<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg042.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Τίνες οὖν ἑκάστου τῶν εἰρημένων νοσημάτων <lb/>αἰτίαι τῆς γενέσεως, ἤδη
                        σκοπώμεθα, ἀρχὴν ἀπὸ τοῦ <lb/>κατὰ θερμασίαν ἄμετρον δυσκράτου νοσήματος
                        ποιησάμενοι. <pb n="3"/> φαίνεται δὴ <milestone unit="ed1page" n="206"/>κᾀπὶ
                        τῶν ἄλλων ἁπάντων σωμάτων, ὁπόσα <lb/>θερμότερα γίγνεται σφῶν αὐτῶν, ἢ ἐκ
                        κινήσεώς τινος αὐξανομένου <lb/>τοῦ θερμοῦ, ἢ ἐκ σηπεδόνος, ἢ ἐξ ὁμιλίας
                        ἑτέρου <lb/>θερμοτέρου σώματος, ἢ ἐκ στεγνώσεως, ἢ ἐξ ἐπιτηδείου τροφῆς.
                        <lb/>ἐκ μὲν κινήσεως ἐπί τε τῶν γυμναζομένων ὁπωσοῦν <lb/>καὶ τῶν
                        παρατριβομένων ἀλλήλοις λίθων, ἢ ξύλων, καὶ τῆς <lb/>ῥιπιζομένης φλογός. ἐκ
                        σήψεως δὲ τῶν τε ἄλλων ἁπάντων <lb/>καὶ μάλιστα σπερμάτων, ἢ κόπρου· ἐγὼ
                        γοῦν οἶδα καὶ <lb/>ἀναφθέντα ποτὲ περιστερῶν ἀποπατήματα διασαπέντα. καὶ
                        <lb/>μὲν δὴ καὶ ὡς ἐκ τῆς τῶν θερμοτέρων ὁμιλίας θερμαίνεται <lb/>τὰ
                        πλησιάζοντα, <milestone unit="ed2page" n="17"/>πρόδηλον παντὶ βαλανείων
                        ἀναμνησθέντι <lb/>καὶ ἡλίου θερινοῦ καὶ φλογὸς ἁπάσης. οὕτω δὲ <lb/>καὶ εἰ
                        πῦρ ἀνάψαις χειμῶνος ἐν οἴκῳ μεγάλῳ, στεγνώσας <lb/>μὲν αὐτοῦ τὰς διαπνοὰς,
                        ἀθροίσαις ἂν ἔνδον τὸ θερμὸν, <lb/>ἐάσας δὲ ἀνεῷχθαι πανταχόθεν, οὐδὲν ἕξεις
                        πλέον. ἀτὰρ <lb/>οὖν καὶ τὰ βαλανεῖα καὶ αἱ κάμινοι τὸν αὐτὸν τοῦτον τρόπον
                        <lb/>ἀθροίζουσι τὸ θερμὸν ἑαυτῶν ἔνδον. ᾧ δῆλον ὡς καὶ <lb/>στέγνωσις ποτὲ
                        θερμασίας πλείονος αἰτία. δῆλον δὲ καὶ τὸ <pb n="4"/> ἀπὸ τῆς ὕλης, ὡς
                        κάλαμοι μὲν οἱ ξηροὶ ῥᾳδίως ἐξαίρουσιν <lb/>ἐπὶ μέγιστον τὴν φλόγα, ξύλα δέ
                        γε χλωρὰ, καὶ μάλιστα ἢν <lb/>πλείω σωρεύσῃς ἐπ’ αὐτὴν, ἄχρι μὲν πολλοῦ
                        βαρύνει τε καὶ <lb/>οἷον καταπνίγει τὴν φλόγα, τελευτῶντα δὲ αὐξάνει. πῶς
                        <lb/>οὖν ἐν τῷ τοῦ ζώου σώματι τούτων ἕκαστον ἀποτελεῖται; <lb/>γυμνασθεὶς
                        μέν τις ἀμετρότερον ἐκοπώθη. τοῦτο δ’ ἐστὶ <lb/>θερμασίαν ἔχειν ἄμετρον ἐν
                        τοῖς ἄρθροις τε καὶ τοῖς μυσὶ <lb/>πλείονα τοῦ κατὰ φύσιν. ταῦτα γὰρ ἦν καὶ
                        τὰ πρώτως κινούμενα. <lb/>καὶ εἰ μὲν ἐνταῦθα καταμείνειεν ἡ θέρμη καὶ
                        φθάσειεν <lb/>λυθῆναι, πρὶν ἐπινείμασθαι σύμπαν τοῦ ζώου τὸ σῶμα, <lb/>κόπος
                        ἂν οὕτω γε μόνον εἴη τὸ γεγονός· εἰ δὲ εἰς ἅπαν ἐκταθείη <lb/>τὸ σῶμα,
                        πυρετὸς ὀνομάζεται τὸ νόσημα, τοῦ παντὸς <lb/>ζώου θερμότης τις ἄμετρος
                        οὖσα. οὕτω δὲ καὶ ὁ θυμὸς, <lb/>ζέσις τις ὢν τοῦ περὶ τὴν καρδίαν θερμοῦ,
                        διὰ κίνησιν ἄμετρον <lb/>ὅλον ἐπινειμάμενος ἐνίοτε τὸ σῶμα πυρετὸν ἀνῆψε.
