<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg042.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Τοῦ μὲν δὴ θερμοῦ νοσήματος ἐν τῷ καθόλου <lb/>τὰς αἰτίας εἴπομεν, ἐπὶ δὲ τὸ
                        ψυχρὸν ἤδη μεταβῶμεν. <lb/>εἰσὶ δὲ καὶ αἱ τοῦδε πλείους τὸν ἀριθμὸν αἰτίαι,
                        οἷον ὁμιλίαι <lb/>τῶν ψυχόντων, καὶ τῶν ἐσθιομένων καὶ πινομένων τό ﻿<pb n="11"/> τε ποσὸν καὶ τὸ ποιὸν, καὶ στέγνωσίς τε καὶ μάνωσις, κᾀπὶ
                        <lb/>τούτοις ἀργία τε καὶ κίνησις ἄμετρος. αὗται γὰρ οὖν <lb/>δὴ καὶ αὐτὸ τὸ
                        πῦρ σβεννύουσιν αἱ προφάσεις. ἄνθρακι <lb/>μὲν γὰρ σμικρῷ χιόνα πολλὴν, ἢ
                        κρύσταλλον ἐπιθεὶς, ἢ ὕδωρ <lb/>ψυχρὸν ἐπιχέας, σβέσεις παραχρῆμα. κᾂν εἰ τὸ
                        περιέχον <lb/>εἴη ἄκρως ψυχρὸν, οἷον μάλιστα περὶ τὸν Ἴστρον χειμῶνος,
                        <lb/>οὐ μόνον λύχνον ὑπαίθριον ὄψει σβεννύμενον εὐθὺς, ἀλλὰ <lb/>καὶ πᾶν
                        ἄλλο ὀλίγον πῦρ. οὕτω μὲν ὑπὸ τῆς τῶν ἄγαν ψυχρῶν <lb/>ὁμιλίας νικᾶται τὸ
                        πῦρ· ὑπὸ δὲ τῆς τῶν τρέφειν αὐτὸ <lb/>φύσιν ἐχόντων ὑπερβολῆς, ἢ ἐνδείας, ἢ
                        μὴ προσηκούσης ποιότητος <lb/>ὡδί πως βλάπτεται. ξύλα μὲν ἀθρόα καὶ πολλὰ
                        σωρεύσας <lb/>ἐπὶ σμικρᾶς φλογὸς ἀποπνίξεις αὐτὴν ὑπερβολῇ ποσότητος
                        <lb/>ἀμέτρου, μὴ παρέχων δὲ ὅλως ἢ παντάπασιν ὀλίγα, <lb/>μαραινομένην ὄψει
                        δι’ ἔνδειαν, ἢ ὀλιγότητα τροφῆς. οὕτω <lb/>δέ που καὶ τὴν λυχνιαίαν φλόγα
                        θεώμεθα μειουμένην τε καὶ <lb/>κινδυνεύουσαν σβεσθῆναι ταῖς ἀμετρίαις τῆς
                        οἰκείας τροφῆς. <lb/>εἴτε γὰρ μὴ παρέχῃς αὐτῇ τοὔλαιον δαψιλὲς, εἴτε ἀθρόως
                        <lb/>καταχέοις, πάμπολυ λυπήσεις ἑκατέρως· εἰ δὲ καὶ παρέχεις <pb n="12"/>
                        μὲν ἄφθονον αὐτῇ τὴν ὕλην, ἀλλ’ ἤτοι μηδ’ ὅλως καίεσθαι <lb/>πεφυκυῖαν, ἢ
                        σὺν πολλῷ καμάτῳ, καὶ ταύτην εὐθέως ἐλάττονα <lb/>ποιήσεις τὴν φλόγα,
                        καθάπερ εἰ καὶ τοὔλαιον ἀναμίξας <lb/>ὕδατι καταχέεις τοῦ πυρός. καὶ μὲν δὴ
                        καὶ στεγνώσας τὸ <lb/>περιέχον τὴν φλόγα καὶ μανώσας ἀμέτρως, ὄψει καὶ οὕτως
                        <lb/>ἐλάττονά τε γιγνομένην ἐν τάχει καὶ κινδυνεύουσαν σβεσθῆναι.
