶ βλάπτεσθαι <lb/>δι’ αὐτὴν ἐροῦμεν τὴν ἐνέργειαν, ὑπὸ δὲ
                        τοῦ νοσήματος <lb/>αὐτοῦ πρώτως τε καὶ κατὰ τὸν ἑαυτοῦ λόγον. ὅθεν κᾀν
                        <lb/>τῷ λέγειν διάθεσιν σώματος ἐμποδιστικὴν ἐνεργείας εἶναι <pb n="50"/> τὸ
                        νόσημα τοῖς μὲν εὐθὺς ὑπακούουσιν, ὅτι πρώτως τε καὶ <lb/>καθ’ ἑαυτὴν,
                        αὐτάρκης ὁ λόγος· ὅσοι δ’ ἂν ἤτοι σκαιότερον, <lb/>ἢ ἐριστικώτερον ἀκούωσι,
                        προσθετέον αὐτοῖς καὶ τὸ <lb/>πρώτως, ἵν’ ᾖ τοιοῦτος ὁ λόγος· νόσημά ἐστι
                        διάθεσις σώματος <lb/>ἐνεργείας τινὸς ἐμποδιστικὴ πρώτως. ὅσαι τοίνυν
                        <lb/>αὐτῆς προηγοῦνται διαθέσεις, οὔπω νοσήματα. κᾂν εἰ συμπίπτοιεν <lb/>δέ
                        τινες αὐταῖς ἕτεραι διαθέσεις οἷον σκιαί τινες <lb/>παρακολουθοῦσαι, καὶ
                        ταύτας οὐ νοσήματα καλέσομεν, ἀλλὰ <lb/>συμπτώματα. καὶ ἡμῖν οὕτως οὐ πᾶν ὅ
                        τι περ ἂν ᾖ παρὰ <lb/>φύσιν ἐν τῷ σώματι, νόσημα εὐθὺς ἔσται κλητέον, ἀλλὰ
                        τὸ <lb/>πρώτως μὲν βλάπτον τὴν ἐνέργειαν, νόσημα, τὸ δὲ τούτου
                        <lb/>προηγούμενον, αἴτιον μὲν νοσήματος, οὔπω δὲ νόσημα. εἰ <lb/>δ’ ἕποιτό
                        τις ἄλλη τῷ νοσήματι περὶ τὸ σῶμα διάθεσις, αὕτη <lb/>σύμπτωμα
                        ὀνομασθήσεται. καὶ μὴν καὶ ἡ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς <lb/>βλάβη σύμπτωμά ἐστι
                        τοῦ ζώου. πᾶν γὰρ ὅ τι περ ἂν <lb/>παρὰ φύσιν συμβαίνῃ τῷ ζώῳ, σύμπτωμά
                        ἐστι. παρὰ μὲν <lb/>δὴ τοῖς Ἕλλησιν ἡ τῶν ὀνομάτων χρῆσις οὕτως ἔχει.
                        μετατιθέναι <lb/>δ’ ἔξεστι τῷ βουλομένῳ, μενόντων, ὥσπερ εἴρηται, τῶν <pb n="51"/> πραγμάτων, οἷον εὐθὺς εἰ μὴ βούλοιτο σύμπτωμα καλεῖν, <lb/>ἀλλ’
                        ἐπιγέννημα. σύμπτωμα μὲν γὰρ εἶναι πᾶν ὅπερ ἂν συμβεβήκῃ <lb/>τῷ ζώῳ παρὰ
                        φύσιν, ἐπιγέννημα δὲ οὐ πᾶν, ἀλλὰ <lb/>τὸ μόνοις τοῖς νοσήμασιν ἐξ ἀνάγκης
                        ἑπόμενον. ἀλλ’ ἡμεῖς <lb/>γ’, ὡς ἔφην, ἅπασαν μὲν ἀλλοίωσιν ἔτι γινομένην
                        πάθος <lb/>εἶναι, ἅπαντα δὲ τὰ παρὰ φύσιν ὑπάρχοντα τοῖς σώμασιν
                        <lb/>ὀνομάσομεν συμπτώματα. καὶ συμβήσεται ταυτὸν ἐνίοτε <lb/>πρᾶγμα καὶ
                        πάθος ὀνομάζεσθαι καὶ σύμπτωμα, τῶν σημαινομένων <lb/>ἑκατέρων ὑπαρχόντων
                        αὐτῷ κατ’ ἄλλον καὶ ἄλλον <lb/>λόγον. οἷον αὐτίκα τὸ τρέμειν πάσχειν ἐστὶν,
                        ὅτι καὶ <lb/>ἀλλοιοῦσθαι καὶ κινεῖσθαι μὴ κατὰ τὴν οἰκείαν ἐνέργειαν
                        <lb/>συμβαίνει, καὶ πάθημά τε καὶ πάθος ὁ τρόμος, ὅτι καὶ <lb/>ἀλλοίωσις ἡ
                        τοιαύτη κίνησις· ἀλλὰ καὶ σύμπτωμα· παρὰ <lb/>φύσιν γὰρ ἡ κίνησις. εἰ δέ γε
                        ἀλλοίωσις ᾖ μόνον, ὥσπερ ἐν <lb/>τῷ βλέπειν τε καὶ ἀκούειν καὶ ὀσφραίνεσθαι
                        καὶ γεύεσθαι <lb/>καὶ ἅπτεσθαι γίνοιτο, πάθος ἂν ὀνομαζέσθω μόνον, οὐκέτι δὲ
                        <lb/>σύμπτωμα. τὸ γάρ τοι τοῦ συμπτώματος ἴδιον αὐτὸ τοῦτ’ <lb/>ἔστι, τὸ
                        παρὰ φύσιν. ὅθεν κᾀν ταῖς διαφοραῖς ἁπάσαις τοῦ ﻿<pb n="52"/> κατὰ φύσιν
                        ἐξαλλαττομέναις συνίσταται. καὶ γὰρ σχημάτων <lb/>τῶν κατὰ φύσιν, καὶ
                        χρωμάτων, καὶ μεγεθῶν, ἐνεργημάτων <lb/>τε καὶ παθημάτων διαφθειρομένων
                        γίνεται. καὶ οὗτός ἐστιν <lb/>ἰδιαίτατος αὐτοῦ λόγος, ἐξάλλαξις τοῦ κατὰ
                        φύσιν. τί δέ; <lb/>οὐχὶ καὶ ἡ νόσος ἐξάλλαξις τοῦ κατὰ φύσιν; <milestone unit="ed2page" n="33"/>ἢ οὐχ <lb/>ἁπλῶς ἐξάλλαξις, ἀλλ’ ἐξάλλαξίς τις,
                        ἁπλῶς δὲ ἐξάλλαξις <lb/>τὸ σύμπτωμα; τοῦ γὰρ ἐν ταῖς διαθέσεσι κατὰ φύσιν
                        ἐξαλλαττομένου <lb/>καὶ βλάπτοντος τὴν ἐνέργειαν ἡ νόσος γίνεται, <lb/>καὶ
                        δυοῖν τούτοιν ἐξ ἀνάγκης ἐδεῖτο πρὸς τὸ νόσος ὑπάρχειν, <lb/>ἐν γένει μὲν
                        εἶναι τῆς διαθέσεως, βλάπτειν δὲ τὴν ἐνέργειαν, <lb/>ὧν οὐδέτερον ἀνάγκη
                        παρεῖναι τῷ συμπτώματι. καὶ <lb/>γὰρ εἰ μὴ διάθεσις εἴη, καὶ εἰ μὴ βλάπτοι
                        γέ τινα ἐνέργειαν, <lb/>ἀλλὰ αὐτῷ γε μόνῳ τῷ παρὰ φύσιν ἱκανῶς ὁρισθήσεται.