                        <lb/>καὶ μὲν δὴ καὶ ὅσα σήπεται κατὰ τοῦ ζώου σῶμα, τινὰ μὲν <lb/>ἐν αὐτοῖς
                        τοῖς μέρεσιν, ἐν οἷς σήπεται, θερμασίαν ἄμετρον <pb n="5"/> ἐργάζεται,
                        καθάπερ ἐρυσιπέλατά τε καὶ ἕρπητες καὶ ἄνθρακες <lb/>καὶ φλεγμοναὶ καὶ
                        φύγεθλα, τὰ δ’ ὅλον τὸ σῶμα <lb/>συνεκθερμήναντα πυρετὸν ἤγειρε. καὶ γὰρ οὖν
                        καὶ τὸ τρίτον <lb/>αἴτιον ἀμέτρου θερμότητος ἔκ τε τούτων ἤδη πρόδηλον,
                        <lb/>ὅπως ἐπιγίγνεται τοῖς ζώοις, κᾀκ τῶν καλουμένων ἐγκαύσεων. <lb/>ἐπί τε
                        γὰρ τοῖς βουβῶσι καὶ ταῖς φλεγμοναῖς καὶ <lb/>τοῖς ἐρυσιπέλασι καὶ πᾶσι τοῖς
                        οὕτω θερμοῖς νοσήμασιν ἀεὶ <lb/>τὸ ψαῦόν τε καὶ συνεχὲς μόριον αὐτὸ μὲν
                        πρῶτον ἀπολαύει <lb/>τῆς θερμασίας, ἔπειτα δὲ καὶ τῷ πλησιάζοντι μεταδίδωσι,
                        <lb/>κᾀκεῖνο αὖθις τῷ μεθ’ ἑαυτὸ, καὶ οὕτως ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τῆς <lb/>ἐμφύτου
                        θερμασίας ἀφικομένης τῆς δυσκρασίας ὅλον ἐν τάχει <lb/>τὸ σῶμα μεταλαμβάνει
                        τοῦ τῆς ἀρχῆς παθήματος. αἱ δ’ <lb/>ἐν τοῖς ἡλιουμένοις χωρίοις διατριβαὶ
                        πολυχρόνιοι τῶν μὲν <lb/>γυμνῶν ὅλον ἐκθερμαίνουσιν ἀμέτρως ἐνίοτε τὸ δέρμα,
                        τῶν <lb/>δ’ ἠμφιεσμένων μόνην τὴν κεφαλήν. καὶ τοῦτ’ ἔστιν ἡ ἔγκαυσις.
