<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg042.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΓΑΛΗΝΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΤΟΙΣ <lb/>ΝΟΣΗΜΑΣΙΝ ΑΙΤΙΩΝ ΒΙΒΛΙΟΝ.</head><p>Πόσα μέν ἐστι καὶ τίνα τὰ σύμπαντα <lb/>νοσήματα κατ’ εἴδη τε καὶ γένη
                        διαιρουμένοις, ἁπλᾶ τε <lb/>καὶ σύνθετα, δι’ ἑτέρου δεδήλωται γράμματος.
                        ἑξῆς δ’ ἂν <lb/>εἴη τὰς αἰτίας αὐτῶν ἑκάστου διελθεῖν, ἀπὸ τῶν ἁπλῶν τε
                        <lb/>καὶ ὁμοιομερῶν ὀνομαζομένων τοῦ ζώου μορίων ἀρξαμένους, <lb/>εἶτ’ αὖθις
                        ἐπὶ τὰ σύνθετά τε καὶ ὀργανικὰ μεταβάντας. <lb/>ἐπεὶ τοίνυν ἐδείχθη, κατὰ
                        μὲν τοὺς ἡνῶσθαί τε καὶ ἠλλοιῶσθαι <lb/>τὴν ὑποβεβλημένην οὐσίαν γενέσει καὶ
                        φθορᾷ δοξάζοντας, <pb n="2"/> ἅπασα νόσος ὁμοιομεροῦς τε καὶ ἁπλοῦ πρὸς
                        αἴσθησιν σώματος <lb/>ἤτοι δυσκρασία τις ὑπάρχουσα, ἢ τῆς συνεχείας αὐτοῦ
                        <lb/>τῶν μερῶν διαίρεσις, κατὰ δὲ τοὺς μήθ’ ἡνῶσθαι καὶ κενόν <lb/>τι
                        παραπεπλέχθαι πάσῃ σώματος συγκρίσει νομίζοντας, ἀμετρία <lb/>τε πόρων οὖσα
                        καὶ λύσις τῆς αἰσθητῆς ἑνώσεως, <lb/>ἀρξώμεθα καὶ νῦν ἐπισκοπεῖσθαι τὰς
                        αἰτίας ἑκάστου τῶν <lb/>νοσημάτων τῆς πρώτης ὑποθέσεως, ἣν δὴ καὶ ἀληθῆ
                        πεπείσμεθα <lb/>ὑπάρχειν. ἦν δ’, οἶμαι, τέτταρα μὲν ἁπλᾶ, τέτταρα <lb/>δὲ
                        σύνθετα, ποτὲ μὲν τοῦ θερμοῦ μόνον τὴν αὔξησιν <lb/>ἄμετρον ἢ τοῦ ψυχροῦ
                        λαβόντος, ἤ τινος τῶν τῆς ἑτέρας <lb/>ἀντιθέσεως τῆς κατὰ τὸ ξηρὸν καὶ
                        ὑγρὸν, ἔστιν ὅτε δὲ καὶ <lb/>κατὰ συζυγίαν τινὰ αὐξηθέντων αὐτῶν, ὡς εἶναι
                        θερμὸν ἅμα <lb/>καὶ ξηρὸν, ἢ ψυχρὸν καὶ ξηρὸν, ἢ θερμὸν καὶ ὑγρὸν, <lb/>ἢ
                        ψυχρὸν καὶ ὑγρὸν τὸ νόσημα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Τίνες οὖν ἑκάστου τῶν εἰρημένων νοσημάτων <lb/>αἰτίαι τῆς γενέσεως, ἤδη
                        σκοπώμεθα, ἀρχὴν ἀπὸ τοῦ <lb/>κατὰ θερμασίαν ἄμετρον δυσκράτου νοσήματος
                        ποιησάμενοι. <pb n="3"/> φαίνεται δὴ <milestone unit="ed1page" n="206"/>κᾀπὶ
                        τῶν ἄλλων ἁπάντων σωμάτων, ὁπόσα <lb/>θερμότερα γίγνεται σφῶν αὐτῶν, ἢ ἐκ
                        κινήσεώς τινος αὐξανομένου <lb/>τοῦ θερμοῦ, ἢ ἐκ σηπεδόνος, ἢ ἐξ ὁμιλίας
                        ἑτέρου <lb/>θερμοτέρου σώματος, ἢ ἐκ στεγνώσεως, ἢ ἐξ ἐπιτηδείου τροφῆς.