                        <lb/>νοσήματος μὲν δὴ ταύτῃ διήνεγκε, παθήματος δὲ τῷ τὸ <lb/>μὲν ἐν κινήσει
                        πάντως εἶναι τὸ πάθημα καὶ κατὰ φύσιν ἐνίοτε, <lb/>τὸ σύμπτωμα δὲ οὐκ ἐν
                        κινήσει μόνον, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἕξιν <lb/>τινὰ, καὶ πάντως παρὰ φύσιν. ἔσται δὴ
                        πάθος μὲν ἡ περὶ <lb/>τὴν ὕλην ἀλλοίωσις ἢ κίνησις ἔτι γινομένη, ἡ δ’
                        ὑπομένουσα, <pb n="53"/> διάθεσις, σύμπτωμα δὲ, πᾶν ὅ τι περ ἂν συμπίπτῃ τῷ
                        ζώῳ <lb/>παρὰ φύσιν. ὥστε καὶ ἡ νόσος ὑπὸ τὴν τοῦ γενικοῦ συμπτώματος
                        <lb/>ἀναχθήσεται προσηγορίαν. ἔστι γάρ πως καὶ αὕτη <lb/>σύμπτωμα. καὶ μὲν
                        δὴ καὶ τὰ προηγούμενα τῶν νόσων <lb/>αἴτια τὰ κατ’ αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ ζώου
                        συνιστάμενα τῇ τοῦ <lb/>γενικοῦ συμπτώματος ὑποπέπτωκεν ἐννοίᾳ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Περὶ μὲν οὖν τούτων ἤδη λέλεκται, περὶ <lb/>δὲ τῶν εἰδικῶν συμπτωμάτων ἐν
                        τῷδε γράμματι πρόκειται <lb/>διελθεῖν. ἔστι δὲ καὶ τούτων τριττὴ διαφορά· τὰ
                        μὲν γὰρ <lb/>διαθέσεις εἰσὶν αὐτοῦ τοῦ σώματος ἡμῶν· τὰ δὲ ἐνεργειῶν
                        <lb/>βλάβαι· τὰ δὲ ἀμφοτέραις ἑπόμενα, κατά τε τὴν ἀμετρίαν <lb/>τῶν
                        ἐκκρινομένων καὶ ἐπεχομένων καὶ τοὺς ἐν αὐτῷ τῷ ζώῳ <lb/>συνισταμένους
                        ψόφους, καὶ προσέτι τὰς ἄλλας ἁπάσας αἰσθητὰς <lb/>διαφοράς. βλάβη δ’
                        ἀκουέσθω νῦν καὶ ἡ στέρησις. <lb/>οὐ γὰρ ἡ δυσκινησία μόνον, οὐδὲ ἡ
                        δυσαισθησία, βλάβαι <lb/>τινὲς τῶν ἐνεργειῶν εἰσιν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀκινησία τε
                        καὶ ἡ <lb/>ἀναισθησία· κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον οὐδ’ ἡ δυσπεψία <lb/>μόνον,
                        ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπεψία. ταυτὶ μὲν οὖν τὰ γένη τῶν <pb n="54"/> συμπτωμάτων, ἐν
                        οἷς χρὴ σκοπεῖσθαι τὰς κατὰ μέρος διαφοράς· <lb/>ἑξῆς δ’ ἂν εἴη προσῆκον
                        ἕκαστον διελθεῖν τῷ λόγῳ, <lb/>πρότερόν γε ἀναμνήσαντας, ὃ κᾀν τῷ περὶ τῆς
                        τῶν νοσημάτων <lb/>διαφορᾶς εἴπομεν, ὡς ὅσοι τὴν ὑγείαν οὐ διάθεσιν σώματος,
                        <lb/>ἀφ’ ἧς ἐνεργοῦμεν, ἀλλ’ αὐτὰς ἐνόμισαν εἶναι τὰς <lb/>ἐνεργείας, ἣν
                        ἡμεῖς νῦν ὑπὲρ τῆς τῶν ἐνεργειῶν βλάβης διδασκαλίαν <lb/>ἐν τοῖς συμπτώμασι
                        διέξιμεν, αὐτοὶ τῶν νοσημάτων <lb/>ποιήσονται, καὶ διενεχθήσονται
                            δηλονό<milestone unit="ed1page" n="214"/>τι περὶ τῶν ὀνομάτων <lb/>ἡμῖν
                        μόνον, εἰ μηδὲν ἐν αὐτοῖς σφάλλοιντο τοῖς πράγμασιν. <lb/>ἔστι δὲ, ὡς
                        πολλάκις εἴρηται, τῶν τοιούτων ἁπασῶν <lb/>διδασκαλιῶν τὰ σφάλματα
                        παραλειπομένης τινὸς διαφορᾶς. <lb/>ἐὰν οὖν ἁπάσας αὐτὰς διεξιόντες μὴ
                        συμπτωμάτων, <lb/>ἀλλὰ νοσημάτων εἶναι φάσκωσιν, ἐν ὀνόματι μόνῳ καὶ οὐκ
                        <lb/>ἐν πράγματι διαφωνήσουσιν ἡμῖν. λεκτέον οὖν ἤδη τὰς διαφορὰς <lb/>ἐπ’
                        ἀρχὴν ἀναγαγόντας τὸν λόγον, ἐπειδὴ τὸ σύμπτωμα <lb/>προσαγορεύεται γενικῶς
                        μὲν ἅπαν ὅ τι περ ἂν συμβεβήκῃ <lb/>τῷ ζώῳ παρὰ φύσιν, ὡς καὶ τὰ νοσήματα,
                        καὶ τὰς <lb/>αἰτίας αὐτῶν τὰς ἐν τῷ σώματι συνισταμένας· οὐ γὰρ δὴ <pb n="55"/> τάς γε προκαταρκτικὰς εἶναι συμπτώματα. καθ’ ἑτέραν δέ
                        <lb/>τινα καὶ οἷον ἰδικωτέραν ἔννοιαν, ἀφαιρεθέντων τῶν τε νοσημάτων
                        <lb/>καὶ τῶν αἰτίων, τὰ λοιπὰ πάντα τὰ παρὰ φύσιν <lb/>ὀνομάζεται
                        συμπτώματα. καὶ νῦν ἡμῖν ὑπὲρ τούτων πρόκειται <lb/>λέγειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p><milestone unit="ed2page" n="34"/>Ἀναμνησθέντας οὖν πρῶτον χρὴ τὸ
                        <lb/>τριττὸν τῆς φύσεως αὐτῶν οὕτω τέμνειν ἐφεξῆς ἅπαντα, τὴν <lb/>ἀρχὴν ἀπὸ
                        τῆς βλάβης τῶν ἐνεργειῶν ποιησαμένους. τμητέον <lb/>δὴ ταύτην εἰς δύο τὰ
                        πρῶτα γένη, διότι καὶ τῶν ἐνεργειῶν <lb/>αὐτῶν δύο εἰσὶν αἱ πρῶται διαφοραί.
                        αἱ μὲν γὰρ <lb/>ψυχῆς, αἱ δὲ φύσεώς εἰσι. καὶ καλοῦνται διὰ τοῦτο ψυχικαὶ
                        <lb/>μὲν αἱ πρότεραι, φυσικαὶ δὲ αἱ δεύτεραι. αὖθις οὖν τὰς <lb/>ψυχικὰς
                        προτέρας τέμνοντες εἴς τε τὰς αἰσθητικὰς καὶ τὰς κινητικὰς <lb/>καὶ τρίτας
                        τὰς ἡγεμονικὰς, (οὐδὲν γὰρ χεῖρον οὕτως <lb/>αὐτὰς ὀνομάσαι διδασκαλίας
                        σαφοῦς ἕνεκα) καὶ πάλιν ἑκάστην <lb/>τῶν εἰρημένων διαιροῦμεν εἰς τὰς ἐν
                        αὐτῇ διαφοράς. ἡ μὲν <lb/>οὖν αἰσθητικὴ τῆς ψυχῆς ἐνέργεια πέντε τὰς πάσας
                        ἔχει διαφορὰς, <pb n="56"/> ὁρατὰς, καὶ ὀσφρητὰς, καὶ γευστὰς, καὶ ἀκουστὰς,
                        καὶ <lb/>ἁπτάς· ἡ δὲ κινητικὴ τὸ μὲν προσεχὲς ὄργανον ἓν ἔχει καὶ <lb/>τὸν
                        τρόπον αὐτοῦ τῆς κινήσεως ἕνα, (δέδεικται γὰρ οὕτως <lb/>ἐν τοῖς περὶ μυῶν
                        κινήσεως) ποικίλλεται δὲ ἐν τοῖς κατὰ <lb/>μέρος ὀργάνοις, ὡς φαίνεσθαι
                        πολυειδής. ἡ λοιπὴ δὲ ἐνέργεια <lb/>τῆς ψυχῆς ἡ κατ’ αὐτὸ τὸ ἡγεμονικὸν εἴς
                        τε τὸ φανταστικὸν <lb/>καὶ διανοητικὸν καὶ μνημονευτικὸν διαιρεῖται. καὶ
                        <lb/>τοίνυν αἱ βλάβαι τῶν αἰσθητικῶν ἐνεργειῶν κοιναὶ μὲν ἁπασῶν