                        <lb/>εἰ δ’ ἅπαν ἐπινεμηθείη τὸ σῶμα, πυρετὸς ἂν οὕτω γένοιτο. <lb/>τὸ δὲ
                        τέταρτον γίνος τῆς αἰτίας τῆς ἀναπτούσης ἀμέτρως <lb/>τὴν ἔμφυτον θερμασίαν
                        ἐπί τε ταῖς ψύξεσι καὶ στύψεσιν ﻿<pb n="6"/> ὁρᾶται γιγνόμενον. ῥιγώσας γὰρ
                        τις ἀμέτρως καὶ νηξάμενος <lb/>ἐν ὕδατι στυπτηριώδει, ἤ τινος τοιαύτης
                        ἑτέρας μετέχοντι δυνάμεως, <lb/>ἐστέγνωσέ τε καὶ ἐπύκνωσε τὸ δέρμα καὶ τὰς
                        διαπνοὰς <lb/>ἔνδον καθεῖρξεν. αἱ δ’ εἰ τύχοιεν οὖσαι καπνώδεις
                        <lb/>ἀθροισθεῖσαι, πυρετὸν ἐγέννησαν. τὸ δὲ δὴ πέμπτον εἶδος <lb/>τῆς
                        ἀναπτομένης ἀμέτρως θερμότητος ἐδεσμάτων εἰσὶ ποιότητες <lb/>δριμεῖαι καὶ
                        θερμαὶ, σκορόδων τε καὶ πράσων καὶ κρομμύων <lb/>καὶ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα. καὶ
                        γὰρ οὖν καὶ ἡ τούτων <lb/>χρῆσις ἀμετροτέρα γιγνομένη πυρετὸν ἤγειρεν
                        ἐνίοτε. καὶ μὲν <lb/>δὴ καὶ πομάτων θερμῶν, οἷον οἴνου τε παλαιοῦ καὶ
                        δριμέος <lb/>προσενεχθέντος πλείονος ἀσθενεῖ σώματι καὶ φαρμάκων
                        <lb/>δριμέων ἀλεξητηρίων τε καὶ δηλητηρίων, ἐπύρεξαν <milestone unit="ed2page" n="18"/>ἄνθρωποι, <lb/>τί οὖν δή, φασιν, οὐ διὰ παντὸς
                        ἐφ’ ἑκάστῳ τῶν <lb/>εἰρημένων αἰτίων ἀνάπτεται πυρετός; ὅτι καὶ τὸ ποσὸν τῆς
                        <lb/>δρώσης αἰτίας ἄνισόν ἐστι, καὶ ἡ συστᾶσα διάθεσις ἀπ’ αὐτῆς <lb/>ἐν τῷ
                        σώματι παμπόλλην ἐν τῷ μᾶλλόν τε καὶ ἧττον ἔχει <lb/>τὴν διαφορὰν, αὐτό τε
                        τὸ σύμπαν τοῦ ζώου σῶμα πάμπολυ <lb/>διενήνοχεν ἕτερον ἑτέρου πρὸς τὸ ῥᾳδίως
                        ἢ μόγις ἐξίστασθαι <pb n="7"/> τοῦ κατὰ φύσιν. ὡς οὖν οὐκ ἀπορεῖς δια τί
                        πᾶσα κίνησις <lb/>οὐκ ἐργάζεται κόπον, ἀλλ’ ἐναργές ἐστί σοι τό γε τοσοῦτον,
                        <lb/>ὡς εἰ μὴ πλείων εἴη καὶ ἰσχυροτέρα τῆς τῶν ἄρθρων τε καὶ <lb/>μυῶν
                        φύσεως, οὐκ ἄν ποτε κοπώσειεν αὐτὰ, κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>ἐχρῆν σε τρόπον
                        ἐννοεῖν, ὡς οὐδ’ ἡ κοπώδης αὕτη διάθεσις, <lb/>εἰ μὴ μέγεθός τε καὶ χρόνον
                        ἀξιόλογον σχοίη, οὐκ ἂν τὸ πᾶν <lb/>ἑαυτῇ σῶμα συγκακῶσαι δυνήσεται. ἢ
