<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg042.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Ἑνὸς δ’ ἔτι γένους νοσήματος κοινοῦ πάντων <lb/>τῶν μορίων, εἴτ’ οὖν
                        ὁμοιομερῆ τε καὶ ἁπλᾶ τελέως, εἴτε <lb/>καὶ σύνθετα εἴη, τὰς αἰτίας τῆς
                        γενέσεως εἰπεῖν χρή. καλεῖν <lb/>μὲν οὖν εἴωθα τὸ γένος τοῦτο σύμπαν ἑνώσεως
                        λύσιν, ἢ <lb/>διαφθορὰν ἑνώσεως, ἢ συνεχείας λύσιν, ἢ ὅπως ἂν ἄλλως
                        <lb/>ἐλπίσω τὸν λόγον σαφῆ ἔσεσθαι τοῖς ἀκούουσιν. οὐδὲν γὰρ <lb/>ὄνομα κατ’
                        αὐτοῦ κείμενον ὑπὸ τῶν ἔμπροσθεν παρελάβομεν, <lb/>ὥσπερ ἐπί τινων εἰδῶν
                        αὐτοῦ κάταγμα μὲν καὶ τερηδόνα <lb/>τῆς ἐν ὀστῷ συνεχείας διαιρουμένης,
                        ἕλκος δὲ καὶ τραῦμα <pb n="38"/> τῆς ἐν σαρκί. κατὰ μέν γε τὰ τῆς κεφαλῆς
                        ὀστᾶ καὶ <lb/>πλείω τὰ ὀνόματα. τὸ μὲν γὰρ, οἷόν περ ἐν τοῖς ἄλλοις
                        <lb/>ὀστοῖς κάταγμα, ῥωγμή τε καὶ ῥῆξις προσαγορεύεται, τὸ δ’ <lb/>ὑπό τινος
                        ὀξέος ἐμπεσόντος αὐτοῖς καὶ διακόψαντος ἐγκοπή <lb/>τε καὶ διακοπὴ καὶ ἕδρα.
                        τὸ δὲ τῆς τερηδόνος ὄνομα <lb/>πλεονάζειν δοκεῖ τῳ ε στοιχείῳ· παρὰ γὰρ τὸ
                        τρῆμα συγκεῖσθαι <lb/>πεπίστευται, καθάπερ τερηδών τις οὖσα. καὶ γίνεται
                        <lb/>μὲν ὑπὸ δριμέων χυμῶν διαβιβρωσκόντων, ὑποπίπτει δὲ <lb/>κατ’ ἀρχὰς μὲν
                        ἑτέρῳ γένει νοσήματος. ὀστοῦ γοῦν τραχύτης <lb/>μᾶλλον ἢ τερηδὼν ὀνομάζεται.
                        μείζονος δὲ τοῦ τρήματος <lb/>γενομένου καὶ οἷον ὀπῆς τινος ἤδη φαινομένης,
                        τερηδὼν <lb/>ὀνομάζεται. καὶ μὴν καὶ τὸ θλάσμα τούτου τοῦ γένους ἐστὶν,
                        <lb/>ἐν μὲν τοῖς σαρκώδεσιν ὡς τὰ πολλὰ μέρεσι γιγνόμενον, ἔστιν <lb/>ὅτε δὲ
                        κᾀν τοῖς τῆς κεφαλῆς ὀστοῖς, ἐπὶ παίδων μάλιστα. <lb/>δεῖ μὲν γὰρ εἴκειν εἰς
                        ἑαυτὸ πάντως τὸ θλασθησόμενον, δεῖ <lb/>δὲ αὐτὸ τοῦτο μαλακὸν εἶναι καὶ μὴ
                        τελέως σκληρόν. ὥστε <lb/>τῶν σαρκωδῶν ἔσται μορίων καὶ τῶν ἁπαλῶν ὀστῶν ὑπό
                            <pb n="39"/> τινος ἐμπεσόντος ἔξωθεν αὐτοῖς ἰσχυροῦ τε καὶ σκληροῦ
                        σάματος. <lb/>ὅταν οὖν τῆς ἔξωθεν ἐπιφανείας τοῦ παθόντος οὕτω <lb/>μορίου
                        συνεχοῦς ἔτι φυλαττομένης, ἐν τῷ βάθει γεννηθῶσι <lb/>πολλαὶ καὶ σμικραὶ
                        διαιρέσεις, θλάσμα τε καὶ θλάσις ὀνομάζεται <lb/>τὸ νόσημα· κοιλότητος δέ
                        τινος ἐμφαινομένης, ἣν <lb/>τὸ πλῆξαν ἐναπειργάσατο τῷ θλασθέντι, καλεῖται
                        τὸ πάθος <lb/>ἔνθλασις. <milestone unit="ed2page" n="29"/>ἀνάγκη μὲν οὖν
                        ἅπασα κατ’ αὐτὴν τὴν πληγὴν <lb/>εἰς ἑαυτὸ συνωθεῖσθαι καὶ κοῖλον γίγνεσθαι
                        τὸ θλώμενον, <lb/>ἢ οὐκ ἂν ἐνθλασθείη. διασώζεσθαι δὲ τὴν κοιλότητα <lb/>τοῦ
                        δρῶντος ἀπελθόντος οὐκ ἔτ’ ἀναγκαῖον. ἐπανέρχεται <lb/>μὲν ὡς τὸ πολὺ τὰ
                        μαλακὰ σύμπαντα, χωρισθέντος τοῦ πλήξαντος, <lb/>εἰς τὴν ἀρχαίαν κατάστασιν.