                        <lb/>ἀναισθησίαι τινές εἰσιν, ἢ δυσαισθησίαι, (καλῶ δὲ <lb/>δυσαισθησίας μὲν
                        ἁπάσας τὰς μοχθηρὰς αἰσθήσεις) κατὰ <lb/>μέρος δὲ ἑκάστης ἐν ὀφθαλμοῖς μὲν
                        τυφλότητές τε καὶ ἀμβλυωπίαι <lb/>καὶ παροράσεις τινές· ἐν ὠσὶ δὲ κωφότητές
                        τε καὶ <lb/>βαρυηκοΐαι καὶ παρακούσεις τινές. οὕτω δὲ καὶ κατὰ τὴν
                        <lb/>γλῶτταν καὶ τὰς ῥῖνας καὶ τὴν ἁφὴν, εἰ καὶ μηδὲν ἴδιον ὄνομα
                        <lb/>κέκτηνται, ταῖς εἰρημέναις ἀνάλογον ἔχουσιν. ἢ γὰρ οὐδ’ <lb/>ὅλως
                        αἰσθήσονται τῶν οἰκείων αἰσθητῶν, ἢ κακῶς. καὶ τὸ <lb/>κακῶς τοῦτο διττὸν
                        ἔσται, θάτερον μὲν ἀμυδρῶς, θάτερον <lb/>δὲ παρατυπωτικῶς. ἴδιον δὲ
                        ἐξαίρετον ἡ κατὰ τὴν ἁφὴν ﻿<pb n="57"/> ἐνέργεια παρὰ τὰς ἄλλας αἰσθήσεις
                        κέκτηται σύμπτωμα τὴν <lb/>ὀδύνην, ἐγγινομένην μὲν καὶ ταῖς ἄλλαις
                        αἰσθήσεσιν ἀπὸ <lb/>τῶν ἔξωθεν οἰκείων αἰσθητῶν· ἐπὶ δέ γε ταύτης οὐκ ἀπὸ
                        <lb/>τῶν ἔξωθεν μόνον, ἀλλὰ καὶ πολὺ δὴ μᾶλλον ἀπὸ τῶν ἐν <lb/>αὐτῷ τῷ
                        σώματι διαθέσεων, καὶ πολλάκις γε οὕτως ἰσχυρῶς, <lb/>ὥστ’ ἀποκτεῖναί τινας
                        σφᾶς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ πόνου <lb/>βιασθέντας. ἐγγίνεται μὲν οὖν καὶ τοῖς
                        ὀφθαλμοῖς ὀδυνηρόν <lb/>τι πάθος ὑπὸ φωτὸς λαμπροῦ, καὶ τοῖς ὠσὶν ὑπὸ
                        μεγάλου <lb/>τινὸς ἢ τραχέος ψόφου. καὶ δὴ καὶ κατὰ τὰς γεύσεις <lb/>καὶ τὰς
                        ὀσμὰς ἕτερα τοιαῦτα παθήματα συνίσταται λυπηρὰ, <lb/>πρὸς τῶν ἰδίων αἰσθητῶν
                        ἑκάστης τῶν αἰσθήσεων ὀδυνηρῶς <lb/>διατιθεμένης. μέγισται δὲ ὀδύναι
                        συμπίπτουσι τῇ τῆς ἁφῆς <lb/>αἰσθήσει. καὶ γὰρ ὅσα διὰ φλεγμονὴν ὤτων, ἤ
                        τινα ἄλλην <lb/>ἐν αὐτοῖς διάθεσιν ἀλγοῦμεν ἰσχυρῶς, οὐ τῆς ἀκουστικῆς
                        <lb/>ἐστιν, ἀλλὰ τῆς ἁπτικῆς αἰσθήσεως ἴδια. κοινὴ γὰρ αὕτη <lb/>πάντων
                        αἰσθανομένων ὀργάνων, αἱ δ’ ἄλλαι τέτταρες ἑκάστου <lb/>κατὰ μόνας. οὕτω δὲ
                        κᾀν τοῖς ὀφθαλμοῖς πολλάκις <lb/>ὀδύναι γίγνονται σφοδραὶ, τῆς ἐν αὐτοῖς
                        ἁπτικῆς αἰσθήσεως <lb/>ἀνιωμένης. ὥσπερ δὲ καὶ κατὰ τοὺς ὀδόντας ἐστὶ καὶ τὸ
                            <pb n="58"/> κῶλον ἀλγήματα. καὶ μὲν δὴ καὶ τὸ κνηστιᾷν ἐκ τούτου
                        <lb/>τοῦ γένους ἐστὶ τῶν συμπτωμάτων. μὴ τοίνυν ἔτι ζήτει καθ’ <lb/>ἕκαστον
                        μόριον ἴδιον ὄνομα τοιοῦτον, οἷον κεφαλαλγίας τε <lb/>καὶ καρδιαλγίας καὶ
                        ὠταλγίας· οὐ γὰρ εὑρήσεις κείμενον· <lb/>ἀλλ’ ἀρκεῖ λόγῳ πάνθ’ ἑρμηνεύειν τὰ
                        τοιαῦτα, κύστεως ἀλγήματα <lb/>λέγοντα, ἀτὰρ καὶ νεφρῶν καὶ σπληνὸς καὶ
                        γονάτων <lb/>καὶ ποδὸς <milestone unit="ed2page" n="35"/>καὶ τῶν ἄλλων
                        ὡσαύτως. τοιαῦτα <lb/>μὲν δὴ καὶ τοσαῦτα τῶν αἰσθητικῶν ἐνεργειῶν τὰ
                        συμπτώματα. <lb/>καὶ πρὸς τούτοις ἔτι δύο ἐξαίρετα, τὸ μὲν ἀγρυπνία, <lb/>τὸ
                        δὲ κῶμα, κατ’ αὐτὸ τὸ πρῶτον αἰσθητικὸν, ὃ δὴ καὶ κοινὸν <lb/>ἁπασῶν ἐστι
                        τῶν αἰσθήσεων, συνιστάμενα. τῶν δ’ αὖ <lb/>κινητικῶν ἐνεργειῶν ἀκινησία μὲν
                        καὶ δυσκινησία τὰ πρῶτα <lb/>συμπτώματα. δυσκινησίας δὲ τὸ μὲν ἀμυδρὰ καὶ
                        ἄῤῥωστος <lb/>κίνησις, τὸ δὲ μοχθηρά· καὶ τῆς μοχθηρᾶς ἡ μὲν τρομώδης,
                        <lb/>ἡ δὲ σπασμώδης, ἡ δὲ παλμώδης, ἡ δὲ κλονώδης. ἔνια δὲ <lb/>τῶν
                        εἰρημένων συμπτωμάτων, ἐπειδὰν ἐν ὅλῳ τῷ σώματι <lb/>γένηται, διαφόρου
                        τυγχάνει προσηγορίας, ὡς ἐμπροσθότονός <lb/>τε καὶ ὀπισθότονος καὶ τέτανος.
                        εἰ δὲ μὴ μόνον σπασμὸς <pb n="59"/> εἴη τοῦ παντὸς σώματος, ἀλλὰ καὶ τῶν
                        ἡγεμονικῶν ἐνεργειῶν <lb/>ἐπίσχεσις, ἐπιληψία τὸ τοιοῦτον προσαγορεύεται,
                        καθάπερ <lb/>γε καὶ ἀποπληξία ἡ παντὸς τοῦ σώματος παράλυσις ἅμα <lb/>ταῖς
                        ἡγεμονικαῖς ἐνεργείαις. αὗται μὲν αἱ τῶν κινητικῶν <lb/>ἐνεργειῶν βλάβαι· εἰ
                        δέ τις ἴδιον ἐξαίρετον ὄνομα οὐ κέκτηται, <lb/>οὐ χρὴ τούτου χάριν
                        ἐξαπατηθέντας οἰηθῆναι παραλελεῖφθαί <lb/>τι σύμπτωμα, καθάπερ οὐδὲ τὴν
                        ἄπνοιάν τε καὶ <lb/>δύσπνοιαν, ἢ τὴν ἰσχουρίαν τε καὶ δυσουρίαν, ἢ τὴν
                        ἀφωνίαν <lb/>τε καὶ κακοφωνίαν καὶ δυσφωνίαν, ἀλλὰ χρὴ τὰ τοιαῦτα <lb/>πάντα
                        αὐτὸν τὸν ἰατρὸν ἐξευρίσκειν καθ’ ἑκάστην ἐνέργειαν <lb/>ψυχικὴν, ὥσπέρ γε
                        καὶ τὰς καθ’ ἕκαστον αὐτῶν διαφορὰς, <lb/>οἷον εἰ τύχοι τῆς δυσπνοίας ἑνὸς
                        οὔσης συμπτώματος <lb/>ἔργου ψυχικοῦ, τῆς ἀναπνοῆς, αἱ πᾶσαι πόσαι γίνονται
                        διαφοραὶ, <lb/>καθάπερ ἐν τῷ περὶ δυσπνοίας ἐδείξαμεν· ἢ τῆς κακοφωνίας
                        <lb/>αἱ κατὰ μέρος πόσαι διαφοραὶ, καθάπερ ἐν τοῖς <lb/>περὶ φωνῆς διῄρηται.
                        πολλαχόθι δὲ καὶ ἀπορήσειεν ἄν τις <lb/>ἐκ ποίου γένους ἐστὶ τὸ σύμπτωμα,
                        καθάπερ ἐπὶ τοῦ <lb/>σκορδινᾶσθαι καὶ χασμᾶσθαι καὶ πτάρνυσθαι καὶ βήττειν.
                            <pb n="60"/> ἀλλὰ περὶ μὲν τῶν τοιούτων ἁπάντων ἐπὶ πλέον ἐν τῷ μετὰ
                        <lb/>ταῦτα λόγῳ τῷ περὶ τῶν ἐν τοῖς συμπτώμασιν αἰτιῶν εἰρήσεται.