                        <lb/>ἐκ μὲν κινήσεως ἐπί τε τῶν γυμναζομένων ὁπωσοῦν <lb/>καὶ τῶν
                        παρατριβομένων ἀλλήλοις λίθων, ἢ ξύλων, καὶ τῆς <lb/>ῥιπιζομένης φλογός. ἐκ
                        σήψεως δὲ τῶν τε ἄλλων ἁπάντων <lb/>καὶ μάλιστα σπερμάτων, ἢ κόπρου· ἐγὼ
                        γοῦν οἶδα καὶ <lb/>ἀναφθέντα ποτὲ περιστερῶν ἀποπατήματα διασαπέντα. καὶ
                        <lb/>μὲν δὴ καὶ ὡς ἐκ τῆς τῶν θερμοτέρων ὁμιλίας θερμαίνεται <lb/>τὰ
                        πλησιάζοντα, <milestone unit="ed2page" n="17"/>πρόδηλον παντὶ βαλανείων
                        ἀναμνησθέντι <lb/>καὶ ἡλίου θερινοῦ καὶ φλογὸς ἁπάσης. οὕτω δὲ <lb/>καὶ εἰ
                        πῦρ ἀνάψαις χειμῶνος ἐν οἴκῳ μεγάλῳ, στεγνώσας <lb/>μὲν αὐτοῦ τὰς διαπνοὰς,
                        ἀθροίσαις ἂν ἔνδον τὸ θερμὸν, <lb/>ἐάσας δὲ ἀνεῷχθαι πανταχόθεν, οὐδὲν ἕξεις
                        πλέον. ἀτὰρ <lb/>οὖν καὶ τὰ βαλανεῖα καὶ αἱ κάμινοι τὸν αὐτὸν τοῦτον τρόπον
                        <lb/>ἀθροίζουσι τὸ θερμὸν ἑαυτῶν ἔνδον. ᾧ δῆλον ὡς καὶ <lb/>στέγνωσις ποτὲ
                        θερμασίας πλείονος αἰτία. δῆλον δὲ καὶ τὸ <pb n="4"/> ἀπὸ τῆς ὕλης, ὡς
                        κάλαμοι μὲν οἱ ξηροὶ ῥᾳδίως ἐξαίρουσιν <lb/>ἐπὶ μέγιστον τὴν φλόγα, ξύλα δέ
                        γε χλωρὰ, καὶ μάλιστα ἢν <lb/>πλείω σωρεύσῃς ἐπ’ αὐτὴν, ἄχρι μὲν πολλοῦ
                        βαρύνει τε καὶ <lb/>οἷον καταπνίγει τὴν φλόγα, τελευτῶντα δὲ αὐξάνει. πῶς
                        <lb/>οὖν ἐν τῷ τοῦ ζώου σώματι τούτων ἕκαστον ἀποτελεῖται; <lb/>γυμνασθεὶς
                        μέν τις ἀμετρότερον ἐκοπώθη. τοῦτο δ’ ἐστὶ <lb/>θερμασίαν ἔχειν ἄμετρον ἐν
                        τοῖς ἄρθροις τε καὶ τοῖς μυσὶ <lb/>πλείονα τοῦ κατὰ φύσιν. ταῦτα γὰρ ἦν καὶ
                        τὰ πρώτως κινούμενα. <lb/>καὶ εἰ μὲν ἐνταῦθα καταμείνειεν ἡ θέρμη καὶ
                        φθάσειεν <lb/>λυθῆναι, πρὶν ἐπινείμασθαι σύμπαν τοῦ ζώου τὸ σῶμα, <lb/>κόπος
                        ἂν οὕτω γε μόνον εἴη τὸ γεγονός· εἰ δὲ εἰς ἅπαν ἐκταθείη <lb/>τὸ σῶμα,
                        πυρετὸς ὀνομάζεται τὸ νόσημα, τοῦ παντὸς <lb/>ζώου θερμότης τις ἄμετρος
                        οὖσα. οὕτω δὲ καὶ ὁ θυμὸς, <lb/>ζέσις τις ὢν τοῦ περὶ τὴν καρδίαν θερμοῦ,
                        διὰ κίνησιν ἄμετρον <lb/>ὅλον ἐπινειμάμενος ἐνίοτε τὸ σῶμα πυρετὸν ἀνῆψε.
                        <lb/>καὶ μὲν δὴ καὶ ὅσα σήπεται κατὰ τοῦ ζώου σῶμα, τινὰ μὲν <lb/>ἐν αὐτοῖς
                        τοῖς μέρεσιν, ἐν οἷς σήπεται, θερμασίαν ἄμετρον <pb n="5"/> ἐργάζεται,
                        καθάπερ ἐρυσιπέλατά τε καὶ ἕρπητες καὶ ἄνθρακες <lb/>καὶ φλεγμοναὶ καὶ
                        φύγεθλα, τὰ δ’ ὅλον τὸ σῶμα <lb/>συνεκθερμήναντα πυρετὸν ἤγειρε. καὶ γὰρ οὖν
                        καὶ τὸ τρίτον <lb/>αἴτιον ἀμέτρου θερμότητος ἔκ τε τούτων ἤδη πρόδηλον,
                        <lb/>ὅπως ἐπιγίγνεται τοῖς ζώοις, κᾀκ τῶν καλουμένων ἐγκαύσεων. <lb/>ἐπί τε
                        γὰρ τοῖς βουβῶσι καὶ ταῖς φλεγμοναῖς καὶ <lb/>τοῖς ἐρυσιπέλασι καὶ πᾶσι τοῖς
                        οὕτω θερμοῖς νοσήμασιν ἀεὶ <lb/>τὸ ψαῦόν τε καὶ συνεχὲς μόριον αὐτὸ μὲν
                        πρῶτον ἀπολαύει <lb/>τῆς θερμασίας, ἔπειτα δὲ καὶ τῷ πλησιάζοντι μεταδίδωσι,
                        <lb/>κᾀκεῖνο αὖθις τῷ μεθ’ ἑαυτὸ, καὶ οὕτως ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τῆς <lb/>ἐμφύτου
                        θερμασίας ἀφικομένης τῆς δυσκρασίας ὅλον ἐν τάχει <lb/>τὸ σῶμα μεταλαμβάνει
                        τοῦ τῆς ἀρχῆς παθήματος. αἱ δ’ <lb/>ἐν τοῖς ἡλιουμένοις χωρίοις διατριβαὶ
                        πολυχρόνιοι τῶν μὲν <lb/>γυμνῶν ὅλον ἐκθερμαίνουσιν ἀμέτρως ἐνίοτε τὸ δέρμα,
                        τῶν <lb/>δ’ ἠμφιεσμένων μόνην τὴν κεφαλήν. καὶ τοῦτ’ ἔστιν ἡ ἔγκαυσις.