                        <lb/>στεγνοῦται μὲν οὖν εἰ σικύαν ἰατρικὴν, ἢ πνιγέαν περιθείης, <lb/>ἤ τι
                        τοιοῦτον ἕτερον· οὕτω δὲ καὶ τῶν καμίνων εἰ τὰς ὀπὰς <lb/>ἐμφράξαις. εἰ δὲ
                        ἐν ἡλίῳ πολλῷ καὶ θερινῷ καὶ προσηλίῳ <lb/>χωρίῳ καταθείης, ἢ μείζονα
                        παραθείης ἑτέραν φλόγα, θεάσῃ <lb/>καὶ τότε τὴν ἐλάττω <milestone unit="ed2page" n="20"/>μαραινομένην ἐκ τοῦ μανοῦσθαί <lb/>τε καὶ
                        διαφορεῖσθαι σφοδρῶς ὑπὸ τῆς ἔξωθεν φλογὸς <lb/>ἰσχυροτέρας ὑπαρχούσης. ὅτι
                        δὲ καὶ ῥιπίζων αὐτὴν, ὅπερ <lb/>ἐστὶ κινῶν, αὐξήσεις μὲν, εἰ μεμετρημένως
                        αὐτὸ ποιήσεις, ἀμέτρως <lb/>δὲ ῥιπίσας διαλύσεις τε καὶ σκεδάσεις, οὐδὲ
                        τοῦτο ἄδηλον. <lb/>οὕτω γοῦν καὶ οἱ ἄνεμοι κατὰ τὸ μέγεθος ἀεὶ τῆς
                        <lb/>φλογὸς ἐθέλουσιν ὑπάρχειν, εἴ τι μέλλοιεν ὀνήσειν αὐτήν· οἱ <pb n="13"/> δὲ μείζους ἢ κατ’ ἐκείνην σκεδαννύουσιν, οὐ ῥιπίζουσιν. κᾀν <lb/>τῷδε
                        δῆλον ὡς δεῖται μὲν τῆς ἐπικτήτου κινήσεως ἡ φλὸξ πρὸς <lb/>αὔξησιν, οὐ μὴν
                        ἀμέτρου γε ταύτης. ἀῤῥωστεῖ μὲν γὰρ οὐδ’ <lb/>ὅλως ῥιπιζομένη, σκεδάννυται
                        δὲ καὶ διαφορεῖται πρὸς τῆς <lb/>ἔξωθεν κινήσεως ἐπιπιπτούσης. κατὰ μὲν δὴ
                        τὸ πρῶτον εἶδος <lb/>τῆς αἰτίας ὑπὸ παντὸς τοῦ προσπίπτοντος ἔξωθεν ψυχροῦ,
                        <lb/>τοῦ μὲν κατὰ τὴν θίξιν μόνον, τοῦ δὲ κατὰ τὴν δύναμιν <lb/>ἔσται τι
                        νόσημα ψυχρόν. οὕτως ἐν ὕδατι ψυχρῷ νηξάμενός <lb/>τις ἐβλάβη, καὶ κακῶς
                        λουσάμενος, καὶ διὰ κρύους <lb/>ὁδοιπορήσας. ἐνίους δὲ καὶ ἀποθανόντας οἶδα
                        πρὶν οἴκαδε <lb/>παραγενέσθαι. κατὰ δὲ τὸ δεύτερον ἢ ἀπόπληκτος, ἢ
                        ἐπίληπτος, <lb/>ἢ κίνησιν ἢ αἴσθησιν βεβλαμμένος, ἤ πως ἄλλως
                        <lb/>κατεψυγμένος ἐξ οἰνοφλυγίας τις ἐγένετο. καί τοί γε αὔξει <lb/>τὴν
                        ἔμφυτον θερμασίαν ὁ σύμμετρος οἶνος, ὡς ἂν οἰκειοτάτη <lb/>τροφή. καὶ μὲν δὴ
                        καὶ ἡ τῶν χρηστοτάτων τε καὶ τροφιμωτάτων <lb/>τῷ ζώῳ σιτίων ἄμετρος
                        προσφορὰ νοσημάτων ψυχρῶν <lb/>αἰτία γίγνεται. ὅσα δὲ ψυχρότερα φύσει τῶν
                        ἐσθιομένων <pb n="14"/> ἢ πινομένων, καὶ ταῦτα ψυχρῶν νοσημάτων αἴτια. τῶν
                        <lb/>τοιούτων δέ ἐστι καὶ μήκων καὶ μανδραγόρα καὶ ὑοσκύαμος <lb/>καὶ
                        κώνειον, ἃ δὴ καὶ κτείνει τῷ σφοδρῷ τῆς ψύξεως. ἡ δέ <lb/>γε στέγνωσις ἡ