                        <lb/>ἐφεξῆς δ’ ἂν εἴη τὰς τῶν ἡγεμονικῶν ἐνεργειῶν βλάβας <lb/>διελθεῖν, καὶ
                        πρώτης γε τῆς φανταστικῆς. ἔστι δὲ καὶ <lb/>ταύτης τὸ μὲν οἷον παράλυσίς
                        τις, ὃ δὴ κάρος καὶ κατάληψις <lb/>ὀνομάζεται, τὸ δὲ οἷον μοχθηρά τις ἢ
                        πλημμελὴς κίνησις, <lb/>ὅπερ δὴ παραφροσύνη καλεῖται, τὸ δὲ οἷον ἐλλιπὴς καὶ
                        ἄτονος, <lb/>ὡς ἐν κώμασί τε καὶ ληθάργοις. καὶ μέν γε καὶ αὐτῆς <lb/>τῆς
                        διανοητικῆς ἐνεργείας ἡ μὲν οἷον παράλυσις, ἄνοια, ἡ δ’ <lb/>οἷον ἐλλιπὴς
                        κίνησις, μωρία τε καὶ μώρωσις, ἡ δ’ οἷον <lb/>πλημμελὴς, παραφροσύνη
                        καλεῖται. τὰ πολλὰ μὲν γὰρ ἐπ’ <lb/>ἀμφοῖν ἅμα συνίσταται τὸ παραφρονεῖν, ἔν
                        τε τῷ μὴ καλῶς <lb/>φαντασιοῦσθαι κᾀν τῷ μὴ δεόντως λογίζεσθαι, <milestone unit="ed1page" n="215"/>ἔστι <lb/>δ’ ὅτε καὶ κατὰ τὸ ἕτερον αὐτῶν μόνον,
                        ὥσπερ γε καὶ Θεοφίλῳ <lb/>τῷ ἰατρῷ νοσοῦντι τὰ μὲν ἄλλα σωφρόνως ὑπῆρχε
                        <lb/>διαλέγεσθαί τε καὶ γνωρίζειν ἀκριβῶς τοὺς παρόντας, αὐλητὰς <lb/>δέ
                        τινας κατειληφέναι τὴν γωνίαν τοῦ οἰκήματος ἐν ᾧ <lb/>κατέκειτο, καὶ
                        διαπαντὸς αὐλεῖν τε ἅμα καὶ κτυπεῖν ἐνόμιζε <pb n="61"/> καὶ τούτους βλέπειν
                        ᾤετο, τοὺς μὲν ἑστῶτας αὐτόθι, τοὺς <lb/>δὲ καθημένους, οὕτω διηνεκῶς
                        αὐλοῦντας, ὡς μήτε νύκτωρ <lb/>ἀνιέναι τι, μήτε δι’ ὅλης ἡμέρας ἡσυχάζειν μὴ
                        τὸ σμικρότατον· <lb/>ἐκεκράγει δὲ διὰ παντὸς, ἐκβληθῆναι κελεύων αὐτοὺς
                        <lb/>τῆς οἰκίας. καὶ τοῦτ’ ἦν αὐτῷ τὸ τῆς παραφροσύνης εἶδος. <lb/>καὶ ὡς
                        ἐῤῥώσθη γε τελέως καὶ ἀπέφυγε τὸ νόσημα, τά τε <lb/>ἄλλα πάντα τὰ ὑπὸ τῶν
                        εἰσιόντων ἑκάστου ῥηθέντα καὶ <lb/>πραχθέντα διηγεῖτο καὶ τοῦ περὶ τοὺς
                        αὐλητὰς ἐμέμνητο <lb/>φαντάσματος. ἐνίοις δὲ φάντασμα μὲν οὐδὲν φαίνεται,
                        <lb/>λογίζονται δ’ οὐκ ὀρθῶς, <milestone unit="ed2page" n="36"/>τοῦ
                        διανοητικοῦ τῆς ψυχῆς <lb/>αὐτοῖς πεπονθότος· ὥσπερ καὶ τῷ φρενιτικῷ τῷ
                        κλείσαντι <lb/>μὲν τὰς θύρας ἔνδοθεν, ἕκαστον δὲ τῶν σκευῶν προτείνοντι
                        <lb/>διὰ τῶν θυρίδων, εἶτα ἐρωτῶντι τοὺς παριόντας, εἰ κελεύοιεν
                        <lb/>ῥίπτειν. οὗτος γὰρ ἑκάστου μὲν τῶν σκευῶν ἀκριβῶς ἔλεγε <lb/>τοὔνομα,
                        κᾀν τῷδε δῆλος ἦν οὔτ’ ἐν τῇ φαντασίᾳ τῇ περὶ <lb/>αὐτὰ βεβλαμμένος οὔτ’ ἐν
                        τῇ τῶν ὀνομάτων μνήμῃ. τί <lb/>δὴ βούλεται αὐτῷ τὸ πάντα ῥίπτειν ἀφ’ ὑψηλοῦ
                        καὶ <lb/>καταγνύναι; τοῦτ’ οὐκέθ’ οἷός τ’ ἦν συμβαλεῖν, ἀλλ’ ἐν <lb/>αὐτῷ δὴ
                        τῷ ἔργῳ τῷδε κατάδηλος ἐγίνετο παραπαίων. ﻿<pb n="62"/> ὅτι δὲ καὶ περὶ τὸ
                        μνημονευτικὸν τῆς ψυχῆς γίνεται συμπτώματα <lb/>καὶ νοσοῦσιν ἔτι καὶ ἤδη
                        πεπαυμένοις τῶν νοσημάτων, <lb/>τοῦτο μὲν καὶ παρὰ Θουκυδίδου μαθεῖν ἔνεστιν
                        ἐνίους <lb/>τῶν διασωθέντων ἐκ τοῦ λοιμοῦ μέχρι τοσούτου τῶν ἔμπροσθεν
                        <lb/>ἁπάντων ἐπιλαθέσθαι λέγοντος, ὡς μὴ μόνον τοὺς <lb/>ἰδίους, ἀλλὰ καὶ
                        σφᾶς αὑτοὺς ἀγνοῆσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἀλλὰ γὰρ ἐπειδὴ καὶ τὰ περὶ τοῦ τῆς ψυχῆς <lb/>ἡγεμονικοῦ εἴρηται συμπτώματα,
                        μεταβαίνειν καιρὸς ἤδη <lb/>ἐπὶ θάτερον γένος τῶν ἐνεργειῶν, ἃς ὀνομάζουσι
                        φυσικάς. <lb/>ἔσται δὴ κᾀνταῦθα καθ’ ἑκάστην αὐτῶν ἢ μὴ γινομένην ἢ κακῶς
                        <lb/>γινομένην συμπτώματα τούτου μὲν γένους εἰσὶ τῶν <lb/>συμπτωμάτων κατὰ
                        μὲν δὴ τὴν ὄρεξιν ἀνορεξίαι τε καὶ δυσορεξίαι <lb/>καὶ ἄμετροι σιτίων
                        ἐπιθυμίαι· κατὰ δ’ αὖ τὴν πέψιν <lb/>ἀπεψίαι τε καὶ βραδυπεψίαι καὶ
                        δυσπεψίαι. καὶ μὲν δὴ καὶ <lb/>περὶ τὴν ἀνάδοσιν ὡσαύτως, καὶ περὶ τὴν τοῦ
                        αἵματος γένεσιν, <lb/>ἢ μὴ γιγνομένην ἢ κακῶς γιγνομένην, συμπτώματα
                        <lb/>ἔσται. τούτου τοῦ γένους εἰσὶ τῶν συμπτωμάτων καὶ οἱ <lb/>ὕδεροι. καὶ
                        μέν γε κατὰ τὴν τῆς θρέψεως ἐνέργειαν <pb n="63"/> ἀτροφίαι μέν τινες καὶ
                        φθίσεις εἰσὶν αἱ ἀποτυχίαι· λευκᾶς δὲ <lb/>καὶ ὀφιάσεις καὶ ἀλωπεκίας καὶ
                        πᾶν ὅσον τι τοιοῦτον εἶδος <lb/>συμπτώματος αἱ μοχθηραὶ θρέψεις ἀποτελοῦσιν.
                        ἀσφυξίαι <lb/>δὲ καὶ κακοσφυξίαι περὶ τὴν τῶν σφυγμῶν ἐνέργειαν συμπτώματά
                        <lb/>εἰσι. καὶ μὲν δὴ καὶ κατὰ τὴν διάκρισιν τῶν περιττωμάτων <lb/>ἢ μηδ’
                        ὅλως ἢ μὴ καλῶς ἐπιτελουμένην συμπτώματα <lb/>συνίσταται, τὰ μὲν ἀποροῦντα
                        προσηγορίας οἰκείας, καθάπερ <lb/>τὰ περὶ τὴν μέλαιναν χολὴν, τὰ δὲ
                        ὠνομασμένα συνήθως, <lb/>ὥσπερ ὁ ἴκτερος. μέθοδος δὲ κᾀνταῦθα τῆς ἁπάντων
                        <lb/>εὑρέσεως ἡ γνῶσις τῶν φυσικῶν δυνάμεων, ἃς ἐν τῷ περὶ <lb/>αὐτῶν λόγῳ
                        τέτταρας ἐν ἑκάστῳ τῶν τοῦ σώματος μορίων <lb/>ἐδείξαμεν ὑπάρχειν, ἑλκτικήν
                        τε καὶ καθεκτικὴν καὶ ἀλλοιωτικὴν <lb/>καὶ ἀποκριτικήν. ἔσται δὴ καθ’
                        ἑκάστην αὐτῶν διττὸν <lb/>σύμπτωμα, θάτερον μὲν κακῶς γινομένης τῆς
                        ἐνεργείας, <lb/>θάτερον δὲ οὐδ’ ὅλως γινομένης. ὥστε καθ’ ἕκαστον ὄργανον
                        <lb/>φυσικὸν ὀκτὼ τὰ πάντα ἔσται συμπτώματα. εἴπερ <lb/>οὖν ἐκ τῆς ἀνατομῆς
                        ἔγνωσται τὸ πλῆθος τῶν τοῦ <lb/>ζώου μορίων, εὑρεθήσεται ταχέως ἐξ αὐτοῦ τὸ
                        πλῆθος <pb n="64"/> τῶν ἁπάντων συμπτωμάτων. ὅσα μὲν γὰρ τῆς φύσεως μόνης
                        <lb/>ἐστὶν ὄργανα, τοῖς ὀκτὼ συμπτώμασιν ἁλώσεται μόνοις· <lb/>ὅσα δὲ τῆς
                        ψυχῆς, καὶ τούτοις μὲν, ἐξ ἐπιμέτρου δὲ ἑτέροις <lb/>δυσί. δέδεικται γὰρ
                        ὀλίγον ἔμπροσθεν, ὡς καθ’ ἑκάστην <lb/>τῶν ψυχικῶν ἐνεργειῶν διττὸν εἶδος
                        ἔσται συμπτώματος, ἤτοι <lb/>μηδ’ ὅλως αὐτῶν ἢ κακῶς γινομένων. εἴρηται δὲ
                        καὶ ὡς τὸ <lb/>κακῶς τοῦτο διττόν ἐστι, τὸ μὲν οἷον ἀμυδρῶς, τὸ δὲ <lb/>ὡς
                        ἄν τις εἴποι πλημμελῶς. ὥστε πάλιν εἰ καὶ μὴ δύο τὰ <lb/>συμπτώματα
                            <milestone unit="ed2page" n="37"/>καθ’ ἑκάστην ἐνέργειάν τε καὶ δύναμιν
                        εἶναι <lb/>λέγεις, ἀλλὰ τρία πάντα, θάτερον τῶν πρώτων δυοῖν <lb/>τέμνων
                        δίχα, δώδεκα μὲν ἔσται τὰ πάντα καθ’ ἕκαστον ὄργανον <lb/>φυσικὸν,
                        πεντεκαίδεκα δὲ ἐν τοῖς ψυχικοῖς. ἡ δ’ εἰς τὰς <lb/>πρώτας δύο διαφορὰς τομὴ
                        ὀκτὼ μὲν τὰ τῶν φυσικῶν, δέκα <lb/>δὲ ἀπεργάζεται τὰ τῶν ψυχικῶν. εἰ δὲ καὶ
                        κατὰ διττὸν εἴη <lb/>λόγον ὄργανόν τι ψυχικὸν αἰσθητικόν τε ἅμα καὶ
                        κινητικὸν, <lb/>ὀκτωκαίδεκα μὲν ἔσται τὰ συμπτώματα κατὰ τὴν δευτέραν
                        <lb/>τομὴν, δώδεκα δὲ κατὰ τὴν προτέραν. ἐφ’ ἑνὸς οὖν ἢ <pb n="65"/>
                        δευτέρου μορίου δείξαντες τὸ λεγόμενον, ὅπερ ἐπὶ τούτων <lb/>ἡμεῖς, τοῦτ’
                        ἐπὶ πάντων ἀξιώσομεν ποιῆσαι τὸν βουλόμενον <lb/>ἐξαριθμήσασθαι τὰ
                        συμπτώματα, μὴ τοῖς ὀνόμασι προσέχοντα <lb/>τὸν νοῦν, (οὐ γὰρ εὑρήσει
                        πανταχόθι συνήθεις προσηγορίας) <lb/>ἀλλ’ εἰς αὐτὴν ἀποβλέποντα τῶν
                        πραγμάτων τὴν <lb/>φύσιν. ἔστω δ’ ἡ γαστὴρ ὄργανον τῆς πέψεως ἕλκον μὲν,
                        <lb/>ὡς ἐδείκνυμεν, εἰς ἑαυτὸ τὴν οἰκείαν τροφὴν, ἀποκρῖνον δὲ <lb/>πᾶν ὅσον
                        ἀλλότριον· ἀλλὰ καὶ κατέχον τουτὶ τὸ ἑλχθὲν καὶ <lb/>ἀλλοιοῦν τὸ κατασχεθέν.