                        <lb/>εἰ δ’ ἅπαν ἐπινεμηθείη τὸ σῶμα, πυρετὸς ἂν οὕτω γένοιτο. <lb/>τὸ δὲ
                        τέταρτον γίνος τῆς αἰτίας τῆς ἀναπτούσης ἀμέτρως <lb/>τὴν ἔμφυτον θερμασίαν
                        ἐπί τε ταῖς ψύξεσι καὶ στύψεσιν ﻿<pb n="6"/> ὁρᾶται γιγνόμενον. ῥιγώσας γὰρ
                        τις ἀμέτρως καὶ νηξάμενος <lb/>ἐν ὕδατι στυπτηριώδει, ἤ τινος τοιαύτης
                        ἑτέρας μετέχοντι δυνάμεως, <lb/>ἐστέγνωσέ τε καὶ ἐπύκνωσε τὸ δέρμα καὶ τὰς
                        διαπνοὰς <lb/>ἔνδον καθεῖρξεν. αἱ δ’ εἰ τύχοιεν οὖσαι καπνώδεις
                        <lb/>ἀθροισθεῖσαι, πυρετὸν ἐγέννησαν. τὸ δὲ δὴ πέμπτον εἶδος <lb/>τῆς
                        ἀναπτομένης ἀμέτρως θερμότητος ἐδεσμάτων εἰσὶ ποιότητες <lb/>δριμεῖαι καὶ
                        θερμαὶ, σκορόδων τε καὶ πράσων καὶ κρομμύων <lb/>καὶ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα. καὶ
                        γὰρ οὖν καὶ ἡ τούτων <lb/>χρῆσις ἀμετροτέρα γιγνομένη πυρετὸν ἤγειρεν
                        ἐνίοτε. καὶ μὲν <lb/>δὴ καὶ πομάτων θερμῶν, οἷον οἴνου τε παλαιοῦ καὶ
                        δριμέος <lb/>προσενεχθέντος πλείονος ἀσθενεῖ σώματι καὶ φαρμάκων
                        <lb/>δριμέων ἀλεξητηρίων τε καὶ δηλητηρίων, ἐπύρεξαν <milestone unit="ed2page" n="18"/>ἄνθρωποι, <lb/>τί οὖν δή, φασιν, οὐ διὰ παντὸς
                        ἐφ’ ἑκάστῳ τῶν <lb/>εἰρημένων αἰτίων ἀνάπτεται πυρετός; ὅτι καὶ τὸ ποσὸν τῆς
                        <lb/>δρώσης αἰτίας ἄνισόν ἐστι, καὶ ἡ συστᾶσα διάθεσις ἀπ’ αὐτῆς <lb/>ἐν τῷ
                        σώματι παμπόλλην ἐν τῷ μᾶλλόν τε καὶ ἧττον ἔχει <lb/>τὴν διαφορὰν, αὐτό τε
                        τὸ σύμπαν τοῦ ζώου σῶμα πάμπολυ <lb/>διενήνοχεν ἕτερον ἑτέρου πρὸς τὸ ῥᾳδίως
                        ἢ μόγις ἐξίστασθαι <pb n="7"/> τοῦ κατὰ φύσιν. ὡς οὖν οὐκ ἀπορεῖς δια τί
                        πᾶσα κίνησις <lb/>οὐκ ἐργάζεται κόπον, ἀλλ’ ἐναργές ἐστί σοι τό γε τοσοῦτον,
                        <lb/>ὡς εἰ μὴ πλείων εἴη καὶ ἰσχυροτέρα τῆς τῶν ἄρθρων τε καὶ <lb/>μυῶν
                        φύσεως, οὐκ ἄν ποτε κοπώσειεν αὐτὰ, κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>ἐχρῆν σε τρόπον
                        ἐννοεῖν, ὡς οὐδ’ ἡ κοπώδης αὕτη διάθεσις, <lb/>εἰ μὴ μέγεθός τε καὶ χρόνον
                        ἀξιόλογον σχοίη, οὐκ ἂν τὸ πᾶν <lb/>ἑαυτῇ σῶμα συγκακῶσαι δυνήσεται. ἢ
                        κίνησις μὲν ὀλίγη· κόπον <lb/>οὐχ οἵα τέ ἐστιν ἐργάζεσθαι, μικρὸς δὲ κόπος
                        ἀνάψει <lb/>πάντως πυρετόν; ἢ κίνησις μὲν ἐν τῷ πρός τι τὸ δρᾷν ἕξει,
                        <lb/>κόπος δ’ οὐχ ἕξει; καὶ μὲν ὅτι γε τὰ μὲν τῶν ἀθλητῶν σώματα
                        <lb/>πολυχρονίων τε ἅμα καὶ σφοδροτάτων ἀνέχεται κινήσεων <lb/>ἄνευ τοῦ
                        κοπωθῆναι, τὰ δ’ ἡμῶν τῶν ἰδιωτῶν, εἰ πλείω <lb/>βραχὺ παρὰ τὰ καθεστῶτα
                        πονήσαιμεν, εὐθὺς ἀγανακτεῖ, <lb/>πάντες ἤδη τοῦτό γε καὶ οἱ σκαιότατοι
                        γινώσκουσιν. οὔκουν <lb/>θαυμαστὸν οὐδὲν, εἰ κοπωθείς τις οὐδ’ ὅλως
                        ἐπύρεξεν. <lb/>ἢ γὰρ μικρὸς ὁ κόπος, ἢ ὀλιγοχρόνιος, ἢ τῆς τοῦ σώματος
                        <lb/>ἰσχύος ἥττων ἐγένετο, ἢ τὸ μὲν γυμνάσιον, εἰ βραχυχρόνιον <pb n="8"/>
                        εἴη καὶ μὴ σφοδρὸν καὶ τῆς τοῦ γυμναζομένου φύσεως <lb/>ἀσθενέστερον, οὐκ ἄν
                        ποτε κόπον ἐργάσεται, κόπος δ’ <lb/>ἀνάψει πυρετὸν, κᾂν βραχὺς, κᾂν
                        ὀλιγοχρόνιος ᾖ, κᾂν τῆς <lb/>τοῦ πάσχοντος σώματος ἰσχύος ἀσθενέστερος. ἀλλὰ
                        τοῦτό <lb/>γε κᾀπὶ τοῦ πάντων δραστικωτάτου πυρὸς ἰδεῖν ἔστιν, ὡς <lb/>οὔτε