                        κίνησις μὲν ὀλίγη· κόπον <lb/>οὐχ οἵα τέ ἐστιν ἐργάζεσθαι, μικρὸς δὲ κόπος
                        ἀνάψει <lb/>πάντως πυρετόν; ἢ κίνησις μὲν ἐν τῷ πρός τι τὸ δρᾷν ἕξει,
                        <lb/>κόπος δ’ οὐχ ἕξει; καὶ μὲν ὅτι γε τὰ μὲν τῶν ἀθλητῶν σώματα
                        <lb/>πολυχρονίων τε ἅμα καὶ σφοδροτάτων ἀνέχεται κινήσεων <lb/>ἄνευ τοῦ
                        κοπωθῆναι, τὰ δ’ ἡμῶν τῶν ἰδιωτῶν, εἰ πλείω <lb/>βραχὺ παρὰ τὰ καθεστῶτα
                        πονήσαιμεν, εὐθὺς ἀγανακτεῖ, <lb/>πάντες ἤδη τοῦτό γε καὶ οἱ σκαιότατοι
                        γινώσκουσιν. οὔκουν <lb/>θαυμαστὸν οὐδὲν, εἰ κοπωθείς τις οὐδ’ ὅλως
                        ἐπύρεξεν. <lb/>ἢ γὰρ μικρὸς ὁ κόπος, ἢ ὀλιγοχρόνιος, ἢ τῆς τοῦ σώματος
                        <lb/>ἰσχύος ἥττων ἐγένετο, ἢ τὸ μὲν γυμνάσιον, εἰ βραχυχρόνιον <pb n="8"/>
                        εἴη καὶ μὴ σφοδρὸν καὶ τῆς τοῦ γυμναζομένου φύσεως <lb/>ἀσθενέστερον, οὐκ ἄν
                        ποτε κόπον ἐργάσεται, κόπος δ’ <lb/>ἀνάψει πυρετὸν, κᾂν βραχὺς, κᾂν
                        ὀλιγοχρόνιος ᾖ, κᾂν τῆς <lb/>τοῦ πάσχοντος σώματος ἰσχύος ἀσθενέστερος. ἀλλὰ
                        τοῦτό <lb/>γε κᾀπὶ τοῦ πάντων δραστικωτάτου πυρὸς ἰδεῖν ἔστιν, ὡς <lb/>οὔτε
                        τοὺς κατεψυγμένους ἐκθερμαίνει χωρὶς χρόνου καὶ ῥώμης· <lb/>ἥκοντες γὰρ ἐκ
                        κρύους ἐνίοτε διὰ μεγίστης φλογὸς τὰς <lb/>χεῖρας διαφέρομεν ἀλύπως· οὔτε
                        μὴν πᾶσαν ὕλην ἑτοίμως <lb/>ἐξάπτει. κάλαμοι μὲν γὰρ οἱ ξηροὶ κατὰ τὴν
                        πρώτην εὐθὺς <lb/>ὁμιλίαν ἀνάπτονται, ξύλα δ’ ὑγρὰ καὶ χλωρὰ χρόνου τε
                        <lb/>δεῖται μακροῦ καὶ φλογὸς ἰσχυρᾶς, ἵν’ ἐξαφθῇ. πῶς οὖν <lb/>ἐπὶ τοῦ
                        πυρὸς οὐδὲν τούτων θαυμάζων ἐπὶ τοῦ κόπου θαυμάζεις, <lb/>εἰ καὶ μεγέθους
                        δεῖται καὶ χρόνου καὶ τοῦ σώματος <lb/>ἐπιτηδείως ἔχοντος ἐξάπτεσθαι;
                        ἄμεινον δ’ ἦν σε μὴ τοῦτο <lb/>θαυμάζειν, ἀλλ’ ἐπισκέψασθαι ποῖον ζώου σῶμα
                        ῥᾳδίως ἐκθερμαίνεσθαι <lb/>πέφυκε καὶ ποῖον δυσχερῶς. ἀλλὰ τοῦτο μὲν
                        <lb/>ἐφεξῆς ἀκούσῃ. ἐν δέ γε τῷ παρόντι μηδὲν εἶναί σοι φαινέσθω
                        <lb/>θαυμαστὸν, εἰ καὶ χρόνου δεῖται καὶ μεγέθους τὸ <pb n="9"/> μέλλον
                        ποιήσειν ὁπωσοῦν, καὶ προσέτι τοῦ πλησιάζοντος <lb/>ἐπιτηδείου παθεῖν. οὐδὲ