                        ὅταν οὖν ἤτοι μηδ’ ὅλως ἕλκειν, <lb/>ἢ κακῶς ἕλκειν αὐτῇ συμβῇ, δύο μὲν
                        ταυτὶ δή μοι νόει περὶ <lb/>τὴν ἑλκτικὴν δύναμιν τὰ συμπτώματα. τέμνεται δὲ
                        αὖθις <lb/>διχῆ θάτερον αὐτῶν τὸ μοχθηρῶς, εἰ καὶ μὴ τοῖς ὀνόμασιν
                        <lb/>ἔχεις ἐνδείξασθαι σαφῶς· οὐ γὰρ κεῖταί τι κατ’ αὐτῶν οὐδὲν <lb/>ὄνομα·
                        λόγῳ γοῦν ὡς οἷόν τε πειρώμενος ἑρμηνεύειν, ὅτι <lb/>καὶ κατ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ
                        μοχθηρῶς, τὸ μὲν οἷον ἀῤῥώστως <lb/>ἔσται, τὸ δὲ οἷον πλημμελῶς. ἀῤῥώστως
                        μὲν τὸ μόγις καὶ <lb/>δυσχερῶς καὶ σὺν χρόνῳ πολλῷ· πλημμελῶς δὲ, τὸ οἷον
                        <lb/>παλμωδῶς, ἢ τρομωδῶς, ἢ σπασμωδῶς, ἢ κλονωδῶς. ἐπὶ <pb n="66"/> δέ γε
                        τῆς ἀλλοιωτικῆς δυνάμεως ἐν τῇ γαστρὶ τὸ μὲν μηδ’ <lb/>ὅλως ἐστὶν, ὅταν
                        οἷάπερ ἐλήφθη τὰ σιτία τοιαῦτα διαμένῃ <lb/>κατὰ πᾶσαν ποιότητα· τὸ δ’
                        ἀῤῥώστως, ἴδιον ὄνομα κέκτηται <lb/>τὴν βραδυπεψίαν· ὥσπερ καὶ τὸ πλημμελῶς,
                        εἰς ἀλλόκοτον <lb/>ποιότητα τῶν σιτίων μεταβολήν· ὥστε γενέσθαι τὰ
                        <lb/>σύμπαντα συμπτώματα τρία περὶ τὴν μίαν ἐνέργειαν ἀποτυγχανομένην.
                        <lb/>καλεῖται δὲ ἡ μὲν ἐνέργεια, πέψις, ἀλλοίωσις <lb/>οὖσα τῶν σιτίων εἰς
                        τὴν οἰκείαν τῷ ζώῳ ποιότητα· βραδυπεψία <lb/>δὲ ἡ ἐν χρόνῳ πλείονι καὶ μόγις
                        εἰς τὴν αὐτὴν ποιότητα <lb/>μεταβολή· τὸ δ’ ἀλλοιοῦσθαι μὲν εἰς ἑτέραν
                        ποιότητα, <lb/>μὴ μέντοι κατὰ φύσιν, ἀπεψίαν ὀνομάζουσιν· ὁμωνύμως δὲ
                        <lb/>αὐτῇ προσαγορεύεται καὶ ἡ στέρησις τῆς ἐνεργείας. καί τοι
                        <lb/>σαφέστερον ἦν ταύτην μὲν μόνην ἀπεψίαν ὀνομάζεσθαι, <lb/>δυσπεψίαν δὲ
                        τὴν πλημμελῆ μεταβολὴν, βραδυπεψίαν δὲ τὴν <lb/>ἄῤῥωστον ἀλλοίωσιν· ἀλλὰ
                        γὰρ, ὅπερ ὁ Πλάτων ἔλεγεν, <lb/>ἀγνοοῦντες οἱ παλαιοὶ τὰ πλεῖστα τῶν
                        πραγμάτων τὰ μὲν <lb/>οὐδ’ ὅλως, τὰ δὲ οὐκ ὀρθῶς ὠνόμασαν. οὔκουν
                        ἐξαπατᾶσθαι <lb/>χρὴ τοῖς ὀνόμασιν, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν ἀποβλέπειν τῶν πραγμάτων
                            ﻿<pb n="67"/> τὴν οὐσίαν. εἴπερ οὖν τοῦτο ποιοῖμεν, εὑρήσο<milestone unit="ed1page" n="216"/>μεν <lb/>ὡσαύτως καὶ τῆς καθεκτικῆς δυνάμεως
                        ἐνέργειαν μὲν τὴν <lb/>κατὰ φύσιν, ὅταν ἐξισῶται ὁ χρόνος τῆς περιστολῆς τῷ
                        χρόνῳ <lb/>τῆς πέψεως, καὶ σφίγγηται πανταχόθεν ἀκριβῶς τὰ σιτία·
                        <lb/>στέρησιν δὲ παντελῆ τῆς ἐνεργείας, ὅταν μηδ’ ὅλως περιλαμβάνῃ·
                        <lb/>γίνεται δὲ τοῦτο ἐν ταῖς λειεντερίαις· ἀῤῥωστίαν δὲ <lb/>ὁπόταν ἢ μὴ
                        περιστέλληται καλῶς, ἢ μὴ μέχρι τῆς παντελοῦς <lb/>πέψεως, ἢ ἅμα ἄμφω
                        συμπίπτῃ. ἐπειδὴ γὰρ ἐν δυοῖν τούτοιν <lb/>ὑπῆρχε τὸ καλῶς ἐνεργεῖν τὴν
                        περισταλτικὴν δύναμιν, <lb/>τῷ τε μηδεμίαν ἀπολιπεῖν χώραν κενὴν μεταξὺ τῆς
                        τε γαστρὸς <lb/>καὶ τῶν σιτίων, τῷ τ’ ἐξισοῦσθαι τὸν χρόνον τῆς περιστολῆς
                        <lb/>τῷ χρόνῳ τῆς πέψεως, ἤτοι κατὰ θάτερον <milestone unit="ed2page" n="38"/>αὐτῶν μόνον <lb/>ἐνεργήσει κακῶς, ἢ κατ’ ἄμφω, καὶ συμπτώματα ἀκολουθήσει,
                        <lb/>κλύδωνες μὲν καὶ πνευματώσεις ἀῤῥώστοις περιστολαῖς, ἐκκρίσεις <lb/>δὲ
                        ταχεῖαι καὶ διαφθορὰ τῶν σιτίων ἐν τῇ κάτω <lb/>γαστρὶ, ταῖς ὀλιγοχρονίοις.