                        τοὺς κατεψυγμένους ἐκθερμαίνει χωρὶς χρόνου καὶ ῥώμης· <lb/>ἥκοντες γὰρ ἐκ
                        κρύους ἐνίοτε διὰ μεγίστης φλογὸς τὰς <lb/>χεῖρας διαφέρομεν ἀλύπως· οὔτε
                        μὴν πᾶσαν ὕλην ἑτοίμως <lb/>ἐξάπτει. κάλαμοι μὲν γὰρ οἱ ξηροὶ κατὰ τὴν
                        πρώτην εὐθὺς <lb/>ὁμιλίαν ἀνάπτονται, ξύλα δ’ ὑγρὰ καὶ χλωρὰ χρόνου τε
                        <lb/>δεῖται μακροῦ καὶ φλογὸς ἰσχυρᾶς, ἵν’ ἐξαφθῇ. πῶς οὖν <lb/>ἐπὶ τοῦ
                        πυρὸς οὐδὲν τούτων θαυμάζων ἐπὶ τοῦ κόπου θαυμάζεις, <lb/>εἰ καὶ μεγέθους
                        δεῖται καὶ χρόνου καὶ τοῦ σώματος <lb/>ἐπιτηδείως ἔχοντος ἐξάπτεσθαι;
                        ἄμεινον δ’ ἦν σε μὴ τοῦτο <lb/>θαυμάζειν, ἀλλ’ ἐπισκέψασθαι ποῖον ζώου σῶμα
                        ῥᾳδίως ἐκθερμαίνεσθαι <lb/>πέφυκε καὶ ποῖον δυσχερῶς. ἀλλὰ τοῦτο μὲν
                        <lb/>ἐφεξῆς ἀκούσῃ. ἐν δέ γε τῷ παρόντι μηδὲν εἶναί σοι φαινέσθω
                        <lb/>θαυμαστὸν, εἰ καὶ χρόνου δεῖται καὶ μεγέθους τὸ <pb n="9"/> μέλλον
                        ποιήσειν ὁπωσοῦν, καὶ προσέτι τοῦ πλησιάζοντος <lb/>ἐπιτηδείου παθεῖν. οὐδὲ
                        γὰρ τὸ πῦρ οἷόν τ’ ἐστὶ χωρὶς <lb/>τούτων καίειν, οὐδὲ τὸ ξίφος τέμνειν,
                        οὐδ’ ἄλλο τι τῶν <lb/>δραστικωτάτων οὐδὲν οὔτ’ εἰς ἰσχυρότερον ἑαυτοῦ δρᾷν
                        πέφυκεν <lb/>οὔτ’ ἄνευ χρόνου τινὸς ἀξιολόγου. τῆς μὲν οὖν λυχνιαίας
                        <lb/>φλογὸς οὐκ ἂν ἀθρόως οὐδὲ τοὔλαιον κατα<milestone unit="ed1page" n="207"/>χέαις, <lb/>μή τοί γε δὴ τὸ ὕδωρ, καὶ τῷ ξίφει τέμνειν οὐκ ἂν
                        οὐδὲ <lb/>τοὺς λίθους ἐπιχειρίσειας, μὴ ὅτι γε ἀδάμαντα, κόπον δὲ καὶ
                        <lb/>θάλψιν καὶ ψύξιν καὶ τὰ ἄλλα τὰ τοιαῦτα πυρετὸν ἀξιώσεις <lb/>ἀνάπτειν
                        ἀεὶ, κᾂν μικρὸν, κᾂν ὀλιγοχρόνιον, κᾂν ἀνεπιτήδειον <lb/>ἔχῃ τὸ σύμπαν σῶμα
                        πρὸς τὸ θερμαίνεσθαι, ἢ οὔ; <lb/>τὸ μὲν γὰρ ἤδη θερμὸν ἑτοιμότερον
                        ὑπερθερμανθῆναι, καθάπερ <lb/>οὖν τὸ ψυχρὸν <milestone unit="ed2page" n="19"/>ὑπερψυχθῆναι, τὸ δ’ ἐναντίως <lb/>ἔχον ἀνεπιτήδειον. οὕτω μὲν οὖν
                        ἀναίσθητός τε καὶ ἀμαθὴς <lb/>ἡ τῶν τοιαῦτα ζητούντων ἀπορία· τοὺς δὲ μηδὲν
                        ἀποφαινομένους <lb/>ἑτοίμως τε καὶ προπετῶς ὑπὸ μηδενὸς τῶν <lb/>εἰρημένων
                        μηδέποτε γίγνεσθαι πυρετὸν, ἢ τῆς ἀναισθησίας <pb n="10"/> ἐλεεῖσθαι
                        προσῆκεν, ἢ τῆς φιλονεικίας μισεῖσθαι. λέλυται <lb/>γοῦν καὶ τὰ τούτων
                        σοφίσματα δι’ ἑτέρου γράμματος ὑπὲρ <lb/>τῶν προκαταρκτικῶν αἰτίων ἰδίᾳ
                        γεγραμμένου. καὶ νῦν οὐκ <lb/>ἀντιλέγειν τοῖς ἡμαρτημένοις καιρὸς, ἀλλὰ
                        τἀληθῆ διδάσκειν <lb/>πρόκειται. πάλιν οὖν ἐπανελθόντες ἐχώμεθα τῶν
                        προκειμένων. <lb/>ἦν δὲ, οἶμαι, προκείμενον ἑκάστου τῶν ἁπλῶν νοσημάτων
                        <lb/>εἰπεῖν τὰς προηγουμένας αἰτίας ἄχρι καὶ τῶν προκαταρκτικῶν. <lb/>οὐδὲν
                        γὰρ χεῖρον τοῖς οὕτω διαστειλαμένοις <lb/>τὰς προσηγορίας τοῖ σαφοῦς ἕνεκα
                        ἀκολουθῆσαι. τὰς μὲν <lb/>δὴ κατ’ αὐτὸ τὸ ζῶον εἴτ’ οὖν διαθέσεις, εἴτε καὶ
                        κινήσεις <lb/>παρὰ φύσιν, αἰτίας ὀνομάζουσι προηγουμένας νοσημάτων, <lb/>τὰ
                        δ’ ἔξωθεν προσπίπτοντα καὶ ἀλλοιοῦντα καὶ μεταβάλλοντα <lb/>μεγάλως τὸ σῶμα
                        προκατάρχοντά τε καὶ προκαταρκτικὰ <lb/>καλοῦσιν αἴτια. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Τοῦ μὲν δὴ θερμοῦ νοσήματος ἐν τῷ καθόλου <lb/>τὰς αἰτίας εἴπομεν, ἐπὶ δὲ τὸ