                        εἰ δὲ μὴ μόνον εἴσω <lb/>χωρήσειε τὸ τῆς κεφαλῆς ὀστοῦν, ἀλλὰ καὶ ῥῆξίς τις
                        αὐτῷ <lb/>προσγένοιτο κατὰ τὴν ἐκτὸς ἐπιφάνειαν, σύνθετον ἤδη τὸ
                        <lb/>τοιοῦτον, καὶ οὐδὲν ὄνομα κατ’ αὐτοῦ κείμενον ἔχομεν εἰπεῖν
                        <lb/>παλαιόν. ἀλλὰ χρὴ λόγῳ δηλοῦν αὐτὸ μᾶλλον ἤπερ ὀνόμασιν <lb/>ἐσχάτως
                        χρῆσθαι βαρβάροις, οἷα πολλὰ τοῖς νεωτέροις <lb/>ἰατροῖς ἐξεύρηται.
                        συνεχείας δ’ ἐστὶ λύσις καὶ τὸ ῥῆγμα <pb n="40"/> καὶ τὸ σπάσμα, τὸ μὲν ἐν
                        σαρκώδει μορίῳ, τὸ δ’ ἐν νευρώδει <lb/>συνιστάμενον. αἰτία δὲ καὶ τούτων τῆς
                        γενέσεως <lb/>ἐξαιφνίδιός τις, ἢ ἀνώμαλος, καὶ ἡ σφοδρὰ κίνησις, καὶ μάλισθ’
                        <lb/>ὅταν ἄτριπτά τε καὶ ἀνώμαλα καὶ ἀθέρμαντα καὶ <lb/>ἀμάλακτα πρὸς τὰς
                        κινήσεις ἄγηται τὰ σώματα. διασπᾶται <lb/>γὰρ ἐν ταῖς τοιαύταις διαθέσεσι
                        πολλὰ τῶν ἐν αὐτοῖς <lb/>μορίων. συνελόντι δὲ φάναι, πάντα τὰ τοιούτου
                        γένους <lb/>τῶν νοσημάτων αἴτια τὰ μὲν ἔξωθεν ὁρμᾶται, τὰ δὲ ἐξ <lb/>αὐτοῦ
                        τοῦ σώματος· ἔξωθεν μὲν ὅσα τιτρώσκειν ἢ θλᾶν <lb/>πέφυκεν, ἐξ αὐτοῦ δὲ τοῦ
                        σώματος ἄμετροί τε καὶ ἄτακτοι <lb/>κινήσεις τοῦ ζώου, καί τινες ὑγρῶν
                        μοχθηρίαι διαβιβρώσκειν <lb/>πεφυκυῖαι. τοιαῦται γάρ τινες αἰτίαι καὶ αἱ τοῦ
                        <lb/>κοινοῦ νοσήματος ἁπάντων τῶν μορίων, τῶν θ’ ἁπλῶν <lb/>καὶ πρώτων, ἃ δὴ
                        καὶ ὁμοιομερῆ καλεῖται, καὶ τῶν <lb/>ἐξ ἐκείνων συντιθεμένων, ἃ δὴ ὄργανά τε
                        καὶ ὀργανικὰ <lb/>προσαγορεύεται. τὰς δὲ τῶν συνθέτων νοσημάτων αἰτίας
                        <lb/>οὐδὲν ἔτι χαλεπὸν ἐξευρίσκειν ἐκ τῶν εἰρημένων συντιθεμένας. <lb/>ὥστ’
                        ἐπειδὴ τοῦτο βουληθεὶς ἕκαστος ἑαυτῷ <pb n="41"/> δυνατός ἐστιν
                        ἐκπορίζεσθαι, καιρὸς ἂν εἴη μοι καὶ τοῦτον <lb/>τὸν λόγον ἐνταυθοῖ
                        καταπαύσαντι περὶ τῆς τῶν <lb/>συμπτωμάτων διαφορᾶς ἐφεξῆς διελθεῖν. </p></div></div></body></text></TEI>