                        ἔνθα σε καὶ τούτῳ κελεύω <lb/>προσέχειν τὸν νοῦν, ὡς ἕπεται πολλάκις ἕτερον
                        ἑτέρῳ <lb/>συμπτώματι. τῇ μὲν γὰρ ἀῤῥώστῳ περιστολῇ ποτὲ μὲν <pb n="68"/> οἱ
                        κλύδωνες ἕπονται, ποτὲ δὲ αἱ πνευματώσεις· τῇ δ’ ὀλιγοχρονίῳ <lb/>πάντως μὲν
                        αἱ ἐλλιπεῖς πέψεις, ἐφεξῆς δὲ ἤτοι ταχεῖα <lb/>διέξοδος τῶν σιτίων, ἢ
                        διαφθορὰ κατὰ τὴν κάτω γαστέρα. <lb/>ταχείας μὲν οὖν διεξόδου συμπτώματα
                        ἀχώριστα <lb/>διαχωρήσεως ὑγρότης καὶ ἀνάδοσις ἐλλιπής· διαφθορᾶς δὲ
                        <lb/>δυσωδία μὲν ἐν τοῖς διαχωρουμένοις ἐξ ἀνάγκης, οὐκ ἐξ ἀνάγκης <lb/>δὲ
                        δήξεις ἢ πνευματώσεις, ἀλλ’ ἔστιν ὅτε μὲν οὐδέτερον <lb/>αὐτῶν, ἔστιν ὅτε δὲ
                        θάτερον, ὁτὲ δ’ ἀμφότερα. διὰ τί δὲ <lb/>κᾀν τούτοις κᾀν τοῖς ἔμπροσθεν
                        εἰρημένοις τινὰ μὲν ἐξ <lb/>ἀνάγκης ἕπεται, τινὰ δ’ οὐκ ἐξ ἀνάγκης, ἐν τῷ
                        μετὰ τοῦτον <lb/>διέξιμεν λόγῳ τῷ περὶ τῶν ἐν τοῖς συμπτώμασιν αἰτιῶν. ἐν
                        <lb/>δὲ τῷ παρόντι μετιέναι καιρὸς ἐπὶ τὴν λοιπὴν διαφορὰν τῶν
                        <lb/>συμπτωμάτων τῆς καθεκτικῆς δυνάμεως. ὅταν οὖν περιστέλληται <lb/>ἡ
                        γαστὴρ τοῖς σιτίοις, ἀλλὰ μετὰ παλμοῦ τινος, ἢ <lb/>οἷον σπασμοῦ τε καὶ
                        τρόμου καὶ κλόνου, πλημμελὲς ἂν εἴη <lb/>τὸ τοιοῦτον τῆς περιστολῆς ἔργον.
                        τοῦ μὲν οὖν παλμοῦ τῆς <lb/>γαστρὸς σαφῶς αἰσθανόμεθα, καὶ μέν γε καὶ τοῦ
                        σπασμοῦ, <pb n="69"/> λυγμὸς γὰρ ὀνομάζεται τὸ σύμπτωμα· τοῦ δὲ οἷον τρόμον,
                        <lb/>παθήματος αὐτῆς, οὐκέτ’ ἐναργῶς, ἀλλ’ εἰ προσέχοις τῷ <lb/>λόγῳ τὸν
                        νοῦν, οὐκ ἂν οὐδὲ τοῦτο φωράσαις χαλεπῶς. <lb/>ὅταν οὖν ἐδηδοκότι σοι μήτε
                        κλύδων τις ἐνοχλῇ, μήτε πνευμάτωσις, <lb/>ἀλλὰ μήτε παλμός τις εἴη, μήτε
                        λὺγξ, ἀήθους δ’ <lb/>ἀπορίας αἴσθησις ὑπάρχῃ κατὰ τὴν γαστέρα, καὶ οἷον
                        βαρύνηταί <lb/>τε καὶ κάμνῃ καὶ ποθῇ θᾶττον ὑπελθεῖν κάτω τὸ <lb/>βάρος ἢ
                        ἄνω ἅμα τῷ τινα ἐρυγὴν προσγενέσθαι, καί που <lb/>καὶ δυσχέρεια περὶ τὴν
                        ἀναπνοὴν δύσφορος δή τις καὶ δύσφραστος <lb/>ἕπηται, τόθ’ ἡγοῦ τὴν γαστέρα
                        περιεστάλθαι μὲν τοῖς <lb/>σιτίοις, ἀλλ’ οἷον τρομωδῶς. ἡ δὲ οἷον κλονώδης
                        κίνησις ἐν <lb/>τοῖς ῥίγεσι μάλιστα καταφανής ἐστιν, ἅπαντα τοῦ ζώου
                        καταλαμβάνουσα <lb/>τὰ μόρια. περὶ μὲν δὴ τούτων ἐπιπλέον ἐν <lb/>τοῖς μετὰ
                        τοῦτο λεχθήσεται γράμμασι· νυνὶ δὲ ἐπὶ τὴν τετάρτην <lb/>ἤδη τῆς γαστρὸς
                        μετέλθωμεν δύναμιν, τὴν ἀποκριτικήν <lb/>τε καὶ προωστικὴν ὀνομαζομένην, ἧς
                        ἡ μὲν οἷον στέρησις <lb/>ἔν τισιν ἰδέαις εἰλεῶν γίνεται· ἡ δὲ ἀῤῥωστία
                        συνεχῶς ἐγγίγνεται <lb/>ἐν βραδείαις τισὶ περιττωμάτων διεξόδοις· ἡ δ’ οἷον
                            <pb n="70"/> πλημμελὴς κίνησις, ὅταν ἤτοι πρὶν τελειωθῆναι τὴν πέψιν
                        <lb/>ἐξορμήσῃ πρὸς τὴν ἐνέργειαν, ἢ βραδύνῃ καὶ μέλλῃ τελειωθείσης, <lb/>ἢ
                        μετά τινος ἤδη τῶν εἰρημένων γίνεται συμπτωμάτων, <lb/>ἢ ἄλλως πως ἀνωμάλως,
                        ἢ οἷον ἀκρατῶς αὐτοῖς ἐμπίπτει <lb/>τοῖς σιτίοις ἡ γαστὴρ, ἀταμίευτον ἔχουσα
                        τὴν κίνησιν <lb/>ὁμοίως τοῖς εἰς τὸ κάταντες θέουσιν, εἶτα στῆναι μὴ
                        δυναμένοις. <lb/>ἐπὶ μὲν δὴ τῆς γαστρὸς, ὡς ὀργάνου πέψεως, εἴρηται <lb/>τὰ
                        συμπτώματα· καθότι δὲ καὶ τρέφεσθαι δεῖται, καὶ <lb/>τὸ θρέψον ἕλκειν εἰς
                        ἑαυτὴν, καὶ κατέχειν γε, μέχρι περ ἂν <lb/>ἀλλοιώσῃ καὶ ἀποκρίνῃ τὸ
                        περιττὸν, ἕτερον ἶσον ἀριθμὸν <lb/>κτήσεται συμπτωμάτων, ὡς ὁμοιομερὲς σῶμα.
                        τάχα οὖν ἂν <lb/>εἴη κάλλιον ἅπαντα <milestone unit="ed2page" n="39"/>τὰ
                        περὶ τὴν θρεπτικὴν ἐνέργειαν <lb/>διελθεῖν συμπτώματα, τῷ τε γαστρὸς σώματι
                        καὶ τοῖς ἄλλοις <lb/>ἅπασι μορίοις ὑπάρχοντα κοινά· σαφέστερος γὰρ ὁ λόγος
                        <lb/>οὕτως ἂν γένοιτο τοῖς ἐντυγχάνουσιν, ἐναργέστερόν τ’ ἄν τις
                        <lb/>διδάξειε τὸ μικρῷ πρόσθεν εἰρημένον, ὡς ἔστι καὶ σύμπτωμα
                        <lb/>συμπτώματος αἴτιον. ἑνὸς γοῦν συμπτώματος τῆς ἀτροφίας, <lb/>εἴτε καθ’
                        ὅλον αὕτη γίνοιτο τὸ ζῶον, εἴτε καθ’ ἕν τι μόριον <pb n="71"/> αὐτοῦ, πλείω
                        προηγεῖται συμπτώματα. δεομένου γὰρ τοῦ <lb/>μέλλοντος θρέψεσθαι καλῶς
                        ἕλκειν τε πρὸς ἑαυτὸ τὴν οἰκείαν <lb/>τροφὴν καὶ κατέχειν αὐτὴν ἄχρις ἂν
                        ἀλλοιῶσαν ἐξομοιώσῃ, <lb/>καὶ μέντοι καὶ ἀποκρίνειν τὸ περιττόν· ὄντος δὲ
                        <lb/>καὶ αὐτοῦ τοῦ περιττοῦ διττοῦ κατὰ γένος, ἢ γὰρ τῷ ποσῷ <lb/>περιττόν
                        ἐστιν, ἢ τῷ ποιῷ, ἀνάγκη πᾶσα τὸ ἀτροφοῦν μόριον <lb/>ἢ δι’ ἕν τι τῶν
                        εἰρημένων τοῦτο πάσχειν, ἢ διὰ πλείω. <lb/>εἴτε γὰρ ἐλλιπῶς ἕλκει τὸ θρέψον,
                        ἢ μηδ’ ὅλως, ἢ μοχθηρῶς <lb/>ἀτροφήσει τὸ μόριον· εἴτε τοῦτο μὲν ὅσον τε
                        ἐχρῆν <lb/>εἶναι καὶ οἷον ἐπάρδοιτο, σύμπτωμα δέ τι περὶ τὴν καθεκτικὴν
                        <lb/>δύναμιν εἴη τοῖς ἐπὶ τῆς γαστρὸς εἰρημένοις ἀνάλογον, <lb/>ἀτροφήσει