                        ψυχρὸν ἤδη μεταβῶμεν. <lb/>εἰσὶ δὲ καὶ αἱ τοῦδε πλείους τὸν ἀριθμὸν αἰτίαι,
                        οἷον ὁμιλίαι <lb/>τῶν ψυχόντων, καὶ τῶν ἐσθιομένων καὶ πινομένων τό ﻿<pb n="11"/> τε ποσὸν καὶ τὸ ποιὸν, καὶ στέγνωσίς τε καὶ μάνωσις, κᾀπὶ
                        <lb/>τούτοις ἀργία τε καὶ κίνησις ἄμετρος. αὗται γὰρ οὖν <lb/>δὴ καὶ αὐτὸ τὸ
                        πῦρ σβεννύουσιν αἱ προφάσεις. ἄνθρακι <lb/>μὲν γὰρ σμικρῷ χιόνα πολλὴν, ἢ
                        κρύσταλλον ἐπιθεὶς, ἢ ὕδωρ <lb/>ψυχρὸν ἐπιχέας, σβέσεις παραχρῆμα. κᾂν εἰ τὸ
                        περιέχον <lb/>εἴη ἄκρως ψυχρὸν, οἷον μάλιστα περὶ τὸν Ἴστρον χειμῶνος,
                        <lb/>οὐ μόνον λύχνον ὑπαίθριον ὄψει σβεννύμενον εὐθὺς, ἀλλὰ <lb/>καὶ πᾶν
                        ἄλλο ὀλίγον πῦρ. οὕτω μὲν ὑπὸ τῆς τῶν ἄγαν ψυχρῶν <lb/>ὁμιλίας νικᾶται τὸ
                        πῦρ· ὑπὸ δὲ τῆς τῶν τρέφειν αὐτὸ <lb/>φύσιν ἐχόντων ὑπερβολῆς, ἢ ἐνδείας, ἢ
                        μὴ προσηκούσης ποιότητος <lb/>ὡδί πως βλάπτεται. ξύλα μὲν ἀθρόα καὶ πολλὰ
                        σωρεύσας <lb/>ἐπὶ σμικρᾶς φλογὸς ἀποπνίξεις αὐτὴν ὑπερβολῇ ποσότητος
                        <lb/>ἀμέτρου, μὴ παρέχων δὲ ὅλως ἢ παντάπασιν ὀλίγα, <lb/>μαραινομένην ὄψει
                        δι’ ἔνδειαν, ἢ ὀλιγότητα τροφῆς. οὕτω <lb/>δέ που καὶ τὴν λυχνιαίαν φλόγα
                        θεώμεθα μειουμένην τε καὶ <lb/>κινδυνεύουσαν σβεσθῆναι ταῖς ἀμετρίαις τῆς
                        οἰκείας τροφῆς. <lb/>εἴτε γὰρ μὴ παρέχῃς αὐτῇ τοὔλαιον δαψιλὲς, εἴτε ἀθρόως
                        <lb/>καταχέοις, πάμπολυ λυπήσεις ἑκατέρως· εἰ δὲ καὶ παρέχεις <pb n="12"/>
                        μὲν ἄφθονον αὐτῇ τὴν ὕλην, ἀλλ’ ἤτοι μηδ’ ὅλως καίεσθαι <lb/>πεφυκυῖαν, ἢ
                        σὺν πολλῷ καμάτῳ, καὶ ταύτην εὐθέως ἐλάττονα <lb/>ποιήσεις τὴν φλόγα,
                        καθάπερ εἰ καὶ τοὔλαιον ἀναμίξας <lb/>ὕδατι καταχέεις τοῦ πυρός. καὶ μὲν δὴ
                        καὶ στεγνώσας τὸ <lb/>περιέχον τὴν φλόγα καὶ μανώσας ἀμέτρως, ὄψει καὶ οὕτως
                        <lb/>ἐλάττονά τε γιγνομένην ἐν τάχει καὶ κινδυνεύουσαν σβεσθῆναι.
                        <lb/>στεγνοῦται μὲν οὖν εἰ σικύαν ἰατρικὴν, ἢ πνιγέαν περιθείης, <lb/>ἤ τι
                        τοιοῦτον ἕτερον· οὕτω δὲ καὶ τῶν καμίνων εἰ τὰς ὀπὰς <lb/>ἐμφράξαις. εἰ δὲ
                        ἐν ἡλίῳ πολλῷ καὶ θερινῷ καὶ προσηλίῳ <lb/>χωρίῳ καταθείης, ἢ μείζονα
                        παραθείης ἑτέραν φλόγα, θεάσῃ <lb/>καὶ τότε τὴν ἐλάττω <milestone unit="ed2page" n="20"/>μαραινομένην ἐκ τοῦ μανοῦσθαί <lb/>τε καὶ
                        διαφορεῖσθαι σφοδρῶς ὑπὸ τῆς ἔξωθεν φλογὸς <lb/>ἰσχυροτέρας ὑπαρχούσης. ὅτι
                        δὲ καὶ ῥιπίζων αὐτὴν, ὅπερ <lb/>ἐστὶ κινῶν, αὐξήσεις μὲν, εἰ μεμετρημένως
                        αὐτὸ ποιήσεις, ἀμέτρως <lb/>δὲ ῥιπίσας διαλύσεις τε καὶ σκεδάσεις, οὐδὲ
                        τοῦτο ἄδηλον. <lb/>οὕτω γοῦν καὶ οἱ ἄνεμοι κατὰ τὸ μέγεθος ἀεὶ τῆς
                        <lb/>φλογὸς ἐθέλουσιν ὑπάρχειν, εἴ τι μέλλοιεν ὀνήσειν αὐτήν· οἱ <pb n="13"/> δὲ μείζους ἢ κατ’ ἐκείνην σκεδαννύουσιν, οὐ ῥιπίζουσιν. κᾀν <lb/>τῷδε
                        δῆλον ὡς δεῖται μὲν τῆς ἐπικτήτου κινήσεως ἡ φλὸξ πρὸς <lb/>αὔξησιν, οὐ μὴν
                        ἀμέτρου γε ταύτης. ἀῤῥωστεῖ μὲν γὰρ οὐδ’ <lb/>ὅλως ῥιπιζομένη, σκεδάννυται
                        δὲ καὶ διαφορεῖται πρὸς τῆς <lb/>ἔξωθεν κινήσεως ἐπιπιπτούσης. κατὰ μὲν δὴ
                        τὸ πρῶτον εἶδος <lb/>τῆς αἰτίας ὑπὸ παντὸς τοῦ προσπίπτοντος ἔξωθεν ψυχροῦ,
                        <lb/>τοῦ μὲν κατὰ τὴν θίξιν μόνον, τοῦ δὲ κατὰ τὴν δύναμιν <lb/>ἔσται τι