                        ἐσχάτη, τρίτον γὰρ δὴ τοῦτο νοσημάτων ψυχρῶν <lb/>αἴτιον ἐτιθέμεθα, κάρους
                        τε καὶ κώματα καὶ ἀποπληξίας <lb/>ἐργάζεται· καὶ τοῦτο ἔστι τὸ πρὸς
                        Ἱπποκράτους λεγόμενον, <lb/>ὡς τῷ ἐξαίφνης ἄφωνον γενέσθαι, φλεβῶν ἀπολήψιες
                        <lb/>τὸ σῶμα λυπέουσιν, ὀνομάζει μὲν γὰρ ὁμοίως τοῖς ἄλλοις <lb/>παλαιοῖς τὰ
                        δύο γένη τῶν ἐναίμων ἀγγείων φλέβας, οὐχ <lb/>ὥσπερ οἱ νεώτεροι τὸ ἕτερον
                        μόνον τὸ μὴ σφύζον. ἐπειδὰν <lb/>δὲ ἀποληφθῶσιν αἱ κατὰ τὸ ζῶον ἀρτηρίαι,
                        τοῦτ’ ἔστιν οὕτω <lb/>πληρωθῶσιν αἵματος, ὡς μηδεμίαν ἔτι κενὴν ἀπολείπεσθαι
                        <lb/>χώραν ἐν αὐταῖς, εἰς ἣν ἐν τῷ διαστέλλεσθαι τὸν ἔξωθεν <lb/>ἀέρα
                        ἐπισπᾷν δυνήσονται, καταπνίγεται μὲν ἐν τῷδε καὶ ἔμφυτον <lb/>θερμὸν,
                        ἀκίνητοι δὲ καὶ ἀναίσθητοι διὰ ταχέων οἱ <lb/>οὕτω παθόντες ὅλῳ τῷ σώματι
                        γίγνονται. δέδεικται γὰρ <lb/>οὖν καὶ τοῦθ’ ἡμῖν ἐν μὲν τῷ περὶ χρείας
                        σφυγμῶν, ὡς ὑπὲρ <lb/>τοῦ φυλάττεσθαι σύμμετρον ἐν ἅπασι τοῖς μέρεσι τοῦ
                        ζώου <pb n="15"/> τὸ κατὰ φύσιν θερμὸν αἱ ἀρτηρίαι σφύζουσιν· ἐν δὲ τῷ
                        <lb/>περὶ χρείας ἀναπνοῆς, ὅτι καὶ ἥδε τὴν ἐν τῇ καρδίᾳ θερμότητα
                        <lb/>φυλάττει σύμμετρον. ὥσπερ οὖν εἰ τὰς ἐκτὸς ταύτας <lb/>φλόγας
                        ἀποστερήσαις τῆς πρὸς τὸ περιέχον κοινωνίας, ἢ πνιγέαν <lb/>περιθεὶς αὐταῖς,
                        ἢ σικύαν, ἤ τι τοιοῦτο ἄλλο, διαφθερεῖς <lb/>παραχρῆμα, κατὰ τὸν αὐτὸν
                        τρόπον, εἰ καὶ τὴν ἐν τοῖς <lb/>ζώοις θερμότητα καθείρξαις τε καὶ
                        κατακλείσαις, ὡς μηδαμῆ <lb/>κοινωνεῖν τῷ πέριξ ἀέρι, διαφθερεῖς ἐν τάχει. ἡ
                        μὲν οὖν ἐν <lb/>τῇ καρδίᾳ θερμασία διὰ τοῦ τῆς φάρυγγος πόρου κοινωνεῖ τῷ
                        <lb/>περιέχοντι, καὶ εἰ τοῦτον στεγνώσαις, καταπνίξεις τε αὐτὴν <lb/>αὐτίκα
                        καὶ διαφθερεῖς τὸ ζῶον. ἡ δ’ ἐν ταῖς καθ’ ὅλον <lb/>τὸν ὄγκον τοῦ σώματος
                        ἀρτηρίαις θερ<milestone unit="ed1page" n="208"/>μασία διά τε τῆς
                        <lb/>καρδίας <milestone unit="ed2page" n="21"/>αὐτῆς, καθ’ ὃ κοινωνεῖ τῇ
                        φάρυγγι, καὶ διὰ <lb/>παντὸς τοῦ δέρματος ἐς τὸ περιέχον ἀναπνεῖ, ῥιπιζομένη
                        <lb/>μὲν ἐν ταῖς διαστολαῖς, ἀποχέουσα δὲ τὸ αἰθαλῶδες <lb/>ἐν ταῖς
                        συστολαῖς, ὑφ’ ὧν ἀμφοτέρων ἡ κατὰ φύσιν αὐτῆς <lb/>συμμετρία διασώζεται.