                        καὶ οὕτως. εἰ δὲ καὶ τούτων τῶν δυνάμεων ἀμέμπτως <lb/>ἐνεργουσῶν ἡ
                        ἀποκριτικὴ σφάλλοιτο πλέον ἢ προσῆκε <lb/>κενοῦσα, καὶ οὕτως ἂν ἰσχνὸν καὶ
                        ἄτροφον ἀποδειχθείη τὸ <lb/>μόριον. ἀλλὰ μὴν καὶ τῆς ἀλλοιωτικῆς δυνάμεως τὰ
                        συμπτώματα, <lb/>τὸ μὲν οἷον στέρησις, ὅπερ ἀπεψίαν ἔφαμεν ὀνομάζεσθαι,
                        <lb/>ἄντικρυς δῆλον, ὡς ἰσχνὸν ἐργάζεται τὸ μόριον· ﻿<pb n="72"/> τὸ δ’ οἷον
                        ἀῤῥωστία τις, ὅπερ καλοῦμεν βραδυπεψίαν, ἐν <lb/>χρόνῳ μὲν πλείονι, σαφῆ δ’
                        οὖν καὶ αὐτὴ ποιήσει ποτὲ τὴν <lb/>ἰσχνότητα· τῷ δὲ τρίτῳ συμπτώματι, τῆς
                        δυσπεψίας ἀνάλογον, <lb/>οὐκ ἰσχνὸν καὶ ἄτροφον, ἀλλ’ ἐξηλλαγμένον τὴν ἰδέαν
                        <lb/>ἀποδείξει τὸ μόριον, ὥσπερ ἔν τε ταῖς λεύκαις καὶ ταῖς ἐλεφαντιάσεσι
                        <lb/>φαίνεται. προσέχειν δὲ ἐνταῦθα χρὴ τὸν νοῦν καὶ <lb/>διορίζειν, πότερον
                        χυμοῦ τινος ἐπιῤῥυέντος, ἢ τῶν στερεῶν <lb/>αὐτῶν οὕτω διακειμένων
                        ἐξήλλακται τὰ τῆς χροιᾶς. εἰ μὲν γὰρ <lb/>διὰ χυμὸν, ἐξ ἑτέρου γένους τὸ
                        σύμπτωμά ἐστι, καὶ οὐ τῆς <lb/>ἀλλοιωτικῆς δυνάμεως τὸ σφάλμα· εἰ δ’ ὅλον
                        δι’ ὅλου τὸ μόριόν <lb/>ἐστιν οἷον οὐκ ἐχρῆν εἶναι, τῆς ἀλλοιωτικῆς
                        δυνάμεως. <lb/>γίνεται μὲν γὰρ κᾀν τοῖς ἰκτερικοῖς ἐξάλλαξις τοῦ κατὰ φύσιν
                        <lb/>χρώματος, ἀλλὰ τοῦτο μὲν σύμπτωμά ἐστι τῆς διακριτικῆς <lb/>ἐνεργείας,
                        πλὴν εἰ μὴ τῶν φλεβῶν αὐτῶν πάθος ποθ’ ὑπάρχει, <lb/>τηνικαῦτα γὰρ τῆς
                        ἀλλοιωτικῆς ἐστιν· ἡ δὲ καθ’ ἕκαστον <lb/>μόριον ἴδιος ἄχροια, εἰ μὴ διά
                        τινα χυμὸν ἔξωθεν ἐπίῤῥυτον <lb/>γίνεται, οἷον δυσπεψία τίς ἐστι τῆς ἐν αὐτῷ
                        δυνάμεως ἀλλοιωτικῆς <lb/>τε καὶ πεπτικῆς. ἐξέλωμεν δὴ ταύτην ἐν τῷ <pb n="73"/> παρόντι λόγῳ τὴν ἀτροφίαν κακοτροφίαν τινὰ οὖσαν· ἐπὶ <lb/>δὲ
                        τὴν στερητικὴν τῆς θρέψεως ὀνομαζομένην ἀτροφίαν ἐπανελθόντες
                        <lb/>ἀναμνήσωμεν, ὡς αὕτη τε σύμπτωμά ἐστι καὶ <lb/>ἕπεται συμπτώμασιν
                        ἄλλοτ’ ἄλλοις, ἤτοι περὶ τὴν ἑλκτικὴν, <lb/>ἢ περὶ τὴν καθεκτικὴν, ἢ τὴν
                        ἀποκριτικὴν δύναμιν, ἢ καὶ <lb/>περὶ τὴν ἀλλοιωτικὴν αὐτὴν γιγνομένοις.
                        ἁπάντων δὲ τούτων <lb/>τῶν συμπτωμάτων αἴτια τὰ νοσήματα. φέρε γὰρ ἐλλιπῶς
                        <lb/>ἐπί τι μόριον ἕλκεσθαι τὴν τροφὴν, καὶ διὰ τοῦτ’ ἀτροφεῖν <lb/>αὐτὸ,
                            νόση<milestone unit="ed1page" n="217"/>μα ἐξανάγκης προηγεῖταί τι ταύτης
                        τῆς <lb/>ἐλλιποῦς ἕλξεως· εἴρηται γὰρ ὅταν αὐτὸ τὸ μόριον ἀῤῥωστότερον
                        <lb/>ἐφ’ ἑαυτὸ τὴν τροφὴν ἐπισπᾶται, πάντως δή που <lb/>δύσκρατον ὑπάρχειν·
                        νόσος δὲ ἡ δυσκρασία· εἰ δ’ εὔκρατον <lb/>μὲν εἴη τὸ μόριον, ἔμφραξις δέ τις
                        ἐν τοῖς τῆς ἀναδόσεως <lb/>ὀργάνοις ὑπάρχουσα παρεμποδίζει τὴν ἀνάδοσιν, ἡ
                        μὲν ἔμφραξις <lb/>νόσημα, <milestone unit="ed2page" n="40"/>σύμπτωμα δ’
                        αὐτῆς ἡ βλάβη τῆς ἀναδόσεως. <lb/>οὐ μόνον δὲ ἐπερχόμενος ἕκαστον τῶν
                        συμπτωμάτων, <lb/>ὅσα διά τινα βλάβην ἐνεργείας γίνεται, μάθοις ἂν ὡς
                        <lb/>προηγεῖταί τι νόσημα πάντως αὐτῶν, ἀλλὰ κᾀξ αὐτῆς τῆς <pb n="74"/>
                        οὐσίας τῶν πραγμάτων ἔνεστί σοι χωρὶς ἐπαγωγῆς συλλογίζεσθαι. <lb/>τὴν μὲν
                        γὰρ ὑγείαν αἰτίαν ἐνεργείας ἐθέμεθα, τὴν <lb/>δὲ νόσον αἰτίαν ἐνεργείας
                        βλάβης· ἀλλὰ καὶ τὰ συμπτώματα, <lb/>περὶ ὧν δὴ νῦν τὸν λόγον ποιούμεθα,
                        βλάβας ἐνεργειῶν <lb/>ὑπάρχειν ἔφαμεν. ἐκ δὲ τούτων ὑποκειμένων συμβαίνει,
                        <lb/>τοῦ τοιούτου γένους τῶν συμπτωμάτων αἰτίας εἶναι τὰς <lb/>νόσους. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ὅτι δὲ καὶ τὰ τῶν λοιπῶν δύο γενῶν αἱ νόσοι <lb/>προηγοῦνται, λόγον αἰτίας
                        ἔχουσαι πρὸς αὐτὰ, καὶ τοῦτο <lb/>δείξομεν ὀλίγον ὕστερον, ἐπειδὰν πρότερον
                        ἅπαντα τὸν περὶ <lb/>αὐτῶν ἐπέλθωμεν λόγον, ἀρξάμενοι πάλιν ἀπὸ τῶν ἐν ταῖς
                        <lb/>διαθέσεσι τοῦ σώματος συνισταμένων συμπτωμάτων. εἰσὶ <lb/>δ’ αὐτῶν αἱ
                        πρῶται διαφοραὶ τέτταρες. τὰ μὲν γὰρ ὁρατὰ, <lb/>τὰ δ’ ἀκουστὰ, τὰ δ’
                        ὀσφραντὰ, τὰ δὲ γευστὰ, τὰ δ’ <lb/>ἁπτὰ τετύχηκεν ὄντα. τὰ μὲν οὖν ὁρατὰ τὴν
                        γένεσιν ἐν <lb/>ταῖς παρὰ φύσιν ἴσχει χροιαῖς, ἤτοι παντὸς ἅμα τοῦ σώματος,
                        <lb/>ἤ τινων μορίων ἤ τινος· ἅπαντος μὲν οὖν, ὡς ἐπὶ τῶν <lb/>ἰκτεριώντων
                        ἔχει, καὶ τῆς ἡπατίτιδός τε καὶ σπληνίτιδος ὀνομαζομένης <pb n="75"/> νόσου,
                        καί τισιν ὑδέρων εἴδεσιν· ἔν τινι δὲ, καθάπερ <lb/>ἔν τε τῇ γλώττῃ μόνῃ
                        πολλάκις ὁρᾶταί τις ἐξαίρετος <lb/>ἄχροια, καὶ τοῖς ἐξ ἀποστημάτων μορίοις
                        μελανθεῖσιν ἢ πελιδνοῖς <lb/>γενομένοις, οὕτω δὲ κᾀν τοῖς ἄνθραξι, κᾀν τοῖς
                        ἐρυσιπέλασιν <lb/>ἕρπησί τε καὶ γαγγραίναις ὑπαλλάττεται τὰ κατὰ <lb/>φύσιν
                        χρώματα. τούτου τοῦ γένους ἐστὶ καὶ ἀλφὸς, καὶ <lb/>λεύκη, καὶ ἐλέφας, καὶ
                        τἄλλα ὅσα τοιαῦτα. καὶ γὰρ καὶ <lb/>ταῦτα τὰς κατὰ φύσιν ὑπαλλάττει χροιάς.