                        νόσημα ψυχρόν. οὕτως ἐν ὕδατι ψυχρῷ νηξάμενός <lb/>τις ἐβλάβη, καὶ κακῶς
                        λουσάμενος, καὶ διὰ κρύους <lb/>ὁδοιπορήσας. ἐνίους δὲ καὶ ἀποθανόντας οἶδα
                        πρὶν οἴκαδε <lb/>παραγενέσθαι. κατὰ δὲ τὸ δεύτερον ἢ ἀπόπληκτος, ἢ
                        ἐπίληπτος, <lb/>ἢ κίνησιν ἢ αἴσθησιν βεβλαμμένος, ἤ πως ἄλλως
                        <lb/>κατεψυγμένος ἐξ οἰνοφλυγίας τις ἐγένετο. καί τοί γε αὔξει <lb/>τὴν
                        ἔμφυτον θερμασίαν ὁ σύμμετρος οἶνος, ὡς ἂν οἰκειοτάτη <lb/>τροφή. καὶ μὲν δὴ
                        καὶ ἡ τῶν χρηστοτάτων τε καὶ τροφιμωτάτων <lb/>τῷ ζώῳ σιτίων ἄμετρος
                        προσφορὰ νοσημάτων ψυχρῶν <lb/>αἰτία γίγνεται. ὅσα δὲ ψυχρότερα φύσει τῶν
                        ἐσθιομένων <pb n="14"/> ἢ πινομένων, καὶ ταῦτα ψυχρῶν νοσημάτων αἴτια. τῶν
                        <lb/>τοιούτων δέ ἐστι καὶ μήκων καὶ μανδραγόρα καὶ ὑοσκύαμος <lb/>καὶ
                        κώνειον, ἃ δὴ καὶ κτείνει τῷ σφοδρῷ τῆς ψύξεως. ἡ δέ <lb/>γε στέγνωσις ἡ
                        ἐσχάτη, τρίτον γὰρ δὴ τοῦτο νοσημάτων ψυχρῶν <lb/>αἴτιον ἐτιθέμεθα, κάρους
                        τε καὶ κώματα καὶ ἀποπληξίας <lb/>ἐργάζεται· καὶ τοῦτο ἔστι τὸ πρὸς
                        Ἱπποκράτους λεγόμενον, <lb/>ὡς τῷ ἐξαίφνης ἄφωνον γενέσθαι, φλεβῶν ἀπολήψιες
                        <lb/>τὸ σῶμα λυπέουσιν, ὀνομάζει μὲν γὰρ ὁμοίως τοῖς ἄλλοις <lb/>παλαιοῖς τὰ
                        δύο γένη τῶν ἐναίμων ἀγγείων φλέβας, οὐχ <lb/>ὥσπερ οἱ νεώτεροι τὸ ἕτερον
                        μόνον τὸ μὴ σφύζον. ἐπειδὰν <lb/>δὲ ἀποληφθῶσιν αἱ κατὰ τὸ ζῶον ἀρτηρίαι,
                        τοῦτ’ ἔστιν οὕτω <lb/>πληρωθῶσιν αἵματος, ὡς μηδεμίαν ἔτι κενὴν ἀπολείπεσθαι
                        <lb/>χώραν ἐν αὐταῖς, εἰς ἣν ἐν τῷ διαστέλλεσθαι τὸν ἔξωθεν <lb/>ἀέρα
                        ἐπισπᾷν δυνήσονται, καταπνίγεται μὲν ἐν τῷδε καὶ ἔμφυτον <lb/>θερμὸν,
                        ἀκίνητοι δὲ καὶ ἀναίσθητοι διὰ ταχέων οἱ <lb/>οὕτω παθόντες ὅλῳ τῷ σώματι
                        γίγνονται. δέδεικται γὰρ <lb/>οὖν καὶ τοῦθ’ ἡμῖν ἐν μὲν τῷ περὶ χρείας
                        σφυγμῶν, ὡς ὑπὲρ <lb/>τοῦ φυλάττεσθαι σύμμετρον ἐν ἅπασι τοῖς μέρεσι τοῦ
                        ζώου <pb n="15"/> τὸ κατὰ φύσιν θερμὸν αἱ ἀρτηρίαι σφύζουσιν· ἐν δὲ τῷ
                        <lb/>περὶ χρείας ἀναπνοῆς, ὅτι καὶ ἥδε τὴν ἐν τῇ καρδίᾳ θερμότητα
                        <lb/>φυλάττει σύμμετρον. ὥσπερ οὖν εἰ τὰς ἐκτὸς ταύτας <lb/>φλόγας
                        ἀποστερήσαις τῆς πρὸς τὸ περιέχον κοινωνίας, ἢ πνιγέαν <lb/>περιθεὶς αὐταῖς,
                        ἢ σικύαν, ἤ τι τοιοῦτο ἄλλο, διαφθερεῖς <lb/>παραχρῆμα, κατὰ τὸν αὐτὸν
                        τρόπον, εἰ καὶ τὴν ἐν τοῖς <lb/>ζώοις θερμότητα καθείρξαις τε καὶ
                        κατακλείσαις, ὡς μηδαμῆ <lb/>κοινωνεῖν τῷ πέριξ ἀέρι, διαφθερεῖς ἐν τάχει. ἡ
                        μὲν οὖν ἐν <lb/>τῇ καρδίᾳ θερμασία διὰ τοῦ τῆς φάρυγγος πόρου κοινωνεῖ τῷ
                        <lb/>περιέχοντι, καὶ εἰ τοῦτον στεγνώσαις, καταπνίξεις τε αὐτὴν <lb/>αὐτίκα
                        καὶ διαφθερεῖς τὸ ζῶον. ἡ δ’ ἐν ταῖς καθ’ ὅλον <lb/>τὸν ὄγκον τοῦ σώματος
                        ἀρτηρίαις θερ<milestone unit="ed1page" n="208"/>μασία διά τε τῆς
                        <lb/>καρδίας <milestone unit="ed2page" n="21"/>αὐτῆς, καθ’ ὃ κοινωνεῖ τῇ
                        φάρυγγι, καὶ διὰ <lb/>παντὸς τοῦ δέρματος ἐς τὸ περιέχον ἀναπνεῖ, ῥιπιζομένη
                        <lb/>μὲν ἐν ταῖς διαστολαῖς, ἀποχέουσα δὲ τὸ αἰθαλῶδες <lb/>ἐν ταῖς
                        συστολαῖς, ὑφ’ ὧν ἀμφοτέρων ἡ κατὰ φύσιν αὐτῆς <lb/>συμμετρία διασώζεται.