                        γὰρ τὸ πῦρ οἷόν τ’ ἐστὶ χωρὶς <lb/>τούτων καίειν, οὐδὲ τὸ ξίφος τέμνειν,
                        οὐδ’ ἄλλο τι τῶν <lb/>δραστικωτάτων οὐδὲν οὔτ’ εἰς ἰσχυρότερον ἑαυτοῦ δρᾷν
                        πέφυκεν <lb/>οὔτ’ ἄνευ χρόνου τινὸς ἀξιολόγου. τῆς μὲν οὖν λυχνιαίας
                        <lb/>φλογὸς οὐκ ἂν ἀθρόως οὐδὲ τοὔλαιον κατα<milestone unit="ed1page" n="207"/>χέαις, <lb/>μή τοί γε δὴ τὸ ὕδωρ, καὶ τῷ ξίφει τέμνειν οὐκ ἂν
                        οὐδὲ <lb/>τοὺς λίθους ἐπιχειρίσειας, μὴ ὅτι γε ἀδάμαντα, κόπον δὲ καὶ
                        <lb/>θάλψιν καὶ ψύξιν καὶ τὰ ἄλλα τὰ τοιαῦτα πυρετὸν ἀξιώσεις <lb/>ἀνάπτειν
                        ἀεὶ, κᾂν μικρὸν, κᾂν ὀλιγοχρόνιον, κᾂν ἀνεπιτήδειον <lb/>ἔχῃ τὸ σύμπαν σῶμα
                        πρὸς τὸ θερμαίνεσθαι, ἢ οὔ; <lb/>τὸ μὲν γὰρ ἤδη θερμὸν ἑτοιμότερον
                        ὑπερθερμανθῆναι, καθάπερ <lb/>οὖν τὸ ψυχρὸν <milestone unit="ed2page" n="19"/>ὑπερψυχθῆναι, τὸ δ’ ἐναντίως <lb/>ἔχον ἀνεπιτήδειον. οὕτω μὲν οὖν
                        ἀναίσθητός τε καὶ ἀμαθὴς <lb/>ἡ τῶν τοιαῦτα ζητούντων ἀπορία· τοὺς δὲ μηδὲν
                        ἀποφαινομένους <lb/>ἑτοίμως τε καὶ προπετῶς ὑπὸ μηδενὸς τῶν <lb/>εἰρημένων
                        μηδέποτε γίγνεσθαι πυρετὸν, ἢ τῆς ἀναισθησίας <pb n="10"/> ἐλεεῖσθαι
                        προσῆκεν, ἢ τῆς φιλονεικίας μισεῖσθαι. λέλυται <lb/>γοῦν καὶ τὰ τούτων
                        σοφίσματα δι’ ἑτέρου γράμματος ὑπὲρ <lb/>τῶν προκαταρκτικῶν αἰτίων ἰδίᾳ
                        γεγραμμένου. καὶ νῦν οὐκ <lb/>ἀντιλέγειν τοῖς ἡμαρτημένοις καιρὸς, ἀλλὰ
                        τἀληθῆ διδάσκειν <lb/>πρόκειται. πάλιν οὖν ἐπανελθόντες ἐχώμεθα τῶν
                        προκειμένων. <lb/>ἦν δὲ, οἶμαι, προκείμενον ἑκάστου τῶν ἁπλῶν νοσημάτων
                        <lb/>εἰπεῖν τὰς προηγουμένας αἰτίας ἄχρι καὶ τῶν προκαταρκτικῶν. <lb/>οὐδὲν
                        γὰρ χεῖρον τοῖς οὕτω διαστειλαμένοις <lb/>τὰς προσηγορίας τοῖ σαφοῦς ἕνεκα
                        ἀκολουθῆσαι. τὰς μὲν <lb/>δὴ κατ’ αὐτὸ τὸ ζῶον εἴτ’ οὖν διαθέσεις, εἴτε καὶ
                        κινήσεις <lb/>παρὰ φύσιν, αἰτίας ὀνομάζουσι προηγουμένας νοσημάτων, <lb/>τὰ
                        δ’ ἔξωθεν προσπίπτοντα καὶ ἀλλοιοῦντα καὶ μεταβάλλοντα <lb/>μεγάλως τὸ σῶμα
                        προκατάρχοντά τε καὶ προκαταρκτικὰ <lb/>καλοῦσιν αἴτια. </p></div></div></body></text></TEI>