                        καὶ μὲν δὴ καὶ <lb/>πολλοῖς ἅμα μορίοις ἐστὶν εὑρεῖν ποτε συμβαίνουσαν
                        ἄχροιαν <lb/>ἐν πολλοῖς τῶν νοσημάτων, ἤτοι περὶ τὰ σκέλη μᾶλλον, ἢ
                        <lb/>περὶ τὸ πρόσωπον, ἢ σύμπαν γε τὸ ἄνω τοῦ σώματος, ἢ <lb/>σύμπαν τὸ
                        κάτω. τὰς μὲν οὖν ὁρατὰς διαφορὰς ἐν τούτοις <lb/>ἐπισκεπτέον, τὰς δ’
                        ὀσφρητὰς ἐπί τε τῆς ἀναπνοῆς καὶ τῆς <lb/>διαπνοῆς πρῶτον. ὀνομάζω δὲ τὴν
                        μὲν διὰ λάφυγγος ὁλκήν <lb/>τε καὶ αὖθις ἔκπεμψιν τοῦ πέριξ ἀέρος, ἀναπνοήν·
                        τὴν δὲ <lb/>καθ’ ὅλον τὸ σῶμα, διαπνοήν. αἱ τοίνυν κατὰ ταύτας γινόμεναι
                        <lb/>δυσωδίαι παρὰ φύσιν ἐν τῷ τῶν συμπτωμάτων τετάξονται <lb/>γένει, μετὰ
                        δὲ ταύτας αἱ κατὰ τὰ ὦτα καὶ ῥῖνας <pb n="76"/> καὶ μασχάλας καὶ ὅσα μόρια
                        κατὰ πάθος σήπεται. καὶ μὲν <lb/>δὴ κᾀν ταῖς ἐρυγαῖς ἔστιν εὑρεῖν ταὐτὸ
                        τοῦτο γένος τῶν <lb/>συμπτωμάτων, ἤτοι καπνώδους, ἢ ὀξώδους, ἢ βρομώδους,
                        <lb/>ἢ ἰχθυώδους, ἤ τινος ἑτέρας τοιαύτης ποιότητος ἐξοζούσης <lb/>τῆς
                        ἐρυγῆς. κατὰ δὲ τὰς γευστὰς διαφορὰς αὐτῷ τῷ <lb/>κάμνοντι τεκμαίρεται τὰ
                        συμπτώματα. καὶ γὰρ ἱδρῶτος <lb/>ἐγεύσαντό ποτε παραῤῥυέντος εἰς τὸ στόμα,
                        καὶ τοῦ κατ’ <lb/>αὐτὴν τὴν γλῶτταν σιάλου τῆς ποιότητος ἐξηλλαγμένης.
                        <lb/>ὥσπερ οὖν καὶ τοῦ αἵματος, οἷς καὶ τοῦτο διὰ στόματος ἐκκενοῦται
                        <lb/>καθ’ ὁντιναοῦν τρόπον, οἱ μὲν ἐπισήμως γλυκέος ἢ <lb/>ἁλμυροῦ γέ τινος
                        ἢ πικροῦ τὴν αἴσθησιν ἴσχουσιν· οὕτω δὲ <lb/>καὶ τῶν ἐκ πνεύμονος ἀναγομένων
                        καὶ τῶν ἐκ γαστρὸς ἐμουμένων <lb/>οἱ μὲν ὀξέων, οἱ δ’ ἁλικῶν, οἱ δὲ πικρῶν,
                        οἱ δὲ <lb/>γλυκέων, οἱ δ’ αὐστηρῶν αἰσθάνονται. πολλοὶ δὲ τῶν <lb/>ἰατρῶν
                        καὶ ἱδρῶτος γεύεσθαι <milestone unit="ed2page" n="41"/>δικαιοῦσιν αὐτοὶ καὶ
                        <lb/>προσέτι τοῦ κατὰ τὰ ὦτα ῥύπου· τεκμαίρεσθαι γάρ τι κᾀκ <lb/>τούτου. καὶ
                        μὴν καὶ τὰς ἁπτὰς διαφορὰς ἐν τούτοις τοῖς <lb/>συμπτώμασιν ἀριθμητέον,
                        ἐπειδὰν ἐξιστῶνται τοῦ κατὰ φύσιν, <lb/>οἷον δέρμα σκληρὸν καὶ περιτεταμένον
                        καὶ καρφαλέον. ﻿<pb n="77"/> οὕτω δὲ καὶ πλαδαρὸν ἢ ῥυσσὸν ἤ τινα τοιαύτην
                        ἑτέραν ἔχον <lb/>διαφοράν. ἐξ οὖν τῶν εἰρημένων δῆλον, ὡς καὶ τοῦτο τὸ
                        <lb/>γένος ἅπαν ὑπὸ νοσημάτων γίνεται. τὰς μὲν γὰρ κατά τε <lb/>τὴν χροιὰν
                        καὶ ἀτμὸν καὶ χυμὸν ἁπάσας διαφορὰς αὐτῶν τῶν <lb/>στερεῶν σωμάτων ἐν τοῖς
                        φυσικοῖς λόγοις ἐμάθομεν ἑπομένας <lb/>ταῖς κράσεσιν· οὕτω δὲ καὶ τὰς ἁπτὰς,
                        καὶ πολύ γ’ ἔτι <lb/>μᾶλλον ἁπασῶν τῶν εἰρημένων, ὅτι ταῖς δραστικαῖς
                        ποιότησιν <lb/>ὁμογενεῖς αὐτὰς εἶπον, ὡς ὑπὸ τῆς αὐτῆς αἰσθήσεως κρινομένας·
                        <lb/>καὶ γὰρ μαλακότης καὶ σκληρότης ὑπὸ τῆς ἁφῆς <lb/>δοκιμάζονται, καθάπερ
                        αἱ δραστικαὶ ποιότητες ὁμογενεῖς <lb/>ὑπάρχουσαι. ὥσθ’ ὅσον ἐν αὐταῖς παρὰ
                        φύσιν, ἔκγονον <lb/>ἅπαν τοῦτο δυσκρασίας ἐστὶν, ὥσπέρ γε καὶ τὸ κατὰ φύσιν
                        <lb/>εὐκρασίας. ἀλλ’ ἔστιν ἅπασα δυσκρασία νόσος. ὥστε καὶ <lb/>τὰ τοιαῦτα
                        συμπτώματα νοσημάτων ἔκγονα. τὰ δ’ ἐξ ἐπιῤῥύτου <lb/>τινὸς ὑγρότητος
                        ἐγγινόμενα τοῖς μορίοις, ὁμογενῆ τοῖς <lb/>εἰρημένοις ὑπάρχοντα συμπτώμασι,
                        τὰ μὲν γὰρ ἐμφράξεσιν, <lb/>ἢ θλίψεσιν ἑπόμενα, τὰ δὲ τοῖς τῶν ἑλκτικῶν τε
                        καὶ ἀποκριτικῶν <pb n="78"/> δυνάμεων ἔργοις κακῶς γινομένοις, ἀνάγκη καὶ
                        ταῦτα <lb/>τὴν οἷον πηγὴν τῆς γενέσεως ἔχειν τὰ νοσήματα. ἡ μὲν οὖν
                        <lb/>κατὰ τὸ ἧπαρ ἔμφραξις νόσημα οὖσα συνθέτου τε καὶ ὀργανικοῦ
                        <lb/>σώματος, αἰτία τῆς κατὰ τὸν ἴκτερον ἀχροίας ἐστίν. <lb/>ἡ δὲ καθ’
                        ἕκαστον τῶν μορίων δυσκρασία, νόσημα οὖσα καὶ <lb/>αὐτὴ τῶν τοιούτων
                        σωμάτων, ἄλλοτ’ ἄλλην αὐτῶν ἐμποδίζει <lb/>δύναμιν, ἤτοι τὴν ἕλκουσαν, ἢ τὴν
                        ἀποκρίνουσαν, ἤ τινα <lb/>ἑτέραν, ἐφ’ αἷς ἀνωμάλως τε καὶ ἀτάκτως τῶν ἐν τῷ
                        σώματι <lb/>διαῤῥεόντων ὑγρῶν ἄλλοτ’ ἄλλο μόριον ἀλλοιοῦται κατὰ <lb/>χροιὰν
                        καὶ ἀτμὸν καὶ χυμὸν καὶ τὰς ἁπτὰς ἁπάσας διαφοράς. <lb/>ἀλλὰ μὴν καὶ ὅσον
                        ὑπόλοιπόν ἐστι συμπτωμάτων γένος, ἤτοι <lb/>περὶ φωνὰς καὶ ψόφους τοὺς κατὰ
                        τὸ ζῶον, ἤτοι κᾀν τοῖς <lb/>ἐκκρινομένοις τοῦ σώματος ἢ ἐπεχομένοις, ἔκγονον
                        ἅπαν καὶ <lb/>τοῦτο νοσημάτων ἐστὶν, ἢ αὐτῶν ἄντικρυς, ἢ διὰ μέσων τινῶν
                        <lb/>συμπτωμάτων. ἐν μὲν γὰρ ταῖς φωναῖς αἵ τε κατὰ τὸ <lb/>στόμα καὶ τὴν
                        φάρυγγα καὶ τὴν τραχεῖαν ἀρτηρίαν καὶ τὸν <lb/>πνεύμονα καὶ τὸν θώρακα νόσοι
                        τὰ συμπτώματ’ αὐτῶν ἐργάζονται, <lb/>κλονώδεις τέ τινας καὶ τρομώδεις καὶ
                        βραγχώδεις <pb n="79"/> καὶ κλαγγώδεις ἀποτελοῦσαι φωνάς· ἐν ἄλλοις δέ τισι
                        τοῦ <lb/>ζώου μορίοις ἦχοί τε καὶ βορβορυγμοὶ καὶ τρυσμοὶ καὶ ὅσα
                        <lb/>τοιαῦτα, τὰ μὲν ὑπὸ στενοχωρίας ὀργάνων ἢ κινήσεως <lb/>πλημμελοῦς, τὰ
                        δὲ ὑπὸ πλεονεξίας φυσώδους πνεύματος, <lb/>ἢ καί τινων ἢ καὶ πάντων ἅμα
                        τούτων συνιόντων ἀποτελεῖται, <lb/>περὶ ὧν ἐπιπλέον ἐν ταῖς τῶν συμπτωμάτων
                        αἰτίαις <lb/>εἰρήσεται. </p></div></div></body></text></TEI>