                        καὶ δὴ καὶ στεγνωθεισῶν τῶν ﻿<pb n="16"/> ἀρτηριῶν ἤτοι, καθάπερ ὀλίγον
                        ἔμπροσθεν ἔφαμεν, ὑπὸ πλήθους <lb/>αἵματος, ἢ τινῶν ἐμφραγμάτων ἐν τοῖς
                        στόμασιν αὐτῶν <lb/>γενομένων, ὡς μηδαμῆ διαπνεῖσθαι, σβεσθῆναι μὲν
                        <lb/>ἀνάγκη τὸ θερμὸν, νεκρωθῆναι δὲ τὸ διατεθὲν οὕτω σῶμα. <lb/>μετρίας
                        μέντοι τῆς στεγνώσεως γενομένης, οὐκ ἔτι ἐξ ἀνάγκης <lb/>συστήσεται πάθημα
                        τοιοῦτον περὶ τὴν ἔμφυτον θερμασίαν. <lb/>ἀλλ’ εἰ μὲν οἷον αἰθαλῶδές τι καὶ
                        καπνῶδες εἴη, τηνικαῦτα <lb/>τὸ κατὰ τὸ τοῦ ζώου σῶμα περίττωμα γενόμενον
                        <lb/>ἕτερον ἔσται πάθημα τῆς ἐμφύτου θερμασίας· εἰ δ’ ἀτμίζον <lb/>ᾖ μόνον
                        ἡδὺ καὶ χρηστὸν, ἕτερον. ἑκάτερον δ’ αὐτῶν διττὸν, <lb/>ὡδί πως διαφέρον.
                        ὅταν γὰρ αἷμα χρηστὸν ἀκριβῶς ᾖ <lb/>κατὰ τὸ σῶμα, μηδενὶ περιττώματι
                        μοχθηρῷ τεθολωμένον, <lb/>ἀτμὸς ἐξ αὐτοῦ θερμαινομένου χρηστὸς ἐγείρεται,
                        μηδὲν ἐπιφερόμενος <lb/>ἅμ’ ἑαυτῷ πυρῶδες ἢ δριμύ. τὸ μὲν δὴ τοιοῦτον
                        <lb/>σῶμα μετρίως στεγνωθὲν ἢ πληθωρικὸν ἐν τάχει γένοιτ’ ἂν, <lb/>ἢ
                        θερμότερον τοῦ κατὰ φύσιν· ἀταλαιπώρως μὲν διαιτωμένοις <lb/>πληθωρικὸν,
                        ἔνδον μενόντων ὧν ἐχρῆν πονουμένων <lb/>ἐκκενοῦσθαι· διαπονοῦσι δὲ
                        θερμότερον, ὡς ἂν ἐκ μὲν τῆς <pb n="17"/> κινήσεως αὐξανομένης τῆς ἐμφύτου
                        θερμασίας, μὴ διαπνεομένης <lb/>δὲ τῷ πεπυκνῶσθαι τὸ σῶμα. κατὰ δὲ τὸ
                        καπνῶδες <lb/>ὑποτρέφον περίττωμα σῶμα στεγνωθὲν ἤτοι πυρετὸς ἐξαφθήσεται,
                        <lb/>κατακλεισθείσης ἔνδον τῆς λιγνυώδους ἀναθυμιάσεως, <lb/>ἢ
                        καταπνιγήσεται καὶ σβεσθήσεται τὸ ἔμφυτον θερμόν. <lb/>ἑκάτερον δ’ αὐτῶν
                        ἀκολουθήσει τῷ τε πλήθει τοῦ <lb/>περιττώματος καὶ τῷ ποσῷ τῆς στεγνώσεως.