                        καὶ δὴ καὶ στεγνωθεισῶν τῶν ﻿<pb n="16"/> ἀρτηριῶν ἤτοι, καθάπερ ὀλίγον
                        ἔμπροσθεν ἔφαμεν, ὑπὸ πλήθους <lb/>αἵματος, ἢ τινῶν ἐμφραγμάτων ἐν τοῖς
                        στόμασιν αὐτῶν <lb/>γενομένων, ὡς μηδαμῆ διαπνεῖσθαι, σβεσθῆναι μὲν
                        <lb/>ἀνάγκη τὸ θερμὸν, νεκρωθῆναι δὲ τὸ διατεθὲν οὕτω σῶμα. <lb/>μετρίας
                        μέντοι τῆς στεγνώσεως γενομένης, οὐκ ἔτι ἐξ ἀνάγκης <lb/>συστήσεται πάθημα
                        τοιοῦτον περὶ τὴν ἔμφυτον θερμασίαν. <lb/>ἀλλ’ εἰ μὲν οἷον αἰθαλῶδές τι καὶ
                        καπνῶδες εἴη, τηνικαῦτα <lb/>τὸ κατὰ τὸ τοῦ ζώου σῶμα περίττωμα γενόμενον
                        <lb/>ἕτερον ἔσται πάθημα τῆς ἐμφύτου θερμασίας· εἰ δ’ ἀτμίζον <lb/>ᾖ μόνον
                        ἡδὺ καὶ χρηστὸν, ἕτερον. ἑκάτερον δ’ αὐτῶν διττὸν, <lb/>ὡδί πως διαφέρον.
                        ὅταν γὰρ αἷμα χρηστὸν ἀκριβῶς ᾖ <lb/>κατὰ τὸ σῶμα, μηδενὶ περιττώματι
                        μοχθηρῷ τεθολωμένον, <lb/>ἀτμὸς ἐξ αὐτοῦ θερμαινομένου χρηστὸς ἐγείρεται,
                        μηδὲν ἐπιφερόμενος <lb/>ἅμ’ ἑαυτῷ πυρῶδες ἢ δριμύ. τὸ μὲν δὴ τοιοῦτον
                        <lb/>σῶμα μετρίως στεγνωθὲν ἢ πληθωρικὸν ἐν τάχει γένοιτ’ ἂν, <lb/>ἢ
                        θερμότερον τοῦ κατὰ φύσιν· ἀταλαιπώρως μὲν διαιτωμένοις <lb/>πληθωρικὸν,
                        ἔνδον μενόντων ὧν ἐχρῆν πονουμένων <lb/>ἐκκενοῦσθαι· διαπονοῦσι δὲ
                        θερμότερον, ὡς ἂν ἐκ μὲν τῆς <pb n="17"/> κινήσεως αὐξανομένης τῆς ἐμφύτου
                        θερμασίας, μὴ διαπνεομένης <lb/>δὲ τῷ πεπυκνῶσθαι τὸ σῶμα. κατὰ δὲ τὸ
                        καπνῶδες <lb/>ὑποτρέφον περίττωμα σῶμα στεγνωθὲν ἤτοι πυρετὸς ἐξαφθήσεται,
                        <lb/>κατακλεισθείσης ἔνδον τῆς λιγνυώδους ἀναθυμιάσεως, <lb/>ἢ
                        καταπνιγήσεται καὶ σβεσθήσεται τὸ ἔμφυτον θερμόν. <lb/>ἑκάτερον δ’ αὐτῶν
                        ἀκολουθήσει τῷ τε πλήθει τοῦ <lb/>περιττώματος καὶ τῷ ποσῷ τῆς στεγνώσεως.