                        εἰ μὲν γὰρ <lb/>τὸ καπνῶδες περίττωμα τὸ δεόμενον τῆς κενώσεως εἴη πάμπολυ
                        <lb/>καὶ ἡ στέγνωσις σφοδρὰ, κίνδυνος ἀποσβεσθῆναι καταπνιγεῖσαν <lb/>ὑπὸ
                        τοῦ περιττώματος τὴν ἔμφυτον θερμασίαν· <lb/>εἰ δ’ ὀλίγον τε εἴη τὸ
                        περίττωμα καὶ ἡ στέγνωσις βραχεῖα, <lb/>πυρετὸς ἀναφθήσεται. δῆλον οὖν ὡς
                        καὶ τὰς φυσικὰς ἐπίστασθαι <lb/>χρὴ καὶ τὰς ἐπικτήτους διαθέσεις τοῦ
                        σώματος, ἐν <lb/>αἷς ἤτοι λιγνυῶδες, ἢ καπνῶδες, ἢ ἀτμῶδές ἐστι τὸ
                        διαπνεόμενον. <lb/>ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἐν τῇ τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου
                        <lb/>λεχθήσεται πραγματείᾳ· νυνὶ δὲ ἐπὶ τὸ προκείμενον ἐπανίωμεν. <lb/>ὥσπερ
                        γὰρ ἡ στέγνωσις ψύξεως αἰτία πολλάκις γίγνεται <lb/>καθ’ ὃν εἴρηται τρόπον,
                        οὕτω καὶ ἡ μάνωσις, ὅταν <pb n="18"/> ἐπιπλέον ἢ προσῆκε διαφορήσῃ τε καὶ
                        σκεδάσῃ τὸ ἔμφυτον <lb/>θερμὸν, ψυχρότερον ἀπεργάζεται τὸ σῶμα. γίγνεται δὲ
                        <lb/>ταῦτα καὶ καθ’ ὅλον μὲν τὸ ζῶον, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ καθ’ <lb/>ἕκαστον
                        μόριον ὡσαύτως, ἤτοι στεγνούμενον, ἢ μανούμενον. <lb/>εἰ γὰρ ἥν περ ὅλον
                        ἔσχε τὸ σῶμα διάθεσιν ἐπὶ <lb/>ταῖς ἐμφράξεσί τε καὶ πληρώσεσι τῶν ἀρτηριῶν,
                        ταύτην <lb/>σχοίη τὸ μόριον ὑπὸ τῶν ἐν αὐτῷ μόνων πεπονθυιῶν ἀρτηριῶν,
                        <lb/>ἀνάγκη δήπου καὶ νοσῆσαι παραπλησίως αὐτῷ. <lb/>καὶ μὲν δὴ καὶ τὰ
                        προσπίπτοντα ἔξωθεν αὐτῷ φάρμακά <lb/>τε καὶ ὕδατα φαρμακώδη καὶ ψυχρὰ καὶ
                        αὐτὸ τὸ περιέχον <lb/>ἤτοι στέγνωσιν, ἢ μάνωσιν ἄμετρον ἐναπεργάζεσθαι
                        δυνήσεται <lb/>τῷ μορίῳ. καί τινες βίαιοι δεσμοὶ ποτὲ μὲν αὐτῷ <lb/>τῷ
                        μέρει, ποτὲ δὲ τοῖς ὑπερκειμένοις περιτιθέμενοι νεκρώσουσί <lb/>τε καὶ
                        καταψύξουσιν αὐτὸ, τῆς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ <lb/>ζώου κοινωνίας στερήσαντες,
                        ἐξ ἧς αὐτῷ καὶ ἡ σύμφυτος <lb/>ἐπέῤῥει θερμασία καὶ ἡ κινοῦσα τὰς ἀρτηρίας
                        δύναμις <lb/>ἐχορηγεῖτο. </p></div><pb n="19"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p><milestone unit="ed2page" n="22"/>Περὶ μὲν δὴ τῶν θερμῶν τε καὶ ψυχρῶν
                        <lb/>νοσημάτων αὐτάρκως εἴρηται· περὶ δὲ τῶν ξηρῶν <lb/>ἐφεξῆς λεγέσθω. εἰ
                        δέ τις διαπονοίη μὲν πλείω καὶ διαπνοίη, <lb/>τρέφοιτο δὲ ἐλάττω, καὶ ταῦτα
                        ξηρότερα τὴν δύναμιν, ξηρότερος <lb/>ὢν τὴν κρᾶσιν, εἰς ξηρὸν ῥᾳδίως
                        ὑπαχθήσεται νόσημα, <lb/>καὶ μάλιστα εἰ φροντίσειεν, ἢ ἀγρυπνήσειε πλείω.
                        <lb/>καὶ μὴν καὶ αἱ τοῦ περιέχοντος ἡμᾶς ἀέρος καταστάσεις αἱ <lb/>ξηραὶ
                        ξηραίνουσι δηλονότι καὶ αὐτὰ τὰ τῶν ζώων σώματα, <lb/>καὶ νῆξις ἐν ὕδατι
                        νιτρώδει τε καὶ θειώδει καὶ στυπτηριώδει <lb/>καὶ ἀσφαλτώδει καί τινος
                        ἑτέρου τοιαύτης ποιότητος μετέχοντι. <lb/>καὶ μέν γε καὶ ὅσα τῶν φαρμάκων
                        ξηρὰ τὴν δύναμίν <lb/>ἐστιν, εἴτ’ ἔσωθεν, εἴτ’ ἔξωθεν προσφέροιτο, ξηραίνει
                        καὶ <lb/>ταῦτα. εἴρηται δὲ ὑπὲρ αὐτῶν ἐπιπλέον ἐν τοῖς περὶ <lb/>φαρμάκων.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Αὗται μὲν καὶ αἱ τῶν ξηρῶν νοσημάτων <lb/>αἰτίαι. τῶν δ’ ὑγρῶν αἱ ἐναντίαι
                        σύμπασαι, ἐδεσμάτων μὲν <lb/>ὑγροτέρων τὴν δύναμιν ἀφθονία, καὶ πλείω τὰ
                        πώματα, καὶ <lb/>σύμπασα ἡ ἁβροτέρα δίαιτα, καὶ ἡ θυμηδία, καὶ λουτρὰ <pb n="20"/> γλυκέων ὑδάτων πολλὰ, καὶ μᾶλλον μετὰ τροφήν. οὕτω <lb/>δὲ καὶ
                        ἀργὸς ὁ σύμπας βίος, καὶ ἄπονος, ὄμβροι τε πολλοὶ, <lb/>καὶ ἡ πᾶσα
                        κατάστασις ὑγρὰ, καὶ φάρμακα ταὐτὸ τοῦτο <lb/>δρᾷν δυνάμενα. </p></div></div></body></text></TEI>