                        εἰ μὲν γὰρ <lb/>τὸ καπνῶδες περίττωμα τὸ δεόμενον τῆς κενώσεως εἴη πάμπολυ
                        <lb/>καὶ ἡ στέγνωσις σφοδρὰ, κίνδυνος ἀποσβεσθῆναι καταπνιγεῖσαν <lb/>ὑπὸ
                        τοῦ περιττώματος τὴν ἔμφυτον θερμασίαν· <lb/>εἰ δ’ ὀλίγον τε εἴη τὸ
                        περίττωμα καὶ ἡ στέγνωσις βραχεῖα, <lb/>πυρετὸς ἀναφθήσεται. δῆλον οὖν ὡς
                        καὶ τὰς φυσικὰς ἐπίστασθαι <lb/>χρὴ καὶ τὰς ἐπικτήτους διαθέσεις τοῦ
                        σώματος, ἐν <lb/>αἷς ἤτοι λιγνυῶδες, ἢ καπνῶδες, ἢ ἀτμῶδές ἐστι τὸ
                        διαπνεόμενον. <lb/>ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἐν τῇ τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου
                        <lb/>λεχθήσεται πραγματείᾳ· νυνὶ δὲ ἐπὶ τὸ προκείμενον ἐπανίωμεν. <lb/>ὥσπερ
                        γὰρ ἡ στέγνωσις ψύξεως αἰτία πολλάκις γίγνεται <lb/>καθ’ ὃν εἴρηται τρόπον,
                        οὕτω καὶ ἡ μάνωσις, ὅταν <pb n="18"/> ἐπιπλέον ἢ προσῆκε διαφορήσῃ τε καὶ
                        σκεδάσῃ τὸ ἔμφυτον <lb/>θερμὸν, ψυχρότερον ἀπεργάζεται τὸ σῶμα. γίγνεται δὲ
                        <lb/>ταῦτα καὶ καθ’ ὅλον μὲν τὸ ζῶον, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ καθ’ <lb/>ἕκαστον
                        μόριον ὡσαύτως, ἤτοι στεγνούμενον, ἢ μανούμενον. <lb/>εἰ γὰρ ἥν περ ὅλον
                        ἔσχε τὸ σῶμα διάθεσιν ἐπὶ <lb/>ταῖς ἐμφράξεσί τε καὶ πληρώσεσι τῶν ἀρτηριῶν,
                        ταύτην <lb/>σχοίη τὸ μόριον ὑπὸ τῶν ἐν αὐτῷ μόνων πεπονθυιῶν ἀρτηριῶν,
                        <lb/>ἀνάγκη δήπου καὶ νοσῆσαι παραπλησίως αὐτῷ. <lb/>καὶ μὲν δὴ καὶ τὰ
                        προσπίπτοντα ἔξωθεν αὐτῷ φάρμακά <lb/>τε καὶ ὕδατα φαρμακώδη καὶ ψυχρὰ καὶ
                        αὐτὸ τὸ περιέχον <lb/>ἤτοι στέγνωσιν, ἢ μάνωσιν ἄμετρον ἐναπεργάζεσθαι
                        δυνήσεται <lb/>τῷ μορίῳ. καί τινες βίαιοι δεσμοὶ ποτὲ μὲν αὐτῷ <lb/>τῷ
                        μέρει, ποτὲ δὲ τοῖς ὑπερκειμένοις περιτιθέμενοι νεκρώσουσί <lb/>τε καὶ
                        καταψύξουσιν αὐτὸ, τῆς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ <lb/>ζώου κοινωνίας στερήσαντες,
                        ἐξ ἧς αὐτῷ καὶ ἡ σύμφυτος <lb/>ἐπέῤῥει θερμασία καὶ ἡ κινοῦσα τὰς ἀρτηρίας
                        δύναμις <lb/>ἐχορηγεῖτο. </p></div></div></body></text></TEI>